Δείτε…


Το video ντοκυμαντέρ Kill ‘em all: in the name of the name (από Sarajevo και αντιφασίστες συντρόφους).

Πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, όταν η εθνικοφροσύνη αναγεννιέται σαν «το όνομά μας…». Η διάλυση της γιουγκοσλαβίας, η σφαγή των Βοσνίων, ο άξονας Αθήνας / Βελιγραδίου, τα ελληνικά σχέδια για επέκταση προς βορρά, η προοπτική διάλυσης και μοιρασιάς του κράτους της μακεδονίας.


Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/dite/

.

 

The Post – Απαγορευμένα μυστικά: Χόλιγουντ εναντίον Τραμπ ……ο Σπίλμπεργκ εναντίον όλων…


του Λεωνίδα Βατικιώτη

The Post – Απαγορευμένα μυστικά: Χόλιγουντ εναντίον Τραμπ, Σπίλμπεργκ εναντίον όλων, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μαθήματα πολιτικής εγρήγορσης και κοινωνικών αντανακλαστικών δίνει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τη νέα του ταινία, The Post: Απαγορευμένα Μυστικά. Η ταινία, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο πολιτική ταινία της σεζόν (εκμηδενίζοντας για παράδειγμα την μεταμοντέρνα Δουνκέρκη, του Κρίστοφερ Νόλαν, που για να μη θίξει τη Γερμανία αποφεύγει να δείξει αγκυλωτούς σταυρούς ακόμη και Ναζί στρατιώτες), επιστρέφει στο πρόσφατο παρελθόν, ανακαλώντας μια από τις κορυφαίες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας, για να μιλήσει για το σήμερα.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μια πολύβουη και πνιγμένη στις μικρότητες αίθουσα συντακτών και κορυφώνεται γύρω από το ερώτημα αν η Washington Post θα δημοσιεύσει ή όχι μια μυστική έκθεση που μοιράζονταν Πεντάγωνο, CIA και Λευκός Οίκος η οποία έλεγε τα ανείπωτα: Ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν εξ αρχής χαμένος και δινόταν για το κύρος της Αμερικής και μόνον! 60.000 νεκροί ως τότε για έναν πόλεμο που οι Αμερικάνοι δε θα κέρδιζαν ποτέ και συνεχιζόταν κατά 10% για να προστατευθεί το Νότιο Βιετνάμ, κατά 20% για ανάσχεση στον κομμουνισμό και κατά 70% για το κύρος των ΗΠΑ. Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι παραπάνω από προφανείς αν στη θέση του Βιετνάμ βάλουμε το Αφγανιστάν, στη θέση του Νότιου Βιετνάμ τη Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν και στο κύριος των ΗΠΑ τα συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιρειών ή ακόμη κι αν δε βάλουμε τίποτε κι αφήσουμε το κύρος των ΗΠΑ.

Η απόφαση για να δημοσιευθούν τα έγγραφα δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε προφανής, καθώς κάθε στιγμή εκκρεμούσε το ενδεχόμενο της φυλάκισης των δημοσιογράφων και της εκδότριας, της οικονομικής κατάρρευσης της εφημερίδας και όχι μόνο.

Κι εδώ ακριβώς είναι το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Τόσο η από …σύμπτωση εκδότρια  Κάθριν Γκαραμ, (η οποία κληρονομεί την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της) όσο και ο …επίμονος διευθυντής Μπεν Μπράντλι αστειεύονταν, έτρωγαν, έπιναν, έκαναν διακοπές στα εξοχικά και τις θαλαμηγούς υπουργών και …πάνω! «Δεν είναι εύκολο να λες όχι» ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία, όταν η εκδότρια και ο διευθυντής παλεύουν για να υπερβούν τον κακό τους εαυτό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για τις σχέσεις του με την εξουσία! Οι άνθρωποι που επέφεραν το μεγαλύτερο πλήγμα στον Νίξον ως τότε (γιατί τον επόμενο χρόνο, το 1972, ακολούθησε το Watergate) απολάμβαναν τη φιλία, τις ανέσεις και το γόητρο που προσέφεραν τα σουαρέ και οι φιλοφρονήσεις με την πολιτική εξουσία. Με αντίτιμο φυσικά τη σιωπή τους…

Κι εδώ, ξανά, αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Όποιος περίμενε να θαυμάσει μια Μέριλ Στριπ, που να επαναλαμβάνει την ερμηνεία που έδωσε στη Σιδηρά Κυρία υποδυόμενη τη Μάργκαρετ Θάτσερ, (επιλέγοντας σκηνοθετική αδεία να παρακάμψει την πραγματικότητα) διαψεύδεται! Γιατί ο 72χρονος σκηνοθέτης δε θέλει μόνο να δείξει την ικανότητα των δημοσιογραφικών οργανισμών να παράγουν ειδήσεις και αποκαλύψεις, κάνοντας το έδαφος να …τρίζει. Σε ποιον δημοσιογράφο που έχει επισκεφθεί πιεστήριο δεν έχει περάσει από το μυαλό η ίδια αλληγορία, που ευφυώς χρησιμοποιεί ο Σπίλμπεργκ, τη στιγμή που παίρνουν μπρος οι τυπογραφικές μηχανές; Ο Σπίλμπεργκ δείχνει ότι και στο σήμερα τη διαφορά μπορούν να την κάνουν και άνθρωποι καθημερινοί, που ξεχειλίζουν από ταλαντεύσεις και δεν είναι σίγουροι για το επόμενο βήμα τους. Αυτοί που δεν περιμένεις! Ξεχάστε τους ορκισμένους, ατσάλινους χαρακτήρες που ανά πάσα στιγμή είναι διατεθειμένοι να τα ρισκάρουν όλα για όλα κι είναι γεννημένοι μόνο για τα μεγάλα. Διαφορετικά ειπωμένο, το μήνυμα του Σπίλμπεργκ είναι να κοιταχτούμε γύρω μας και αναζητήσουμε να βρούμε αυτούς πουν θα κάνουν τη διαφορά, περνώντας στην άλλη όχθη… Προς επίρρωση το γεγονός ότι το σενάριο υπογράφει επίσης μια πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργός, η Χάνα Λιζ.

Παρότι η ταινία, που γυρίστηκε μέσα σε ένα χρόνο, δείχνει το δρόμο στους αμερικάνους εκδότες και δημοσιογράφους που δέχονται πρωτοφανείς εκβιασμούς, προσβολές, πιέσεις και αμφισβητήσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον κύκλο του, όπως επίσης και στις γυναίκες για να διεκδικήσουν τη θέση που τους ανήκει, είναι εμφανές ότι το μήνυμά της ξεπερνάει κατά πολύ την αμερικανική βιομηχανία ενημέρωσης ή το κίνημα διαμαρτυριών εναντίον των σεξουαλικών παρενοχλήσεων…

Καθόλου απαρατήρητη τέλος δεν περνάει η αντίθεση γύρω από την οποία περιστρέφεται η ταινία: τη σύγκρουση μεταξύ τραπεζιτών από τη μια που προσφέρουν το ζεστό χρήμα, αποφασίζοντας για τον αριθμό των ρεπόρτερ,  και από την άλλη των δημοσιογράφων – εκδοτών. Απεχθείς και αυθαίρετοι όροι δανεισμού, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γυρίζουν μπούμερανγκ για τον Τύπο, και η άποψη των δανειστών για την ίδια την ύλη της εφημερίδας φέρνουν στην επιφάνεια το θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για το δικαίωμα της ενημέρωσης η διαρκώς επεκτεινόμενη χρηματοπιστωτική βιομηχανία…

Εδώ το τρέιλερ της ταινίας.

_________________________________________________________

Aπό:https://www.kommon.gr/politismos/item/1823-the-post-apagoprevmena-mystika

Η Βαλκανική μειονεξία…


Σύμφωνα με ένα θεμελιώδη ορισμό, Εθνική Ταυτότητα είναι η αίσθηση που έχει ένα άτομο για το ποιός είναι, εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι είναι μέλος μιας εθνικής συλλογικότητας. Για διάφορους λόγους, που δεν είναι του παρόντος, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο σύνολο των Βαλκανικών πληθυσμών, η εθνική ταυτοτική υπαγωγή είναι φορτισμένη με στοιχεία έντονης μειονεκτικότητας και ανεπάρκειας, καθώς φάνταζε πάντα υποδεέστερη των «καλυτέρων ευρωπαϊκών». Στα Βαλκάνια, όχι μονάχα τα παραγόμενα προϊόντα, αλλά σχεδόν τα πάντα, δεν ήταν ποτέ «εφάμιλλα των καλυτέρων ευρωπαϊκών». Ούτε καν οι ίδιοι οι άνθρωποι, δεν ήταν εφάμιλλοι των καλυτέρων Ευρωπαίων και λοιπών μελών των «πεπολιτισμένων εθνών της Δύσεως».

Του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Έτσι, με δεδομένη τη θεωρητική αρχή ότι συμμετέχει κάποιος σε μια εθνική ταυτοτική υπαγωγή –όπως και σε κάθε άλλη ομάδα- στο βαθμό που προσδοκά να αντλήσει απ’ αυτήν μια θετική αυτοεκτίμηση, τίθεται το ερώτημα, τι στο καλό συμβαίνει αν είναι κανείς Βαλκάνιος; Αν, δηλαδή, από την υπαγωγή αυτή δεν αντλεί μια θετική εικόνα για τον εαυτό του ως άτομο, αλλά αντίθετα βιώνει μια συνειδητή ή ανεπίγνωστη μειονεξία. Στην περίπτωση αυτή, μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι θα οδηγηθεί ή στο να αναζητήσει μια άλλη ταυτοτική υπαγωγή, όπως για παράδειγμα «μένουμε Ευρώπη» ή θα επιχειρήσει να διαφοροποιηθεί ατομικά από την εθνοτική του υπαγωγή, αρνούμενος την εθνική του ταυτότητα και επικρίνοντας και καταγγέλλοντας ποικιλοτρόπως τα υπόλοιπα μέλη της εθνικής του υπαγωγής ή τέλος, θα στραφεί σε μια εθνικιστική υπεραναπλήρωση με αναφορές στο κάλος των αρχαίων προγόνων του, στην υπεροχή της δικής του φυλής έναντι των άλλων κλπ.

Από την άποψη αυτή, η εθνικιστική υπεραναπλήρωση, ως διαφυγή από την παρούσα αρνητική σύγκριση, αλλά και η ολοσχερής άρνηση της εθνικής ταυτότητας, μέσω της επίκλησης ενός ιδιότυπου «διεθνισμού» –που αρνείται την ίδια την ετυμολογία της λέξης, δηλαδή το προαπαιτούμενο της λέξης «έθνος»- έχουν κοινή ρίζα: τη βαθιά μειονεκτικότητα εξ’αιτίας της ελληνικής ταυτοτικής υπαγωγής, αλλά και το ανέφικτο της αποκατάστασης της. Με άλλα λόγια, πίσω από τη συνθηματολογία είτε του τύπου «Έλληνας γεννιέσαι», είτε του τύπου «Έλληνας καταντάς», εκείνο που αποκρύπτεται είναι το αίσθημα ντροπής και μειονεξίας που γεννάει και τα δυο.

Άλλωστε, όπως ορίζει η γνωστική ψυχολογία, το αίσθημα της μειονεκτικότητας και της ανεπάρκειας μπορεί να «απαντηθεί» ή να αναπληρωθεί μέσα από ένα ευρύ γνωστικό και συναισθηματικό φάσμα. Η αγανάκτηση, η δυσαρέσκεια, η απογοήτευση, η οργή, το στρες, η υπεραναπλήρωση, η κατάθλιψη και η παραίτηση είναι μερικά απ’ αυτά και τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Αλβανοί, οι Σλάβοι ή οι άλλοι λαοί των Βαλκανίων έχουν χορτάσει επί σειρά ετών από αυτές τις «απαντήσεις», ενώ το αίσθημα ανεπάρκειας παραμένει.

Προφανώς, μέσα σε τέτοιες συνθήκες συλλογικής μειονεκτικότητας, οι συστημικοί μηχανισμοί τρίβουν τα χέρια τους, αφού γνωρίζουν πολύ καλά ότι για να αδρανοποιήσεις-εκτονώσεις μια δια-ομαδική σύγκρουση δεν έχεις παρά να δημιουργήσεις μια υπερκείμενη ομάδα, μια ευρύτερη ομάδα υπαγωγής, που να προσφέρει -ή να φαίνεται ότι προσφέρει- εκείνη το αίσθημα αυτοπεποίθησης που η υποδεέστερη ομάδα δεν μπορεί να προσφέρει. Έτσι μπορεί, για παράδειγμα, να «διασκεδάζεται» η ταξική σύγκρουση όταν προσφέρεται ως υπερκείμενη ομάδα το έθνος και η περιβόητη «εθνική ενότητα». Έτσι, μπορεί ακόμη και να «διαμορφωθεί» μια εθνική ταυτότητα, ακόμη κι εκεί που αυτή δεν υπάρχει, προκειμένου να περιορίζονται οι πιθανότητες μιας ταξικής σύγκρουσης. Έτσι κι αλλιώς, το έθνος-κράτος συγκροτείται ακριβώς σ’ αυτόν τον θεμελιακό πυρήνα και γι’ αυτό η εθνική ταυτότητα είναι αποκλειστική εργολαβία του κράτους και των μηχανισμών του, μέσω της διαμόρφωσης μιας επίσημης και συνεκτικής αφήγησης της ιστορίας του έθνους, μέσω της κρατικής εκπαίδευσης κλπ. Κατ’ αναλογία, η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτείται και αυτή ως υπερκείμενη ομάδα που αποσκοπεί στην άρση των εθνικών συγκρούσεων των μελών της και για τους ίδιους λόγους επιχειρεί την απομείωση της ισχύος των εθνικών ταυτοτήτων και την ανάδυση μιας νέας υπερκείμενης ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, οι πολίτες της πΓΔΜ είναι πραγματικά «αδέρφια» μας. Και αυτό γιατί και εκεί προκειμένου να συγκροτηθεί το κράτος που αποτελείται όχι μόνο από ομάδες ταξικά διαφοροποιημένες, αλλά και από ομάδες διαφοροποιημένες φυλετικά (Αλβανοί και Σλάβοι), έπρεπε να «εφευρεθεί» μια υπερκείμενη συνεκτική ταυτότητα-ομάδα που να μπορεί να χωρέσει και τους μεν και τους δε. Η «μακεδονική εθνική ταυτότητα» δηλαδή αποτελεί την υπερκείμενη συνεκτική ταυτότητα που συγκροτεί –και συγκρατεί από τη διάλυση- το εν λόγω κράτος. Αλλά επίσης, η «μακεδονική εθνική ταυτότητα» απαντάει, υπεραναπληρωτικά, στο βαθύ υπαρξιακό δια-ομαδικό άγχος και στα αισθήματα μειονεξίας που βιώνουν οι Αλβανοί και οι Σλάβοι από την υπαγωγή τους στις δικές τους εθνικές ταυτότητες. Όπως δηλαδή, ένας Έλληνας εθνικιστής ανατρέχει στην προγονοπληξία για να ανακουφίσει λίγο το αίσθημα κατωτερότητας που βιώνει σε σχέση με την ταξική του υπαγωγή ή σε σύγκριση με τους άλλους «προοδευμένους Ευρωπαίους», έτσι πανομοιότυπα και ο Αλβανός ή Σλάβος πολίτης της π.Γ.Δ.Μ. Και όπως ο Νεοέλληνας θέλει να υπάγεται στην Ε.Ε. και στην «πολιτισμένη ταυτότητα του Ευρωπαϊκού κεκτημένου» αντλώντας από εκεί την αυτοεκτίμηση που δεν λαμβάνει από την εθνική του ταυτότητα, έτσι και όλοι οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι.

Γίνεται αντιληπτό έτσι ότι όπως λειτουργούν οι άρχουσες τάξεις στο εθνικό πλαίσιο, έτσι και οι κυρίαρχες ελίτ στο διεθνές γεωπολιτικό πλαίσιο κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για να συντηρούν αυτήν την χρόνια βαλκανική μειονεξία, που μπορεί να «παράγει», σχεδόν κατά παραγγελία, τόσο τους εθνικισμούς και την υποταγή των λαών της Βαλκανικής, όσο βέβαια και την ανάδυση του αναγκαίου καθ’ εκάστην διεθνούς προστάτη, διαιτητή και επικυρίαρχου. Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι στην παρούσα φάση το ζήτημα της ταυτότητας της π.Γ.Δ.Μ. έρχεται πάλι στο προσκήνιο στη φάση ένταξης του κράτους αυτού στο ΝΑΤΟ, δηλαδή στη φάση αναζήτησης γεωπολιτικής προστασίας.

Να γιατί, εν τέλει, το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους δεν είναι απλά δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού ενός Λαού. Γιατί, όπως από «δω μεριά» «ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων» έτσι και «από κει μεριά». Όπως από «δώ μεριά» ο εθνικισμός είναι η ανακούφιση της εθνικής μειονεξίας, έτσι κι από εκεί. Όπως εδώ η ανάγκη υπαγωγής στην ευρύτερη ευρωπαϊκή-δυτική ταυτότητα είναι συστημική στόχευση που απαντάει μια χαρά στην χρόνια και συστημικά καλλιεργημένη εθνική μειονεξία, έτσι κι εκεί. Όπως εδώ η υπερκείμενη εθνική ταυτότητα χρησιμοποιήθηκε συχνά σαν ένα χωνευτήρι των ταξικών αντιπαραθέσεων έτσι κι εκεί. Όπως από εδώ η υπαγωγή στην εθνική ταυτότητα γεννάει συχνά καρναβάλια, έτσι και από εκεί. Και τι άλλο είναι άλλωστε το καρναβάλι παρά η τραγελαφική έκφραση της βαθιάς μειονεξίας που δεν μπορεί να ανακουφιστεί παρά μόνο με την υιοθέτηση μιας φορεσιάς, μια μάσκας, που δεν είσαι εσύ.

Με άλλα λόγια, το να θεωρείς ότι είσαι απόγονος του Μεγαλέξαντρου, είναι και «από εδώ» και «από εκεί» -σχεδόν ψυχοπαθολογική- μειονεξία, υπηρετική όμως των μηχανισμών του κράτους και των ελίτ που κυριαρχούν. Δεν μπορεί «από δω μεριά» να είναι παρανοειδής ιδεασμός και εθνικισμός και «από εκεί μεριά» δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Γιατί έτσι γίνεσαι συνένοχος στο ταυτοτικό παραμύθιασμα των υποτελών τάξεων. Και αν κάποιος θεωρεί ότι η παρανοϊκή συμπεριφορά είναι άξια κατακραυγής ή λοιδορίας μόνο από την μια μεριά, τότε μάλλον δεν βλέπει ότι απλά αναπαράγει την συστημικά κυρίαρχη αυτο-μειονεξία της δικιάς του ταυτότητας, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για τον επικυρίαρχο και την υπερκείμενη ομάδα-λύση που ο κυρίαρχος θα επιλέξει και θα καλλιεργήσει στις υποτελείς τάξεις.

Όμως, εν τέλει, έναν Λαό που νιώθει μειονεκτικά δεν τον επικρίνεις, καθισμένος στο υψηλό ελιτίστικο βάθρο σου, μπας και συμμορφωθεί. Κυρίως δεν τον λοιδορείς ούτε διασκεδάζεις με τα «καμώματα» του, θέλοντας να αποδείξεις την δική σου χειραφετημένη από τις εθνικές ταυτότητες ανωτερότητα, γιατί εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι και η δική σου χειραφέτηση είναι μαϊμού χειραφέτηση, ένας μασκαρεμένος εξωραϊσμός της πυρηνικής ντροπής που νιώθεις… για την ίδια την μάνα σου.

Αντίθετα, κάνεις ότι μπορείς για να αποκατασταθεί δημιουργικά η αυτοεικόνα του και να αποτραπεί η ανάπτυξη και η εγκαθίδρυση υπερκείμενων δομών που περιστέλλουν την αυτονομία και παραμυθιάζουν για μια ζωή «εφάμιλλη των καλυτέρων»…Και από δώ μεριά και από εκεί μεριά…


Από:https://www.thepressproject.gr/article/123075/I-Balkaniki-meioneksia

Η αρχαία ελληνική πολιτική θεωρία ως απάντηση στη δημοκρατία – Cynthia Farrar …


Salvator Rosa – Δημόκριτος και Πρωταγόρας (1663-1664)

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Ακολουθεί απόσπασμα από το Κεφ. 2, Δημοκρατία. Το ταξίδι που δεν τελείωσε 508 π.Χ.-1993 μ.Χ. επιμέλεια John Dunn, μτφρ. Παναγιώτης Χιωτέλης, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα.

———- / ———-

Cynthia Farrar

Στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα, ο Γλαύκων προκαλεί τον Σωκράτη να απαντήσει σε ερωτήσεις που αγγίζουν την καρδιά της αθηναϊκής πολιτικής εμπειρίας. Ο Γλαύκων υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι γενικά δεν βλέπουν μια σχέση ανάμεσα στις απαιτήσεις της πολιτικής ζωής και στην ικανοποίηση των προσωπικών τους αναγκών. Δεν εξισώνουν ευτυχία και δικαιοσύνη. Οι άνθρωποι θεωρούν την δικαιοσύνη «πληκτική και ενοχλητική» και την «αποδέχονται ως συμβιβασμό», μόνο και μόνο επειδή τους στερεί το δικαίωμα να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους ατιμώρητα (Πολιτ. 2. 358-9). Θέτοντας αυτή την κυνική άποψη περί πολιτικής τάξεως και απαντώντας, ο Πλάτων κάνει τα πάντα για να δείξει ότι η δύναμη της πόλεως να βάζει τάξη στα πράγματα είναι ουσιαστική για την ευτυχία κάθε ανθρώπου ανεξάρτητα από τις συνθήκες της ζωής του. Ο Γλαύκων επιμένει ότι ο Σωκράτης προσφέρει ένα επιχείρημα υπέρ της δικαιοσύνης που ισχύει ακόμη και για τον Γύγη, ο οποίος κατέχει ένα δαχτυλίδι που τον κάνει αόρατο. Ο άνθρω­πος με το δαχτυλίδι του Γύγη μπορεί να εκπληρώνει κάθε επιθυμία του ατιμώρητα. Γιατί να ενεργεί δίκαια;

Η μορφή της συζήτησης στην Πολιτεία αντανακλά τη δύναμη της αρχαίας αθηναϊκής πεποίθησης ότι η πόλις υπάρχει για να εκφράζει και να εξασφαλίζει το καλό των πολιτών. Η δικαιοσύνη αμφισβητείται όταν συγκρούεται με την επίτευξη προσωπικών επιθυμιών. Η δικαιοσύνη νομιμοποιείται όταν αποδεικνύεται ότι είναι απαραίτητη για την προσωπική ευημερία. Η αθηναϊκή πολιτική ζωή δημιουργούσε τη δυνατότητα διατήρησης μιας υποστηρικτικής έντασης ανάμεσα στην προσωπική και την πολιτική ταυτότητα. Η ανάγκη εξουδετέρωσης της διαβρωτικής δυνατότητας αυτής της δύσκολης ένωσης έγινε το κίνη­τρο των μεγάλων αντι-πολιτικών θεωριών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη (και της επινόησης από τον Αριστοτέλη της πολιτικής επι­στήμης). Ο Αριστοτέλης ήθελε να αποδείξει ότι «ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ζώον της πόλεως [πολιτικόν], αλλά και αυτός, όπως ο Πλάτων, τιμά την πόλιν στην αποτυχία της. Όπως θα δείξω παρακάτω τόσο ο ένας θεωρητικός όσο και ο άλλος βραχυκυκλώνουν την πρό­κληση που έθετε η πολιτική (και ιδιαίτερα η δημοκρατική) ύπαρξη. Οικοδομώντας την απαιτούμενη τάξη στο επίπεδο της πόλεως κατευθείαν μέσα στο άτομο, εξορίζουν το φάντασμα του Γύγη, που θάλλει μέσα στα κενά που δημιουργεί η πολιτική.

Συνέχεια