SEEING BLACK…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Ο Vic Chesnutt γεννήθηκε το 1964 και αυτοκτόνησε το 2009. Στο ενδιάμεσο πρόλαβε και κυκλοφόρησε 17 δίσκους – χώρια οι συμμετοχές και οι συνεργασίες. Καθόλου άσχημα, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες.

Στα 18 του, ένα τροχαίο τον καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα για το υπόλοιπο της ζωής του. Μετά τις θεραπείες, μπορούσε να παίζει πάλι κιθάρα – τα στοιχειώδη βέβαια. Έγραφε τραγούδια, τα ηχογραφούσε, το πάλευε.

Πέθανε τα Χριστούγεννα του 2009 από υπερβολική δόση μυοχαλαρωτικών. Λίγες βδομάδες πριν, στην τελευταία του ραδιοφωνική συνέντευξη, παραδέχτηκε ότι είχε αποπειραθεί τρεις-τέσσερις φορές να αυτοκτονήσει. Στην ίδια συνέντευξη είχε πει ότι χρωστούσε ήδη 50 χιλιάδες δολάρια για ιατρικά έξοδα γιατί, ως παραπληγικός, δεν τον ασφάλιζε κανείς και συνεπώς τα νοσήλια βάρυναν τον ίδιο. Ανέβαλε, είπε, επί έναν χρόνο μία κρίσιμη εγχείρηση γιατί δεν την άντεχαν τα οικονομικά του. Και κατέληγε: «And, I mean, I could die only because I cannot afford to go in there again. I don’t want to die, especially just because of I don’t have enough money to go in the hospital.» Θλιβερό.

Δεν ήθελε να πεθάνει. Αλλά πέθανε. Από αξιοπρέπεια.

Δύο χρόνια μετά την «εθελούσια έξοδο» του Vic Chesnutt, η Lucinda Williams έγραψε ένα τραγούδι, το «Seeing Black», αφιερωμένο στη μνήμη του. Βρίσκεται στον δίσκο Blessed (2011). Στην κιθάρα ο Elvis Costello (όπως δεν τον έχουμε συνηθίσει).

Παραθέτω και τους στίχους, γιατί είναι από τους ωραιότερους που έχουν γραφτεί με θέμα την αποδοχή (ή την προσπάθεια αποδοχής) της απώλειας. Η Lucinda δεν κρίνει την απόφαση του Vic να ξεμπερδέψει μιας για παντός με τη ζωή που του ’λαχε. Απλώς του κάνει διάφορες ερωτήσεις – και απαντήσεις δεν παίρνει. Ο Vic δεν είχε απαντήσεις – και τώρα πια δεν έχει ούτε ερωτήσεις. Στην περίπτωσή του, το ιππικό έφτασε αργά. Άμα τη αφίξει τους, οι φίλοι αφίππευσαν και περιφέρονταν αμήχανοι. Συμβαίνει. Θα τον θυμούνται, βέβαια. Και τραγούδια θα του γράφουν. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Το τέλος αφορά άμεσα μόνο εκείνον που δεν μπορεί να πει τίποτα γι’ αυτό. Το τέλος μάς ειρωνεύεται μέχρι τέλους.

Seeing Black

How did you come up with a day and time
You didn’t tell me you’d changed your mind
How could I have been so blind
I didn’t know you’d changed your mind

When you made the decision to get off this ride
Did you run out of places to go and hide
Did you know everybody would be surprised
When you made the decision to get off this ride

When you made the decision to jump ship
Once and for all lose your grip
Did you wax the deck to make it easier to slip
When you made the decision to jump ship

When did you start seeing black
Was it too much good you felt you lacked
Was it too much weight on you back
When did you start seeing black

When did you start seeing red
Did you see me standing over your bed
Did you hear anything I said
When did you start seeing red

When did you start seeing white
Tell me baby what was it like
Was it when you received your last rites
When did you start seeing white

Did you use a compass to get out of this place
Did you ever hear my voice, did you see my face
Did you finally get tired of running the race
Did you use a compass to get out of this place

Did you feel your act was a final truth
The dramatic ending of a misspent youth
Did you really feel you had all the proof
Did you feel your act was a final truth

Was it hard to finally pull the plug
Was it hard to receive that final hug
Did evil triumph over love
Was it hard to finally pull the plug

When did you start seeing black
Was it too much good you felt you lacked
Was it too much weight on you back
When did you start seeing black

When did you start seeing red
Did you see me standing over your bed
Did you hear anything I said
When did you start seeing red

When did you start seeing white
Tell me baby what was it like
Was it when you received your last rites
When did you start seeing white

* * *


Από:https://dimartblog.com/2018/02/06/seeing-black/

Η δημοσίευση φωτογραφιών και βίντεο του νεκρού Βασίλη Στεφανάκου δεν στοχεύει στην πληροφόρηση αλλά στον εντυπωσιασμό…


Σχετική εικόνα

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ με αφορμή τη δημοσίευση φωτογραφιών του νεκρού Βασίλη Στεφανάκου και την αναπαραγωγή βίντεο της δολοφονίας του, τα οποία προφανώς δεν στοχεύουν στην πληροφόρηση του κοινού αλλά στον εντυπωσιασμό του, οφείλει να τονίσει:

Οι δημοσιεύσεις αυτές όχι μόνο δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες της ενημέρωσης, αλλά, αντιθέτως, προσβάλλουν κατάφωρα τους κανόνες δεοντολογίας του επαγγέλματος και τις πανανθρώπινες αξίες.

Υπενθυμίζουμε, για άλλη μια φορά, ότι ο σεβασμός της προσωπικότητας του ατόμου, η διακριτικότητα και η ευαισθησία καθώς και ο σεβασμός τόσο του νεκρού όσο και των πενθούντων συγγενών και φίλων είναι πρωταρχική υποχρέωση του δημοσιογράφου (άρθρο 2 Αρχών Δεοντολογίας του Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος). Άλλωστε, το Εποπτικό Όργανο Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ έχει εκδώσει κατά καιρούς ανακοινώσεις σχετικά με το θέμα.

Όπως έχουμε κατ’ επανάληψη αναφέρει η δημοσιογραφία για να δικαιώνει το ρόλο της οφείλει να μην υποκύπτει στον εύκολο εντυπωσιασμό. Αντιθέτως, πρέπει να είναι αποκαλυπτική, υπεύθυνη και τεκμηριωμένη. Οι Έλληνες δημοσιογράφοι, όπου κι αν εργάζονται, μέσα στις αντίξοες συνθήκες που βιώνει η χώρα μας αλλά και οι ίδιοι, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, οφείλουν με νηφαλιότητα να επιτελούν το έργο τους προς όφελος της ενημέρωσης του πολίτη.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Εκατό χρόνια από τη ρωσική επανάσταση και την αποκήρυξη των χρεών… Έκτη από έξι συνέχειες …


11. Χρέος: Λόυντ Τζωρτζ κατά σοβιέτ

του Eric Toussaint

Στη γενική συνέλευση, ο Λόυντ Τζωρτζ έδωσε μια απάντηση που έλεγε πολλά: 

«Η Ρωσία μπορεί να λάβει άφθονη βοήθεια, αλλά αν θέλει να την λάβει, δεν πρέπει να ενεργεί με αυτόν τον τρόπο και να μοιάζει κατά κάποιον τρόπο να το κάνει επίτηδες και να προκαλεί και να προσβάλλει τα αισθήματα, ονομάστε τα προκαταλήψεις, τα αισθήματα της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων (…)

Μίλησα για προκαταλήψεις. Θα σας αναφέρω δυο-τρία, αφού στραπατσαρίστηκαν στο μνημόνιό σας της 11ης Μαΐου. Στην δυτική Ευρώπη, όταν κάποιος πουλά εμπορεύματα σε κάποιον άλλον, έχει μια παράξενη προκατάληψη: θέλει να πληρωθεί. Μια άλλη προκατάληψη είναι αυτή: αν κάποιος δανείζει χρήματα στον γείτονά του, ο οποίος του τα ζήτησε, έναντι υπόσχεσης εξόφλησης, αναμένει να τον εξοφλήσει. Ιδού μια ακόμη προκατάληψη: αν αυτός ο γείτονας έρθει να τον βρει και του ζητήσει ξανά βοήθεια, φυσικά, ο πρώτος τον ρωτά: «Έχετε την πρόθεση να μου τα επιστρέψετε; Επιστρέψτε μου πρώτα αυτά που σας δάνεισα».  Αν ο δανειζόμενος απαντήσει σε αυτό: «Οι αρχές μου δεν μου επιτρέπουν να πληρώσω», όσο παράξενο κι αν αυτό μοιάζει στην ρωσική Αντιπροσωπεία, ο δυτικός αυτός είναι τόσο γεμάτος προκαταλήψεις που, πολύ πιθανά, δεν θα θελήσει να δανείσει νέα χρηματικά ποσά. Δεν είναι θέμα αρχών – ξέρω τι είναι οι επαναστατικές αρχές – αλλά, εκτός Ρωσίας, πώς να το κάνουμε, υπάρχουν παράξενοι άνθρωποι, με παράξενες ιδέες! Κι αν θέλετε να έχετε να κάνετε μαζί μας, πρέπει να μας δεχτείτε όπως είμαστε. Πρόκειται για ιδέες που, κατά κάποιον τρόπο, έχουμε βυζάξει με το γάλα της μητέρας μας, που έχουμε κληρονομήσει από γενιές και γενιές τίμιων και εργατικών προγόνων και, εδώ, θέλω να προειδοποιήσω την ρωσική αντιπροσωπεία ότι δεν πρέπει να αναμένει, σε αυτόν τον δρόμο που θα περπατήσουμε μαζί προς την τελική ειρήνη, ότι θα αφήσουμε έτσι, ψυχρά, στην άκρη του δρόμου τις προκαταλήψεις μας. Αυτές οι προκαταλήψεις, αυτές οι ιδέες έχουν βαθιές ρίζες στο χώμα της δυτικής Ευρώπης. Έχουν ριζώσει εδώ και χιλιάδες χρόνια. (…)Όταν γράφετε σε κάποιον για να λάβετε νέα χρηματικά ποσά, το να αφιερώνετε το μεγαλύτερο τμήμα της επιστολής σε μια λόγια έκθεση αιτιολόγησης της θεωρίας της αποκήρυξης των χρεών, δεν είναι κι ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχετε. Αυτό, δεν θα σας βοηθήσει να λάβετε πιστώσεις. Είναι ίσως μια πολύ ασφαλής θεωρία, αλλά δεν είναι διπλωματικός τρόπος προσέγγισης. (…)Ολοκληρώνοντας, θα σας ικετέψω, μιλώντας ως άνθρωπος που ήταν πάντα υπέρ της ιδέας του να δοθεί βοήθεια σε αυτό το ευγενές έθνος, να του ζητήσω, όταν έρθει στην Χάγη, να μην προσπαθήσει ξανά να στραπατσάρει τις Δυτικές μας ιδέες.» |46|

Η απάντηση του Τσιτσέριν: Αφού εξέφρασε την λύπη του για το ότι «τον εμπόδισαν να θέσει ενώπιον της Συνδιάσκεψης το θέμα του αφοπλισμού», απαντά στον Λόυντ Τζωρτζ: «Ο κύριος Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας μου λέγει πως αν ο γείτονάς μου μού δάνεισε χρήματα, πρέπει να τον πληρώσω, ε, λοιπόν, συναινώ στην προκειμένη περίπτωση, αναζητώντας την συμφιλίωση, αλλά προσθέτω πως αν αυτός ο γείτονας εισέβαλε στο σπίτι μου και, έχοντας σκοτώσει τους γιούς μου, σπάσει τα έπιπλά μου, κάψει το σπίτι μου, πρέπει τουλάχιστον ν’αρχίσει να μου αποκαθιστά αυτό που κατέστρεψε.» |47|

Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων πάνω στην υπόλοιπη ατζέντα της Συνδιάσκεψης της Γένοβας, η σοβιετική αντιπροσωπεία παρενέβη πολλές φορές ώστε να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με την οργάνωση ενός γενικού αφοπλισμού. Η Γαλλία είχε αντιδράσει με βίαιο τρόπο, αρνούμενη απλά και ξάστερα να συζητηθεί το θέμα αυτό. Για την κυβέρνηση της Γαλλίας, δεν ετίθετο καν το θέμα μείωσης των στρατιωτικών δαπανών. Βέβαια, ο προσανατολισμός αυτός απείχε παρασάγγες από εκείνον του γαλλικού λαού, αλλά είχαν να κάνουν με μια δεξιά, πολεμοχαρή κυβέρνηση που κατηύθυνε την επιθετικότητά της τόσο προς την Γερμανία όσο και προς την Ρωσία (για να μην αναφερθούμε στους λαούς των αποικιών). Το 1921, η Γαλλία είχε και πάλι επιχειρήσει να στήσει μια συμμαχία με την Ρουμανία (που είχε προσαρτήσει την Βεσαραβία, ένα τμήμα της επικράτειας της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας) και με την Πολωνία, κατά της σοβιετικής Ρωσίας. Η Γαλλία σχεδίαζε να κηρύξει, μαζί με τις δυο αυτές χώρες, τον πόλεμο κατά της σοβιετικής Ρωσίας |48|.

Εξ άλλου, η σοβιετική αντιπροσωπεία είχε προτείνει να προσκληθούν όλα τα έθνη στη Συνδιάσκεψη της Γένοβας, και ειδικότερα ότι έπρεπε να μπορούν όλοι οι λαοί των αποικιών να έχουν άμεση εκπροσώπηση. Οι εργατικές οργανώσεις έπρεπε επίσης να είχαν προσκληθεί. Η σοβιετική αντιπροσωπεία ασκούσε κριτική στις γενικόλογες προτάσεις στον οικονομικό τομέα.

Ο Τσιτσέριν δήλωσε πως «Το κεφάλαιο VI της Έκθεσης της οικονομικής Επιτροπής που αναφέρεται στην εργασία, ξεκινά με την γενική διαπίστωση της σημασίας της συμβολής των εργαζομένων στην οικονομική αποκατάσταση της Ευρώπης. Κι όμως, δεν βρίσκουμε καθόλου αυτό που θα ήταν το πιο απαραίτητο για τους εργαζόμενους, δεν βρίσκουμε καμιά αναφορά στην νομοθεσία προστασίας των εργαζομένων, πέραν του θέματος της ανεργίας. Ούτε και βρίσκουμε κάποια πρόταση σχετικά με τους συνεταιρισμούς, αν και αυτοί αποτελούν εργαλείο πρώτης τάξης για την βελτίωση των συνθηκών ζωής του εργαζόμενου. Είναι εξαιρετικά λυπηρό που κατά την διάρκεια των εργασιών της πρώτης υπο-Επιτροπής, οι προτάσεις σχετικά με τους συνεταιρισμούς παραβλέφθηκαν. Αλλά, υπάρχουν περισσότερα: το άρθρο 21, που αναφέρεταιστις συμβάσεις της Διάσκεψης της εργασίας στην Ουάσιγκτον, στερεί τις συμβάσεις αυτές από ένα μεγάλο τμήμα της πρακτικής τους σημασίας, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των συμμετεχόντων να μην τις επικυρώσουν. Το γεγονός αυτό που η ρωσική Αντιπροσωπεία προσπάθησε να ξεπεράσει, εξηγείται από την επιθυμία ορισμένων Κυβερνήσεων, όπως η Ελβετία, να μην υιοθετήσουν το οκτάωρο. Η ρωσική αντιπροσωπεία θεωρεί το οκτάωρο ως θεμελιώδη αρχή για το ευ ζην του εργαζομένου και εκφράζει ρητή αντίρρηση κατά της δυνατότητας που δίδεται ρητά στις Κυβερνήσεις να μην το εφαρμόσουν. |49|

Μπροστά στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων στην Γένοβα, οι συγκαλούσες δυνάμεις και η Ρωσία συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν μετά από έναν μήνα, στην Χάγη, για να προσπαθήσουν να υλοποιήσουν μια συμφωνία της τελευταίας ώρας. Η συνάντηση έλαβε χώρα αλλά κατέληξε και πάλι σε αποτυχία στις 20 Ιουλίου 1922. Η Γαλλία και το Βέλγιο, αυτή τη φορά με την στήριξη στο παρασκήνιο της απούσας Ουάσιγκτον, είχαν σκληρύνει ακόμη περισσότερο τη στάση τους |50|.

 

12. Η εκ νέου δήλωση της αποκήρυξης των χρεών καταλήγει σε επιτυχία

 Πριν ακόμα διεξαχθεί η Συνδιάσκεψη της Γένοβας, η σοβιετική Ρωσία είχε καταφέρει να υπογράψει διμερείς συνθήκες με την Πολωνία, της δημοκρατίες της Βαλτικής, την Τουρκία, την Περσία… Προπάντων, είχε καταφέρει να υπογράψει εμπορική συμφωνία με την Μεγάλη Βρετανία. Η συμφωνία αυτή, που είχε υπογραφεί το 1921, είχε επικυρώσει τους σοβιετικούς νόμους περί εθνικοποίησης στα μάτια των βρετανικών δικαστηρίων και οι επιχειρήσεις που είχαν συναλλαγές με την Ρωσία δεν κινδύνευαν πια |51|.

Στη διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Γένοβας, η Ρωσία είχε επίσης πετύχει την υπογραφή μιας συνθήκης με την Γερμανία όπου κάθε μέρος παραιτούνταν από τη διεκδίκηση επανορθώσεων..

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως η αποτυχία της Συνδιάσκεψης της Γένοβας και εκείνης της Χάγης θα οδηγούσε τις κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις να σκληρύνουν την στάση τους απέναντι στη Μόσχα. Συνέβη το αντίθετο. Ήταν φανερό πως η σοβιετική κυβέρνηση είχε κάνει τους σωστούς υπολογισμούς. Οι διάφορες κεφαλαιοκρατικές χώρες θεώρησαν, κάθε μια χωριστά, πως έπρεπε να συνάψουν συμφωνίες με την Μόσχα, επειδή η ρωσική αγορά πρόσφερε σημαντικές δυνατότητες όπως και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Κάθε πρωτεύουσα, υπό την πίεση των τοπικών ιδιωτικών επιχειρήσεων, θέλησε να κλείσει συμφωνία με την Μόσχα ώστε να μην αφήσει τις άλλες δυνάμεις να επωφεληθούν από τις δυνατότητες της ρωσικής αγοράς.

Το 1923-24, παρά την αποτυχία της Συνδιάσκεψης της Γένοβας, η Κυβέρνηση των Σοβιέτ αναγνωρίστηκε de jure από την Αγγλία, την Ιταλία, τις Σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Κίνα και μερικές άλλες χώρες. Το 1925, στον κατάλογο προστέθηκε και η Ιαπωνία.

Το Παρίσι μείωσε κατά πολύ τις απαιτήσεις του. Στην Γαλλία, ένα διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1920 είχε οδηγήσει στη δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής για την εκκαθάριση των ρωσικών υποθέσεων, με αποστολή «την εκκαθάριση και είσπραξη όλων των κεφαλαίων του πρώην ρωσικού Κράτους, όποια και αν είναι η προέλευσή τους». Έξι μέρες πριν την αναγνώριση της Κυβέρνησης των Σοβιέτ, στις 24 Οκτωβρίου 1924, η Γαλλική Κυβέρνηση καταργούσε αυτήν την επιτροπή. Μια πραγματική νίκη για την Μόσχα.

Μερικούς μήνες νωρίτερα, η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών είχε συνάψει συμφωνία με την ΕΣΣΔ βάσει της οποίας οι Βρετανοί δέχονταν τις σοβιετικές αξιώσεις σχετικά με τις ζημίες που είχε προκαλέσει η βρετανική επέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ 1918 και 1920 |52|. Κι όμως, στη Γένοβα, ο Λόυντ Τζωρτζ είχε δηλώσει ότι δεν ετίθετο τέτοιο ζήτημα. Η κυβέρνηση υπόσχονταν να παράσχει, υπό ορισμένους όρους, την εγγύησή της για την έκδοση ενός σοβιετικού δανείου στην χρηματοπιστωτική αγορά του Λονδίνου.

Μόλις δυο χρόνια μετά την Γένοβα, και ενώ η ΕΣΣΔ διατηρούσε την αποκήρυξη των χρεών, ο βρετανική κυβέρνηση ετοιμαζόταν να παράσχει την εγγύησή της σε ένα σοβιετικό δάνειο! Ο σοβιετικός ηγέτης Κάμενεφ μπορούσε να γράψει στην Πράβντα, στις 24 Σεπτεμβρίου 1924: «Η συνθήκη με την Αγγλία αποτελεί μια ουσιαστική βάση για τη ρητή αναγνώριση της εθνικοποίησης της γης και των επιχειρήσεων που πραγματοποιήσαμε,καθώς και της αποκήρυξης των χρεών και όλων των άλλων συνεπειών της επανάστασής μας.» |53|

Τέλος, όταν οι Συντηρητικοί επανήλθαν στην εξουσία μετά από μερικούς μήνες, αρνήθηκαν να επικυρώσουν την συνθήκη αυτή όμως, παρ’όλ’αυτά, μια σημαντική βρετανική επιχείρηση δεσμεύτηκε να επενδύσει στα χρυσωρυχεία, παραιτούμενη επίσημα από κάθε αξίωση αποζημίωσης λόγω της εθνικοποίησης που είχε υποστεί το 1918.

Από το 1926, παρά την αποκήρυξη των χρεών, ιδιωτικές ευρωπαϊκές τράπεζες και κυβερνήσεις αρχίζουν να χορηγούν δάνεια στην ΕΣΣΔ.

Στις 26 Ιουνίου 1926, η ΕΣΣΔ υπέγραφε συμφωνία πίστωσης με γερμανικές τράπεζες. Τον Μάρτιο του 1927, η τράπεζα Midlandτου Λονδίνου χορήγησε πίστωση 10 εκατομμυρίων λιρών.

Τον Οκτώβριο του 1927, ο δήμος της Βιέννης χορηγούσε δάνεια 100 εκατομμυρίων σελινιών. Το 1929, η Νορβηγία χορηγούσε δάνεια 20 εκατομμυρίων κορωνών.

Οι ρεπουμπλικάνοι ηγέτες των ΗΠΑ ήταν έξαλλοι. Ο υπουργός Εξωτερικών Kellogg κατήγγειλε την συμφιλιωτική στάση των Ευρωπαίων κατά την διάρκεια της ομιλίας του, στις 14 Απριλίου 1928, ενώπιον της εθνικής επιτροπής των Ρεπουμπλικάνων: «Κανένα Κράτος δεν στάθηκε ικανό να πετύχει την καταβολή των χρεών που είχε συνάψει η Ρωσία με τις προηγούμενες κυβερνήσεις της, ούτε και την αποζημίωση των υπηκόων του, για την κατασχεθείσα ιδιοκτησία. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να θεωρούμε πως η αναγνώριση των Σοβιέτ και η έναρξη των διαπραγματεύσεων δεν πετυχαίνουν παρά να ενθαρρύνουν τους σημερινούς κυρίους της Ρωσίας στην πολιτική τους αποκήρυξηςκαι κατάσχεσης…» |54|.

Τέλος, οι ΗΠΑ, το Νοέμβρη του 1933, υπό την προεδρεία του Φ. Ρούζβελτ, αναγνώρισαν de jure την ΕΣΣΔ. Στις 13 Φεβρουαρίου 1934, η Κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιουργούσε την Export and Import Bank με σκοπό την χρηματοδότηση των εμπορικών συναλλαγών με την Σοβιετική Ένωση. Μερικούς μήνες αργότερα, η Γαλλία, για να μην αποκλειστεί από την σοβιετική αγορά, πρότεινε μόνη της πιστώσεις στην ΕΣΣΔ για να αγοράσει γαλλικά προϊόντα.

Ο Alexander Sack, που ήταν αντίθετος προς την αποκήρυξη των χρεών και βαθειά αντισοβιετικός, κατέληγε στην μελέτη του σχετικά με τις διπλωματικές αξιώσεις κατά των Σοβιέτ, με αυτές τις φράσεις που δείχνουν καθαρά πως είναι απολύτως εφικτό να αποκηρυχθούν χρέη χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως την απομόνωση και την πτώχευση. Κάθε άλλο μάλιστα:

«Την ώρα της εικοστής επετείου του σοβιετικού καθεστώτος, οι ξένες αξιώσεις απέναντί του παρουσιάζουν την μελαγχολική εικόνα μιας απολίθωσης, αν όχι μιας εγκατάλειψης. Η Σοβιετική Ένωση υπερηφανεύεται πως είναι σήμερα μια από τις πλέον εκβιομηχανισμένες χώρες. Έχει θετικό εμπορικό ισοζύγιο. Βρίσκεται στην δεύτερη θέση στην παραγωγή χρυσού, στον κόσμο. Η Κυβέρνησή της είναι, σήμερα, παγκόσμια αναγνωρισμένη και της χορηγούνται εμπορικές πιστώσεις, πρακτικά, για όποιο ποσό επιθυμεί. Παρά ταύτα, η Ένωση δεν έχει αναγνωρίσει, ούτε εξοφλήσει, κανένα από τα χρέη που απορρέουν από τα διάταγματά της περί αποκήρυξης, κατάσχεσης και εθνικοποίησης.» |55|

2018 01 31 01 100 xronia rosiki

Συμπέρασμα

Η μελέτη αυτή επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στην αποκήρυξη των χρεών από την σοβιετική κυβέρνηση.Κατέδειξε ότι η απόφαση αυτή ξεκινούσε από τη δέσμευση που είχε αναληφθεί κατά την επανάσταση του 1905. Αναλύθηκε το διεθνές περιβάλλον: οι συνθήκες ειρήνης, ο εμφύλιος πόλεμος, η συνδιάσκεψη της Γένοβας και οι πολυάριθμες συμφωνίες δανεισμού που ακολούθησαν παρά τη διατήρηση της αποκήρυξης των περασμένων χρεών.

Λόγω έλλειψης χώρου, δεν προσέγγισα την εξέλιξη του σοβιετικού καθεστώτος: την προοδευτική κατάπνιξη της κριτικής, το γραφειοκρατικό και αυταρχικό εκφυλισμό του καθεστώτος |56|, τις καταστροφικές πολιτικές σε ζητήματα γεωργίας (ειδικότερα την αναγκαστική κολεκτιβοποίηση, υπό τον Στάλιν) και βιομηχανίας, την επιβολή καθεστώτος τρομοκρατίας την δεκαετία του 1930 υπό τον Στάλιν.

 Η μοίρα των μελών της αντιπροσωπείας που εκπροσώπησε την σοβιετική κυβέρνηση στην Γένοβα δείχνει την δραματική εξέλιξη του καθεστώτος και τα αποτελέσματα της πολιτικής που αντιπροσώπευε ο Στάλιν. Η αντιπροσωπεία αποτελούνταν από τους: Γκεόργκι Τσιτσέριν, Άντολφ Γιοφέ, Μαξίμ Λιτβίνωφ, Κριστιάν Ρακόφσκι, Λεονίντ Κρασίν. Πέραν του τελευταίου που πέθανε από ασθένεια το 1926, στο Λονδίνο, η μοίρα των υπολοίπων έχει την σημασία της. Ο Γκεόργκι Τσιτσέριν έπεσε σε δυσμένεια από το 1927-1928.

Ο Αντόλφ Ζοφέ αυτοκτόνησε στις 16 Νοεμβρίου 1927, αφήνοντας μιαν αποχαιρετιστήρια επιστολή στον Τρότσκι, πραγματική πολιτική διαθήκη. Η κηδεία του αποτέλεσε μια από τις τελευταίες μεγάλες δημόσιες διαδηλώσεις που «επετράπησαν» στην αντισταλινική αντιπολίτευση. Ο Μαξίμ Λιτβίνωφ, στις 3 Μαΐου 1939, αναγκάζεται σε παραίτηση υπό βίαιες περιστάσεις: η GPU περικυκλώνει το υπουργείο του, χτυπούν και ανακρίνουν τους βοηθούς του. Καθώς ο Λιτβίνωφ ήταν εβραίος και θερμός οπαδός της συλλογικής ασφάλειας, η αντικατάστασή του από τον Μολότωφ αυξάνει το περιθώριο ελιγμών του Στάλιν και διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις με τους Ναζί. Αυτές, καταλήγουν στο γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο του Αυγούστου του 1939, που είχε μοιραίες συνέπειες. Μετά την επίθεση των ναζί, το 1941, κατά της ΕΣΣΔ, ο Λιτβίνωφ θα αναλάβει και πάλι καθήκοντα. Ο Κρίστιαν Ρακόφσκι, σύντροφος του Τρότσκι πριν ακόμη απ΄τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, που είχε αντιταχθεί στην γραφειοκρατία από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, εκτελέστηκε το 1941 από την GPU, με εντολή του Στάλιν.

Αυτή η τραγική εξέλιξη δείχνει και πάλι ότι δεν αρκεί η αποκήρυξη-διαγραφή των απεχθών χρεών για να επιλυθούν τα πολλαπλά προβλήματα της κοινωνίας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Για να είναι πραγματικά χρήσιμη η διαγραφή χρεών, πρέπει να αποτελεί μέρος ενός συνεκτικού συνόλου πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών μέτρων που να επιτρέπουν την πραγματοποίηση της μετάβασης προς μια κοινωνία απελευθερωμένη από τις διάφορες μορφές καταπίεσης από τις οποίες υποφέρει εδώ και χιλιετίες.

Αντίστοιχα, για πολλές χώρες, είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο να ξεκινήσουν μια τέτοια μετάβαση συνεχίζοντας όμως να εξοφλούν απεχθή χρέη που κληρονόμησαν από το παρελθόν. Τα παραδείγματα δεν λείπουν στην Ιστορία. Το τελευταίο: η υποταγή της Ελλάδας στις επιταγές των πιστωτών από το 2010 και οι φοβερές συνέπειες της συνθηκολόγησης, τον Ιούλιο του 2015 μιας κυβέρνησης που δήλωνε πως θα συνεχίσει την εξόφληση του χρέους για να πετύχει κάποια απομείωσή του.

Επίλογος

Το 1997, 6 χρόνια μετά από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο Μπαρίς Γιέλτσιν έκλεινε συμφωνία με το Παρίσι για να θέσει οριστικά τέλος στη διαφορά σχετικά με τους ρωσικούς τίτλους. Τα 400 εκατομμύρια δολάρια που είχε λάβει η Ομοσπονδία της Ρωσίας το 1997-2000 από την Γαλλία δεν εκπροσωπούν παρά, περίπου, το 1 % των ποσών που ζητούσαν από την σοβιετική Ρωσία οι εκπρόσωποι των Γάλλων πιστωτών μέσω του Κράτους τους |57|.Πρέπει επίσης να υπογραμμίσουμε πως η συμφωνία της 15ης Ιουλίου 1986 μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένου Βασιλείου επέτρεψε την αποζημίωση των Βρετανών κατόχων τίτλων για το 1.6 % της επικαιροποιημένης αξίας των τίτλων.

Αυτό το ποσοστό αποζημίωσης είναι μηδαμινό και δείχνει για μια ακόμη φορά πως μια χώρα μπορεί να αποκηρύξει το χρέος της.

Τον Αύγουστο του 1998, έχοντας πληγεί από την ασιατική κρίση και τα αποτελέσματα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, η Ρωσία ανέστειλε μονομερώς την εξόφληση του χρέους επί έξι εβδομάδες. Το εξωτερικό δημόσιο χρέος ανέρχονταν σε 95 δις δολάρια, εκ των οποίων 72 δις δολαάρια προς ξένες ιδιωτικές τράπεζες (30 δις δολάρια προς γερμανικές τράπεζες και 7 δις προς γαλλικές, μεταξύ των οποίων η Crédit Lyonnais) και το υπόλοιπο οφείλονταν κυρίως στην Λέσχη του Παρισιού και στο ΔΝΤ. Η πλήρης αναστολή πληρωμής, ακολουθούμενη από μερική αναστολή τα επόμενα χρόνια, οδήγησε τους διάφορους πιστωτές να δεχθούν μείωση μεταξύ 30% και 70 %, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Η Ρωσία, που ήταν σε ύφεση πριν κηρύξει την αναστολή πληρωμών, γνώρισε στη συνέχεια ετήσιο ποσοστό αύξησης της τάξης του 6% (περίοδος 1999-2005). Ο Joseph Stiglitz που, μεταξύ 1997 και 2000, ήταν ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπογραμμίζει: «Εμπειρικά, υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις που να στηρίζουν την ιδέα ότι μια αθέτηση πληρωμής οδηγεί σε μακρά περίοδο αποκλεισμού από τις χρηματοοικονομικές αγορές. Η Ρωσία μπόρεσε να δανειστεί και πάλι στις αγορές δυο χρόνια μετά την αθέτηση πληρωμών της (του 1998) που είχε κηρυχθεί μονομερώς, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους δανειστές. […]Έτσι, πρακτικά, η απειλή να δεις την στρόφιγγα των πιστώσεων να κλείνει, δεν αληθεύει.» |58|.

Συνοπτικά με δυο φράσεις: Είναι εφικτό να αποκηρύξεις ή να αναστείλεις μονομερώς την καταβολή του χρέους και να επανεκκινήσεις την οικονομία. Αυτό δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για την ρύθμιση όλων των προβλημάτων αλλά αποδεικνύεται απαραίτητο και χρήσιμο σε ορισμένες περιστάσεις.

Ευχαριστίες: Ο συγγραφέας ευχαριστεί για τη βοήθεια, την ανάγνωση και τις προτάσεις τους: Pierre Gottiniaux, Nathan Legrand, Brigitte Ponet και Claude Quémar. Ο συγγραφέας φέρει την πλήρη ευθύνη των ενδεχόμενων λαθών που περιέχει η εργασία αυτή.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Christine Cooreman

Σημειώσεις

|46Όπ.π., σ. 118.

|47Όπ.π., σ. 140.

|48| Βλ. Carr, T. 3, σ. 355.

|49| Γένοβα, όπ.π., σ. 92.

|50| Carr, Τ. 3, σ. 436-440.

|51| Το άρθρο 9 της αγγλο-ρωσικής συμφωνίας όριζε: «Η βρετανική Κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν θα επιχειρήσει καμία ενέργεια με στόχο την κατάσχεση ή την οικειοποίηση οιουδήποτε χρυσού, κεφαλαίων, τίτλων ή εμπορευμάτων και οιουδήποτε άλλου προϊόντος που δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί ως ιδιοκτησία της βρετανικής Κυβέρνησης, που θα μπορούσαν να εξαχθούν στην Ρωσία εν είδει εξόφλησης των εισαγωγών ή ως εγγυήσεις για τέτοιες καταβολές ή οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία θα μπορούσε να αποκτηθεί από την σοβιετική Κυβέρνηση επί της επικράτειας του Ηνωμένου Βασιλείου.» Αναφέρεται από Sack, σ. 301. Βλ. επίσης Carr, T. 3, σ. 360.

|52| Sack,σ. 306-307

|53| Sack, σημ. 209, σ. 307

|54| Sack, σ. 315.

|55| Sack, σ. 321-322.

|56| Ανέλυσα το θέμα αυτό στην μελέτη: Éric Toussaint, “Lénine et Trotsky face à la bureaucratie – Révolution russe et société de transition” (Λένιν και Τρότσκι απέναντι στην γραφειοκρατία – Ρωσική επανάσταση και κοινωνία σε μετάβαση), που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιανουαρίου 2017 (στα γαλλικά), http://www.europe-solidaire.org/spi…

|57| Βλ. στην ιστοσελίδα της Γαλλικής Γερουσίας, οι Συμφωνίες περί της οριστικής ρύθμισης των πιστώσεων μεταξύ της Γαλλίας και της Ρωσίας προ της 9ης ΜΑΙΟΥ 1945 http://www.senat.fr/seances/s199712…

|58| Stiglitz in Barry Herman, José Antonio Ocampo, Shari Spiegel, Overcoming Developing Country Debt Crises (Ξεπερνώντας τις κρίσεις χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών), OUP Oxford, 2010, σ. 49.


Aπό:http://contra-xreos.gr/arthra/1282-100-xronia-rosiki-epanastasi-6.html

Αθύρματα του λαϊκισμού…


Ένα από όλα όσα εκνευρίζουν έναν σκεπτόμενο άνθρωπο είναι και η καραμέλλα τού λαϊκισμού. Δεν είναι καθόλου σπάνιο το φαινόμενο να βλέπουμε τους αρχηγούς των δυο ισχυρότερων (και όχι μόνο) κομμάτων τού κοινοβουλίου να τσακώνονται για το αν και ποιος από τους δυο είναι λαϊκιστής. Το φαινόμενο είναι παλιό και, βεβαίως, δεν έχουμε την αποκλειστικότητά του στην Ελλάδα. Σ’ όλον τον κόσμο σχεδόν τα ίδια γίνονται. Θα έλεγε κανείς ότι μετά τον πόλεμο επικράτησε παγκοσμίως ο λαϊκισμός. Δεν θα είχε άδικο.

Εφ’ όσον λαϊκίζω σημαίνει παριστάνω τον λαϊκόυποδύομαι τον άνθρωπο του λαού, είναι λογικό να προσθέσουμε και το νοιάζομαι δήθεν για τον λαό. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές χώρες (της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης) υπήρξαν και υπάρχουν συντηρητικά κόμματα στο όνομα των οποίων περιλαμβάνεται ο όρος «λαϊκός». Τρία γνωστά παραδείγματα στον τόπο μας είναι το -πάλαι ποτέ κραταιό- δεξιό «Λαϊκό Κόμμα», ο ακραία δεξιός «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός» και η ναζιστική εγκληματική πολιτική οργάνωση «Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή». Και, βέβαια, μη ξεχνάμε ότι στο ευρωκοινοβούλιο τα δεξιά κόμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκροτούν την πολυπληθέστερη ομάδα του, η οποία ονομάζεται «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα».

Η επικράτηση των λαϊκιστών στο μεταπολεμικό δυτικό σκηνικό εξελίχθηκε σε πλήρη κυριαρχία τους μετά την ήττα τού σοσιαλισμού στα τέλη τού προηγούμενου αιώνα. Μοιραία, λοιπόν, εφ’ όσον η εξουσία βρέθηκε στα χέρια εκείνων που υποκρίνονταν πως νοιάζονται για τον λαό, συν τω χρόνω επικράτησαν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις οι οποίες σηματοδότησαν την άνοδο των κλειστών κοινωνιών αντί των ανοιχτών. Για να το πούμε πιο απλά, η λαϊκιστική εξουσία εξελίχθηκε σε εξουσία επί του λαούκαι όχι σε λαϊκή εξουσία.

Σ’ αυτό συνέτεινε τα μέγιστα η πολυθρύλητη παγκοσμιοποίηση, τόσο σε πολιτικό όσο -κυρίως- σε οικονομικό επίπεδο. Χάρη στην «φιλολαϊκή» πολιτική των λαϊκιστών, γινόμαστε μάρτυρες του φαινομένου να ευημερούν τα κράτη και να δυστυχούν οι πολίτες τους. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, την ισχυρότερη χώρα του κόσμου, σχεδόν ένας στους έξι κατοίκους επιβιώνει χάρη στα κουπόνια σίτισης ενώ στην Γερμανία, την ατμομηχανή της Ευρώπης με τα τεράστια πλεονάσματα, τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενοι (εργαζόμενοι, όχι άνεργοι!) ζουν στα όρια της φτώχειας ή και κάτω από αυτά.

Χάρη στις δήθεν λαϊκές πολιτικές επιλογές, άρχισε να εμφανίζεται τελευταία και το απίστευτο φαινόμενο διόγκωσης της ανεργίας σε χώρες όπου η αμοιβή της εργασίας δεν ξεπερνάει το ένα δολλάριο ημερησίως, όπως το Μπαγκλαντές, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες. Και χάρη σ’ αυτές τις επιλογές θερίζει η πείνα σε χώρες των οποίων οι οικονομικοί δείκτες αποτελούν όνειρο για πολλούς, όπως η Ινδία και η Βραζιλία.

Το χειρότερο σύμπτωμα αυτών των επιλογών είναι η καταρράκωση των μεγάλων λαϊκών μαζών. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει, όταν χάνει την δουλειά του και γίνεται παρίας, όταν αδυνατεί να στηρίξει την οικογένειά του ή να ταΐσει τα παιδιά του, χάνει όχι μόνο την αυτοπεποίθησή του αλλά και την αξιοπρέπειά του. Χάνει την προσωπικότητά του, την ταυτότητά του. Γίνεται άθυρμα. Κι έτσι μετασχηματίζεται σε χωράφι όπου καρπίζουν παράσιτα και σαπρόφυτα πάσης φύσεως, όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο φασισμός.

Απότοκο αυτής της εξέλιξης είναι το φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Ουκρανία κλπ., χώρες όπου η εξουσία βρίσκεται στα χέρια δημοκρατικά εκλεγμένων λαϊκιστών. Η ταχύτητα, η αποφασιστικότητα και η προκλητικότητα με την αποία αυτοί οι «λαϊκοί» ηγέτες αποδομούν το κράτος δικαίου και τα λαϊκά δικαιώματα σοκάρει πολλές φορές ακόμη και την ακραία νεοφιλελεύθερη ηγεσία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτά τα φαινόμενα γίνονται εντονώτερα σε χώρες που έχουν οικονομικά προβλήματα, όπως η Ελλάδα. Σ’ αυτές τις χώρες, δίπλα στην πολιτική τυραννία εγκαθίσταται και η οικονομική, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο δίδυμο το οποίο αποδομεί την ίδια την δημοκρατία. Κι όσο περισσότερο αποδομείται η πραγματική δημοκρατία, τόσο εδραιώνονται οι λαϊκιστές ηγέτες, εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των μεγάλων λαϊκών μαζών, οι όποιες όμως έχουν ήδη καταντήσει άθυρμα στα χέρια τους, όπως σημειώσαμε πρωτύτερα.

Αν όλα όσα είπα ακούστηκαν στον αναγνώστη κάπως αφοριστικά ή έστω υπερβολικά, ας αναλογιστεί το δημοψήφισμα του 2015 και θα καταλάβει τι θέλω να πω. Ο τρόπος με τον οποίο το Όχι ενός ολόκληρου λαού μετατράπηκε σε Ναι (δήθεν προς το συμφέρον του) από έναν ηγέτη, ο οποίος μετά από λίγο επανεκλέχτηκε πανηγυρικά παρά την αυθαιρεσία του, είναι χαρακτηριστικός.

Αντί για επίλογο, αντιγράφω ένα απόσπασμα από τον επίλογο των «Απομνημονευμάτων» του δωσίλογου πρωθυπουργού Γεωργίου Τσολάκογλου, ο οποίος πίστευε μέχρι τέλους ότι υπηρέτησε τον ελληνικό λαό και εξέφρασε την βούλησή του. Δυστυχώς, ο συγγραφέας δεν σημειώνει πουθενά αν οι διαπραγματεύσεις του με τους γερμανούς κράτησαν λιγώτερο ή περισσότερο από 17 ώρες…

Δικαιούμαι να νομίζω ότι εις τον ιδιότυπον αγώνα, που ανέλαβον, επετέλεσα το καθήκον μου, προέταξα τα στήθη μου, προήσπισα τα εθνικά και τ’ ανθρώπινα δικαιώματα του Λαού, εμόχθησα διά την επιβίωσιν της φυλής και εχάραξα την αντίστασιν. Εν τω μέσω της γενικής εξαθλιώσεως και εν τω μέσω πλανών και παρεξηγήσεων, δεν επηρεάσθημεν από την επικρατούσαν σύγχισιν, αλλά παρεμείναμεν οι σθεναροί λειτουργοί της ανωτέρας ηθικής και διοικητικής αντιλήψεως και οι γρανιτώδεις βράχοι, προ των οποίων εθραύοντο και ωπισθοχώρουν τα διαρκή κύματα των επιδιωκόντων το σάρωμα όλων και την ισοπέδωσιν. Αλλοίμονον αν επ’ ελάχιστον εκλονιζόμεθα. (…) Αισθάνομαι υπερηφάνειαν (…) υφίσταμαι τα πάντα αγογγύστως, επειδή το «βάσταξα» κατά την πρωθυπουργίαν μου «Ελληνικό».
[Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Ακροπόλεως, 1959]

____________________________________________________________

Η εν ζωή ταρίχευση του Μίκη Θεοδωράκη ως αυτοκτονία-αυτογένεση…


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελείται από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου Στον κόσμο των αυθεντικών είμαστε όλοι ξένοι, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2007. Ο τίτλος με τον οποίο εμφανίζεται εδώ είχε χρησιμοποιηθεί λίγο νωρίτερα σε μία πρώτη μορφή του κειμένου που προοριζόταν να δημοσιευθεί σε κάποιο ηλεκτρονικό περιοδικό.

 

  1. Ο άνθρωπος που έγινε ορχήστρα

To Σαββατοκύριακο 15 και 16 Ιουλίου 2006, ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης μετέβη στη Χίο για να πάρει μέρος σε σειρά εκδηλώσεων με τίτλο «Θεοδωράκεια». Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» και σε αυτές εμφανίστηκε η λαϊκή ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» η οποία έπαιξε έργα Μίκη Θεοδωράκη. Επίσης, ο Δήμαρχος Μάρκος Μεννής ανακοίνωσε τη σύσταση παιδικής χορωδίας του Δήμου Χίου, η οποία θα φέρει το όνομα «Μίκης Θεοδωράκης». Tέλος, κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων απονεμήθηκε το βραβείο «Μίκης Θεοδωράκης» του οποίου νικητής ήταν ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.

Παραλαμβάνοντας το βραβείο, ο τιμώμενος δήλωσε: «είμαι πολύ συγκινημένος διότι τρέφω μεγάλη εκτίμηση για το συνθέτη, του οποίου το όνομα φέρει το βραβείο, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παγκοσμίως συνθέτης του 20ού αιώνα, μια μοναδική προσωπικότητα, ένας από αυτούς τους ευλογημένους, που εμφανίζονται σπανίως ανά τους αιώνες των αιώνων, και διότι με το βραβείο αυτό η ελληνική πολιτεία επιτέλους αρχίζει να ξεπληρώνει ένα μικρό μέρος από το χρέος το οποίο έχει απέναντί μου».

 

Ίσως ο αναγνώστης θεωρήσει ότι η παραπάνω είδηση είναι πλαστή.

Όντως είναι. Αυτό όμως ισχύει μόνο καθόσον αφορά τη δεύτερη παράγραφο. Όσα αναφέρονται στην πρώτη είναι ακριβή μέχρι κεραίας, και έχουν δημοσιευθεί στον ελληνικό τύπο.

 

Ακόμη όμως και για τη δεύτερη παράγραφο, το να πούμε απλώς ότι είναι «ψευδής» δεν εξαντλεί το ζήτημα σχετικά με το «καθεστώς αλήθειας» που την διέπει. Διότι το περιεχόμενό της εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη σχέση με την αλήθεια. Η φράση εντός εισαγωγικών μπορεί να μην αποτελεί δήλωση του Θεοδωράκη κατά τη βράβευσή του, πλην όμως αποτελεί αυτοσχέδιο συνδυασμό λόγων που όντως έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν (και πιθανότατα θα ξαναδιατυπωθούν στο μέλλον) είτε από τον ίδιο, είτε από την κόρη του Μαργαρίτα[1].

Άρα, μολονότι είναι ψευδές ότι ο Θεοδωράκης χαρακτήρισε τον εαυτό του ευλογημένο κατά την απονομή του βραβείου, είναι όμως μάλλον αληθές ότι αυτό ακριβώς πιστεύει. Και πάντως είναι γεγονός ότι, χωρίς καμία αίσθηση του γελοίου, δέχθηκε να τιμηθεί με ένα βραβείο το οποίο φέρει το όνομά του.

Πράγμα που αναμφίβολα αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Διότι δεν είναι σπάνιο να θεσπίζονται βραβεία με το όνομα κάποιου επιφανούς ή απλώς πλούσιου προσώπου. Ωστόσο, τα βραβεία αυτά κατά κανόνα αρχίζουν να απονέμονται μετά το θάνατο του εν λόγω προσώπου. Εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον, δεν έχει ποτέ συμβεί να τιμηθεί με το βραβείο «Τάδε Ταδόπουλος» ο ίδιος ο Τάδε Ταδόπουλος. Π.χ. ο Άλφρεντ Νόμπελ δεν πήρε ο ίδιος το βραβείο Νόμπελ, ούτε ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν πήρε το βραβείο Λένιν.

Ο Θεοδωράκης όμως είναι υπεράνω και δεν καταδέχεται τέτοιες ψεύτικες μετριοφροσύνες.

 

2. «Αυτή η εσωστρέφεια μας θέλει χωριστά»

Οι Τσοπάνα rave, στο τραγούδι τους «Μουτοχαπεί», σκηνοθετούν μια ανάλογη κατάσταση απόλυτης μεγαλομανίας, την κατάσταση μιας αυτοαναφορικότητας τόσο αχόρταγης που καταπίνει ολόκληρο τον εξωτερικό κόσμο –αλλά αυτοί βέβαια κάνουν απλώς πλάκα. Ωθώντας στις ακραίες λογικές/ παράλογες συνέπειές της αυτή τη βασική ιδέα, παράγουν μια αίσθηση καρικατούρας ή παραδόξου, η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι το ίδιο γραμματικό «εγώ» παίζει όλους τους ρόλους, άρα το υποκείμενο είναι πάντοτε ταυτόχρονα και αντικείμενο. Έτσι, μέσα από τον αναδιπλασιασμό, ο ολοκληρωτικός αυτισμός καταλήγει να συμπίπτει με την ολοκληρωτική σχιζοφρένεια –ή το αντίστροφο.

 

 

Το τραγούδι αυτό μας δείχνει επιτελεστικά γιατί «ο τέλειος αυτοερωτισμός είναι θάνατος»[2]: με τον απόλυτο διχασμό που είναι ταυτόχρονα απόλυτη ενοποίηση του υποκειμένου (και του υποκειμένου με τον κόσμο), καταργούνται εδώ τα όρια ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, τις ερωτικές και τις επιθετικές ενορμήσεις, την επιθυμία και το νόμο, τη ζωή και το θάνατο.

 

Ο Μαρξ, παραφράζοντας τον Χέγκελ, έλεγε ότι οι τραγωδίες συχνά επαναλαμβάνονται ως φάρσες[3]. Ο Θεοδωράκης, παραφράζοντας εμπράκτως και άθελά του την τραγουδιστική φάρσα των Τσοπάνα rave, παράγει μία παρωδία της παρωδίας τους, μια επανάληψή της στην «πραγματική ζωή» η οποία είναι πραγματικά στα όρια της τραγωδίας –αν όχι του μεταφυσικού θρίλερ. (Άλλωστε, ακόμα και ετυμολογικά, η παρ-ωδία είναι εύλογο να καταλήγει σε παρατράγουδα).

Το τραγικό στοιχείο συνίσταται σε αυτή την αιμομικτική κατάσταση στην οποία συγχέονται ανεπανόρθωτα οι ρόλοι. Στη γνωστή τραγωδία του Αισχύλου, από την ύβρη της επαφής του ήρωα με τη μητέρα του γεννιούνται μία σειρά πρόσωπα για τα οποία δεν ξέρουμε ακριβώς να πούμε τι είδους υποκείμενα είναι, ποια θέση καταλαμβάνουν μέσα στους κώδικες της συγγένειας –διότι ακριβώς καταλαμβάνουν περισσότερες της μίας θέσεις: είναι ταυτόχρονα παιδιά και εγγόνια, αδελφοί και θείοι … Με την αυτοβράβευση του Θεοδωράκη, και γενικά με την ολοκληρωτική στράτευση και απορρόφηση τόσο του ίδιου όσο και των απογόνων του[4] στον υπέρτατο στόχο της αποθέωσής του, αναπόφευκτα καταλήγουμε σε μια ανάλογη ύβρη η οποία καταργεί την απόσταση μεταξύ των όρων, δεν τους αφήνει χώρο να αναπνεύσουν και τους πνίγει· έτσι, οδηγούμαστε σε μια ανάλογη κατάρρευση του νοήματος όπου δεν ξέρουμε πλέον ποιος είναι ποιος. Έχουμε μπροστά μας έναν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) άνθρωπο-ορχήστρα ο οποίος θέλει να διαιωνίσει την ύπαρξή του θανάτω θάνατον πατήσας, καθιστάμενος ο ίδιος κληρονόμος του εαυτού του, δίνοντας ο ίδιος ένα δώρο στον εαυτό του, λέγοντας επιτελεστικά στον εαυτό του αυτό που έλεγε παλιότερα, σε στίχους του Κώστα Ψυχογιού και στο ύφος του ελαφρολαϊκού κιτς της δεκαετίας του 70, ο Γιάννης Φλωρινιώτης:

 

Μεγάλε

είσαι ο πρώτος, μεγάλε

μετά από σένα το χάος,

μετά το χάος πάλι εσύ.

 

Και η τραγωδία ευλόγως καταλήγει σε μια αντεστραμμένη επανάληψη της «Αντιγόνης»: εκεί, ένας νεκρός πρέπει να μείνει άταφος. Εδώ, ένας ζωντανός πρέπει να ταφεί.

Η ταφή αυτή δεν είναι λιγότερο πραγματική εκ του γεγονότος ότι ο ήρωας θάβεται κάτω από τόνους ύμνων, παρασήμων, ομιλιών, συνεδρίων, τιμητικών τόμων, δίσκων και συναυλιών. Όλα αυτά δεν αναιρούν –το αντίθετο μάλιστα- το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο ενδιαφερόμενος, και η ζωή του, καθίστανται μουσειακό έκθεμα, δηλαδή εκ-τίθενται, τίθενται εκτός (της ζωής, του φυσικού κύκλου της δημιουργίας και της φθοράς). Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά –εφόσον ήδη έχει ιδρυθεί στη Ζάτουνα της Αρκαδίας το «Μουσείο Θεοδωράκη» με την ενθουσιώδη συμμετοχή και παρουσία του ενδιαφερομένου. Φαίνεται ότι η προϋπόθεση για να παραμείνει στη ζωή είναι να τεθεί κατά έναν τρόπο εκτός αυτής, να «παγώσει».

Γι’ αυτό λοιπόν μίλησα παραπάνω για «μεταφυσικό θρίλερ»: αυτό συνίσταται στο φαραωνικό, σχεδόν μακάβριο θέαμα, να ταριχεύεται κάποιος επιφανής προκειμένου να απολαύσει ήδη εν ζωή τιμές τεθνεώτος, να ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά, και σε πολλαπλή επανάληψη, τον επικήδειό του.

bdr

[1] Σε συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία, 19.11.2006.

[2] Αριστείδη Μπαλτά, Φιλοξενώντας τον Ζακ Ντεριντά … Στο περιθώριο επιστήμης και πολιτικής, Εκκρεμές, Αθήνα 1999, σ. 28.

[3] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, Αθήνα 1982, σ. 15.

[4] Στην προαναφερθείσα συνέντευξή της, η Μαργαρίτα Θεοδωράκη, απαντώντας στην ερώτηση αν τα παιδιά της θα «κληρονομήσουν» τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης», απάντησε: «Ηδη βρίσκονται πολύ κοντά μου και οι τέσσερις». Στη συνέχεια, αφού εξήγησε αναλυτικότερα πώς η επόμενη από αυτήν γενιά συμμετέχει στην προσπάθεια προβολής του έργου τού «μεγαλύτερου συνθέτη των αιώνων», διερωτήθηκε ρητορικά και μεγαλοφώνως, ίσως με μία δόση ασυνείδητης ειρωνείας: «αν το νέο αίμα δεν έρθει από την οικογένεια Θεοδωράκη, από πού θα έρθει;».