Στου Ιωάννη Κολτρέιν το μοναστήρι…


Ηταν του Αϊ-Γιαννιού η γιορτή και όλοι γιόρταζαν. Και μαζί αυτή η θρησκευτική εικόνα ενός μαύρου άντρα που κρατά ένα σαξόφωνο μέσα στο οποίο χορεύουν φλόγες, να γυρίζει τις οθόνες και τα μέσα δικτύωσης. Ο Τζον Κολτρέιν με κουστούμι και φωτοστέφανο να διεκδικεί τις ευχές των ημερών.
Οχι, η φωτογραφία δεν είναι δημιούργημα κάποιου Ελληνα καλλιτέχνη ή φώτοσοπ κάποιου ευφάνταστου γραφίστα. Μπορεί τα ελληνικά γράμματα δεξιά και αριστερά της εικόνας -Ο ΑΓΙΟC ΙΩΑΝΗC (sic)- να παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο αλλά η ιστορία της εικόνας είναι τελείως διαφορετική.
Μετά τον θάνατό του το 1967, μια ομάδα πιστών στο Σαν Φρανσίσκο άρχισε να λατρεύει τον Κολτρέιν ως ενσάρκωση του θεού.
Οταν στη συνέχεια το εκκλησίασμα έγινε κομμάτι της Αφρικανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας των ΗΠΑ, ο Κολτρέιν ονομάστηκε άγιος και η εκκλησία τους πήρε το όνομά του. Η μουσική του από τότε χρησιμοποιείται ως προσευχή στις λειτουργίες τους.
Κάποιος θα μπορούσε να προσπεράσει το γεγονός ως γραφικό. Ως άλλο ένα σύμπτωμα του αμερικανικού συγκρητισμού εκεί όπου ο χριστιανισμός μπορεί εύκολα να συναντήσει τους εξωγήινους ή τα θαύματα μέσω τηλεφωνικής παραγγελίας. Οσο παράδοξο κι αν φαίνεται, το φαινόμενο έχει τη δική του αξία.
«Το αστείο είναι πως δεν πιστεύω καν σε κάποια θρησκεία. Οταν όμως ακούω τη μουσική του Κολτρέιν, μια ανατριχίλα διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη» λέει ένας από τους θαμώνες του εκκλησιάσματος.
Ντυμένοι με τα μοβ ράσα τους, οι ιερωμένοι παίζουν τα σαξόφωνά τους στον άμβωνα: «Ω θεέ, δώσε μας τη δύναμη να παίξουμε τη μουσική του Τζον Κολτρέιν» λέει ο επικεφαλής.
Η αλήθεια είναι πως η θρησκευτικότητα δεν ήταν ξένο στοιχείο στη μουσική του Κολτρέιν.
Σε μια συνέντευξή του σε ιαπωνικό μέσο, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, όταν ρωτήθηκε τι ελπίζει να είναι σε 5 χρόνια από τη στιγμή εκείνη, ο ίδιος αποκρίθηκε«Αγιος».
Οι ήχοι της μαύρης εκκλησίας, οι εκφράσεις των προσώπων, οι εντάσεις των σωμάτων υπήρξαν για τον Κολτρέιν το πρώτο σχολείο. Αυτά κουβαλούσε ως ακούσματα πριν από το 1945 όταν έκανε το μουσικό του ντεμπούτο.
Σύντομα ο Κολτρέιν θα μετακινηθεί από την κλασική τζαζ, θα θητεύσει στην μπίμποπ και στον ήχο του σαξοφώνου του Τσάρλι Πάρκερ και θα συνεργαστεί με τον Μάιλς Ντέιβις από το 1955 μέχρι το 1959 σε μερικούς από τους σημαντικότερους δίσκους του. Θα ξεκινήσει το δικό του μουσικό σχήμα αναζητώντας τη δική του μουσική και τη λειτουργία της.
Η θρησκευτικότητα είναι εμφανής ακόμα και στα γνωστότερα κομμάτια του. Οταν ας πούμε πήρε μια χαρούμενη ποπ μελωδία από τη «Μελωδία της ευτυχίας» και τη μετάλλαξε σε έναν υπνωτιστικό δερβίσικο χορό στο «My favourite things».
Ηχοι από την Αφρική ή από την Ασία θα μεταφυτευτούν στη μεγάλη παράδοση της τζαζ μέσα στα κομμάτια του και θα περιγράψουν μια αγωνιώδη προσωπική αναζήτηση. Την αγωνία να βρεις την αλήθεια μέσα από τον ήχο.
Ο λυγμός της μουσικής του Κολτρέιν ξεκινά από τον συλλογικό θρήνο των Aφροαμερικανών, τη δουλεία, την καταπίεση, τον εξευτελισμό. Ειπωμένος μέσα από ένα ευρωπαϊκό όργανο όπως το σαξόφωνο, ο λυγμός μιλάει για τους αγώνες, τα πάθη και την αξιοπρέπεια ενός ανώνυμου έθνους. Ο λυγμός όμως καταφέρνει να γίνει οικουμενικός, να ενσωματώσει με βάση την τζαζ μουσικές και ήχους από διαφορετικές ηπείρους και τελικά να συμφιλιώσει μέσα από την οικουμενικότητά του.
Ο ίδιος έβλεπε τις παραστάσεις του όχι ως γεγονότα μπροστά σε ένα παθητικό κοινό αλλά ως πράξεις συμμετοχής, ως πνευματικές διαδικασίες μιας κοινής αναζήτησης.
Η τζαζ ήδη από το ξεκίνημά της ήταν μια γεωμετρία μέσα στο χάος, μια συνεργασία μέσα στην έκρηξη της ατομικής έκφρασης. Το στοιχείο αυτής της συνάντησης ο Κολτρέιν προσπάθησε να το επεκτείνει και προς το κοινό μέσα από τον ρυθμό, την επανάληψη και την επιτέλεση της μουσικής. Στοιχεία που παραπέμπουν από μόνα τους σε θρησκευτική τελετή.
Η μουσική του Τζον Κολτρέιν περιγράφει τη διαδικασία κατά την οποία η ανάσα μετατρέπεται σε δεξιοτεχνία, στοχασμό και ομορφιά.
Και αυτό που ονομάζουμε θρησκευτικό συναίσθημα μπορεί κάποιες φορές να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια συλλογική έκπληξη απέναντι στην ομορφιά.

(στη Εφημερίδα των Συντακτών)


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_17.html

Advertisements

Ο Νόρμαν Μαίηλερ και η κουλτούρα της βίας …


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το βιβλίο του Μαίηλερ «Οι σκληροί δεν χορεύουν» δε θεωρείται από τα αριστουργήματά του όπως «Οι γυμνοί και οι νεκροί», «Το αμερικάνικο όνειρο» ή «Οι στρατιές της νύχτας». Τουλάχιστο οι κριτικοί δεν το συγκαταλέγουν στα κλασικά του, ίσως επειδή δεν έχει ξεκάθαρη πολιτική χροιά, όπως τα προηγούμενα, αλλά το πολιτικό σχόλιο κινείται υπόγεια, σκεπασμένο καλά από την αστυνομική πλοκή που εκτυλίσσεται σε πρώτο πλάνο.

Ο Νόρμαν Κίνγκσλεϊ Μέιλερ (Norman Kingsley Mailer, 31 Ιανουαρίου 1923 - 10 Νοεμβρίου 2007) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Ο Νόρμαν Κίνγκσλεϊ Μέιλερ (Norman Kingsley Mailer, 31 Ιανουαρίου 1923 – 10 Νοεμβρίου 2007) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Ξοφλημένος συγγραφέας, ο Τιμ Μάντεν, που ζει σε παραλιακή κωμόπολη της Αμερικής διασκεδάζει μ’ ένα ζευγάρι που γνωρίζει τυχαία προσπαθώντας να ξεφορτωθεί τον άντρα, που φαίνεται να έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις, και να προσεγγίσει σεξουαλικά τη γυναίκα που, ως μοιραία ντίβα, τον παίζει στα δάχτυλα. Τελικά μεθοκοπά μέχρι αναισθησίας και ξυπνά στο σπίτι του χωρίς να θυμάται σχεδόν τίποτα από την προηγούμενη νύχτα. Το ζευγάρι της προηγούμενης νύχτας όμως εξαφανίζεται μυστηριωδώς και το ψάχνει η αστυνομία. Αναζητώντας την άκρη του νήματος ο αστυνομικός ντεντέκτιβ κατευθύνεται στο σπίτι του Μάντεν, αφού είναι ο τελευταίος άνθρωπος που είχε επαφή μαζί του.

Μοιραία, οι υποψίες πέφτουν πάνω του. Τον κυριεύει πανικός Παίρνει το αυτοκίνητό του και πηγαίνει σ’ ένα χωράφι που έχει κρυμμένη μαριχουάνα. Ανοίγει την κρύπτη και βλέπει το κεφάλι της αναζητούμενης γυναίκας. Από δω αρχίζει η φρενίτιδα. Ποιος σκότωσε αυτή τη γυναικά; Πώς βρέθηκε το κεφάλι της εκεί; Ο Μάντεν τη σκότωσε; Πού βρίσκεται το σώμα; Ο άντρας που είναι; Τι να κάνει μ’ αυτό το κεφάλι; Τι έγινε επιτέλους εκείνο το βράδυ;

Ο Μάντεν προσπαθεί μόνος του να ξετυλίξει το κουβάρι. Πηγαίνει στο μπαρ, ψάχνει πληροφορίες, συναναστρέφεται με τον περιθωριακό κόσμο της πολίχνης προκειμένου να βάλει μια τάξη. Φυσικά ο αστυνόμος τον έχει διαρκώς από κοντά. Οι σκληροί – αυτοκαταστροφικοί τύποι, ο επίμονος αστυνόμος, η μοιραία γυναίκα, οι κοφτοί διάλογοι, ο κυνισμός και το μυστήριο της πλοκής συνθέτουν ένα νεονουάρ με απίστευτα βάθη.

Ο αναγνώστης κατευθυνόμενος μόνο μέσα από τα μάτια του ήρωα παρακολουθεί την απογύμνωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Όλοι οι χαρακτήρες που παρελαύνουν, χωρίς να εξαιρείται ο αστυνόμος, είναι αυτοκαταστροφικοί με εξαιρετικά βίαιες εξάρσεις. Οι ερωτικές σχέσεις είναι εφήμερες και στηρίζονται αποκλειστικά στο σεξ. Οι οικογένειες είναι διαλυμένες, με τους άντρες να ασκούν βία στα υπόλοιπα μέλη και τα παιδιά να παραδειγματίζονται. Φιλίες δεν υπάρχουν. Η θρασύτητα, το ζόρικο ύφος, η επιθετικότητα και οι απειλητικές διαθέσεις τίθενται ως μοναδικός κώδικας συμπεριφοράς. Η βία ανάγεται σε νόημα ύπαρξης.

Ο Μάντεν θα έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του. Και η δική του οικογένεια ήταν προβληματική. Και οι δικές του ερωτικές σχέσεις ήταν περισσότερο διαρκείς σεξουαλικοί πειραματισμοί· μια ατέρμονη ανταλλαγή συντρόφων. Καθετί φαίνεται αδιέξοδο. Όλα παραμορφώνονται από την αυτοκαταστροφή και τη χρήση αλκοόλ και μαριχουάνας. Το αποτέλεσμα είναι η απομόνωση κι ο συναισθηματικός ακρωτηριασμός. Αυτό που μένει είναι η συντριβή και η παθητικότητα. Η κινητήριος δύναμη των ανθρώπων είναι τα κρυφά τους πάθη, που μην έχοντας τίποτε άλλο να κάνουν, ζουν γι’ αυτά.

Ο Μαίηλερ παρουσιάζει όλη αυτή την άρρωστη κατάσταση χωρίς να ηθικολογεί, χωρίς την παραμικρή αγανάκτηση. Πλάθει εικόνες με τρόπο αμείλικτο και η αστυνομική πλοκή που εκτυλίσσεται δίνει ρυθμό ιλιγγιώδη. Έτσι, σχεδόν χωρίς καμία προσπάθεια, ο αναγνώστης παρακολουθεί την Αμερική της μετά – Βιετνάμ ηθικής, την Αμερική με τις ανοιχτές πληγές και τον άρρωστο ψυχισμό, την Αμερική του κέρδους, της απομόνωσης, του αμοραλισμού και της βίας. Η βία ξεπηδά από κάθε σελίδα είτε με την ορθόδοξη και κλασική μορφή της – κομμένα κεφάλια, πτώματα σε πορτ – μπαγκάζ, συζυγικοί ξυλοδαρμοί κτλ – είτε υπόγεια με την ψυχολογική της υπόσταση που έγκειται στον καθημερινό φόβο και την απειλητική παρουσία των άλλων ανθρώπων.

Η κοινωνία του Μαίηλερ καταδεικνύει το ζωώδες. Παρακολουθούμε ένα πραγματικό ξέσπασμα απέναντι σε κάτι άγνωστο και καταπιεστικό, ένα ντελίριο ανθρώπινης διαστροφής, μια ηχηρή ματωμένη τυμπανοκρουσία παθών και βίαιων εκρήξεων. Όσο πιο αποκρουστική γίνεται η οπτική, όσο πιο παράφορη και θλιβερή, τόσο ρεαλιστικότερη. Ο δυτικός πολιτισμός στην πιο εκφυλισμένη μορφή του. Μια άλλη Αμερική χωρίς ευτυχισμένες οικογένειες που κάνουν μπάρμπεκιου, χωρίς δώρα την ημέρα των Ευχαριστιών, χωρίς ανέμελους αγώνες μπέιζμπολ. Το αμερικάνικο όνειρο σε όλη του τη νοσηρότητα.

Η βία μετατρέπεται σε μορφή επικοινωνίας, σε διευθέτηση του εαυτού απέναντι στους άλλους. Εν τέλει, η εικόνα του Μαίηλερ γίνεται οικεία. Το έγκλημα παίρνει σχεδόν διατάσεις θεάματος. Η βία στα γήπεδα, στα σχολεία, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις διαδηλώσεις, στα τρομοκρατικά χτυπήματα (κι ο κατάλογος δεν τελειώνει) θα έλεγε κανείς ότι δεσπόζει σχεδόν σε καθημερινή βάση.

 Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007)
Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007)

Η καταναλωτική βία με τη διαφήμιση και τα πρότυπα – ανάγκες που επιβάλλει, η εργασιακή βία με την ανεργία, την εκμετάλλευση και την αβεβαιότητα, η εκπαιδευτική βία με την υπερεντατικοποίηση και την εκβιαστικού χαρακτήρα συλλογή προσόντων, η οικολογική βία με τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τις τροφές δηλητήρια, η τηλεοπτική βία με τη διαρκή καταστροφολογία και την πλύση εγκεφάλων, η βία της όλο και πιο αόρατης εξουσίας (που όμως είναι τόσο ορατή), η βία του περιθωρίου με τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες και η οικονομική βία της διαρκώς επικείμενης χρεοκοπίας είναι η σημειολογία της συντριβής.

Όλα αυτά τα βουνά βίας που πρέπει να διασχίσει ο πολίτης περνούν ως κάτι δεδομένο. Σ’ ένα σύστημα όπου καθημερινά όλοι βιάζονται η βία παίρνει διαστάσεις ιδεολογίας, αφού γίνεται το κοινώς αποδεκτό. Κάτι σαν ντόμινο που μεταδίδεται καθημερινά από τον ένα στον άλλο με απόλυτη φυσικότητα. Κι αυτή είναι η αποθέωση της ατομικότητας, αφού όλα αφορούν τον καθένα ξεχωριστά. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνεται όλο και σκληρότερος.

Και βέβαια «Οι σκληροί δε χορεύουν». Οι σκληροί προσαρμόζονται. Οι σκληροί γίνονται δέκτες και αναμεταδότες της βίας με τη φυσικότητα της δολοπλοκίας, της εξαγοράς, του ρουσφετιού, της φοροδιαφυγής, της αναξιοκρατίας, της ρουφιανιάς, του γλειψίματος, του λαδώματος, της διαφθοράς, της αποξένωσης, του χουλιγκανισμού, της χρήσης ναρκωτικών, της απάτης, του ψεύδους. Είναι τα θύματα που πρέπει να νιώσουν για λίγο νικητές. Και κάπως έτσι η βία παίρνει υπόσταση χειροπιαστή και γίνεται αυτοσκοπός και τρόπος ζωής. Γίνεται μόδα. Γίνεται η κουλτούρα του κανιβαλισμού.   

Νόρμαν Μαίηλερ: «Οι σκληροί δεν χορεύουν», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988.

Ο Νόρμαν Μέιλερ (1923-2007) γεννήθηκε στο Λονγκ Μπραντς του Νιου Τζέρσεϊ και μεγάλωσε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στις Φιλιππίνες και στην Ιαπωνία, μια εμπειρία που αποτέλεσε τη βάση του διάσημου λογοτεχνικού ντεμπούτου του «The Naked and the Dead», το 1948 («Οι γυμνοί και οι νεκροί», ελλ. εκδ. Καστανιώτης, 2001). Από τους συγγραφείς που χαρακτήρισαν όσο λίγοι την αμερικανική κουλτούρα, ο Νόρμαν Μέιλερ έγραψε περισσότερα από 40 βιβλία, μερικά από τα οποία άφησαν εποχή (όπως το «Οι γυμνοί και οι νεκροί» ή το «The Deer Park», το 1955 -«Το πάρκο των ελαφιών», ελλ. εκδ. Πλέθρον, 1988).            


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2018/01/18/%CE%BF-%CE%BD%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%81-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%AF/

Η (θηριώδης) υγεία στην εξουσία …


Αποτέλεσμα εικόνας για τραμπ σκιτσο

Έλυσε όλους τους γρίφους, δύσκολους όπως ο θρυλικός γόρδιος δεσμός. Απάντησε σωστά στην ερώτηση “τι κοινό έχουν τα ποδήλατα και τα τραίνα” (: ρόδες) αν και αυτό το κοινό αφορά σε γενικές γραμμές τα τραίνα παλιάς τεχνολογίας. Έκανε σωστά την αφαίρεση του 7 από το 100 (αποτέλεσμα: 93…), οπότε είναι ο κατάλληλος για ένα νέο κύμα εμπορικού προστατευτισμού. Απάντησε και σε άλλες ερωτήσεις, του είδους “τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια”- multiple choice: ρινόκερως, f-35, γάτα. Κι όλοι οι πικρόχολοι που επιμένουν ότι το ψόφιο κουνάβι είναι ηλίθιο έφαγαν τις γραβάτες τους: πρόκειται για μοναδική ιδιοφυία!

Είναι genious, πια, με ιατρική βεβαίωση! Γι’ αυτό και (μιλώντας χτες σε δημοσιογράφους) κατηγόρησε τους προκατόχους του στην καρέκλα απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δηλαδή τον Μπους τον β, τον Κλίντον και τον Ομπάμα, ότι “δεν έλυσαν το κορεατικό πρόβλημα” επειδή:

… Υποθέτω ότι κατάλαβαν ότι θα έπρεπε να αφήσουν τη λύση του στον πρόεδρο που θα πετύχαινε το μεγαλύτερο σκορ στα τεστ… είπε. Ε, ναι: το ψόφιο κουνάβι ήταν ο Αναμενόμενος!!!

Οπότε βρίσκεται ενώπιον των ευθυνών της ευφυίας του. Δύσκολη κατάσταση, οπωσδήποτε, αλλά αν μπορείς να αφαιρέσεις το 7 απ’ το 100 (άρα και 65 μύρια δολάρια απ’ την ανθρωπιστική βοήθεια, μέσω οηε, προς τους παλαιστίνιους πρόσφυγες….), είσαι προορισμένος να κάνεις και πολλαπλασιασμούς· ακόμα και διαιρέσεις! Χτες άρχισε να του ξινίζει η Μόσχα (σε σχέση με την βόρεια κορέα). Η κίνα μας βοηθάει (τηρώντας τις κυρώσεις εξαγωγών πετρελαίου και άνθρακα στην Πγιονγκγιάνγκ) αλλά ό,τι δεν τους δίνει η κίνα τους το δίνει η ρωσία – είπε…

Με όλο το σεβασμό στην προεδρική μεγαλοφυία (ποιοί είμαστε, άλλωστε;) θα προτείναμε: πάρτο αλλιώς. Μιας και είσαι τέρας υγείας, βάλε αθλητικό σώβρακο και φανέλα, και ζήτα συμμετοχή στους ερχόμενους χειμερινούς ολυμπιακούς στη Σεούλ. Πάρε και τον ογκόλιθο για παρτενέρ…

Θα γνωρίσεις την αποθέωση στο καλλιτεχνικό πατινάζ, και θα γουστάρεις…

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/i-thiriodis-ygia-stin-exousia/

Darkest Hour | η τρομαχτική αγιογραφία του Τσόρτσιλ… Όταν ο αντικομμουνιστής, ρατσιστής, «αποικιολάγνος» μετατρέπεται σε εικόνισμα…


Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος

… θα πολεμήσουμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα πολεμήσουμε με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους αιθέρες, θα υπερασπίσουμε το νησί μας, ό,τι και να μας κοστίσει, θα πολεμήσουμε στους διαδρόμους προσγείωσης, θα πολεμήσουμε στα χωράφια και στους δρόμους, θα πολεμήσουμε στους λόφους. Δεν θα παραδοθούμε ποτέ!

Το ακούσαμε στην «Δουνκέρκη» του Nolan πριν κάποιους μήνες και το ακούμε ξανά. Σε πιο μουγκρισμένη εκδοχή αυτή την φορά και από τον «άλλοτε-κινηματογραφικό-χαρακτήρα-της-εργατικής-τάξης-που-μετατρέπεται-στο-ακριβώς-αντίθετο-της-για-λεφτά-και-Όσκαρ-Gary-Oldman» (σ.σ. με συγχωρείται για τον υπερβάλλων νεολογισμό) στην «Πιο σκοτεινή ώρα». Εκεί όπου η πασίγνωστη τούτη μορφή με το πούρο στο χέρι και το scotch ουίσκι του είναι στρεσαρισμένος στο πατρικό του ανάκτορο(!) λίγο πριν την συνάντηση με τον βασιλιά του, λίγο πριν πάρει το χρίσμα του πρωθυπουργού και μεταπλασθεί στους αιώνες των αιώνων αμήν από κτηνώδη αστό σε… χαρισματικό ηγέτη. «Η πιο σκοτεινή ώρα» ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε πως είναι η στιγμή που ο Τσόρτσιλ παίρνει την έγκριση της επίσημης και κυρίαρχα γραμμένης Ιστορίας και ταυτόχρονα της επίσημης και κυρίαρχα ευπώλητης τέχνης του 21ου αιώνα.

Εμείς ωστόσο δεν τον εγκρίνουμε εξαρχής και μεροληπτούμε. Πίσω από τον χαρισματικό Ουίνστων Τσόρτσιλ βλέπουμε μια πολιτική μορφή της Ιστορίας που πάνω του συγκρούονται δυο αλήθειες ή καλύτερα δυο αντικρουόμενα συμφέροντα. Ο Τσόρτσιλ συμβολίζεται στην Ιστορία διττά: Από την μία είναι προσωποποιημένος ο αντικομμουνισμός, ο ρατσισμός, ο «αποικιολάγνος» ιμπεριαλισμός, ο βαθύς αντεργατισμός και η εφιαλτική «αστικότητα» και από την άλλη η πλήρης αθώωση του και η ανάδειξη του σε ήρωα της ηπείρου και του κόσμου ολόκληρου που «δεν παραδόθηκε ποτέ» στον ναζισμό με το πούρο πάντοτε στο χέρι, την υπεροπτική του αυθάδεια ευθύβολη στα πορτρέτα του. Εμείς μεροληπτούμε γιατί διαλέγουμε την πρώτη εκδοχή. Διότι δεν δεχόμαστε να ξεχάσουμε τους τόνους εγκλημάτων και υποκρισίας που κουβαλάει στις αποσκευές του. Μεροληπτούμε όπως ακριβώς κάνουν και οι παραγωγοί της ταινίας και διάφοροι καλοθελητές διαλέγοντας την δεύτερη. Κατασκευάζοντας το απόλυτα αγιοποιημένο και εξωραϊσμένο πορτρέτο του Τσόρτσιλ υποκρύπτοντας τα ουσιώδη αλλά και τα φαινομενικά. Η προσέγγιση τους είναι χυδαία, είναι εκνευριστική και ταυτόχρονα γελοία. Κάθε σοβαρότητα άλλωστε θα ακύρωνε de facto τον σκοπό τους.

Δεν χρειάζονται πολλαπλές γνώσεις και αναγνώσεις του κινηματογραφικού μέσου για να γίνει κατανοητή η πιο αισχρή λαθροχειρία που λαμβάνει χώρα μπρος στα μάτια του θεατή. Η άποψη που πλασάρεται είναι τόσο εσκεμμένα τραβηγμένη νοηματικά και κινηματογραφικά που δεν μπορεί παρά να είναι κατακριτέα αμφότερα (νοηματικά και κινηματογραφικά). Άλλωστε οι νικητές (και εδώ μιλάμε για τους Βρετανούς και τον Τσόρτσιλ) γράφουν την παγκόσμια ιστορία. Τόσο που αντλούν κάθε δικαίωμα για τον ηγέτη τους να τον καταγράψουνε στο παρελθόν και να τον μεταφέρουνε στον παρόν κατά πως τους βολεύει. Η παραπλάνηση αποτελεί λοιπόν πέρα από κοινή γνώση, με αφορμή τούτη την κινηματογραφική υπερπαραγωγή και κάτι το απόλυτα προφανές. Δεν θα τοποθετηθούμε, λοιπόν, αν η ταινία επιζητεί ιστορικές ή βιογραφικές αξιώσεις.

Ο Τσόρτσιλ δηλώνει υπεροπτικά την νίκη του: στην Ιστορία όπως και στην συνείδηση του κοινού


Ο Τσόρτσιλ μια persona προσόντων και προτερημάτων ως δηλωμένος στόχος της ταινίας


Ο Τσόρτσιλ ανάβει πούρο. Ο Τσόρτσιλ προχωρά σκυφτός και σκεπτικός με το βάρος της παγκόσμιας ευθύνης στους ώμους του προς το υπόγειο πολεμικό συμβούλιο και ελέγχει τους χάρτες των επιχειρήσεων. Ο Τσόρτσιλ φιλάει την γυναίκα του στα χείλη, η γυναίκα του βάφεται σκεπτόμενη τον Τσόρτσιλ ενώ δίπλα του είναι καλοσιδερωμένη η στρατιωτική στολή του Τσόρτσιλ. Ο Τσόρτσιλ κατοχυρώνει, συμβολοποιεί και τεκμηριώνει το V της νίκης. Ο Τσόρτσιλ δίνει πύρινους λόγους, έχει ταυτόχρονα χιούμορ (κάνει και καμιά γκάφα) αλλά ο Τσόρτσιλ αυθεντικά αντιπαθεί τους ναζί. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει τους συνεργάτες του και εκτιμά την γραμματέα του και σέβεται τους εχθρούς του. Ο Τσόρτσιλ αγαπάει το έθνος του και ο Τσόρτσιλ δέχεται επευφημίες σύσσωμα από αυτό. Ο Τσόρτσιλ είναι μια persona προσόντων και προτερημάτων. Γυρνάς από εδώ ο Τσόρτσιλ. Γυρνάς από την άλλη ο Τσόρτσιλ και πάλι… Αυτή πράγματι θα μπορούσε να είναι η σύνοψη της πλοκής της ταινίας και ως εκ τούτου το «Darkerst Hour» -που δεν επιτρέπει να παρεισφρήσει στην αφήγηση του τίποτε άλλο πέρα από την ανάδειξη και τον εξωραϊσμό του Τσόρτσιλ- θα μείνει στην μνήμη και την συνείδηση μας ως μια από τις πιο σκοτεινές ώρες της κινηματογραφικής τέχνης εφάμιλλο –και καθόλου με το συμπάθιο- με τον ναζιστικό «Θρίαμβο της Θέλησης». Εξάλλου η ίδια θέληση θριάμβευσε, ή προσπάθησε να θριαμβεύσει, και τις δυο φορές: Από την μία η (αποτυχημένη) θέληση της συντήρησης και μεγέθυνσης του Τρίτου Ράιχ και η εξόντωση της ανθρωπότητας και από την άλλη η (επιτυχημένη σε ένα βαθμό) θέληση για συντήρηση και μεγέθυνση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και η (πάλι) εξόντωση της ανθρωπότητας. «Να μείνουμε, λοιπόν, πιστοί στο καθήκον μας και να αντέξουμε ώστε αν η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Κοινοπολιτεία της διαρκέσουν χίλια χρόνια, η ανθρωπότητα θα λέει πως “αυτή ήταν η ωραιότερη στιγμή τους”» μας… απειλεί (ιστορικά, όχι φιλμικά) ο Τσόρτσιλ σε έναν από τους περίφημους, περισπούδαστους και προβαρισμένους λόγους του. Πόσο διαφέρει τούτη η υπεροπτικά νοσηρή δήλωση από τη παρομοίως νοσηρή επιδίωξη των χιτλερικών για μια χιλιόχρονη «Νέα Ευρώπη»; Ίδια η ρητορεία, ίδια τα όνειρα και ίδια… τα εγκλήματα. Ο ένας καταγράφηκε ως Βρετανός αστός και ήρωας και ο άλλος καταγράφηκε σαν τρελός ναζί και εγκληματίας. Δυο παραπλανητικά στημένες και συντηρημένες εικόνες από την τέχνη και την ιστορία που αμφότερες στηρίζουν βολικά τις πολιτικές προθέσεις του συστήματος. Και άντε ο θεατής του σήμερα να βγάλει άκρη. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Ο σεβασμός προς τον θεατή οφείλει καλλιτεχνικές αξιώσεις από τον δημιουργό. Εδώ ωστόσο αποζητά μονάχα την ιδιοτελή χειραγώγηση του. Βραβεία, εισιτήρια και παραμυθιασμένους θεατές που χειροκροτούνε τους θύτες τους. Τα καταφέρνει: Η οθόνη έχει γεμίσει ασφυκτικά από το πορτρέτο του Τσόρτσιλ για ένα δίωρο όπου αδυνατούμε να εκφράσουμε αμφιβολίες. Μετατρεπόμαστε σε θαυμαστές και σε ακραίο βαθμό καταγοητευμένοι. Οτιδήποτε άλλο έξω από την θριαμβευτική του παρουσία και υπεροχή απλώς ξεχνιέται. Το συγκεκριμένο σινεμά είναι παράδειγμα της δυναμικής του: χειραγωγεί συναισθήματα και συνειδήσεις.

Και πάλι… Δουνκέρκη. Έγνοιες, πράγματι, βρέθηκαν να έχουν οι Βρετανοί και επανέρχονται σε αυτή την ιστορία εις διπλούν την ίδια χρονική συγκυρία. «Που πρέπει να είμαστε στο τέλος αυτού του πολέμου;» ρωτάει κάποια στιγμή στο Κοινοβούλιο ο Τσόρτσιλ. Και ο θεατής αναζητά μια απάντηση στην σημερινή πραγματικότητα: η πιο σοβαρή οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών έχει χτυπήσει την Ευρώπη δίχως να αφήνει απ’ έξω μήτε την Μεγάλη Βρετανία. Η δύναμη της άλλοτε ευημερούσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας γεωπολιτικά μειώνεται. Προϋποθέσεις ενός γενικευμένου πολέμου αναβιώνουν από στιγμή σε στιγμή και έτσι μοιάζει να υπάρχει μια επείγουσα «πατριωτική» ανάγκη: η μυθική συντήρηση του δοξασμένου παρελθόντος της και η υλική διατήρηση των σύγχρονων προνομίων της. Ένας νέος ηγέτης πρέπει να κατασκευασθεί. Ένας ηγέτης κατασκευασμένος όπως και ο Τσόρτσιλ που θα μπορέσει να υπερασπιστεί το έθνος.

Και ορίστε ο Gary Oldman με την βραχνή φωνή του και το αγέρωχο ύφος του ηγέτη που δεν έχει τίποτα να «προσφέρει παρά αίμα, κόπο, δάκρυα και ιδρώτα» πείθοντας την σκοτεινιασμένη Βουλή –που αποκτά αναγκαστικά κι αυτή προς άγρα κινηματογραφικής ταύτισης κινηματογραφικό κλίμα της πιο σκοτεινής ώρας- να συμμετάσχει η Βρετανία στο πόλεμο. Και να υπερασπιστεί την Δουνκέρκη. Προφανώς σε αυτή την μάχη, δεν μάτωσε, δεν κόπιασε, δεν δάκρυσε και δεν ίδρωσε ο Τσόρτσιλ μα ούτε και ο Gary Oldman. Η ταινία δεν αναπαριστά τον πόλεμο παρά σε μετρημένα πλάνα. Απεικονίζει μονάχα τις επαύλεις, τα ανάκτορα και τα στρατιωτικά συμβούλια. Οι φαντάροι και αίμα και δάκρυα και κόπο και ιδρώτα ρίξανε. Μακελεύτηκαν. Όσο προλαβαίνουμε φυσικά να το δούμε σε αυτά τα μετρημένα πλάνα. Μακελεύτηκαν όπως επίσης και οι αποικιοκρατούμενοι λαοί της Αφρικής και της Ασίας καθ’ όλη την διάρκεια της παντοκρατορίας του και που παρομοίως δεν βλέπουμε ποτέ μας. Η μουσική –ακριβώς την στιγμή του φημισμένου λόγου του- δραματική. Σχεδόν επική. Πομπώδης. Είναι πομπώδες έπος άλλωστε να καταφέρνεις να υποκρίνεσαι για τις πραγματικές οικονομικές και πολιτικές προθέσεις σου εξοντώνοντας στρατιώτες και λαούς, γινόμενος τελικά και εκ των υστέρων ήρωας.

Ο Τσόρτσιλ αφουγκράζεται τον αγγλικό λαό και παίρνει την σωστή «πατριωτική» απόφαση


Η ευτελή χυδαιότητα πάνω στην πραγματικότητα


Έτσι είναι τα παραμύθια. Καλομαγειρεμένα και καλοταΐστα. Το είπαμε: Τον αγαπάει η γυναίκα του. Τον σέβονται οι εχθροί του. Σε slow motion τον λατρεύει ο αγγλικός λαός. Όρθιο και συγκινημένο τον χειροκροτεί το Κοινοβούλιο. Ο ίδιος ο βασιλιάς άναυδος «λιώνει» με δέος μπρος στην περπατησιά του και η βροχή, ο καιρός και η ίδια η πραγματικότητα συνάδει με την «ιστορικής κλίμακας» παρουσία του. Σε μια τέτοια απεικόνιση ο θεατής τι μπορεί να κάνει πρακτικά; Να αποτελέσει εξαίρεση; Αναγκάζεται κι αυτός να τον λατρέψει. Νιώθει ρίγος μπρος στις δηλώσεις του. Ευγνώμων. Γιατί αυτός είναι ο στόχος της ταινίας και ο πολιτικός στόχος των καιρών. Να αναζητούμε ηγέτες. Ο φιλμικός Τσόρτσιλ δεν σταματά διόλου την νικηφόρα του πορεία. Υπερβαίνει και το έσχατο: παρατάει την λιμουζίνα του, μπαίνει δίχως σωματοφύλακες –και για πρώτη φορά στην ζωή του όπως τονίζει- στο υπόγειο μετρό του Λονδίνου. Έχει έρθει η ώρα της μεγαλύτερης απόφασης της Ιστορίας και στέκεται δίπλα δίπλα με την… πλέμπα. Για να την αφουγκραστεί. Ο Τσόρτσιλ της ταινίας μετατρέπεται σε μια θυμόσοφη πατρική φιγούρα αγγίζοντας το πατριωτικό αίσθημα του λαού του. Το feedback με τους χαμογελαστούς εργάτες και έναν(!) μαύρο που τους δίνει χειραψία και τους χτυπά την πλάτη είναι καθοριστικό. Η απόφαση πάρθηκε: Η Βρετανία σύσσωμη, με εθνική ενότητα μπαίνει στον πόλεμο. Η δημοκρατικότητα του Τσόρτσιλ επιβεβαιώθηκε. Αθωώθηκε και… μυθοποιήθηκε όσο ποτέ άλλοτε κινηματογραφικά.

Τι κι αν μακέλεψε εργατικές απεργίες στέλνοντας 50000 ένοπλους εναντίον τους στηρίζοντας τις σιδηροδρομικές εταιρίες ή δολοφονώντας εργάτες στο Λίβερπουλ; Τι κι αν έφερνε ως σκλάβους αυτούς «τους κτηνώδεις ανθρώπους με την κτηνώδη θρησκεία» από τις αποικίες ή που πρότεινε λίγα χρόνια νωρίτερα πως «η αναπαραγωγή των διανοητικά ασθενέστερων αποτελεί τρομακτικό κίνδυνο για την φυλή μας»Τι κι αν έστειλε στην αποικία του την Ινδία το 1943 με προμελετημένο λοιμό 5 εκατομμύρια ανθρώπους στο τάφο; Ή που χαιρέτησε τον Μουσολίνι λέγοντας του κατ’ ιδίαν πως «το κίνημα σας πρόσφερε υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο και αν ήμουν Ιταλός, θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την αρχή μέχρι το τέλος στον θριαμβευτικό σας αγώνα ενάντια στα κτηνώδη πάθη του λενινισμού»; Τι, τέλος, κι αν άνοιξε πυρ στον λαό της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944 και «έτσι ετελείωσε η μάχη που διήρκεσε έξι εβδομάδες και που έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό» που έγραφε στην αυτοβιογραφία του; Η ταινία δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Είναι μια κυνική, για μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, τοποθέτηση και στήνει προσκυνητάρι για αποδοχή και λατρεία του: κάνει την πιο λαθραία αγιογραφία του που ούτε ίσως το ίδιο το υποκείμενο δεν θα επιδίωκε…

Το «Darkest Hour» επιδιώκει, προαναγγέλοντας τον, τον θάνατο του κινηματογράφου. Η ίδια αφηγηματική λειτουργία που έκανε τις ναζιστικές προπαγανδιστικές ταινίες εχθρικές προς τον πολιτισμό και την κουλτούρα άλλο τόσο εχθρική πρέπει να νοηθεί και η συγκεκριμένη. Η ιστορική τούτη αναπαράσταση μεταλλάσσει τόσο πολύ την πραγματικότητα που την εξαγοράζει και την σερβίρει με φαινομενικά τα πιο φίνα και γκουρμέ υλικά:έξοχη σκοτεινή και ομιχλώδη φωτογραφία, τσορτσιλική πομπώδη ερμηνεία (μιας και ο ίδιος ο Τσόρτσιλ την υποκριτική την είχε «σπουδάσει» και απεχθανόταν κάθε δημόσια προσέγγιση της realpolitik), αφηγηματική ενότητα και αριστοτελική ανάπτυξη της πλοκής σε τέμπο αλάνθαστο. Ταύτιση, συγκίνηση, χειραγώγηση.Καθώς Ιστορία της ρητορείας έτσι και σινεμά της ρητορείας. Μια σκόπιμη ιδεολογική και αισθητική επίθεση άνευ όρων όπως μονάχα θα μπορούσαν να σκεφτούν και να υλοποιήσουν οι αστοί, αποικιοκράτες και ιμπεριαλιστές όλου του κόσμου ενωμένοι. Και όποιος μείνει ζωντανός ή αλώβητος. Πράγματι έτσι είναι δυστυχώς. Το πούρο του θα συνεχίσει να σιγοκαίει υστερόφημα και υπεροπτικά σε μια γωνία της παγκόσμιας Ιστορίας.

 

___________________________________________________________