Κράτος και Αντεπανάσταση-περί της τριπλής εξέλιξης της Κρατικής Κυριαρχίας…


Το παρακάτω απόσπασμα από την εργασία Κράτος και Ασυνείδητο, αναφέρεται στην ακολουθία των Κρατικών μορφών και την εξέλιξη της Κρατικής Κυριαρχίας. Η Κρατική Κυριαρχία χαρακτηρίζεται από μια ειδική ορθολογικότητα, την ορθολογικότητα διακυβέρνησης. Προς επίλυση των προβλημάτων διακυβέρνησης, αναπτύσσεται μια επιστήμη και μια τεχνική που εξελίσσει την κυριαρχία σε θεωρία και πράξη. Η επιστήμη διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο δανείζεται το σχήμα της από την επιστήμη διακυβέρνησης της φύσης από τον άνθρωπο, όπως δείξαμε σε μια άλλη εργασία, με τίτλο Επιστημολογία της Κρατικής Μορφής-πέρα από την αντιπαράθεση Althusser-Πουλαντζά, θέση την οποία ανέπτυξε ημιτελώς η Σχολή της Φρανφκούρτης. Συνολικότερα υποστηρίζουμε, και δουλεύουμε στην κατεύθυνση να το δείξουμε εν καιρώ, πως διάφοροι ετερογενείς στοχαστές, όπως οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Foucault, o Lacan, οι Deleuze-Guattari κ.α, συγκλίνουν σε μια υλιστική αντιστροφή της εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου (την οποία είχε ξεκινήσει ο Marx), θεωρώντας ότι αυτή αποτελεί μια ορθή και έλλογη αναπαράσταση, όχι της προοδευτικής πορείας συνειδητοποίησης και πραγμάτωσης της ελευθερίας, αλλά της εξέλιξη της ορθολογικότητας της Κυριαρχίας απέναντι στους αγώνες, που τους ενσωματώνει στο όνομα μιας διευρυνόμενης ελευθερίας*. Η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Δύση ήταν που οδήγησε το κριτικό δυτικό στοχασμό να επικεντρωθεί στη βαθύτερη κατανόηση της δυτικής καπιταλιστικής αντεπανάστασης και των μετεξελιγμένων μηχανισμών (κρατικής) εξουσίας, ενώ η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στο σοβιετικό μπλοκ έστρεψε το θεωρητικό ενδιαφέρον εκεί στην εξουσιαστικά και κρατικά διευθυνόμενη οργάνωση μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, η μεταπολεμική δυτική ριζοσπαστική σκέψη μας παρέχει εργαλεία κριτικής της Κυριαρχίας που τελικά νίκησε την ΕΣΣΔ, ενώ ο σοβιετικός στοχασμός μένει γενικά »αδιάφορος» απέναντι στη μελέτη του εξουσιαστικού και, ειδικότερα, του κρατικού φαινομένου. Αν ο Λένιν έγραψε το »Κράτος και Eπανάσταση», μπορούμε να πούμε ότι η εμπειρία της ήττας της επανάστασης στην Ιταλία και τη Γερμανία αλλά και της αντιστροφής της επαναστατικής διαδικασίας στην ΕΣΣΔ, οδήγησαν τη ριζοσπαστική θεωρία προς την αντιστροφή του Λένιν σε ένα διαφορετικό, αφανές αλλά ενεργό πρακτικά και θεωρητικά έργο, το »Κράτος και Αντεπανάσταση» σε Ανατολή και Δύση. 
*Η ιδιαίτερη περίπτωση του Alain Badiou, και η τελική εστίαση του ερευνητικού του ενδιαφέροντος στη λογική του Κράτους και στην υποκειμενοποίηση πέρα από τη μορφή-Κράτος, μπορεί επίσης να εγγραφεί επίσης εντός αυτής της γενικής κίνησης

   3. Κοινωνικο-πολιτική φιλοσοφία
  Το Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια έχει θέση στο ντελεζιανό σύστημα ανάλογη με τη θέση της Φιλοσοφίας
του Κράτους και του Δικαίου του Hegel στο εγελιανό σύστημα. Ο ισχυρισμός αυτός θα γίνει περισσότερο
κατανοητός, αν πραγματοποιήσουμε μια συγκριτική αντιπαραβολή των δύο συστημάτων μεταξύ τους.
Ο Hegel, κληρονόμος των Kant, Fichte, Schelling αλλά και όλης της δυτικής μεταφυσικής που προηγήθηκε
της καντιανής κριτικής στροφής, έχοντας διαμορφώσει τους φαινομενολογικούς όρους ανάβασης της γνώσης
από την αισθητηριακή αμεσότητα στη βαθμίδα της Επιστήμη της Λογικής μέσω της Φαινομενολογίας του
Πνεύματος, αναπτύσσει ως ειδικά γνωστικά αντικείμενα και ιεραρχημένα πεδία εξωτερίκευσης-αλλοτρίωσης
της Απόλυτης Ιδέας της Λογικής (της διαλεκτικής μεθόδου), τη Φιλοσοφία της Φύσης και τη Φιλοσοφία του
Πνεύματος, με την τελευταία να αποτελείται από δύο κύρια μέρη, το Υποκειμενικό και το Αντικειμενικό
πνεύμα. Καθένα από αυτά τα έργα υποδιαιρείται σε τριαδικά οργανωμένες θεματικές ενότητες ανάπτυξης και
προσδι-ορισμού του Απόλυτου. Το Υποκειμενικό Πνεύμα ειδικότερα, αποτελείται, με τη σειρά του, από τρία
μέρη: την Ανθρωπολογία, τη Φαινομενολογία, και τη Ψυχολογία. Στο τέλος της διαλεκτικής ανέλιξης του
Υποκειμενικού Πνεύματος, στο επίπεδο δηλαδή της Ψυχολογίας, ο Hegel συνάγει συλλογιστικά την ορμή και
τελικά την Ιδέα της ελευθερίας της βούλησης. Η ελευθερία της βούλησης αποτελώντας την κατακτημένη
κορωνίδα του Υποκειμενικού Πνεύματος, αποτελεί την απλούστερη σχέση, το υποκειμενικό κύτταρο του
Αντικειμενικού Πνεύματος, επιτρέποντας την είσοδο στο πρώτο μέρος του, τη Φιλοσοφία του Κράτους και του
Δικαίου, και την ανάπτυξη του δεύτερου μέρους του, της Φιλοσοφίας της Ιστορίας. Επομένως, η συλλογιστική
πορεία του Hegel κινείται από την εγελιανή διαλεκτική λογική (Επιστήμη της Λογικής) στην έλλογη κατανόηση
της φύσης (Φιλοσοφία της Φύσης) που αποτελεί προϋπόθεση της έλλογης κατανόησης του ανθρώπινου
πνεύματος ως, τελικά, ελεύθερης βούλησης (Φιλοσοφία του Πνεύματος-Υποκειμενικό Πνεύμα, Ψυχολογία),
προχωράει στην έλλογη κατανόηση της κοινωνικο-κρατικής οργάνωσης της Ιδέας της ελεύθερης (έλλογης)
βούλησης (Φιλοσοφία του Κράτους και του Δικαίου) και, τέλος, στην έλλογη κατανόηση της κοινωνικο-
κρατικής ιστορικής διαδικασίας ως εκδίπλωσης και πραγμάτωσης της ελεύθερης βούλησης (Φιλοσοφία της
Ιστορίας).
 Αν τo Διαφορά και Επανάληψη και η Λογική του Νοήματος, υπέχουν τη θέση βιβλίων περί της γενικής
διαλεκτικής λογικής, η διαλεκτική λογική συγκεκριμενοποιείται, όπως και στον Hegel, σε ειδικά, ιεραρχημένα
επίπεδα και γνωστικά αντικείμενα, στο υλικό-ανόργανο, στο βιοψυχικό και στο κοινωνικό επίπεδο. Στο δίτομο
Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια οι Deleuze-Guattari παρουσιάζουν το πέρασμα της ντελεζιανής λογικής από
το βιοψυχικό στο κοινωνικό επίπεδο, με το βασικό σκελετό της συλλογιστικής τους να εκτίθεται στο πρώτο
τόμο, τον Αντι-Οιδίποδα. Το πρώτο κεφάλαιο του Αντι-Οιδίποδα επιχειρεί την παρουσίαση της λογικής της
απλούστερης σχέσης, του κυττάρου της κοινωνικής παραγωγής, της επιθυμητικής παραγωγής, το δεύτερο
κεφάλαιο μια κριτική στην οικογενειοκρατική ψυχανάλυση για τη μεταφυσική της σύλληψη της επιθυμίας, ενώ
το τρίτο κεφάλαιο (Άγριοι, Βάρβαροι, Πολιτισμένοι) παρουσιάζει την ιστορική εκδίπλωση και πραγμάτωση της
επιθυμητικής παραγωγής μέσα από διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, σε μια Παγκόσμια Ιστορία της
Επιθυμίας. Στο δεύτερο τόμο του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, τα Χίλια Επίπεδα, οι Deleuze-Guattari
αναπτύσσουν και εμπλουτίζουν διαθεματικά τη λογική και ιστορική τους σύλληψη, αναπτύσσοντας, σε δύο
από τα κεφάλαια του βιβλίου, μια Παγκόσμια Ιστορία των Κρατικών Μορφών ως ιστορία κρατικής
παραμόρφωσης της επιθυμητικής παραγωγής, και την απάντηση μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής
απέναντι στο Κράτος.
  Επομένως, στους Hegel και Deleuze συναντάμε μια κοινή συλλογιστική. Μια γενική λογική θεμελιώνει τη
φιλοσοφική τοποθέτηση για τον εννοιολογικό προσδιορισμό του ανθρώπινου ως βιοψυχικού όντος, η οποία,
με τη σειρά της, θεμελιώνει την έλλογη και αξιολογικά τοποθετημένη κατανόηση της κοινωνικο-ιστορικής
διαδικασίας, που διέρχεται μέσα από Κρατικές μορφές. Οι σημαντικές διαφορές και αποκλίσεις ως προς τη
μέθοδο, τον προσδιορισμό του ανθρώπινου, ως προς την αξιολογική και πολιτική τοποθέτηση απέναντι στη
Κρατική μορφή και ως προς την κατανόηση των ακρατικών κοινωνιών, ενώ μοιάζουν πιο σημαντικές από τις
συγκλίσεις και τις ομοιότητες, δημιουργώντας μια ασυμβίβαστη ασυμμετρία μεταξύ των δύο φιλοσόφων,
έρχονται σε δεύτερη μοίρα, όπως θα υποστηρίξουμε στη συνέχεια, αν πραγματοποιήσουμε μια ορισμένη
ερμηνεία του Hegel με τη διαμεσολάβηση του Deleuze, και του Deleuze με τη διαμεσολάβηση του Hegel.
Έχοντας αναλύσει την επιθυμητική παραγωγή στις τρεις συνθέσεις του ασυνειδήτου, Libido, Numen,
Voluptas, οι Deleuze-Guattari αναπτύσσουν τη λογική μιας Παγκόσμιας Ιστορίας της Επιθυμίας που είναι
“οικουμενική, αναδρομική, και ειρωνική”, επανοικειοποιούμενοι την παραδοσιακή ανθρωπολογική διάκριση
σε Άγριους (προ-κρατικές κοινότητες), Βάρβαρους (θεο-κρατικές κοινωνίες) και Πολιτισμένους (κεφαλαιο-
κρατικές κοινωνίες).
 
‘’Έχουμε διακρίνει τρεις μεγάλες κοινωνικές μηχανές, που αντιστοιχούν στους άγριους, τους βάρβαρους και τους πολιτισμένους. Η πρώτη είναι η υποκείμενη εδαφική μηχανή, που κωδικοποιεί τις ροές επί του πλήρους
σώματος της γης. Η δεύτερη είναι η υπερβατική αυτοκρατορική μηχανή, που επικωδικοποιεί τις ροές επί του
πλήρους σώματος του δεσπότη και του μηχανισμού του, το Urstaat: αυτή εκτελεί τη πρώτη μεγάλη κίνηση
απεδαφικοποίησης, αλλά μόνο επειδή προσθέτει την υπερτερη ενότητά της στις εδαφικές κοινότητες, που τις
διατηρεί συνομαδώνοντάς τες, επικωδικοποιώντας τες και ιδιοποιούμενη την υπερεργασία. Η τρίτη είναι η
σύγχρονη εμμενής μηχανή, που αποκωδικοποιεί τις ροές επί του πλήρους σώματος του κεφαλαίου-χρήματος:
αυτή πραγμάτωσε την εμμένεια, έκανε το αφηρημένο συγκεκριμένο και το τεχνητό φυσικό, αντικαθιστώντας
τους εδαφικούς κώδικες και τη δεσποτική επικωδικοποίηση με μιαν αξιωματική των αποκωδικωποιημένων
ροών, και με τη ρύθμιση των ροών αυτών’’ (Deleuze-Guattari, 2016: 302).
Στον Αντι-Οιδίποδα η ιστορία της κρατικής μορφής σκιαγραφείται ως μέρος της Παγκόσμιας Ιστορίας,
ιστορία του “βαρβαρικού μορφώματος” και ιστορία της αλλοτρίωσης της επιθυμητικής παραγωγής στην
κοινωνική παραγωγή του Numen. Οι Deleuze-Guattari θα επεξεργαστούν βαθύτερα την ιστορία της Κρατικής
μορφής, ως τμήματος της Παγκόσμιας Ιστορίας, στο δεύτερο τόμο του Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, στα
Χίλια Επίπεδα. Στο κεφάλαιο 7000 B.C: Aparratus of Capture (Deleuze-Guattari, 1987: 424 και επ.),
περιγράφουν μια “παγκόσμια ιστορία των μορφών του Κράτους” ως ιστορία του κρατικού μηχανισμού
αιχμαλώτισης της επιθυμητικής παραγωγής, ενώ υποστηρίζουν πως το Κράτος μπορεί να αναλυθεί ως προς
τη συγχρονική »εσωτερική ουσία» του, πραγματοποιώντας μια κομβική διάκριση που έλειπε από τον Αντι-
Οιδίποδα, ανάμεσα στις λογικές, δομικές στιγμές της Κρατικής Ιδέας (συγχρονικός άξονας) και στις ιστορικο-
λογικές φάσεις ανάπτυξής της (διαχρονικός άξονας). Eκθειάζουν μάλιστα τον Hegel για τη συμβολή του στην
κατανόηση της λογικής της Κρατικής μορφής:
“Τα κράτη είχαν πάντα την ίδια σύνθεση, και εάν υφίσταται μια έστω αλήθεια στην πολιτική φιλοσοφία του
Χέγκελ, δεν μπορεί να είναι άλλη από τον ισχυρισμό ότι κάθε Κράτος φέρει εντός του τις ουσιαστικές
στιγμές της ύπαρξης του” (όπ.π: 460).
Κάθε κρατική μορφή, σύμφωνα με τη σχιζοανάλυση των δύο Γάλλων φιλοσόφων, προκύπτει από την
υπερβατική, αθέμιτη χρήση των συνθέσεων του ασυνειδήτου. Επομένως, η κρατική μορφή έχει τρεις
λογικές στιγμές, που αντιστοιχούν στις τρεις συνθέσεις της επιθυμητικής παραγωγής (σύνδεση, διάζευξη,
σύζευξη). Η 1η στιγμή του Κράτους, η μαγικο-θρησκευτική σύνδεση επιθυμητικής-κοινωνικής παραγωγής
και η αυτοθεμελίωση του Κράτους, είναι η στιγμή της αθέμιτης χρήσης της συνδετικής σύνθεσης
επιθυμητικής-κοινωνικής παραγωγής, η επιβολή των λογικών αρχών της μη αντίφασης και της
ταυτότητας μεταξύ των δύο. Η 2η στιγμή του Κράτους, η διάζευξη ανάμεσα στη κρατική δομή και τις
απεδαφικοποιημένες-αποκωδικωμένες ροές, είναι η στιγμή της υπερβατικής χρήσης της διαζευκτικής
σύνθεσης ως αποκλειστικής διάζευξης επιθυμητικής-κοινωνικής παραγωγής, η επιβολή της λογικής αρχής
του αποκλειόμενου τρίτου μεταξύ των δύο, ή ιδιωτικό ή δημόσιο, ή φαντασιακός κατακερματισμός ή
συμβολικός Νόμος. Η 3η στιγμή του Κράτους, η σύζευξη των απεδαφικοποιημένων, αποκωδικωμένων ροών
της επιθυμητικής παραγωγής που διαφεύγουν της κοινωνικής παραγωγής, αντιστοιχεί στην υπερβατική
χρήση της συζευκτικής σύνθεσης και στην επιβολή της λογικής αρχής του αποχρώντος λόγου μεταξύ
των δύο.
Η τριαδική, συγχρονική λογική της Ιδέας του Κράτους που οι Deleuze-Guattari παρουσιάζουν αρχικά στον
Αντι-Οιδίποδα και την οποία επανεπεξεργάζονται στα Χίλια Επίπεδα, καθώς είναι παράλληλη προς τη
τριαδική λογική της Ιδέας του Κράτους που ο Hegel αναπτύσσει στη Φιλοσοφία του Δικαίου, οδηγεί σε μία
εξίσου παράλληλη έκθεση της μακρο-ιστορικής, διαχρονικής σπείρας ανάπτυξης της Ιδέας του Κράτους, στα
Χίλια Επίπεδα και στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, αντίστοιχα. Η υπερβατική, αθέμιτη χρήση της συνδετικής,
διαζευκτικής και συζευκτικής χρήσης του ασυνειδήτου, η οποία για τους Deleuze-Guattari θεμελιώνει, όπως
είδαμε, την ισχύ των βασικών αρχών της τυπικής Λογικής (αρχή μη αντίφασης και αρχή της ταυτότητας, αρχή
του αποκλειόμενου μέσου-τρίτου, αρχή του αποχρώντος λόγου), θεμελιώνει τη Λογική της Ιδέας του Κράτους
και την Ιστορία των παραδειγματικών μορφών της. Ο Hegel, υποτιμώντας τους ασυνείδητους, επιθυμητικούς
όρους δυνατότητας της Λογικής, αναπτύσσει τη Λογική και την Ιστορία της Κρατικής Ιδέας
ανεξαρτητοποιώντας την από την υλιστική επιθυμητική παραγωγή.
Το σημείο σύμπτωσης του Hegel με τους Deleuze-Guattari είναι πως η Κρατική μορφή ακολουθεί τις
αρχές σύστασης της Λογικής. Ωστόσο, για τους Deleuze-Guattari, η ιστορία του Κράτους είναι μια ιστορία
παραμόρφωσης και αλλοτρίωσης του υποκειμένου του ασυνειδήτου και της θέλησής του, ενώ για τον Hegel,
μια ιστορία ανάπτυξης και και πραγμάτωσης της θέλησης του συνειδητού υποκειμένου.
Ακολουθώντας τη Φιλοσοφία του Δικαίου και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel, ένα λογικό νήμα
διαπερνά την ακολουθία των βασικών κρατικών μορφών. Για τον Hegel, η εξελικτική διαδικασία ολοκλήρωσης της κρατικής μορφής είναι μια διαδικασία κατά την οποία «το πνευματικό στοιχείο υποβαθμίζει την ύπαρξη του ουρανού σε γήινη παρουσία και κοινή εγκοσμιότητα εντός της πραγματικότητας και τηςαντίληψης, ενώ αντίθετα το κοσμικό στοιχείο αναβιβάζει το αφηρημένο του δι’εαυτό Είναι σε σκέψη και σεαρχή έλλογου Είναι και Γνώσης […] το παρόν απέσυρε τη βαρβαρότητα και την άδικη αυθαιρεσία του και η αλήθεια την υπερβατική της ταυτότητα και την τυχαία βία της, έτσι ώστε η αληθής συμφιλίωση κατέστη αντικειμενική, αναδεικνύοντας το κράτος ως εικόνα και ουσιώδη πραγματικότητα του Λόγου, όπου η αυτοσυνείδηση ανευρίσκει την εγκοσμιοποιημένη ουσιαστικότητα της υποστασιακής γνώσης και θέλησής της σε οργανική ανάπτυξη» (Hegel, 2012: παρ. 360).
  Μια αντίστοιχη με τον Hegel εξέλιξη της κρατικής μορφής υπερασπίζονται οι Deleuze-Guattari,περιγράφοντας το πέρασμα από το αυτοκρατορικό Urstaat, μέσω της πολιτειακής κρατικής μορφής, στην κεφαλαιοκρατική μορφή, εντοπίζοντας μια εξέλιξη της κρατικής μηχανής από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από την υπερβατικότητα στην εμμένεια, μια “τάση προς συγκεκριμενοποίηση” που διακρίνει εν γένει την τεχνική μηχανή και ειδικά τη κρατική κοινωνική μηχανή, σύμφωνα με την οποία η επιθυμία του Κράτους περνάει από το “κεφάλι” του δεσπότη στην καρδιά των υπηκόων, από τον “διανοητικό νόμο” σε “όλο το υλικό σύστημα” (Deleuze- Guattari, 2016: 255-258).
  Σύμφωνα με την ερμηνεία μας, στο κοινό εννοιολογικό πλαίσιο των Hegel και Deleuze-Guattari, έχουμε μια
αναπτυξιακή διαδικασία διαμόρφωσης του Κράτους, υπό μία τριπλή προοπτική. Η εξέλιξη αυτή:
 
1. Ως προς τη κρατική δομική συγκρότηση, βαίνει από τη θεοπατριαρχία και τη πολιτική κοινωνία προς το βιοπολιτικό κράτος.
Σύμφωνα με τον Hegel και τους Deleuze-Guattari, η λογική-δομική, συγχρονική ανάλυση της Ιδέας του
Κράτους σε 1,2,3 δομικές στιγμές, συμπληρώνεται λοιπόν με μια ιστορική, διαχρονική συγκεκριμενοποίηση
και ανάπτυξή της. Οι παραδειγματικές περιπτώσεις της Ιδέας του Κράτους προβάλλουν ως ιστορικο-λογικές
εποχές εκτύλιξης και εξέλιξης της κρατικής μορφής υπό διαφορετικές εμπειρικές συνθήκες45. Οι Εποχές ξεδιπλώνουν στον διαχρονικό άξονα της Φιλοσοφίας της Ιστορίας τις τρεις βασικές αρχές που συναντάμε
συγχρονικά στη δομή κάθε Κρατικής μορφής όπως τις εκθέτει η Φιλοσοφία του Δικαίου και ο Αντι-Οιδίποδας:
την αρχή της συγγένειας, την αρχή της πολιτικής κοινωνίας, και την αρχή του οργανικού κράτους.
2. Ως προς τη κυβερνολογική πρακτική, βαίνει από τις πιο προσωποπαγείς, τυχαίες και αυθαίρετες, στις πιο απρόσωπες, ορθολογικές και επιστημονικές αρχές διακυβέρνησης.
 
Στην εγελιανή Φιλοσοφία του Δικαίου οι στιγμές της Κρατικότητας αντιστοιχούν, όπως έχουμε υποστηρίξει,
στις στιγμές επιστημονικής, μορφο-λογικής κατανόησης της Αντικειμενικότητας: To θεο-πατριαρχικό Κράτος
αποτελεί μεταβατική μορφή ανάμεσα στις προ-επιστημονικές, θεοπατριαρχικές συλλήψεις της κοσμικής
αντικειμενικότητας και στην ατομικιστική φυσική μηχανική, το Κράτος-μηχανή αντιστοιχεί στη φυσική
μηχανική και τη θερμοδυναμική μηχανή, το Κράτος-συμπύκνωση αντιστοιχεί στη χημική διαδικασία, το
βιοπολιτικό Κράτος προσεγγίζει τη βιολογική αυτο-ποίηση. Κατά αυτό το τρόπο, η επιστήμη της
διακυβέρνησης ανθρώπου από άνθρωπο αναπτύσσεται συμβαδίζοντας με την επιστημονική και τεχνολογική
εξέλιξη της διακυβέρνησης της φύσης από τον άνθρωπο. Οι Deleuze-Guattari, παρά την κυρίαρχη αντίληψη
περί του αντιθέτου, παραλληλίζουν, στο απόσπασμα από τον Αντι-Οιδίποδα που παραθέσαμε, την εξέλιξη
της κρατικής μηχανής με την εξέλιξη της τεχνικής μηχανής. Στα Χίλια Επίπεδα υποστηρίζουν, επιπλέον, πως
η ανάπτυξη της τεχνικής διακυβέρνησης της φύσης και της κρατικής τεχνικής διακυβέρνησης, ακολουθεί τους
νόμους της βιολογικής ανάπτυξης ως μια ‘’Παγκόσμια Τάση’’, όπως υποστήριξε ο Λερουά Γκουρχάν
αναδεικνύοντας έναν συνθετικό “τεχνολογικό βιταλισμό’’, εκλαμβάνοντας τη βιολογική εξέλιξη ως το πρότυπο
της τεχνικής εξέλιξης (Deleuze-Guattari, 1987: 1227: Treasire on Nomadology-the War Machine).
3. Ως προς την επιθυμία για Κράτος, βαίνει από τις πιο ιδεαλιστικές και υπερβατικές στις πιο υλιστικές και εμμενείς μορφές νομιμοποίησης: από το λακανικό Λόγο του Κυρίου, το Λόγο της Υστερίας και το Λόγο του Πανεπιστημίου, μέχρι τελικά το Λόγο του Καπιταλιστή.
Θα ονομάσουμε το τρίπτυχο αυτό τριπλή εξελικτική αρχή. Το βασικό μας ερώτημα, λοιπόν, περνώντας
στο ιστορικο-λογικό μέρος της εργασίας μας, είναι ο βαθμός ανθεκτικότητας της αρχής αυτής υπό το βάρος
των ιστορικών δεδομένων.
  Στη Φιλοσοφία τoυ Δικαίου και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel, οι Εποχές πραγμάτωσης της Ιδέας του
Κράτους είναι η Ασιατική Εποχή, η Ελληνική και η Ρωμαϊκή Εποχή, η Γερμανική-νεωτερική εποχή (Hegel,
2001)48. Το ίδιο γενικό περίγραμμα ακολουθούν οι Deleuze-Guattari στα Χίλια Επίπεδα.
“Μπορούμε να επιστρέψουμε στις διαφορετικές μορφές Κράτους, από την οπτική γωνία μιας παγκόσμιας
ιστορίας. Διακρίνουμε τρεις κύριες μορφές: (1) τα ιμπεριαλιστικά αρχαϊκά κράτη, τα οποία είναι
παραδειγματικά και συνιστούν μια μηχανή αιχμαλώτισης μέσω υπερκωδίκωσης ήδη κωδικωμένων ροών
(αυτά τα Κράτη έχουν μικρή ποικιλομορφία, εξαιτίας μιας ορισμένης μορφής ανοσίας που εφαρμόζεται σε όλα
αυτά), (2) εξαιρετικά ποικίλες μορφές Κρατών-εξελιγμένες αυτοκρατορίες, αυτόνομες πόλεις, φεουδαλικά
συστήματα, μοναρχίες-τα οποία αντίθετα proceed μέσω υποκειμενοποίησης και υποταγής, και συνιστούν
εξειδικευμένες ή τοπικές συζεύξεις αποκωδικωμένων ροών (3) τα νεωτερικά έθνη-κράτη, τα οποία προωθούν
την αποκωδίκωση ακόμη παραπέρα και είναι μοντέλα πραγμάτωσης μιας αξιωματικής ή μιας γενικευμένης σύζευξης των ροών (αυτά τα κράτη συνδυάζουν την κοινωνική υποταγή με μία νέα μηχανή αιχμαλώτισης, και η μεγάλη ποικιλία τους είναι μια λειτουργία ισομορφισμού, της συμβατικής ετερομορφίας ή πολυμορφίας των μοντέλων σε σχέση με την αξιωματική […] αρχικά, ο αντικειμενικός, ιμπεριαλιστικός συλλογικός δεσμός, έπειτα όλες οι μορφές υποκειμενικών προσωπικών δεσμών: τελικά, το Υποκείμενο το οποίο δεσμεύει τον εαυτό του, και κατά αυτό το τρόπο ανανεώνει τη πιο μαγική λειτουργία, “μια κοσμοπολίτικη, παγκόσμια ενέργεια η οποία υπερχειλίζει κάθε περιορισμό και δεσμό ώστε να εδραιώσει τον εαυτό της […]” (Deleuze-Guattari, 1987: 459-460).
___________________________________________________________
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s