Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη…


Η μου­σι­κή συ­νε­χί­ζει ε­νώ η σκέ­ψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προ­σπα­θείς να κα­τα­λά­βεις τι εί­ναι αυ­τό που σε α­πορ­ρο­φά στη μου­σι­κή που α­κούς, στο κομ­μά­τι τζαζ (α­διά­φο­ρο ποιο) που συ­νε­χί­ζει μα­ζί με την σκέ­ψη. Και α­νά­με­σα στις σκέ­ψεις α­κο­λου­θείς το ρυθ­μό των κρου­στών, τον το­νι­σμό της τρο­μπέ­τας, την κί­νη­ση του σα­ξο­φώ­νου. Οι σκέ­ψεις γί­νο­νται μου­σι­κή, οι νό­τες λέ­ξεις και ξα­νά πί­σω σε μια αρ­μο­νία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμ­βα­σμού που σε γε­μί­ζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κί­νη­ση των σκέ­ψεων α­κο­λου­θούν τους τρό­πους της με­λω­δίας, γί­νο­νται έ­να μα­ζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέ­ψη σου (που τώ­ρα πια εί­ναι με­λω­δία) σε γυρ­νά πί­σω στη γέν­νη­ση ό­λης αυ­τής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ με­γά­λω­σε πα­ντού, αλ­λά γεν­νή­θη­κε στη Νέα Ορλεά­νη στις αρ­χές του προ­η­γού­με­νου αιώ­να. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πό­λη, μαύ­ροι α­πό την Αφρι­κή και λευ­κοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλ­λοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Aπό:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_19.html

Μακεδονία: ένα κράτος χωρίς όνομα…


Ένα πεδίο σύγκρουσης εθνικισμών και διεκδίκησης του ιστορικού παρελθόντος

Γράφει o Κώστας Παλούκης

Το λεγόμενο “μακεδονικό” ή αλλιώς “σκοπιανό”, δηλαδή το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού εκείνου του κράτους “χωρίς όνομα” που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, εντάσσεται στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Αναδείχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, τα διάφορα κρατίδια που την συναποτελούσαν αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Έτσι, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας αποφάσισε -τι άλλο;- να μετασχηματιστεί σε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το ελληνικό κράτος αντέδρασε με έναν πρωτόγνωρο τρόπο θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση συνιστά εθνική απειλή. Η αλήθεια είναι πως ο μακεδονικός εθνικισμός κυριάρχησε στο νέο κράτος που αναζητούσε μια νέα πολιτική και ιστορική ταυτότητα. Οπότε οι έλληνες μακεδονομάχοι μπορούσαν εύκολα να βρουν πατήματα σε εθνικές προκλήσεις και απειλές των συνόρων μας. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο μακεδονικός εθνικισμός έκανε το εξής όχι και τόσο πρωτόγνωρο για εθνικισμό: έκλεψε τμήμα της ιστορίας από τον ελληνικό εθνικισμό ή, αλλιώς, οι δύο εθνικισμοί, ελληνικός και μακεδονικός, διεκδικούσαν το ίδιο ιστορικό παρελθόν, συγκεκριμένα το παρελθόν του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του αρχαίου μακεδονικού κράτους. Πρόκειται λοιπόν για μια υπόθεση που λίγο σχετίζεται με πραγματικές απειλές και πολύ περισσότερο αφορά τις εθνικές ταυτότητες όπως αυτές διαμορφώνονται από την οικειοποίηση ιστορικών παρελθόντων. Επειδή σε αυτά τα ζητήματα εθνικισμού δεν είναι ο ορθός λόγος ο οποίος λειτουργεί, αλλά η ιδεολογική πρόσληψη, αντιλαμβάνεται κανείς πως τα ορθολογικά επιχειρήματα δεν έχουν πολλή σημασία. Αποτελεί πάντως ένα ερώτημα με ποιόν τρόπο πρέπει κανείς να προσεγγίσει αυτό το θέμα. Νομίζω ότι είναι τρία τα επίπεδα πρόσληψης του ζητήματος.

Το πρώτο είναι αμιγώς πολιτικό και αφορά τη συγκυρία, αλλά και τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς θεσμούς. Το “κράτος δίχως όνομα” θέλει να αποκτήσει ένα όνομα για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ και αργότερα ενδεχομένως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΝΑΤΟ λοιπόν προωθεί έναν συμβιβασμό που θα επιτρέψει την ιμπεριαλιστική ενίσχυσή του με την ενσωμάτωση ενός κρατιδίου που ούτως ή αλλιώς βρίσκεται υπό την άμεση αμερικανική επιρροή. Η αναζήτηση απάντησης σε αυτό το ερώτημα είναι πρώτα πρώτα σωστή επιλογή. Οι λαοί των δύο κρατών δεν έχουν να κερδίσουν τίποτε από μία τέτοια συμμετοχή και πρέπει να σταθούν απέναντι σε κάθε ιμπεριαλιστικό θεσμό και από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιμπεριαλιστικό κίνημα. Ωστόσο, όμως, αν κανείς μείνει μόνο σε αυτήν την πλευρά του θέματος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να κλείνει γλυκά το μάτι στον ελληνικό εθνικισμό, γιατί δεν απαντάει στα άλλα μέρη του θέματος που είναι ίσως τα κυριώτερα. Γιατί σε τελική ανάλυση το ερώτημα ποιό είναι το όνομα αυτής της χώρας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να υπάρχει σαφής απάντηση.

Το δεύτερο θέμα αφορά το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μίας εθνότητας. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους και κάθε εθνότητας, είτε μας αρέσει είτε όχι, να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει, αλλά και να πιστεύει ό,τι θέλει για τον εαυτό του και να κουβαλάει όποια ταυτότητα επιθυμεί. Από αυτήν την άποψη, είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κράτους χωρίς όνομα να αυτοπροσδιοριστεί ως Μακεδονία και η εθνότητα χωρίς ταυτότητα να αυτοχαρακτηριστεί ως μακεδονική και φυσικά κανένας δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να πιστεύουν ότι προέρχονται απευθείας από το αρχαίο μακεδονικό κράτος και τον Μεγαλέξανδρο. Επίσης, όμως, από μία άλλη άποψη είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κράτους που αισθάνεται ότι η ιδεολογία μιας γειτονικής χώρας είναι επιθετική να ζητήσει διασφάλιση των συνόρων και ειρηνική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, το θέμα του εθνικισμού της γείτονας χώρας μάς αφορά το ίδιο εξίσου και με τον εθνικισμό της δικής μας χώρας γιατί πολύ απλά οι δύο εθνικισμοί αλληλοσυμπληρώνονται. Συνεπώς, οι λαοί και των δύο χωρών θα πρέπει από κοινού να αναπτύξουν ένα αντιεθνικιστικό και φιλειρηνικό κίνημα, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίζουν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της κάθε εθνότητας. Και πάλι όμως η ουσιαστική πλευρά του θέματος, δηλαδή η καταγωγή των σύγχρονων Μακεδόνων, παραμένει έξω από τη συζήτηση. Αν αποφασίσουμε να μην εμπλακούμε καθόλου σε αυτήν την συζήτηση πιστεύοντας ότι είναι ένα θέμα που αφορά τους γείτονες μόνο, τότε κλείνουμε το μάτι πάλι και στους δύο εθνικισμούς. Όμως αυτό είναι το πιο σημαντικό θέμα που χωρίζει τις δύο εθνότητες.

Το τρίτο επίπεδο είναι λοιπόν το πιο σημαντικό και αφορά στην ίδια τη συζήτηση για το ποιός είναι πιο πολύ μακεδόνας. Για να απαντήσουμε σε αυτό το ζήτημα χρειαζόμαστε κριτική προσέγγιση του εθνικιστικού φαινομένου γενικά και μετά να το εξειδικεύσουμε σε κάθε εθνότητα-κράτος. Χρειάζεται δηλαδή μιας αποδόμηση συνολικά του εθνικισμού. Και αυτή η αποδόμηση θα πρέπει να αφορά και στους δύο εθνικισμούς. Και αφορά και στους δύο γιατί ο μακεδονικός εθνικισμός ουσιαστικά αντιγράφει τον ελληνικό και φτιάχνει ένα έθνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ελληνικού. Θα έλεγε κανείς ότι κλέβει την εθνικιστική πατέντα που εισήγαγε ο ελληνικός εθνικισμός πρώτος στα Βαλκάνια.

Η απάντηση λοιπόν είναι λίγο σύνθετη. Ξεκινάει από την απλή παραδοχή ότι καμία από τις δύο εθνότητες δεν είναι απευθείας απόγονος της αρχαίας ελληνικής μακεδονικής εθνότητας για τον πολύ απλό λόγο ότι κανένα κράτος, εκτός ίσως από το κινέζικο, ή εθνότητα, εκτός ίσως από την ιαπωνική, δεν έχει μια τόσο παλιά ιστορία απευθείας συνέχειας. Είναι λοιπόν παράλογο και ανορθολογικό να συζητάμε για κάτι τέτοιο.

Από την άλλη όμως στα πλαίσια της ιστορικής διαδοχής των πολιτισμών κάθε εθνότητα ή κράτος της περιοχής έχει το δικαίωμα να αναφέρεται σε παλαιότερους πολιτισμούς που έζησαν στην ίδια περιοχή. Γιατί πολύ απλά αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά έτσι όπως συνέβησαν, σήμερα θα ήμασταν διαφορετικοί. Είμαστε λοιπόν αυτό που είμαστε σήμερα γιατί μεταξύ άλλων κάποτε στο απώτατο παρελθόν φτιάχτηκε το μακεδονικό κράτος. Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας ιστορικής διαδοχής. Αν δεν είχαν μεσολαβήσει κάποιες πολύ σύγχρονες καταστροφές, θα μπορούσε κανείς να βρει χρήσεις στην πόλη με άμεση καταγωγή στην εποχή της αρχαιότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν πάντα ελληνική, τουλάχιστον με τον τρόπο που το εννοεί ο ελληνικός εθνικισμός. Το παρελθόν της όμως καθορίζει το παρόν με διάφορους τρόπους.

Συγκεκριμένα, τόσο το ελληνικό έθνος όσο και το μακεδονικό έθνος είναι πολιτισμικά παιδιά του οθωμανικού ρουμ μιλέτ, του μιλλετ των ρωμιών. Η διαφορά είναι ότι η σημερινή ελληνική εθνότητα ήταν ηγεμονική σε αυτήν την παλαιότερη φαντασιακή κοινότητα του ρουμ μιλλέτ, ενώ η μακεδονική εθνότητα ηγεμονευόμενη. Ο μετασχηματισμός του ρουμ μιλλέτ σε ελληνικό έθνος στις αρχές του 19ου αιώνα γέννησε το βαλκανικό παράδειγμα καθιστώντας παράλληλα τον ελληνικό εθνικισμό πολύ πιο ισχυρό, αφού πάντα το πρωτότυπο είναι πιο καλό και δυνατό. Ο βουλγαρικός εθνικισμός είναι η πρώτη σοβαρή διάσπαση του μετασχηματιζόμενου ρουμ μιλλετ σε ελληνικό έθνος στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο μακεδονικός εθνικισμός προέκυψε στις αρχές του 20ου αιώνα συνάμα τόσο ως διάσπαση του ελληνικού όσο και ως διάσπαση του βουλγαρικού εθνικισμού σε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού των δύο εθνικισμών, δηλαδή του ελληνικού και του βουλγαρικού, στην περιοχή της οθωμανικής Μακεδονίας (αναφερόμαστε στην ένοπλη σύγκρουση που είναι γνωστή στους έλληνες ως «μακεδονικός αγώνας»).

Ο ελληνικός εθνικισμός ενσωμάτωσε λοιπόν σταθερά στη δική του ιστορική αφήγηση μια σειρά από ιστορικά παρελθόντα, μεταξύ των οποίων και την αρχαία Μακεδονία. Συγκεκριμένα, αυτό έλαβε χώρα περίπου στα 1840 με καταληκτικό έργο την ιστορία του Παπαρρηγόπουλου στα 1850. Πολλοί έλληνες φιλελεύθεροι ιστορικοί της εποχής θεωρούσαν το μακεδονικό κράτος βαρβαρικό και ξένο προς τα άλλα ελληνικά κράτη της αρχαιότητας στα οποία εξαρχής είχε βασιστεί ο ελληνικός εθνικισμός. Ουσιαστικά, είχαν υιοθετήσει, θα έλεγε κανείς, την αντιμακεδονική οπτική μιας μερίδας δημοκρατικών της αρχαίας κλασικής Αθήνας και θεωρούσαν τους αρχαίους μακεδόνες κατακτητές της Ελλάδας. Οι ιστορικοί αυτοί ενέτασσαν τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο στην ίδια κατηγορία κατακτητών με τους ρωμαίους, τους βυζαντινούς και τους οθωμανούς. Η ενσωμάτωση όμως του μακεδονικού αρχαίου κράτους στην ελληνική ιστορία έγινε εφικτή και μάλιστα δέθηκε με ένα πολύ συνεκτικό ιστορικό αφήγημα. Από αυτήν την άποψη, είναι πάντα δύσκολο για άλλους νεότευκτους εθνικισμούς να διεκδικήσουν κάτι που έχει πατενταριστεί ήδη εθνικά και μάλιστα από ένα πολύ πιο ισχυρό πολιτικά και πολιτισμικά έθνος κράτος, όπως το ελληνικό στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Εξάλλου, υπάρχει μία δόση πραγματικής σχέσης με την έννοια της διαδοχής πολιτισμών ανάμεσα στο ρουμ μιλλέτ και της αρχαίας ελληνιστικής ανατολής. Το ρουμ μιλλέτ είναι ο κληρονόμος του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή το βυζαντινό κράτος, το οποίο είναι κληρονόμος του ελληνιστικού πολιτισμού ο οποίος συγκροτήθηκε μέσα από την επέκταση του αρχαίου μακεδονικού κράτους και την χρήση της αττικής διαλέκτου. Από αυτήν την άποψη, ο ελληνικός εθνικισμός ως βασικός κληρονόμος της παράδοσης του ρουμ μιλλέτ με μία έννοια βρίσκεται σε μια πιο ευνοϊκή θέση να επινοεί μια αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Η μακεδονική εθνότητα χρειάζεται να κάνει μερικά ιστορικά άλματα καθώς πρέπει να επινοήσει το πάντρεμα της αρχαίας μακεδονικής εθνότητας με τους νεότερους σλάβους που ήρθαν στην περιοχή. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε μια βιολογική-πολιτισμική πρόσληψη της συνέχειας και είναι τόσο σχετικό με την πραγματικότητα όσο και οι αντίστοιχες ελληνικές απόψεις, αυτές δηλαδή που θεωρούν τον σημερινό ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας απευθείας βιολογικό απόγονο των αρχαίων μακεδόνων. Οι σύγχρονοι μακεδόνες έχουν την ίδια σχέση με το μακεδονικό παρελθόν που έχουν και οι σύγχρονοι έλληνες. Αυτή η σχέση αφορά την κοινή τους προέλευση από το ρουμ μιλλέτ και τη διαδοχή πολιτισμών που οδήγησε στη διαμόρφωση του τουρουμ μιλλέτ. Η διαφορά είναι ότι οι σλαβικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας έχουν μια σαφή ιστορική συνέχεια με την περιοχή, κάτι που δεν έχουν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας. Αλλά αυτή η συνέχεια δεν φτάνει μέχρι την αρχαιότητα και επίσης δεν είναι αρκετή γιατί ακριβώς από αυτούς τους σλαβικούς πληθυσμούς προέκυψαν πολλά διαφορετικά έθνη.

Η σύγχρονη μακεδονική ταυτότητα ενισχύθηκε από τον ελληνικό εθνικισμό στις αρχές του 20ου αιώνα ως ιδεολογικό αντίβαρο στον βουλγαρικό εθνικισμό. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν ένιωθαν ούτε έλληνες ούτε βούλγαροι, αλλά ντόπιοι, δηλαδή μακεδόνες. Όταν έπρεπε δηλαδή να πάψουν να αυτοπροσδιορίζονται ως ορθόδοξοι ρωμιοί και έπρεπε να αποκτήσουν μια εθνότητα, αισθάνθηκαν ότι δεν ανήκουν σε καμία από τις δύο εναλλακτικές που τους προτάθηκαν. Γι’ αυτό ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το μακεδονικό κομιτάτο δημιουργώντας τον μακεδονικό εθνικισμό. Την περίοδο του μεσοπολέμου το ελληνικό κράτος ενίσχυσε αυτό το αίσθημα μακεδονικής ταυτότητας στο βαθμό που δημιουργούσε στον ντόπιο σλαβικό πληθυσμό αντιβουλγαρικά συναισθήματα. Παράλληλα, όμως, αντιμετώπισε τη μακεδονική μειονότητα ως τμήμα του ελληνικού έθνους και προσπάθησε να την ενσωματώσει με τον τρόπο που είχε γίνει πιο πρόσφατα στον ρουμανοβλάχικο πληθυσμό και πιο παλιά στον αλβανόφωνο πληθυσμό. Μπορούσαν να είναι έλληνες μιλώντας τα μακεδονικά ως δίγλωσσοι μέχρι αυτό το πρόβλημα να εξαλειφθεί και να εξελληνιστούν πλήρως. Εξάλλου, η εθνική συνείδηση πάντα είναι θέμα επιλογής.

Για αυτό το λόγο, το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε ως προδοσία τα αιτήματα περί αυτονομίας της Μακεδονίας και της Θράκης που προωθούσε το βαλκανικό κομμουνιστικό κίνημα και το ΚΚΕ στην Ελλάδα κυρίως στα 1924 και λιγότερο από το 1927 μέχρι το 1934. Η πιο κρίσιμη στιγμή για τη μακεδονική εθνότητα υπήρξε η περίοδος του εμφυλίου πολέμου. Με την ήττα του δημοκρατκού στρατού ο μακεδονικός πληθυσμός εκδιώχτηκε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί ουσιαστικά συγκροτήθηκε η μακεδονική ταυτότητα με πολιτικά κυρίως χαρακτηριστικά. Σύντομα όμως, η κατάρρευση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας δημιούργησε την ανάγκη για μία πιο ισχυρή εθνική αφήγηση που να μοιάζει με εκείνη των άλλων γειτόνων και να είναι εξίσου ηρωική.

Κλείνοντας λοιπόν, οι γείτονες έχουν το δικαίωμα να ονομάζονται και να πιστεύουν ό,τι θέλουν για τον εαυτό τους. Το ίδιο και οι έλληνες. Είναι όμως υποχρέωση και δικαίωμα κάθε ορθολογικού ατόμου και στα δύο κράτη να παλέψει για να διαμορφώσει μέσα στους δύο λαούς αντιεθνικιστικές και διεθνιστικές τάσεις οι οποίες θα αναζητήσουν πιο ορθολογικούς αυτοπροσδιορισμούς. Και αυτό γιατί μια τέτοια διαδικασία είναι προϋπόθεση για την ειρήνη και την ανεξαρτησία και των δύο λαών. Αυτό είναι το καθήκον της σύγχρονης κομμουνιστικής αριστεράς και στις δύο χώρες.

Σήμερα πρέπει να απαντήσουμε τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά στον ελληνικό εθνικισμό στη χώρα μας. Μετά το 1992 και τα μακεδονικά συλλαλητήρια, η Θεσσαλονίκη βίωσε την πιο σκοτεινή περίοδο της πολύ σύγχρονης εποχής της, με τον εθνικισμό να είναι σχεδόν ιδεολογικός κανόνας και τον εργατικό και λαϊκό πληθυσμό να αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη φτώχια. Σήμερα, η επανάληψη αυτού του μοτίβου μπορεί να επιφέρει πολύ χειρότερες καταστάσεις. Είναι σημαντικό να μην αφήσουμε να κυριαρχήσει στη Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη ο μαύρος εθνικισμός, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που ο ναζισμός στη χώρα μας αναζητάει τρόπους να σηκώσει κεφάλι και να επανανομιμοποιηθεί μέσα στην κοινωνία. Ήδη αυτό συμβαίνει. Πολλά sites και καλά πατριωτικά, όπως το tilestwra, προβάλλουν τις δράσεις της εγκληματικής οργάνωσης ως πατριωτικές παρεμβάσεις. Τα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης προσφέρουν εκπτώσεις για να έρθει κανείς και να συμμετάσχει στο συλλαλητήριο. Τουλάχιστον, πρέπει η αριστερά να απαντήσει με αντιεθνικιστικές διαδηλώσεις. Αν δεν δράσουμε τώρα, μετά μπορεί να είναι αργά.


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%AF%CE%BF-%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA/#.WmNT384oJWc

Δραπέτες της Ελευθερίας…


Πάει τώρα κάμποσος καιρός που κοιτώ τα ελληνικά πράγματα από μιαν απόσταση ασφαλείας, μπορείς να πεις. Εδώ «στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα, άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι…» καθώς ορίζει ο ποιητής. Νοιώθω, μάλιστα, το ομολογώ, μιαν απέχθεια ενασχόλησης με τα πολιτικά πράγματα, τέτοια που θα θύμιζε απολιτίκ νεαρό της δεκαετίας του 90, όταν οι μικροαστοί έδεναν για τα καλά τα σκυλιά με τα λουκάνικα και στις νεοελληνικές μεγαλουπόλεις οι κυρίες του Κινήματος έβρισκαν ένα κακόμοιρο τετράποδο να το υιοθετήσουν, ως μεταβατικό αντικείμενο. Εκείνο, τουλάχιστον, πίστευαν πως δεν θα τις εγκαταλείψει ποτέ, έτσι καθώς οι σύζυγοι τους ξύριζαν τα μουστάκια τους για να μην αγκυλώνουν το στιλπνό δέρμα της νέας γραμματέως τους. Τέτοια πράγματα

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Παρατηρώ αναλύσεις επί αναλύσεων, ειδήσεις και πολιτικά γεγονότα, σχόλια και ρεπορτάζ, με την ίδια ναυτία που συμβαίνει σε κάποιον όταν βρίσκεται στην τραπεζαρία πλοίου εν τρικυμία. Παρακολουθώ αμέριμνους χοντρούς να καταβροχθίζουν «καραβίσιες» μακαρονάδες που κρέμονται εμετικά από το παραφουσκωμένο στόμα τους. Θέλω να σταματήσει το πλοίο να κατέβω. Να κατέβω εδώ και τώρα! Να πέσω στη θάλασσα να σωθώ! Να σωθώ από το θέαμα που παριστάνει ότι δεν υπάρχει. Κι ύστερα, αντιλαμβάνομαι, με κάποια ενοχική αυταρέσκεια είναι αλήθεια, ότι έχω κατέβει. Δόξα την Παναγία. Ησυχάζω, μ’ έναν τρόπο.

Κι’ ίσως απ’ αυτήν την «ησυχία» να μπορώ να δω τώρα, όχι μονάχα τις μακαρονάδες του κάθε Παντελή, ούτε το λουλουδικό του κάθε Παντελίδη, αλλά κυρίως την προσπάθεια μιας κοινωνίας να γλυτώσει απ’ αυτό, παραμένοντας μικρή, αποφεύγοντας τις επιλογές και τις αποφάσεις, διαιωνίζοντας το μύθο ό,τι πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα επιλέγει για λογαριασμό της, σαν ένας γκόμενος που πάντα θα τη συντροφεύει, που θα είναι εκεί κάθε φορά που τον χρειάζεται. Πάτε καλά, ρε σεις;

Η επιλογή και η ελευθερία προϋποθέτουν και υποδηλώνουν πάντοτε μοναξιά και, καθώς το επισήμανε πριν από χρόνια ο ErichFromm, «η ελευθερία μας τρομάζει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η τυραννία». Πώς γίνεται, ως συλλογικότητα, να το αγνοούμε αυτό; Εμείς που στην ιστορική διαχρονία μας αντιπαλέψαμε το δίλημμα αυτό, το φόβο αυτό, όσο κανείς άλλος.

Μια σημαντική αρχή της υπαρξιακής θεωρίας είναι ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις έσχατες αγωνίες της ύπαρξης με δυο πιθανούς τρόπους:

Ο ένας είναι να κουκουλώσουμε ή και να «σφυρίξουμε αδιάφορα» μπροστά στην κατάσταση της ζωής μας και να ζήσουμε σ’ αυτό που ο Heideggerόρισε ως κατάσταση λήθης της ύπαρξης. Να απορροφηθούμε στη φλυαρία, μέσα στον κόσμο των πραγμάτων, μες στην αστεία «δράση των στοχαστικών προσαρμογών» ντε και καλά, να ΄χαμε να λέγαμε, κατευνασμένοι και υπό καταστολή, χαμένοι όλοι μέσα στο «αυτοί» των Ευρωπαίων, εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης με το «πως» ακόμη και των πιο χυδαίων πραγμάτων.

Ο άλλος τρόπος είναι να υπάρχουμε συνειδητά, εκεί δηλαδή, που θα γουστάρουμε, όχι το «πως» είναι τα πράγματα, αλλά το γεγονός ότι «είναι», ρε συ. Να έχουμε, έστω, μια στοιχειώδη επίγνωση ότι υπάρχουμε! Ότι ζούμε αυθεντικά, ότι αγκαλιάζουμε και τις δυνατότητες, αλλά και τα όρια μας.  Ότι έχουμε επίγνωση της ευθύνης μας για τη ζωή μας. Για τη δική μας ζωή! Όχι κάποιου άλλου.   Ότι δηλαδή, κατά πως το λέει ο Sartre«υπεύθυνος σημαίνει ότι είσαι ο αδιαφιλονίκητος δημιουργός του τάδε πράγματος» και όχι ο φοβισμένος υποτακτικός που θυμάται να το «παίζει» σύνεση, επειδή ξέχασε ότι υπάρχει.

Σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης και ξεχαστήκαμε στο «πως» και «που» και «γιατί» κι έτσι, παίρνοντας για δεδομένο το «είναι», μέχρις ότου αμφισβητείται πλέον και αυτό. Η αυθεντικότητα μας εξαντλήθηκε σε κανά σινιέ ρουχαλάκι, κανάρολόϊ και κανάστρεϊτιλίκι, που ξεχειλίζει απ’ τα μπατζάκια μας, μαζί με μπόλικη γυμναστηριακή τεστοστερόνη.

Το μόνο που μπορεί να μας δώσει τη δύναμη να αλλάξουμε, κι εμείς και τα πράγματα, αλλά και την ελπίδα ότι οι προσπάθειες μας μπορεί να τελεσφορήσουν, είναι η αυτογνωσία. Η βαθιά επίγνωση ότι οι ίδιοι μπορούμε να δημιουργούμε τον εαυτό μας, ως άτομα αλλά και ως συλλογικότητα. Κι αν θέλω να πω κάτι είναι ό,τι νιώθω πως αυτήν, ακριβώς, την επίγνωση μας την έχουν κλέψει. Ναι, δεν ήταν μόνο τα λεφτά, δεν ήταν μόνο η Αγάπη, μας έκλεψαν και την επίγνωση ό,τι είμαστε ένας εαυτός, ένας Τόπος, με δυνατότητες αλλά και όρια. Και τρέμω στην ιδέα ότι συχνά πυκνά γίναμε, κι εμείς οι ίδιοι, φτηνιάρηδες κλεπταποδόχοι αυτής της κλεμμένης μας αυθεντικότητας. Παίξαμε στο παιχνίδι της υπαρξιακής λήθης, για «ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη».

Και είναι ακριβώς αυτό το σημείο που συναντώνται το υπαρξιακό με το διαπροσωπικό στοιχείο. Είναι το σημείο που «Χρά η Πυθία κτίζειν πόλιν». Αλλά, τι πόλη να χτίσει το ιμιτασιόν, μαϊμού, εργατο-ανταλλακτικό μιας αποικίας χρέους; Τι πόλη να χτίσει, αν δεν αναρωτηθεί για τα καίρια και ουσιώδη της εαυτότητας του, κατ’ αρχήν.
Τι επιλογές κάνω στις σχέσεις μου και στη συμπεριφορά μου;  Πως θέλω να με αντιλαμβάνονται οι άλλοι; Είμαι στ’ αλήθεια παρών σ’ αυτή τη σχέση, στην άλλη σχέση κλπ ή μήπως με «μανατζάρω», τους «μανατζάρω», ίσα για να περιορίσω αυτό που με αγχώνει; Νοιάζομαι για το ποιες είναι οι ανάγκες του Άλλου, οι ανάγκες του Άλλου από μένα συγκεκριμένα, όχι γενικώς, ή -μεταξύ μας τώρα- το μόνο μου κίνητρο είναι η πάρτη μου;

Αν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν σου φαίνεται σημαντικό, τράβα μια ευθεία γραμμή. Πιάσε ένα λευκό χαρτί και τράβα μια οριζόντια γραμμή. Τη γραμμή της ζωής σου. Στην μια άκρη της φαντάσου τη στιγμή της γέννησης σου. Στην άλλη, τη στιγμή του θανάτου σου. Κι ύστερα σημείωσε πάνω στη γραμμή το σημείο που βρίσκεσαι τώρα. Πόσο μακριά από τη γέννηση, πόσο κοντά στο θάνατο; Πώς το βλέπεις το πράγμα; Παλεύεται;

Ξέρω καλά πως η ικανότητα μας για άρνηση είναι τεράστια κι όλοι μας κουβαλάμε ένα κομμάτι που θέλει πάντα να δραπετεύει σε λιγότερο απειλητικές ανησυχίες. Και πάντα θα υπάρχει ένας Παντελίδης, ένας Συριζας κι ένας Κυριάκος, άντε κι ένας Τσίμας, για να διεκπεραιώνουν τη δραπέτευση. Πέντε πάνω, πέντε κάτω, δεν θα τα χαλάσουν εκεί. Έχουν τον τρόπο τους…

Και τώρα ξαναγύρνα στην ευθεία γραμμή που σχεδίασες προηγούμενα. Αξίζει ρε μαλάκα τον κόπο; Να ξεχνάς, ρε συ, ότι υπάρχεις; Μα να δραπετεύεις απ’ την Ελευθερία; Να την κοπανάς από τη ζωή; Εσύ που αιώνες τώρα υπάρχεις και ζεις…


Aπό:https://www.thepressproject.gr/article/87927/DRAPETES-TIS-ELEUThERIAS

Ο πολιτισμός κατά της αιματολογίας…


Οι αρχαίοι Έλληνες δεν εξατμίστηκαν, βέβαια. Άφησαν απογόνους όπως όλοι. Και ασφαλώς «ελληνικό αίμα» υπάρχει και στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας, και στους σημερινούς κατοίκους ολόκληρης της Α. Μεσογείου τουλάχιστον, για να μην πούμε ολόκληρης της Πρόσω Ασίας και της Β. Αφρικής.

Όμως ο χώρος που ονομάζεται Ελλάδα, σημείο κομβικό στις μετακινήσεις των λαών πέριξ της Ανατολικής Μεσογείου από αρχαιοτάτων χρόνων, θα ήταν απολύτως αδύνατο να διεκδικήσει την «ελληνική αιματολογική καθαρότητα», όπως άλλωστε και κάθε άλλη περιοχή της γης και κυρίως η Μεσόγειος. Οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι άφησαν τα φυλετικά τους ίχνη. Όσοι Ρωμαίοι ή Φράγκοι ζούσαν μόνιμα στην Ελλάδα, δεν εισήγαγαν, βέβαια, συζύγους από τις πατρίδες τους. Και οι βάρβαροι, κυρίως οι Γότθοι που τον 3ο μ.Χ. αιώνα καταλαμβάνουν την Ελλάδα, επιδίδονται μετά ζήλου στο βάρβαρο σπορ του βιασμού, όπως όλοι οι βάρβαροι.

Όμως το μεγάλο φυλετικό μπέρδεμα έγινε κατά τους βυζαντινούς χρόνους, τότε που οι κάτοικοι της απέραντης πολυεθνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ως κάτοικοι του ιδίου κράτους, μπορούσαν να μετακινηθούν, είτε αυτόβουλα είτε, το συχνότερο, κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα, που έπαιρνε κατοίκους από μια πυκνοκατοικημένη και τους μετέφερε σε μια αραιοκατοικημένη ή αποψιλωμένη από τους πολέμους περιοχή. Οι βυζαντινοί Αυτοκράτορες δεν ασκούσαν ελληνική, ασκούσαν αυτοκρατορική πολιτική όπως, άλλωστε, όλοι οι Αυτοκράτορες.

Το γεγονός πως ο Ρωμαίος Μ. Κωνσταντίνος μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη το 330 μ.Χ. και κάνει επίσημη θρησκεία του κράτους το χριστιανισμό για λόγους καθαρά πολιτικούς (οι χριστιανοί ήταν ήδη πλειοψηφία, κυρίως στις Ανατολικές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) δε σημαίνει απολύτως τίποτα για τους Έλληνες. Γιατί ο χριστιανισμός δεν είναι ελληνική θρησκεία είναι διεθνής (και κατ’ αρχήν εβραϊκή), και τούτο άσχετα από το γεγονός πως ο χριστιανισμός υιοθετεί την ελληνική γλώσσα, που αυτή την εποχή είναι διεθνής. Χάρη στους επιγόνους του Μ. Αλεξάνδρου, τη μιλούν οι πάντες στην Α. Μεσόγειο. Και επειδή την υιοθετεί ο χριστιανισμός, την υιοθετεί τελικά και το χριστιανικό Βυζάντιο. Που επειδή την υιοθετεί, δεν σημαίνει πως τελικά έγινε ελληνικό, παρότι ο ελληνικός πολιτισμός, δια της γλώσσας, θα επιδράσει ουσιαστικότατα στη διαμόρφωση του βυζαντινού πολιτισμού, από μια περίοδο και μετά και όχι εξ αρχής.

Πάντως, το Βυζάντιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου συνεχίζει να είναι λατινόγλωσσο, και η ελληνική γλώσσα θα υιοθετηθεί σταδιακά αργότερα, αρχίζοντας από τότε που ο Μ. Θεοδόσιος θα κόψει τη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα δύο, την Ανατολική και τη Δυτική, το 395 μ.Χ. δηλαδή 65 χρόνια μετά τη μεταφορά στο Βυζάντιο της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Κωνσταντίνο (που έγινε άγιος κατά λάθος και για να τιμηθεί που έκανε επίσημη θρησκεία το χριστιανισμό). Ο Γλωσσικός εξελληνισμός του Βυζαντίου θα ολοκληρωθεί επί Ιουστινιανού. Όλα δείχνουν πως ο ελληνισμός είναι πολιτισμός και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο.

Β. Ραφαηλίδη: Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974

Για την αντιγραφή mitsos175


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_20.html

το »Κράτος Πρόνοιας» ως μορφή κοινωνικού πολέμου…


Στη βιβλιογραφία αναφέρονται συχνά τρία κύματα του «Κράτους Πρόνοιας». Το πρώτο σφραγίζεται από το όνομα Μπίσμαρκ, το δεύτερο από το όνομα Κέυνς, το τρίτο είναι υπό διαμόρφωση από το 1970-1990, και ειδικά σήμερα. Εκείνο που δεν αναφέρεται, όμως, είναι πως ο Μπίσμαρκ απαντούσε στην απειλή της Παρισινής Κομμούνας και της Πρώτης Διεθνούς, ενώ ο Κέυνς στην απειλή της Οκτωβριανής Επανάστασης και στη Τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή. Στο μεταξύ, η δεύτερη Διεθνής είχε ενσωματωθεί στη μεταρρυθμιστική λογική του πρώτου κύματος »Κράτους Πρόνοιας». 

Ο πρόδρομος των Κρατών Πρόνοιας στη νεωτερική εποχή, είναι οι ασταθείς νόμοι υπέρ των φτωχών που περιγράφει ο Πολάνυι στον Μεγάλο Μετασχηματισμό, με επίκεντρο την Αγγλία. Ο «Νόμος των Περιφράξεων» συνοδεύθηκε από το «Νόμο Περί Φτωχών» (Speenhamland), που επέβαλε μια φιλελεύθερη άποψη κοινωνικής πρόνοιας, διακηρύσσοντας ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην «επιβίωση». Πέτυχε όμως τα αντίθετα αποτελέσματα, διότι οι εργάτες βασίζονταν στα επιδόματα για τη διαβίωση τους. Για τον Πολάνυι, εξαρχής τα προγράμματα πρόνοιας δεν είναι παρά μια αντίσταση αυτοπροστασίας της κοινωνίας απέναντι στις διαλυτικές τάσεις που επιφέρει η αγορά.

  1. Στις 30 Ιουνίου του 1871 συναντιούνται ο καγκελάριος του Ραίχ Μπίσμαρκ και ο Αυστριακός καγκελάριος Μπόυστ στο Μπάντ Γκάσταϊν με θέμα την »αντιμετώπιση και καταπολέμηση της Διεθνούς» και συμφωνούν »να εξετάσουν σε ανώτατο επίπεδο το ζήτημα της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας». Ήταν η απαρχή της νομοθεσίας για την κοινωνική ασφάλιση, ενώ και άλλοι νόμοι »πρόνοιας» ακολούθησαν. Παράλληλα, θεσπίστηκαν αντι-σοσιαλιστικοί νόμοι για να ανακοπεί η συνδικαλιστική και πολιτική δράση των ριζοσπαστικών δυνάμεων, και κυρίως του τότε SPD. Η ταυτόχρονη νομοθέτηση »φιλολαϊκών» κοινωνικών παροχών και επιθετικών αντι-σοσιαλιστικών, αντισυνδικαλιστικών μέτρων, μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν το »Κράτος Πρόνοιας» θεωρηθεί μία όψη του κοινωνικού-ταξικού πολέμου.  Το πρώτο κύμα του Κράτους Πρόνοιας συνεχίστηκε, ενσωματώνοντας κοινωνικές διεκδικήσουν του διαρκώς αναπτυσσόμενου κοινωνικού, εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, ενσωματώνοντας τις δομές εργατικής αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης που είχαν δημιουργηθεί αυθόρμητα ώστε να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των δυνάμεων της αγοράς.

2. Η Κομμουνιστική Διεθνής (Τρίτη Διεθνής) ιδρύεται το Μάρτη του 1919, ο Κέυνς ολοκληρώνει το βιβλίο του Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης το Δεκέμβρη του 1919. Όπως έχουν αναλύσει οι Νέγκρι-Χάρντ στην Εργασία του Διονύσου, σε αυτό το κείμενο ο Κέυνς παρουσιάζει το πολιτικό κίνητρο πίσω από την οικονομική θεωρία που στη συνέχεια ανέπτυξε. Η ανακοπή της εξάπλωσης της οκτωβριανής επανάστασης του 1917 στην Ευρώπη, μέσω τηςκρατικής, πολιτικής παρέμβασης υπέρ της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης και άλλων δομών εκπροσώπησης μιας ταξικής ισορροπίας δυνάμεων και αντιμετώπισης της ανεργίας στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, ώστε να μην τραβήξει τις εργαζόμενες και ευρύτερες λαικές μάζες στη Δύση το σοβιετικό πρόταγμα. Η κευνσιανή πολιτική των προγραμμάτων Μπέβεριτζ στην Αγγλία, το New Deal στις ΗΠΑ, η μεταπολεμική άνθηση του «Κράτους Πρόνοιας» στην Ευρώπη ως στρατηγική εσωτερικής κοινωνικοοικονομικής αναδιάρθρωσης αλλά και διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος ασφάλειας απέναντι στην επιρροή της ΕΣΣΔ, εντάσσονται σε αυτό το »δεύτερο κύμα» του Κράτους Πρόνοιας.

  1. Το Τρίτο Κύμα του Κράτους Πρόνοιας αναζητάται μέχρι σήμερα. Η λεγόμενη επέλαση του »νεοφιλελευθερισμού» την περίοδο 1970-2008, συνοδεύτηκε από δύο επίσης νέα πολιτικά ρεύματα, τη νέα σοσιαλδημοκρατία και τον νεοσυντηρητισμό. Και οι τρεις αυτές πολιτικές μορφές δεν ήταν και δεν είναι πάρα οι συμπληρωματικές όψεις του πολιτικού συστήματος στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού, που θέλει ένα αναπροσαρμοσμένο, μινιμαλιστικό, χαμηλού κόστους, αποδοτικό και αναπτυξιακό »κράτος πρόνοιας». Η βασική τομή είναι πως η »πρόνοια» θεωρείται πλέον »επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο», η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις αξιολογούνται θετικά στο βαθμό που προσφέρουν στην καπιταλιστική οικονομική μεγέθυνση, σύμφωνα με τα νέα μοντέλα των οικονομικών της μεγέθυνσης. Έτσι, ο καπιταλισμός συγκρατεί την οικονομική ουσία των προγραμμάτων »πρόνοιας», που δεν είναι παρά η ανα-παραγωγή του εμπορεύματος της »εργασιακής δύναμης». Ωστόσο, τα κρατικά προγράμματα πρόνοιας παίζουν ιστορικά, όπως είδαμε, και το ρόλο της »ασφάλειας», της συγκράτησης της κοινωνικής συνοχής. Άμυνα/Ασφάλεια, Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα είναι το σφιχτοδεμένο τρίπτυχο που διέπει το σύγχρονο, Ανταγωνιστικό, Επιχειρηματικό Κράτος.
    Η παγκόσμια κουβέντα για τη θεσμοποιημένη »κοινωνική οικονομία», για το »κράτος πρόνοιας» που χάνεται και πρέπει να διασωθεί, για το »ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», δεν είναι παρά η προσπάθεια του σύγχρονου καπιταλισμού να επανεφεύρει ένα κράτος πρόνοιας το οποίο να μπορεί να ικανοποιεί αποτελεσματικά τις ανάγκες και τις σύγχρονες επιθυμίες των υποτελών, στη διαδικασία του κοινωνικού πολέμου, της αντιεξέγερσης και της αντεπανάναστασης απέναντι σε κάθε προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης. Οι μικρές νίκες της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων στρωμάτων αποτυπώνονται στη θεσμική δομή του κράτους αλλά και μετεξελίσσουν την κυριαρχία του, κάνοντάς το όλο και πιο »δημοκρατικό» και »έξυπνο». Όμως, ταυτόχρονα, εξαντλούνται έτσι οι »εφεδρείες» παροχών και το σύστημα έρχεται σε μια κρίση της σχέσης οικονομικής παραγωγής-κοινωνικής αναπαραγωγής. Στον ορίζοντα αυτής της αντίφασης, ανάμεσα στους κοινωνικούς σκοπούς και τα ιδιωτικά καπιταλιστικά μέσα, όπως περιγράφει σε κείμενά του ο Κώστας Σταμάτης, μπορούμε να δούμε ένα βασικό πεδίο του επερχόμενου κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού.

Υ.Γ https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/sas/article/view/678/676


Από:https://bestimmung.blogspot.gr/2018/01/blog-post_17.html