THE PASSENGER…


Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Κάνω σήμα σ’ ένα ταξί με αναμμένο το καρούμπαλο, αλλά όταν σταματάει μπροστά μου βλέπω ότι στη θέση του συνοδηγού κάθεται ήδη μια γυναίκα. Του κάνω σήμα να φύγει, δεν τις γουστάρω τις διπλοκούρσες. Ο οδηγός κατεβάζει το παράθυρο και μου διευκρινίζει, χαμογελώντας με το ζόρι:

«Ελεύθερος είμαι, μπείτε!»

Κοιτάζω τριγύρω, πουθενά ελπίδα. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, κάνει κρύο, ρίχνει χιονόνερο, είμαι πτώμα, θέλω να πάω σπίτι.

«Αλήθεια, ελεύθερος είμαι. Η Στάσα έχει έρθει για τη βόλτα».

Μπαίνω.

«Πού πάμε;»

Του λέω και ξεκινάμε.

«Σταμάτα να λες στον κόσμο ότι είσαι ελεύθερος!» λέει η Στάσα με τον εκνευρισμό της να ψάχνει διέξοδο στις φωνητικές της χορδές.

«Σαν ταξιτζής, ρε χαζό! Ελεύθερος είμαι, δεν είμαι;»

«Όχι, παντρεμένος είσαι! Και σαν ταξιτζής και σαν Δήμος!»

«Και τι τον νοιάζουν τα οικογενειακά μας τον κόσμο, ρε Στάσα; Συμμορφώσου!»

Μάλιστα. Η Στάσα και ο Δήμος, χάρηκα δεόντως. Ζεύγος παντού. Business and pleasure. Τους κοιτάζω καλύτερα τώρα, με άλλο ενδιαφέρον. Για τριαντάρηδες μείον οι κρατήσεις τούς κόβω. Ο Δήμος μπάνικος (αν και λιγότερο απ’ όσο νομίζει), με τζελ στο μαλλί και εικαστική παρέμβαση στο μούσι. Η Στάσα μητρική φιγούρα εξ ανατροφής και επιβεβλημένης προδιάθεσης· motherboard, η μάνα του μέλλοντος ως σανίδα (μπορεί και σωτηρίας).

«Άσε, ρε Δήμο, πάλι τα ίδια θα λέμε; Σε μάθαμε πια!»

Ο Δήμος ξεφυσάει, παγώσαμε. Με κοιτάζει από τον καθρέφτη και λέει:

«Κυρία μου, στο Θεό σας!… Δεν ξέρω, παντρεμένη είστε;»

«Και τι σε νοιάζει τι είναι η γυναίκα; Έτσι κάνεις εσύ; Βάζεις τους πελάτες να συμπληρώσουν αίτηση για να τους πάρεις αγώι;»

«Στάσα, συμμορφώσου!»

Λες να πλακωθούνε τώρα, να ’χουμε κι άλλα; Κάτσε να αποφορτίσω την ατμόσφαιρα.

«Όχι, ζωντοχήρα», λέω. (Πάντα ήθελα να το πω αυτό, μ’ εξιτάρει η λέξη. Ίσως επειδή ριμάρει εσωτερικά με το ζωντόβολο.)

Η Στάσα γυρίζει και μου ρίχνει μια ματιά μπλακ-εντ-ντέκερ και μετά κάνει μια χειρονομία με αποδέκτη τον Δήμο, η οποία μπορεί και να σημαίνει ορίστε, σ’ τα’ λεγα εγώ. Έχω ρίξει λάδι στη φωτιά, προφανώς. Να σε κάψω, Δήμο, να σ’ αλείψω λάδι.

«Γιατί ρωτάτε;»

«Τίποτα, τίποτα. Να, η Στάσα από δω νομίζει ότι φλερτάρω οτιδήποτε φοράει φούστα».

Η Στάσα φρουμάζει θιγμένη.

«Ένα χρόνο είμαστε παντρεμένοι και όλες τις βραδινές βάρδιες εδώ, μαζί μου. Λες και το πρωί δεν μπορεί να φλερτάρει ο άνθρωπος».

Έχει ένα δίκιο εδώ ο Δήμος, το δέχομαι.

«Κι εγώ, όχι που είμαι μπροστά, κερί αναμμένο, έτσι;»

Η Στάσα κοιτάει έξω από το παράθυρό της, αμίλητη. Ο Δήμος τη σκουντάει με την ανάστροφη του χεριού στον μηρό.

«Έτσι; Όχι, πες!»

«Μωρέ, και τα πρωινά θα ερχόμουν, αλλά πρέπει και να δουλέψω, έχε χάρη».

Δηλαδή, η Στάσα το πρωί δουλεύει και τα βράδια εισπρακτορεύει στο ταξί. Και πότε κοιμάται; Στη δουλειά, υποθέτω.

«Μα, ρε Στάσα, έλεος κάπου! Εγώ σ’ έχω κορόνα στο κεφάλι μου! Τι θέλεις, να σταματήσω τη δουλειά και να κάθομαι;»

Η Στάσα δεν το θέλει αυτό – ίσως γιατί αργία μήτηρ πασών των κεράτων.

«Να δουλεύεις, αλλά να είσαι κύριος, κύριε!»

«Δεν είμαι; Λόρδος είμαι, όχι κύριος! Επειδή είμαι ευγενικός με τους ανθρώπους; Αφού αυτό είναι το φυσικό μου!»

«Αυτό το φυσικό σου είναι που με ανησυχεί», λέει η Στάσα η θυμόσοφος.

Ο Δήμος με κοιτάει από τον καθρέφτη του με νόημα: αυτά τραβάω μέρα-νύχτα ο δόλιος. Του ανταποδίδω ένα βλέμμα κενό νοήματος, σα να διαβάζω σε fortune cookie “Στάσα, συμμορφώσου”.

«Σας προσέχουμε, είμαστε πέφτουλες. Δε σας προσέχουμε, είμαστε φλώροι. Δε βγαίνει άκρη με σας! (σε μένα τώρα) Καλά δε λέω, κυρία μου;»

Τώρα πρέπει να πάρω θέση και για τη σεξουαλική παρενόχληση. Όχληση, ενόχληση, παρενόχληση. Υπάρχουν όρια· όμως, έτσι που τα κουνάτε, ζαλίζονται.

«Εξαρτάται», λέω, ελπίζοντας να μη χρειαστεί να δευτερολογήσω.

«Δήμο, άλλαξε κουβέντα να μη γίνουμε από δυο χωριά μπροστά σε ξένο άνθρωπο».

«Να γίνουμε, ρε Στάσα, να γίνουμε! Πρώτη φορά θα είναι;»

Αυτό μου επιβεβαιώνει κάτι που ώρα τώρα το σκέφτομαι: παρακολουθώ παράσταση που παίζεται καιρό. Και είναι καλοί τούτοι εδώ (φαίνεται περνάνε καλά στα παρασκήνια κ.λπ.) γιατί παίζουν σαν να μην ξέρουν ότι το τέλος θα είναι κάθε φορά το ίδιο.

«Κυρία μου, λύστε μου, σας παρακαλώ, μια απορία. Κάθε φορά που ένας άντρας είναι ευγενικός μαζί σας ή σας κάνει ένα κομπλιμέντο, εσείς αμέσως σκεφτόσαστε ότι έχει το μυαλό του εκεί

Πού εκεί;

«Άμα την ίδια ώρα δείχνει εκεί, ναι, αυτό σκέφτομαι. Λυπάμαι, αλλά έτσι είναι. Συνήθως».

«Τα βλέπεις;» επιχαίρει η Στάσα;

«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι!»

«Τότε γιατί μοιάζετε τόσο;»

«Άντε πάλι! Τώρα θα πεις “όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη” και μετά εγώ θα πω “αν δεν είναι για πούλημα, μην το βάζεις στη βιτρίνα” κου-λου-που, κου-λου-που, και θα σκοτωθούμε. Βαρέθηκα!»

Χτυπάει το τιμόνι και σαν να χάνει τον έλεγχο προς στιγμή. Το να σκοτωθούμε είναι σχήμα λόγου, Δήμο; Έτσι; ΈΤΣΙ;

«Μα εγώ φοράω στολή, Δήμο. Είναι η δουλειά μου! Δεν το ’χω για πούλημα! Πότε θα το καταλάβεις επιτέλους αυτό;»

Τι δουλειά κάνει η Στάσα, ρε παιδιά;

«Ναι, το ’χεις για νοίκιασμα! Άσε, ρε Στάσα. Μασάει η κατσίκα ταραμά;»

«Να μασήσει, Δήμο, να μασήσει. Αλλιώς τη βλέπω να τα κορδώνει από ασιτία. Και στο φινάλε, ό,τι θέλουμε θα φοράμε. Δεν κατάλαβα! Και μη μου πεις πάλι τη μαλακία με το μέλι στο δάχτυλο, εντάξει; Το μέλι είναι στο βάζο, όχι στο δάχτυλο! Εσείς βάζετε το δάχτυλο στο βάζο χωρίς να ρωτήσετε. Λιγούρια!»

Πόντος, γκέιμ και σετ στη Στάσα.

Τώρα βράζουν μέσα τους, αλλά η παρουσία μου τους εμποδίζει να το χοντρύνουν. Όχι πως μένει και τίποτα σοβαρό να ειπωθεί. Κοντεύουμε στον προορισμό μου πια· αν είναι να κάνω κλείσιμο, πρέπει να βιαστώ. Αλλά δεν ξέρω τι να πω. Αισθάνομαι σαν την Κατρίν Ντενέβ που την έχουν πάρει κούρσα ο Χάρβεϊ Γουάινστιν με τη Σέλμα Χάγιεκ. Λέω του Δήμου πού να σταματήσει και βγάζω να πληρώσω. Πριν βγω, κάνω το θεατράλε μου.

«Παιδιά, εμένα μου αρέσουν τα κρεβάτια που κάνουν γούβα στη μέση. Αν όλα αυτά που είπατε είναι τα προκαταρτικά σας, με γεια σας και χαρά σας. Αν όμως τα εννοείτε, καλά σαράντα. Θα σας φάνε οι διπλοβάρδιες!»

Κοιτάζονται με κάποια ενοχή.

«Συγγνώμη, σας πρήξαμε».

«Μπα, ωραία ήταν. Καλύτερα κι από το Θέατρο στο Ραδιόφωνο. Άντε, καλό βράδυ!»

Βγαίνω και μέχρι να βρω τα κλειδιά μου το ταξί έχει εξαφανιστεί. Χαμογελάω μόνη μου στο σκοτάδι. Έχω περισσότερες απαντήσεις από ερωτήσεις. Καλά θα ήταν να έχω κάποιον να σκοτωθούμε βραδιάτικα – για οτιδήποτε. Δεν έχει πλάκα να διαφωνείς με τον εαυτό σου. Και ακόμα χειρότερα: είναι θλιβερό στο τέλος να τα βρίσκεις μαζί του.

Ξεκλειδώνω την εξώπορτα και, όπως ανάβω το φως της σκάλας, μου έρχεται –φλασιά– ο αναπόφευκτος στίχος εκείνου του ελάσσονα από την Ελασσόνα:

άποψη έχεις· απόψε δεν έχεις

 

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2018/01/22/the-passenger/

Όταν ο Ντιέγκο Ριβέρα «συνάντησε» τον Χίτλερ…


Aπό...Zacharias Skevakis

Ξέρω, ειναι μακρύ το κείμενο, βαρετό δεν ειναι και διδακτικό.

Γιώργος Βιδάκης

…Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.
Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.
Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν απειλή δειλούς ή ανόητους.
Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια, έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν, αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.
Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ’ αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.
Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα, ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά βουτηγμένος στη θλίψη.
Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».
«Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».
Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.
«Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».
Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ’ αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».
Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».
Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου.
Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα).
Η τρελή φαντασία του καλλιτέχνη επιβεβαιώθηκε αργότερα πικρά. Τόσο ο Τέλμαν όσο και ο φίλος μου Μίντσενμπεργκ ήταν ανάμεσα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που θανατώθηκαν από τον «κλόουν» που είχα παρακολουθήσει στην πλατεία εκείνη την ημέρα.

Το κείμενο είναι του Ντιέγκο Ριβέρα (1886 – 1957) ήταν Μεξικανός ζωγράφος, κομμουνιστής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Μεξικού και αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.

Πίνακας Αριστερά :Ντιέγκο Ριβέρα:’Hitler in fresco’ (1933) – Συλλογή Dolores Olmedo

Φωτογραφία του Zacharias Skevakis.

Αδύνατο να καταλάβεις (όταν δεν θέλεις) …1…2…3…


Η συμμαχία του ελληνικού κράτους / παρακράτους με την Ουάσιγκτον, το Κάιρο και το Τελ Αβίβ “δεν ενδιαφέρει”. Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες υπηκόων που φροντίζουν γι’ αυτό. Οι εξαγορασμένοι. Οι βλάκες. Οι θηριωδώς ιδιοτελείς. Και οι γενικά αδιάφοροι. Δεν υπάρχουν αυστηρά όρια ανάμεσα σ’ αυτά τα είδη, αλλά μπορεί να διακρίνει κανείς τις διαφορές στην εκδήλωση του “άσε…”, του σηκώματος των ώμων· ή του κλεισίματος του ματιού. Με την εξαίρεση των εξαγορασμένων, οι υπόλοιποι (το κάθε είδος για τους δικούς του σκοπούς) εξασφαλίζουν την μικροπρέπεια της “ησυχίας” τους…

Όμως στο φόντο της “αναβίωσης” του “το όνομά μας είναι η ψυχή μας” και της επιβεβαίωσης της πανούκλας της εθνικοφροσύνης, ακόμα και ενστικτώδικα θα μπορούσε όποιος θέλει (δηλαδή ελάχιστοι / ελάχιστες…) να καταλάβει ότι η “εξωτερική πολιτική” ενός κράτους (του ελληνικού εν προκειμένω) συνδέεται με πολλούς τρόπους με τους ιδεολογικούς, κυριαρχικούς μηχανισμούς των εξουσιών στο εσωτερικό του. Η ιδιαίτερη ανάλυση, κάθε φορά, απαιτείται για να εντοπίστουν με ακρίβεια τα στοιχεία του όποιου εγκλήματος· ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ, ΟΜΩΣ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΕΙ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΑΝ ΤΕΤΟΙΟ!!! Ειδικά όταν γίνεται εδώ και δεκαετίες…

Η ελληνοαμερικανική, η ελληνοϊσραηλινή και η ελληνοαιγυπτιακή “φιλία” είναι εγκληματικές! Μόνο όποιος έχει συμφέρον να μην καταλάβει αυτό, το αρχικό, σφυρίζει αδιάφορα· και, αν θέλει να το παίξει “βαρύ πεπόνι της γεωπολιτικής ανάλυσης”, ψειρίζει την μαϊμού. Και μαζεύει απόψεις απ’ τα σκουπίδια.

Σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του ο δημοσιογράφος Ronen Bergman παρουσιάζει (στους καθεστωτικούς new york times…) στοιχεία για τα σχέδια και τις προσπάθειες του ισραηλινού κράτους, την δεκαετία του ’80, να «καθαρίσει» τον Αραφάτ – επικεφαλής τότε της μαχητικής «οργάνωσης για την απελευθέρωση της παλαιστίνης». Μια τέτοια προσπάθεια είχε σαν κέντρο το αεροδρόμιο της Αθήνας: πράκτορες της mossad είχαν καβατζωθεί σε μια πίστα για ιδιωτικά τζετ, τον Οκτώβρη του 1982, περιμένοντας να επιβεβαιώσουν ότι μια συγκεκριμένη πτήση θα μετέφερε τον Αραφάτ προς και από την Αθήνα. Στο βαθμό που η “πληροφορία” επιβεβαιωνόταν, ισραηλινά μαχητικά θα έριχναν το επιβατικό κάπου εν πτήσει – σκοτώνοντας όλους τους επιβάτες… Τελικά με το συγκεκριμένο δρομολόγιο μεταφέρονταν στην Αθήνα “μόνο” 30 παιδιά τραυματισμένα, που είχαν επιζήσει απ’ την σφαγή που είχαν κάνει οι σύμμαχοι του Τελ Αβίβ φασίστες χριστιανοί “φαλαγγίτες” στους καταυλισμούς των παλαιστινίων προσφύγων στην Sabra και στην Shatila, στο νότιο λίβανο. Η ισραηλινή επιχείρηση κατάρριψης του πολιτικού αεροπλάνου ακυρώθηκε…

Έχει σημασία ότι η καινούργια τότε (1982) ελληνική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση (πασοκ) ήταν έντονα υπέρ των παλαιστινίων και ότι καμία κυβέρνηση μέχρι τότε (και μέχρι τις αρχές των ‘90s) δεν είχε αναγνωρίσει το ισραηλινό κράτος. Κι όμως: οι ισραηλινοί πράκτορες ήταν σε θέση να δράσουν, ακόμα και σε «αφιλόξενο περιβάλλον».

Πόσο μάλλον στο εξαιρετικά φιλόξενο έδαφος που τους εξασφαλίζει εδώ και χρόνια η ανοικτή και πολεμοχαρής συμμαχία της Αθήνας. Τώρα, εκτός απ’ τους εξαγορασμένους, όλες οι υπόλοιπες φυλές έχουν κάπου γύρω τους, πάνω τους, ή πιο μακρυά, κάποιους που τους χτυπάνε στην πλάτη, συμβουλεύοντας: έλα μωρέ!.. (μαλάκα…)

(Κάποτε, όχι δα και έναν αιώνα πριν, στις διαδηλώσεις φωνάζαμε “όπλα κι όχι δάκρυα για την Παλαιστίνη”. Δεν κουβαλάγαμε μπύρες, ούτε ποδήλατα…)

Συνέχεια

Εκατό χρόνια από τη ρωσική επανάσταση και την αποκήρυξη των χρεών… Τέταρτη από έξι συνέχειες …


7. Το μεγάλο διπλωματικό παιχνίδι γύρω από την αποκήρυξη των ρωσικών χρεών

του Eric Toussaint

Τον Απρίλη-Μάη του 1922, επί πέντε εβδομάδες, συγκαλείται μια σημαντική συνδιάσκεψη υψηλότατου επιπέδου. Το Βρετανός πρωθυπουργός, Λόυντ Τζωρτζ, έπαιξε κεντρικό ρόλο σ’αυτήν. Ο Λουί Μπαρτού, υπουργός του Γάλλου προέδρου Ραιμόν Πουανκαρέ, επίσης.

Ο κεντρικός στόχος ήταν να πειστεί η σοβιετική Ρωσία |31| να αναγνωρίσει τα χρέη που είχε αποκηρύξει το 1918 αλλά και να εγκαταλείψει τα καλέσματά της υπέρ της παγκόσμιας επανάστασης.

Η διαπραγμάτευση της Γένοβας (1922)

Υπήρχαν και άλλα θέματα στην ημερήσια διάταξη αυτής της συνδιάσκεψης που συγκέντρωσε αντιπροσώπους από 34 χώρες, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, αλλά αυτά δεν αποτέλεσαν πραγματικά αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων. Μεταξύ των θεμάτων αυτών: η υιοθέτηση κανόνων σε νομισματικά ζητήματα, ειδικότερα σχετικά με το σύστημα του Gold exchange standard (χρυσού κανόνα) που υιοθετήθηκε εκείνον τον χρόνο. Δεδομένης της απουσίας των ΗΠΑ, οι αποφάσεις για το ζήτημα αυτό ελήφθησαν αλλού.

Οι δυνάμεις που συγκάλεσαν την συνδιάσκεψη ήταν 5: η Μεγάλη Βρετανία (πρώην κύρια παγκόσμια δύναμη που μόλις την είχαν ξεπεράσει οι ΗΠΑ), η Γαλλία (η τρίτη παγκόσμια δύναμη μετά την ήττα της Γερμανίας), το Βέλγιο (που, πριν τον πόλεμο, ήταν πέμπτη παγκόσμια δύναμη σε εξαγωγές), η Ιαπωνία (της οποίας η αυτοκρατορία ήταν σε πλήρη επέκταση στην Ανατολική Ασία) και η Ιταλία.

Μεταξύ των 5 αυτών δυνάμεων, μια, η Ιαπωνία, είχε ακόμη στρατό κατοχής στην σοβιετική Σιβηρία. Τον απέσυρε οριστικά μόνον έξι μήνες μετά το τέλος της διάσκεψης, τον Οκτώβρη του 1922. Οι 12 άλλες χώρες που, το 1918, είχαν στείλει στρατεύματα με σκοπό την ανατροπή της σοβιετικής κυβέρνησης και το τέλος του επαναστατικού πειράματος, είχαν θέσει τέλος στην κατοχή των σοβιετικών εδαφών από τα τέλη του 1920. Τα ξένα στρατεύματα, των οποίων το πολεμικό ηθικό ήταν στο χαμηλότερο σημείο του, είχαν πράγματι αποσυρθεί αφού η κυβέρνησή τους διαπίστωσε μετά λύπης ότι οι Λευκοί Ρώσοι στρατηγοί είχαν οριστικά ηττηθεί από τον Κόκκινο Στρατό και η ξένη επέμβαση δεν ήταν σε θέση να επανορθώσει το κακό. Έτσι, ο στόχος ήταν να επιτευχθεί δια της διπλωματικής οδού και της οδού του εκβιασμού αυτό που δεν είχαν καταφέρει τα όπλα.

Οι μεγάλες δυνάμεις πίστευαν πως, στην συνδιάσκεψη, η σοβιετική κυβέρνηση θα κατέληγε να αναγνωρίσει τα χρέη που είχαν αποκηρυχθεί, καθώς η ρωσική οικονομική και ανθρωπιστική κατάσταση ήταν δραματική. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε αφήσει την χώρα τελείως αδύναμη και, από το καλοκαίρι του 1921, καταστροφικές σοδειές είχαν προκαλέσει φοβερό λιμό. Οι δυτικές πρωτεύουσες θεωρούσαν πως η σοβιετική κυβέρνηση ήταν γονατισμένη και ότι θα πετύχαιναν τον στόχο τους θέτοντας ως όρο για τα δάνεια και τις επενδύσεις που χρειάζονταν η Ρωσία την προηγούμενη αναγνώριση των χρεών καθώς και την χορήγηση αποζημιώσεων στις δυτικές επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί

Συνέχεια