Ο Φράνσις Μπέικον μεταξύ φθαρμένων εικόνων…


Στο θόρυβο των εικόνων η όραση εξασθενεί. Ασκείσαι στο να κοιτάς, αλλά όχι στο να βλέπεις. Καταναλώνεις εικόνες με ταχύτητα σε μια ατελείωτη καθημερινή ροή. Σχεδόν δεν το καταλαβαίνεις. Εικόνες καθημερινές, τυχαία τραβηγμένες, εικόνες ιλουστρασιόν, χειρουργημένες, να φαίνονται όπως οι επιταγές ορίζουν, χωρίς ψεγάδι, χωρίς φθορά. Βλέπεις εικόνες που συνεχώς μεγαλώνουν την απόστασή τους από την πραγματική ζωή, συνεχώς μεγαλώνουν την απόσταση με αυτό που αντικατοπτρίζουν. Και οι εικόνες είναι απλώς ερμηνείες αυτού που απεικονίζουν, σχεδόν διορθώσεις στον άλλο κόσμο, αυτόν που κατοικείται αποκλειστικά από είδωλα και αναπαραστάσεις. Η όρασή μας καθημερινά ατροφεί. Σαν τα ζώα στις σπηλιές που έχασαν τα μάτια τους και βλέπουν μόνο το σκοτάδι. Μόνο που εμείς βλέπουμε πιο πολύ, όλο και πιο πολύ σαν να τυφλωνόμαστε από το ίδιο το φως.

Και στην ατελείωτη παρέλαση των εικόνων ξαφνικά το μάτι σκαλώνει. Βλέπει τη σάρκα σχεδόν ρευστή και μαζί ακαθόριστη, βλέπει ένα στόμα να ανοίγει σε κραυγή, βλέπει το σώμα έκθετο, την αγωνία ενσαρκωμένη, πολλαπλές γωνίες του ίδιου αντικειμένου να παρουσιάζονται ταυτόχρονα με τη μία να εισβάλει επιθετικά στην άλλη. Τις επιφάνειες παραμορφωμένες από την ίδια τη ζωγραφική τους αποτύπωση, σαν η ένταση του χεριού που τις ζωγράφισε να πέρασε μέσα στο χρώμα και να πάλει ακόμα εκεί.
Υπάρχουν πίνακες που κλείνουν προς την αφαίρεση και πίνακες που αφηγούνται. Και πέρα από αυτά υπάρχει ο Φράνσις Μπέικον. Ο Μπέικον αφηγείται μέσα από την αφαίρεση. Όχι μέσα από ένα πρόσωπο, αλλά από την κατάληξη του προσώπου, την απόσταση που διένυσε μέχρι να καταγραφεί. Σε κάθε πίνακα του Μπέικον υπάρχει κρυμμένη μια κραυγή. Ακόμα και στους πίνακες που δεν παρουσιάζουν στόματα, κάτι καραδοκεί έτοιμο να ξεσπάσει. Το σώμα δεν ήταν ποτέ τόσο ζωντανό όσο σε αυτή του την παραμορφωμένη εκδοχή. Πάνω σε καρέκλες, ή πάνω σε κρεβάτια τα σώματα μοιάζουν να παλεύουν. Ακόμα και όταν είναι τελείως μόνα τους, τα σώματα παλεύουν με τα μέλη τους.

Η ζωγραφική του Μπέικον είναι μια τέχνη που πάτησε πάνω στη φωτογραφία. Από τη σειρά φωτογραφιών για την κίνηση του ανθρώπινου σώματος του Ίντγουιρντ Μάιμπριτζ, μέχρι τα καρέ ταινιών από το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αιζενστάιν ή τη «Χιροσίμα αγάπη μου» του Αλαίν Ρεναί ή τυχαίες φωτογραφίες από περιοδικά, πορνογραφικές εικόνες ή απλώς φωτογραφίες φίλων του. Η καθαρή απεικόνιση του φωτογραφικού φακού είναι παρούσα σε πολλούς πίνακες, σε σημεία τους ή στη δομή των φιγούρων. Ο Μπέικον συχνά ξεκινά από εκεί για να μας δώσει την παροντική του δυστοπία, αφαιρώντας, παραμορφώνοντας και συνδυάζοντας τις φωτογραφικές εικόνες με την ένταση των χρωμάτων και του σχεδίου. Η συνύπαρξη της φωτογραφικής καθαρότητας με την υπαρξιακή ένταση του σχεδίου δημιουργεί στη σημερινή συγκυρία του βομβαρδισμού της εικόνας ένα απόλυτο σοκ στον θεατή. Βλέποντας προσεκτικά ένα πίνακα του Μπέικον, μπαίνουμε σε μια διαδικασία κάθαρσης απ’ όλο τον φωτογραφισμένο μας πολιτισμό, μέσω της οδύνης του σώματος και του ανθρώπου. Η ασφάλεια που μας δίνει μια σαφώς καθορισμένη φωτογραφική μορφή εδώ εξαϋλώνεται μαζί της. Η ίδια εικόνα πνίγεται μέσα στη ρευστότητά της και τα πρόσωπα ως αποτυπώματα ύπαρξης γίνονται σχετικά. Παρουσίες και απώλειες ταυτόχρονα.
Μέσα από τους πίνακές του ο Μπέικον αποτύπωσε τον εφιάλτη των δυτικών πόλεων, την ανάμνηση του πολέμου, τη σχάση του πυρήνα του υποκειμένου σε εποχές όπου κάθε τι έγινε σχετικό. Οι πίνακες αυτοί σήμερα σε πετάνε με τον πιο απότομο τρόπο πίσω στην αρχή της όρασης. Όχι ως τέχνη, αλλά ως εμπειρία, η θέαση των πινάκων αυτών λειτουργεί ως κριτική του εαυτού μας και των αποτυπώσεών του στην εποχή των πολλαπλών ειδώλων.

Και σήμερα οι εικόνες του κραυγάζουν δυνατότερα από ποτέ.

(στην εφημερίδα Εποχή) 


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2018/01/blog-post_11.html

Advertisements

Υπόθεση Ουάινστιν: η φύση αντικαθιστά την κουλτούρα ως πηγή της βίας…


του Ολιβιέ Ρουά

 

Κάτι έχει αλλάξει στον τρόπο καταγγελίας των σεξουαλικών επιθέσεων. Ο αναγνώστης θα θυμάται εκείνες που έγιναν στην Κολωνία την Πρωτοχρονιά τού 2016, ή τη συζήτηση για την κυκλοφορία των γυναικών στα «επικίνδυνα προάστια»: το σφάλμα εκεί είχε αποδοθεί στην κουλτούρα των δραστών (εν προκειμένω, φυσικά, το Ισλάμ). Οι επιθέσεις που διαπράττουν Δυτικοί άνδρες υπεράνω υποψίας είτε υποβαθμίστηκαν, είτε παρουσιάστηκαν ως κάτι που ανάγεται σε μια ατομική παθολογία. Και ως λύση προτάθηκε να προωθήσουμε τις «δυτικές αξίες» περί σεβασμού των γυναικών.

Αλλά με την υπόθεση Ουάινστιν και την καμπάνια «Μάζεψε το γουρούνι σου»[1], έχουμε μια αντιστροφή προοπτικής: το πρόβλημα δεν είναι πλέον η κουλτούρα του δράστη (που μπορεί να είναι οποιασδήποτε θρησκείας, φυλής, μορφωμένος, καλλιεργημένος, μέχρι και να «υπερασπίζεται τις δυτικές αξίες» δημοσίως), αλλά είναι ίδια του η φύση ως αρσενικού, ως ζώου, ως χοίρου. Η φύση έχει αντικαταστήσει την κουλτούρα ως πηγή της βίας. Αλλά όταν πρόκειται για μια επιστροφή στη ζωικότητα, δεν θεραπεύουμε τα αρνητικά του αρσενικού με τον ίδιο τρόπο όπως όταν πρόκειται για έναν πολιτισμικό καθορισμό.

Αυτή η αλλαγή προοπτικής (ασχέτως αν είναι ενδεδειγμένη ή όχι, και ασχέτως αν αποτελεί πραγματική επανάσταση ή απλώς μία μόδα) έχει βαθιές συνέπειες. Πράγματι, μέχρι τώρα, όπως έχουν εδώ και καιρό παρατηρήσει οι φεμινίστριες συγγραφείς, όλες οι μεγάλες ιδεολογικές κατασκευές που εξηγούσαν την προέλευση της κοινωνίας συνέπιπταν στο ότι απέδιδαν στον άνδρα το ρόλο του περάσματος στην κουλτούρα, και έβλεπαν στη γυναίκα ένα ον που βρίσκεται με το ένα πόδι (αν όχι περισσότερο) μέσα στη φύση. Για να μην ανατρέξουμε και στους πατέρες της Εκκλησίας.

Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στην οποία πιστώνουμε τις νεωτερικές μας «κοσμικές αξίες», έκανε τον άντρα πρωταγωνιστή του κοινωνικού συμβολαίου το οποίο έβγαζε την ανθρωπότητα από τη φυσική κατάσταση στην οποία παρέμενε σε μεγάλο βαθμό βυθισμένη η γυναίκα, ευλόγως στερούμενη πολιτικών δικαιωμάτων μέχρι πρόσφατα· η τελευταία έφερνε απλώς στον κόσμο το ανθρώπινο ον, ενώ ο άντρας το μεταμόρφωνε σε πολίτη.

 

Η ανδρική βία ως «οικιακή»

Η ανθρωπολογία εδώ και πολύ καιρό αναγορεύει την ανταλλαγή των γυναικών σε προϋπόθεση (ή ένδειξη) της κοινωνίας και, ως εκ τούτου, του πολιτισμού (ποτέ δεν γίνεται λόγος για ανταλλαγή ανδρών, ενώ οι σπάνιες μητριαρχικές κοινωνίες δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την πολιτική κυριαρχία του άνδρα). Η ψυχανάλυση, στη μυθολογική εκδοχή της (Toτέμ και Tαμπού), όπως και στην ενορμητική (οι περιπέτειες του πέους) ή τη συμβολική (ο πατέρας είναι η μεταφορά του νόμου ή ο νόμος μεταφορά του πατέρα) διατήρησε τον άνδρα στο επίκεντρο της πολιτιστικής μεταρσίωσης. Η μοναδική εξέλιξη είναι ότι το αρσενικό δεν είναι πλέον απαραιτήτως ένας βιολογικός άνδρας αλλά μια αφηρημένη αρχή: οι γυναίκες μπορούν επιτέλους να φορούν κυλότα (ακόμη και αν ο μισθός δεν ακολουθεί). Αλλά δεν μετατράπηκαν και σε σεξουαλικούς θηρευτές: αυτό παραμένει προνόμιο των ανδρών.

Προφανώς, οι κουλτούρες ποτέ δεν αγνόησαν τη βία των ανδρών. Όλες ανέπτυξαν στρατηγικές για να την καναλιζάρουν και ταυτόχρονα να τη νομιμοποιήσουν: από την τιμή μέχρι τη σαγήνη, οι δυτικές κοινωνίες μας κατάφερναν να κοινωνικοποιούν ή να αισθητικοποιούν την αρρενωπότητα (απλώς προς υπόμνηση, αυτά που σήμερα σε άλλες κοινωνίες αποκαλούνται «εγκλήματα τιμής», σε μας αποκαλούνταν «εγκλήματα πάθους» και συνιστούσαν ελαφρυντική περίσταση· η δολοφονία μιας συζύγου επί μακρόν για τις εφημερίδες ήταν απλώς «οικογενειακή τραγωδία», λες και, εξ ορισμού, δεν αφορούσαν την κοινωνία).

Αρκεί να δούμε τη νοσταλγία των γαλλικών συντηρητικών σάιτ όπου οι χρήστες ειρωνεύονται διακριτικά την υστερία (τι νομίζατε!) των εκστρατειών κατά της παρενόχλησης, οι οποίες θα καταπνίξουν τη «γοητεία α λα γαλλικά», τόσο προσφιλή στις ασπρόμαυρες ταινίες μας, κάτω από την τυραννία του αμερικανικού πουριτανισμού του Χόλυγουντ. Ζήτημα «ατμόσφαιρας», που θα έλεγε και η Aρλεττύ.

Αυτή λοιπόν η δραστηριότητα με την οποία η ανδρική βία εμφανιζόταν ως «οικιακό» ζήτημα και ως αξία, πάντοτε μετασχηματιζόταν σε κουλτούρα, ενίοτε μάλιστα σε υψηλή κουλτούρα. Και η κουλτούρα, από τον ίδιο τον ορισμό της, βάζει τη φύση σε τάξη, την εγγράφει σε ένα μοιρασμένο σύστημα νοήματος, συμβόλων, γλώσσας, που γίνεται άρρητο σε βαθμό που να εμφανίζεται ως δεύτερη φύση. Δηλαδή ως αυτό που ο Μπουρντιέ αναλύει (ή, σύμφωνα με τις φεμινίστριες συγγραφείς, καθαγιάζει) υπό την επωνυμία έξη [habitus]: μια συλλογική συμπεριφορά ρυθμισμένη, εμπεδωμένη και ασυνείδητη. Η παράβαση και το σφάλμα αποκτούν νόημα μόνο με βάση το σύστημα αυτό.

Ο ποινικός κώδικας κωδικοποιεί μόνο τις «νοητές» βιαιότητες, δηλαδή όσες συνιστούν περίσσεια σε σχέση με μία αποδεκτή βία: εγκλήματα πολέμου υπάρχουν μόνο επειδή υπάρχει μια νομιμότητα του πολέμου. Ο κανιβαλισμός δεν αποτελεί καθαυτός αδίκημα κατά τον ποινικό κώδικα, επειδή δεν είναι «νοητός» (όπως είναι ακόμη, συχνά, η αιμομιξία), ακριβώς όπως, επί της ουσίας, δεν υπάρχει συζυγικός βιασμός καθόσον η ιδιωτική ζωή του ζεύγους εκφεύγει του κοινωνικού.

 

«Εθελοδουλεία»

 

Γιατί άραγε οι γυναίκες εσωτερίκευσαν τις νόρμες και τις αξίες των οποίων είναι θύματα;

Επειδή και η αντίσταση σχεδόν πάντοτε διατυπώνεται μέσα στο κυρίαρχο πολιτιστικό πλαίσιο: «Δεν είμαι εκείνη που νομίζετε», λέγανε στα χρόνια της γιαγιάς μου, προσυπογράφοντας τη μεγάλη διαίρεση ανάμεσα στη μαμά και την πουτάνα. Αυτό είναι όλο το πρόβλημα της «εθελοδουλείας», όπως την αποκαλούσε ο Λα Μποεσί –ενώ σήμερα την αποκαλούμε «αλλοτρίωση»: γιατί ασπάζεται κανείς νόρμες και αξίες που επικυρώνουν την ίδια του τη δουλεία;

Είναι η πάντοτε απαισιόδοξη τελικά θεώρηση του Bourdieu, στην οποία η έξη καθιστά την εξέγερση απίθανη και άρα κάνει τον ανθρώπινο πόνο ορίζοντα της επιβίωσης. Κι ωστόσο, «οι άνθρωποι» εξεγείρονται, έστω κι αν δεν υπάρχει απόλυτη εξέγερση, πέρα από εκείνη της τρέλας και του θανάτου. Πάντοτε όμως διατυπώνουν την εξέγερσή τους μέσα στο πλαίσιο μιας δεδομένης κουλτούρας, από τις «σουφραζέτες» μέχρι τις «φεμινίστριες του Ισλάμ». Γι’ αυτό και οι πραγματικές επαναστάσεις, εκείνες όπου επιβάλλεται μια απότομη και αυταρχική αλλαγή παραδείγματος, είναι πάντοτε αιματηρές (το 1789 όπως και το 1917).

Τότε όμως, γιατί άραγε η εξέγερση είναι δυνατή σήμερα, όταν δεν υποστηρίζεται από καμία βίας, καμία κατάληψη εξουσίας, καμία νέα διακυβέρνηση; (αλλά αντίθετα οι στόχοι βρίσκονται πριν απ’ όλα μέσα στο κατεστημένο το οποίο δεν απειλείται ως τέτοιο); Δεν μπορούμε καν να μιλάμε για λαϊκή κινητοποίηση, και ακόμα λιγότερο για πολιτική εξέγερση.

Πώς να σκεφτούμε αυτό το βαθύτερο κύμα; Τι έχει αλλάξει; Πρέπει, ασφαλώς, να ξαναγυρίσουμε στις πρόσφατες απαρχές του φεμινισμού ως κοινωνικού κινήματος, δηλαδή στο μεγάλο κύμα της δεκαετίας του 1960 που κατήγγελλε την καθεστηκυία τάξη και την πατριαρχία, προβάλλοντας την ουτοπία και τη σεξουαλική απελευθέρωση και κάνοντας τη σεξουαλικότητα πολιτικό ζήτημα (όπως και παρέμεινε μέχρι σήμερα). Ο Μάης τού 68 υπήρξε όντως μια επανάσταση στα ήθη.

Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο: πώς να εξηγήσουμε ότι ένα κίνημα το οποίο ορίζεται με βάση τη σεξουαλική απελευθέρωση μεταφράζεται εν τέλει σε ένα συστηματικό εγχείρημα κανονιστικής κωδικοποίησης των σεξουαλικών συμπεριφορών; Διότι περί αυτού πρόκειται: δεν ζητάμε από το «γουρούνι» να εκπολιτισθεί (συχνά πρόκειται, ακριβώς, για ανθρώπους ιδιαίτερα καλλιεργημένους, που εξαναγκάζονται σε μεταμέλεια ή εξορία από τις λυσσαλέες δικαστικές διώξεις ή από τη λαϊκή κατακραυγή). Του ζητάμε να μετανοήσει και να μάθει έναν νέο κώδικα συμπεριφοράς που, γι’ αυτόν, είναι μια ξένη γλώσσα.

Ας προσέξουμε για παράδειγμα ότι οι καλλιτέχνες, ηθοποιοί και συγγραφείς που κατηγορούνται για σεξουαλική κακοποίηση βλέπουν ξαφνικά τα έργα τους να «εκμηδενίζονται», και μάλιστα, για τους ηθοποιούς, ή ίδια η σωματική παρουσία τους να διαγράφεται από τις ταινίες. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο πολιτισμικό επιχείρημα για να το δικαιολογήσουμε ή να το σώσουμε, αλλά μία tabula rasa, πάνω στην οποία τίθεται η ωμή ζωικότητα. Και τότε ανακύπτει το πρόβλημα: πώς να κοινωνικοποιήσουμε αυτή τη ζωικότητα, πώς να εξανθρωπίσουμε τον χοίρο;

 

Καθοδηγητική παιδαγωγία

Εδώ ίσως αγγίζουμε τον κόμβο του ερωτήματος, που είναι πάντα ο δεσμός μεταξύ κουλτούρας και φύσης. Η φιλοσοφική ή και ιδεολογική απολογία της επιθυμίας ως φύσης, δηλαδή στην ουσία ως ελευθερίας της ενόρμησης απαλλαγμένης από το βάρος της κουλτούρας, παράγει σήμερα το αντίθετό της: το θρίαμβο της κανονιστικότητας. Αλλά μιας κανονιστικότητας απαλλαγμένης και από το βάρος της κουλτούρας. Διότι δεν πρόκειται κατ’ ουδένα τρόπο για μια επιστροφή στην ηθική τάξη του παλιού καιρού. Έχουμε άλλωστε ένα ενδιαφέρον παράδοξο: οι πιο επιφυλακτικοί μπροστά σε αυτή τη νέα αστυνομία των σωμάτων είναι οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, και ιδίως οι Χριστιανοί.

Έτσι, βλέπουμε, ομολογουμένως με ευχάριστη έκπληξη, την Κριστίν Μπουτέν, (ναι, του «Χριστιανικού Κόμματος Γαλλίας», την ηγερία της «επιστροφής στη Βίβλο»!) ως απολογήτρια της «γαλλικής αθυροστομίας», χέρι χέρι με τα σάιτ της νοσηρής νοσταλγίας και της καταγγελίας κατά της «ισοπέδωσης των πάντων» (όλα ήταν ωραία στο παρελθόν, άρα δεν μπορεί να είναι όλα στραβά με το γουρούνι).

Οπότε λοιπόν, τίνος το όνομα είναι το γουρούνι, αν δεν είναι ούτε επανάσταση ούτε αντίδραση; Υπάρχει σαφώς ένα κίνημα βάσης διότι, πριν ακόμη από την υπόθεση Ουάινστιν, οι αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις είχαν βαλθεί να ξεριζώσουν τη σεξουαλική παρενόχληση. Οι καμπάνιες λοιπόν αυτές έχουν ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: δεν βασίζονται σε μια ηθική προσέγγιση, αλλά σε μια αυταρχική παιδαγωγία, όπου οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να απομνημονεύσουν έναν νέο κώδικα χειρονομιών και φράσεων, σαν η υλοποίηση των νέων κανόνων να προϋποθέτει ότι οι άνδρες είναι ανίκανοι να κατανοήσουν από μόνοι τους ποιο είναι το πρόβλημα.

Αν ξαναγυρίσουμε στη σύγκριση με την Κολωνία, και στις δύο περιπτώσεις, ο λευκός σπουδαστής του κάμπους και ο μελαμψός μετανάστης αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο από μια παιδαγωγία καθοδηγητική και συγκαταβατική: στη Γερμανία μοιράζουν αποτρεπτικές αφισέτες (ένα χέρι πάνω σε δυο γλουτούς διαγεγραμμένο με ένα μαύρο NEIN και έναν κόκκινο σταυρό, σαν σήμα της τροχαίας)· στα αμερικανικά κάμπους (όπου επίσης βρίσκει κανείς τέτοιες αφισέτες) εισάγονται υποχρεωτικά μαθήματα με πρακτικές ασκήσεις όπου ο Τζον, ακίνητος (και όρθιος) πρέπει να ρωτήσει τη Σάρα: «μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω στον ώμο σου;», να αναμείνει ένα σαφές και ρητό Ναι και μετά ξανά: «Σάρα, μπορώ να βάλω το άλλο χέρι μου πάνω στον άλλο ώμο σου; », να αναμείνει ένα Ναι και ούτω καθεξής ξανά και ξανά, μέχρι να παντρευτούν και αν είναι τυχεροί να κάνουν πολλά παιδιά.

 

Το ένστικτο εξαφανίστηκε;

Στους φοιτητές λοιπόν διδάσκουν όχι μόνο τι δεν πρέπει να κάνουν (πράγμα θεμιτό), αλλά κυρίως τι πρέπει να κάνουν, λες και, ως διά μαγείας, το ένστικτο είχε εξαφανιστεί, ή μάλλον λες και, ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα όντα, δεν υπάρχει πλέον καμία κοινή κουλτούρα, δηλαδή τίποτε το έμμεσο και άρρητο. Όλα πρέπει να λέγονται, η ζωή είναι ανά πάσα στιγμή ένα συμβόλαιο προς ανανέωση: η σεξουαλικότητα υπό μορφή συμβάσεων ορισμένου χρόνου (οι οποίες άλλωστε είναι ήδη θεσμοθετημένες, κατά τρόπο πιο παιγνιώδη και ίσως πιο απολαυστικό, στα σάιτ γνωριμιών). Ο κώδικας επιβάλλεται για τη διαχείριση της φύσης όταν δεν υπάρχει πλέον κουλτούρα.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο επίσημος παιδαγωγισμός είναι απαραίτητος μέχρι να εγκαθιδρυθεί μία νέα κουλτούρα σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι θεμιτή, αλλά εγώ έχω αμφιβολίες. Μια νέα κουλτούρα δεν θεσπίζεται διά διατάγματος: το κράτος παράγει νόρμες, όχι αξίες. Απόδειξη ότι η παιδαγωγική αυτή ασκείται υπό τη διαρκή απειλή της ποινικής κύρωσης.

Ο αγώνας κατά της σεξουαλικής κακοποίησης δεν κομίζει κάποια ουτοπία, σε αντίθεση με τα επαναστατικά κινήματα· ελάχιστοι θεωρούν ότι η ισότητα των φύλων είναι υπόσχεση ευτυχίας. Είναι η απαίτηση εξάλειψης ενός κακού, όχι η προσδοκία ενός νέου κόσμου. Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι, με τον καιρό, ο κώδικας θα μετασχηματιστεί σε κουλτούρα; Αυτό δεν είναι βέβαιο: ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας, έναν αιώνα μετά την επινόησή του, είναι πάντα κώδικας· δεν έγινε έξη, και ακόμη λιγότερο κουλτούρα (ξέρουμε πάντα από πείρα ότι η δεύτερη αρσενική ζωικότητα μετά το γουρούνι είναι ο οδηγός).

Και κυρίως, αυτή η ολίσθηση από την κουλτούρα στον κώδικα δεν περιορίζεται στο σεξουαλικό ζήτημα. Είναι ένα πάγιο στοιχείο της παγκοσμιοποίησης, που οδηγεί τις κουλτούρες σε κρίση. Το φαινόμενο αυτό το μελέτησα σε σχέση με την εμφάνιση νέων θρησκευτικών φονταμενταλισμών (La SainteIgnorance, Le Seuil, 2008). Υπάρχει εξάλλου στενή σχέση ανάμεσα στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την κανονιστικότητα που προέκυψε από την κουλτούρα των χίππηδων: όσο περίεργο κι αν φαίνεται, ο νεο-ευαγγελισμός και το κίνημα των χίππηδων έχουν την ίδια ημερομηνία και τον ίδιο τόπο γέννησης (και πολλοί πέρασαν από το δεύτερο στον πρώτο) –την Καλιφόρνια της δεκαετίας του 1960, η οποία έχει πλέον γίνει ένας από τους χώρους όπου η καθημερινή ζωή είναι περισσότερο ρυθμισμένη με κανόνες απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού σε όλον τον δυτικό κόσμο, και αυτό πάντα υπό την επίκληση μιας ελευθεριακής ουτοπίας.

Στους σύγχρονους θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς ξαναβρίσκουμε αυτή την εμμονή της κανονιστικότητας των χειρονομιών της καθημερινής ζωής, αυτή τη δυσκολία να διαχειριστούμε το γουρούνι που υπνώττει, ακόμη και αν το βαφτίσουμε με το όνομα του προπατορικού αμαρτήματος, αυτή τη βούληση ελέγχου του σώματος και του σεξ. Κατά βάθος, οι χίππηδες και οι σαλαφιστές είναι ξαδέλφια και δεν το ξέρουν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία …

 

balance-ton-porc

 

[1] «Balance [κατά λέξη: ζύγισε] ton porc» στη Γαλλία είναι το όνομα ενός σάιτ που δημιουργήθηκε για να επιτρέψει σε όσες γυναίκες θέλουν να καταγγέλλουν σεξουαλική κακοποίηση που υπέστησαν (κάτι ανάλογο με την καμπάνια metoo).

 

Ο Olivier Roy είναι ισλαμολόγος, διευθυντής ερευνών στον Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πρίνστον. Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στην LE MONDE στις 


Από:https://nomadicuniversality.com/2018/01/12/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%B9%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BD-%CE%B7-%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AC/

Αόρατοι 1…2…3…


Ο αγώνας γύρω απ’ την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας διαβάζουμε είναι κεντρικός στην μαρξιστική ανάλυση. Στο κεφάλαιο 10 του “Κεφάλαιου”, στον 1ο τόμο, ο Μαρξ κάνει μια χρονολόγηση των διάφορων τρόπων που χρησιμοποίησαν οι καπιταλιστές και τα κράτη για να επεκτείνουν τον ημερήσιο χρόνο εργασίας όσο περισσότερο ήταν δυνατόν, απ’ τα μέσα του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 19ου. Η αιτία ήταν απλή: όσο περισσότερες ώρες ήταν η εργάσιμη ημέρα, τόσο περισσότερο μπορούσαν να εκμεταλλεύονται τους εργάτες. Επειδή, μετά την πληρωμή ενός μισθού επιβίωσης, όλη η εργασία που γινόταν στη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας ήταν υπεραξία για τους εργοδότες.

Στον 19ο αιώνα, η παγκόσμια εργατική τάξη ενώθηκε γύρω απ’ την απαίτηση για λιγότερες ώρες δουλειάς. Καθώς ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν 16 ώρες την ημέρα, οι εργάτες πολέμησαν πρώτα για το 12ωρο, ύστερα για το 10ωρο και στο τέλος για το 8ωρο. Η Πρωτομαγιά κατάγεται απ’ την διεθνή εργατική εκστρατεία για την εργάσιμη ημέρα των 8 ωρών.

Ας πηδήσουμε στο τώρα. Πολλοί εργάτες εξακολουθούν να δουλεύουν υπερβολικά πολλές ώρες, μακρυά καθημερινά και εβδομαδιαία ωράρια, και εκβιασμένες υπερωρίες. Ταυτόχρονα, ένας εξίσου μεγάλος αριθμός εργατών βρίσκεται μπροστά στο αντίθετο: ελάχιστες ώρες εργασίας και αλλοπρόσαλλες αλλαγές στα ωράριά τους, που διαφοροποιούνται μέρα την ημέρα και βρομάδα τη βδομάδα.

Πρωτομαγιά του 1936, στη Ν.Υόρκη. Η τάξη μας είχε ακόμα την “σοφία” να απαιτεί μείωση του χρόνου εργασίας. Τι έγινε και επί τουλάχιστον 70 χρόνια παραιτηθήκαμε απ’ τον εργατικό έλεγχο πάνω στον εργάσιμο χρόνο, παραχωρώντας πλήρη ελευθερία στ’ αφεντικά; Τι έχει γίνει και κρατάμε τα κεφάλια βαθιά μέσα στην άμμο;

____________________________________________________________

Αόρατοι 2

 Είναι πικρό, πολύ πικρό, που σαν σύγχρονη εργατική τάξη βρισκόμαστε πιο πίσω απ’ ότι οι μακρινοί μας πρόγονοι του 19ου αιώνα· απ’ την άποψη της συναίσθησης, της συνείδησης, της πραγματικότητάς μας. Το ότι η συνείδηση “βελτιώνεται σταθερά με τα χρόνια και τους αιώνες” δεν είναι ιστορικός νόμος: στις αρχές του 21ου αιώνα συνειδητοποιούμε, πράγματι, πολύ λιγότερα απ’ όσα συνειδητοποιούσαν πολλοί και πολλές της τάξης μας πριν 150 χρόνια.

Εξηγήσεις γι’ αυτήν την μαζική ιστορική συνειδησιακή κατάρρευση μπορούν να βρεθούν· όχι, όμως, δικαιολογίες. Δεν φταίει η απουσία κάποιου Μαρξ· ούτε και τότε ήταν αναγκαίος (για να μην πούμε ότι ήταν, απλά, άγνωστος). Δεν φταίει, τουλάχιστον με γραμμικό και άμεσο τρόπο, ο ρόλος των κομμάτων και των συνδικάτων, μικρών και μεγάλων: το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της τάξης μας βρίσκεται έξω απ’ αυτές τις δομές του κράτους και του κεφάλαιου. Βρίσκεται, απ’ την άλλη, μέσα στην ομίχλη του μικροαστισμού και των ελπίδων (;) για ατομική διάσωση. Όμως ούτε κι αυτό μας φαίνεται επαρκής εξήγηση. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, κυκλική: αν καταλαβαίνεις τις σχέσεις εργασίας με ιδιωτικό τρόπο είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να καταλάβεις ποτέ το μονοπώλιο που έχουν αποκτήσει τα αφεντικά (τόσο σαν αφεντικά όσο και σαν ξεχωριστά άτομα) στη διαχείριση και στην κατανομή του χρόνου εργασίας· είσαι μικροαστός ιδεολογικά. Ταυτόχρονα όμως αν δουλεύεις (και πληρώνεσαι) στα όρια της φυσικής επιβίωσης (και πολύ μακρυά απ’ τα δεδομένα της σύγχρονης αξιοπρεπούς ζωής) θα μπορούσες να καταλάβεις…

____________________________________________________________

Αόρατοι 3

 Δεν έχει, όμως, νόημα να δείχνουμε την δυστυχία ελπίζοντας ότι μια τέτοια υπόδειξη μπορεί να γίνει επιχείρημα. Ενισχύει η δυστυχία (επειδή δικαιολογεί), τελικά, τις διάφορες μορφές πατερναλισμού. Είτε την εξάρτηση απ’ την οικογένεια, είτε την εξάρτηση απ’ τον εργοδότη, είτε την εξάρτηση απ’ τα κόμματα, τις πολιτικές προσόδους, τις περσόνες της όποιας εξουσίας. Συνήθως όλες μαζί.

Θα πρέπει, μάλλον, σαν σύγχρονοι εργάτες / εργάτριες, στο βαθμό που συνειδητοποιούμε την κατάστασή μας όχι σαν προσωπικές περιπτώσεις αλλά σαν ταξική καταβύθιση, να προβοκάρουμε δημόσια μία μία όλες εκείνες τις βεβαιότητες που καλωπίζουν την εθελοδουλειά του μικροαστισμού. Δείχνοντας άλλου την γελοιότητά τους κι αλλού την (συχνά κρυμένη) αποτυχία τους. Ένα “punk” σκέλος (και μόνο σκέλος) του εξαιρετικά μειοψηφικού με τις τωρινές συνθήκες εργατικού ανταγωνισμού, όχι με όρους αισθητικής αλλά σαν ρεσάλτο της κοινής λογικής. Η οποία λαθροβιώνει κάτω από στρώματα ιδιωτικών και δημόσιων φαντασιώσεων.

Με άλλα λόγια αυτό θα λεγόταν ιδεολογική αποδιάρθρωση…

____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-1/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-2/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/aorati-3/

Αλλού τα σαλιαρίσματα κι αλλού φοράν καπότες…


ΜΕΡΑ ΗΡΩΙΚΗ και πένθιμη για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, που πήγε να ξεδώσει σε οίκο ανοχής του Μεταξουργείου, μπήκε ξεσκούφωτος και βγήκε στρατηγός, με παράσημο!

Ω μαραμένο μανταλάκι, με τις ωραίες σον κόπιτσες, που κόβει την αλήθεια στη μέση κάθε ξημέρωμα!

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Όλες οι επιγραφές οι ξενόγλωσσες θα πρέπει ν’ ανατιναχτούν! Μπαμ και κάτω, χαμπουργκεροραγιάδες κερμτοεισπράχτορες. Δεν σουβλίστηκε ο Αθανάσιος Διάκος στην Αλαμάνα για να πουλάς εσύ σουβλάκι-πίτα-τζάιρος στις ανοργασμικές νοσοκόμες των βαρβάρων. Άρον τον μπεζαχτά σου και περιπατεί, υπνοβάτη των Βαλκανίων, φαυλοκόλακα των βλαχαδερών. Τα προσωνύμια της Παναγίας γιομίζουνε τόμους πολλούς, αλφαβητικώς κατανεμημένους. Πάρε τον δεύτερο! Στο γράμμα βου. Διάβασε το λήμμα: «Παναγία η Βουγιουκλοκομμένη», κοίτα και την εικόνα: φαίνεται καθαρά. Είναι γεμάτη εξανθήματα η συγκεκριμένη Παναγία. Και σε ρωτάω: είναι ευλογία ή ευλογιά; Μπορείς να μεταφέρεις στη δημοτική την ασθένεια και να την πεις αδύναμη; Ο ασθενής στη στενή στενάζει στενάχωρα. Μόνη του παρηγοριά, το τραγούδι από το διπλανό κελί: «Αν πας με άλλη, θα σου σπάσω το κεφάλι» που τραγουδάει ο πρεζέμπορας στον ανήλικο Αλβανό που τον κέρδισε στις διαπραγματεύσεις μετά την τελευταία εξέγερση με τον γενικό γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που τον έδιωξε ο υπουργός και άνοιξε ανηλικάδικο και νοικιάζει πιτσιρίκια στα δελτία ειδήσεων.

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Δούναι και λαβείν στον Δούναβη τον λαβωμένο, που κατεβάζει κατά κύματα τις ξενερωσιές του, με αποτέλεσμα να μας βαλσαμώνει κατά ζεύγη, κακήν-κακώς πολλαπλασιαζόμενα. Αν δεν αρπάξουμε βιαίως τα νεογνά από τις αδίσταχτες μάνες, πάει, το χάσαμε το παιχνίδι. Έχουνε μανία να τα μορφώσουνε, να τους δώσουνε εφόδια να βγάλουνε λεφτά επιστημονικά, ματωμένα. Γλώσσες, πιάνο, τένις, κολυμβητήριο. Τα περισσότερα από τα καημένα τα ανήλικα δεν αντέχουνε, γιατί και μια ωρίτσα ελεύθερη που τους μένει το βράδυ, τα αρπάζει από τη μούρη η τηλεόραση και τα μπουκώνει άγχος με πουτα- νιά, ανάμικτο. Είναι και τα παραμύθια μας που έχουνε αλλάξει με την τεχνολογία κι έχουνε γίνει αμφίδρομα. Το γοβάκι της Σταχτομπούτας μπορεί να το αρπάξει ο κάθε μόδιστρος με το ποντίκι του και να το φέρει στα μέτρα του. Έτσι παρασύρονται τα νεαρά πριγκιπόπουλα και ερωτεύονται τους Κωστέτσους. Μερικοί, που έχουνε προσβάσεις στις Τράπεζες με τα στερητικά, αρπάζουνε το άλφα χωρίς τον κύκλο προστασίας του, τον άραχλο, και τον κοτσάρουνε μπροστά τους, μοστράροντας τη νεοταξική τους υποδύναμη. Υποδύναμη, που καμία σχέση δεν έχει με τα άλογα, παρά μόνο με υποκλίσεις και υπογάστριες διεκδικήσεις. Ήξεις-αφήξεις στον καπιταλισμό, θα πήξεις, ψαρολαέ βασανισμένε, κουράδα της λίμπιντο.

Μη νομίζεις ότι σταματήσανε οι σταυροφορίες στις μέρες μας. Σφυροδρεπανοφορίες τις αντικαταστήσανε, και το δίκιο του εργάτη του πρώτου κόσμου βγάζει το λάδι του εργάτη του τρίτου κόσμου, γιατί οι κόσμοι είναι τρεις, σαν τα κακά της μοίρας μας.

Ο λαουτζίκος εκτονώνεται με ερωτικές στάσεις καθιστικές, όπως το καρεκλάτο, ενώ η εξουσία, ανέκαθεν, μας πετάει τα μάτια έξω με το τραπεζάτο. Πάνω στο τραπέζι, ο Πιτυοκάμπτης έβαζε τα θύματα του και τα τέντωνε με τα λυγισμένα κυπαρίσσια, και οι απόγονοι του, μελανοχίτωνες ιερείς, ανακηρύξανε το ίδιο τραπέζι άγιο, για να πάρουνε τη σκυτάλη οι σύγχρονοι τραπεζίτες με τις δοσοκλασίες, που τεμαχίζουνε τα λεφτά όπως ο χασάπης τα πρόβατα. Κλαίνε οι εικόνες της Παναγίας όταν έχει υγρασία ο τοίχος, κι όταν δεν έχει, στάζει με το σφουγγάρι του ο καντηλανάφτης. Μέχρι να πάρει ο λαός τα θαύματα στα χέρια του, και η καιόμενη βάτος να γίνει καιόμενο κράτος, ν’ αγαλλιάσει η ψυχή μας από την τσίκνα του.

Όπως πολύ ορθά αναφέρει ο Τσικ Νακασιάν στο δοκίμιο του Τα μούλικα με μαγουλάδες σαγηνεύουν τους μουλάδες, μάγουλα καίγανε στις θυσίες οι πολεμοχαρείς προγονοί μας. Μαγουλάκια μικρών παιδιών που τα γεννάγανε δούλες-μούλες από τη Φρυγία και τα ταΐζανε με φρύγανα και φρυγανιές, μέχρι να φτιάξουνε μαγουλάκι για να τα σφάξουνε. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην περιοχή της αρχαίας Μαγούλας στοιβάζουνε οι εξουσιαστές τα νεκρά αυτοκίνητα σήμερα. Εκατόμβες καβουρντισμένων παιδιών κρύβονται από κάτω.

Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.
Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.

Όλα αυτά τα ξέρουνε αρκετοί από τους αλβανούς μετανάστες στη χώρα μας, αλλά κάνουνε την πάπια για να μη χάσουνε τα πενιχρά τους μεροκάματα. Αναμεταξύ τους, βέβαια, τα συζητάνε και γελάνε πίσω από την πλάτη μας. Η πλάτη μας, όμως, από κατασκευής, είναι κούφια. Στην ουσία, δεν πρόκειται για πλάτη, μάρσιππος είναι, για το θηλυκό έτερον ήμισυ. Άμα βάλεις την πλάτη σου την κούφια, την κουτσομπόλα, στον τοίχο του καφενείου όπου συχνάζουνε οι Αλβανοί, γίνεται ηχείο και ακούς πεντακάθαρα τις συνωμοσίες τους. Οι Αλβανοί έχουνε σχέδιο αλώσεως των Αθηνών με τη συμπαράσταση ντόπιων παπάδων. Όταν σκάβουνε τους κήπους των επαύλεων, στα βόρεια προάστια, θάβουνε κοπριές χωνεμένες, εισαγωγής από το Κοσσυφοπέδιο. Και τα χασίσια που πουλάνε σε φτηνές τιμές, από το ίδιο υλικό έχουνε μέσα. Αυτή η κοπριά έχει μαγικές ιδιότητες. Ζωντανεύει το γκαζόν και αφρίζει σαν αρχαία γκαζόζα. Όταν ψηλώσει γύρω στους εφτά πόντους, γίνεται τερέν και γιομίζουνε τα παρτέρια νάνους χιονατομανείς. Με το πρώτο χιόνι ψοφάνε οι νάνοι, και φτου κι απ’ την αρχή.

Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι η καλύτερη επένδυση, εδώ που φτάσαμε, είναι τα αλβανικά ρέπος.

*Πηγή: Τζίμης Πανούσης, Πούστευε και μη ερεύνα, εκδόσεις opera, Αθήνα, 2005.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/01/14/%CF%84%CE%B6%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%8D-%CF%84%CE%B1-%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84/