LUCY IN THE SKY WITH DIAMONDS…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Πάντα θα υπάρχουν τουλάχιστον δύο στρατόπεδα: από τη μια το στρατόπεδο που θα υποστηρίζει πως «το τραγούδι μιλάει για τα ναρκωτικά» (ό,τι και να λέει το τραγούδι – δεν έχει την παραμικρή σημασία), και από την άλλη το στρατόπεδο που θα λέει πως το τραγούδι αφορά μια ερωτική ιστορία.

Αυτό έγραφε πρόσφατα σε αυτήν εδώ τη στήλη η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Ισχύει γενικά — και σίγουρα ισχύει για το Lucy in the sky with diamonds: Μόλις κυκλοφόρησε το Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band (1/6/1967), το BBC απέκλεισε το εν λόγω κομμάτι από το ραδιόφωνο, ως μια σαφή (σαφέστατη) αναφορά στα ναρκωτικά και, συγκεκριμένα, στο LSD. Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι η ακροστιχίδα παραπέμπει στο «διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος», όπως είναι η επιστημονική ονομασία — για να μην πούμε για το κορίτσι με τα καλειδοσκοπικά μάτια, τα λουλούδια, τους χαμογελαστούς ανθρώπους παντού κ.ο.κ. Έλα όμως που ο Τζον Λένον ισχυρίστηκε κατ’ επανάληψη ότι όχι βρε παιδιά, απλώς ήρθε μια μέρα ο γιος μου ο Τζούλιαν από το σχολείο και είχε ζωγραφίσει τη συμμαθήτριά του τη Λούσυ στον ουρανό, ανάμεσα σε διαμάντια, και είχε δώσει στη ζωγραφιά τον τίτλο: Lucy in the sky with diamonds.

Την ιστορία αργότερα επιβεβαίωσαν οι άμεσα εμπλεκόμενοι, τουτέστιν ο Τζούλιαν και η Λούσυ. Η επίμαχη ζωγραφιά του Τζούλιαν, στην εικόνα εξωφύλλου αυτής εδώ της ανάρτησης.

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2018/01/03/lucy-in-the-sky-with-diamonds/

Ο Πικάσο για τους συναδέλφους του – από τον Ελ Γκρέκο μέχρι τον Σεζάν…


από 

Στο βιβλίο Pablo Picasso – Σκέψεις για την Τέχνη (εκδ. Printa, 2002), συγκεντρώνονται σκέψεις του Πικάσο για διάφορα θέματα, περισυλλεγμένες από συνεντεύξεις και συζητήσεις του ζωγράφου στη διάρκεια πολλών ετών. Εδώ διαλέγουμε τις σκέψεις του για άλλους ζωγράφους, όπως βρίσκονται κυρίως στο κεφάλαιο «Οι συνάδελφοι», αλλά και αλλού.

Βαν Γκογκ

Στην εποχή μας βρισκόμαστε στη δυσάρεστη κατάσταση να μην ισχύει πια καμία τάξη πραγμάτων ούτε να διαθέτουμε καλλιτεχνικό κανόνα που να επιβάλλει ορισμένες αρχές στην καλλιτεχνική παραγωγή. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Αιγύπτιοι είχαν τις δικές τους αρχές. Από τον καλλιτεχνικό κανόνα που καθόριζαν οι αρχές αυτές δεν μπορούσε να ξεφύγει κανείς, γιατί το λεγόμενο Ωραίο περιεχόταν σ’ αυτές εξ ορισμού. Από τη στιγμή όμως που η τέχνη έχασε την επαφή της με την παράδοση κι εκείνη η χειραφέτηση που έφερε ο Ιμπρεσιονισμός επέτρεψε στον κάθε ζωγράφο να κάνει ό,τι θέλει, απ’ τη στιγμή εκείνη είχε έλθει το τέλος της ζωγραφικής. Από τη στιγμή που έγινε αποδεκτό ότι το συναίσθημα και η συγκίνηση του ζωγράφου είναι το παν και ότι ο καθένας μπορεί να δημιουργεί εκ νέου τη ζωγραφική, έτσι όπως αυτός την κατανοεί, όποια κι αν είναι η αφετηρία του, απ’ τη στιγμή εκείνη έπαψε πια να υπάρχει ζωγραφική. Συνέχισαν να υπάρχουν μόνον άτομα. Η γλυπτική πέθανε κι αυτή με τον ίδιο τρόπο.

Ξεκινώντας από τον Βαν Γκογκ, όλοι μας, όσο μεγάλοι ζωγράφοι κι αν θεωρούμαστε, είμαστε έως ένα βαθμό αυτοδίδακτοι, θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς ότι είμαστε ναίφ ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι δεν ζουν πια μέσα στο πλαίσιο μίας παράδοσης κι έτσι ο καθένας μας οφείλει ν’ ανακαλύψει εξαρχής όλα τα εκφραστικά του μέσα. Κάθε μοντέρνος ζωγράφος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εφεύρει αυτή τη γλώσσα από το Α ως το Ω. Κανένα κριτήριο δεν μπορεί να ισχύσει a priori στην περίπτωσή του, γιατί δεν πιστεύουμε πια σε αυστηρά καθορισμένα μέτρα. Υπό μίαν έννοια αυτό συνιστά απελευθέρωση, ταυτοχρόνως όμως είναι κι ένας απίστευτος περιορισμός, γιατί όταν αρχίζει να εκφράζεται η ατομικότητα του καλλιτέχνη, τότε αυτός χάνει στο επίπεδο της οργάνωσης ό,τι κερδίζει στο επίπεδο της ελευθερίας. Κι όταν δεν είσαι πια σε θέση να υποτάξεις τον εαυτό σου σε κάποια οργάνωση, τότε έχεις κατά βάση ένα σοβαρό μειονέκτημα.

*

Ο Σεζάν και ο Βαν Γκογκ ούτε μία στιγμή δεν είχαν σκοπό να φτιάξουν αυτό που εμείς σήμερα βλέπουμε στο έργο τους. Ήθελαν μόνο να είναι πιστοί σ’ αυτό που έβλεπαν. Κατέβαλαν γι’ αυτό πολύ μεγάλες προσπάθειες και όλα αυτά που ζωγράφισαν τόσο όμορφα, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, τα έκαναν έτσι, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούσαν να τα κάνουν αλλιώς, κι έτσι έγιναν Σεζάν και Βαν Γκογκ.

*

Δεν μπορούμε να εναντιωθούμε στη φύση. Είναι πιο δυνατή και από τον πιο δυνατό άνθρωπο! Έχουμε κάθε συμφέρον να τα πηγαίνουμε καλά μαζί της. Μπορούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας κάποιες ελευθερίες, μόνο όσον αφορά στις λεπτομέρειες, όμως. Αυτό που ελκύει τόσο πολύ το ενδιαφέρον μας πάνω της, είναι η ανησυχία του Σεζάν: αυτή είναι η διδαχή του Σεζάν! Και τα βάσανα του Βαν Γκογκ – αυτά είναι το αληθινό δράμα του ανθρώπου! Όλα τ’ άλλα είναι ψέματα.

*

Ραφαήλ

Λέγεται για μένα ότι ζωγραφίζω καλύτερα από τον Ραφαήλ, και πιθανώς να ισχύει αυτό. Μπορεί να ζωγραφίζω καλύτερα, αλλά ακόμη κι αν ζωγραφίζω το ίδιο καλά με τον Ραφαήλ, έχω τουλάχιστον το δικαίωμα να επιλέξω το δρόμο μου μόνος μου και θα ’πρεπε να μου αναγνωρίζουν αυτό το δικαίωμα. Κι όμως, μου το αρνούνται…

*

Μιχαήλ Άγγελος

Λατρεύω να χάνομαι απορροφημένος στο έργο του Μιχαήλ Αγγέλου, όπως σε μια πλούσια και τεράστια οροσειρά.

*

Φανταστείτε τον Μιχαήλ Άγγελο να πηγαίνει να φάει σε κάποιους φίλους του και αυτοί να τον υποδέχονται λέγοντάς του: «Μόλις παραγγείλαμε να μας ετοιμάσουν έναν πολύ ωραίο μπουφέ σε στυλ Αναγέννησης, εμπνευσμένο από τον “Μωυσή” σας!». Θα βλέπατε τότε τα μούτρα του Μιχαήλ Αγγέλου!

*

Βελάσκεθ και Ρούμπενς

Ο Βελάσκεθ μάς κληροδότησε την άποψή του για τους ανθρώπους της εποχής του. Σίγουρα ήταν διαφορετικοί απ’ ό,τι τους ζωγράφισε, ωστόσο δεν μπορούμε να φανταστούμε κανέναν άλλο Φίλιππο Δ’, εκτός από εκείνον που ζωγράφισε ο Βελάσκεθ. Ο Ρούμπενς ζωγράφισε και αυτός ένα πορτρέτο του ίδιου βασιλιά, αλλά στο πορτρέτο του Ρούμπενς φαίνεται ν’ απεικονίζεται ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Πιστεύουμε τον Φίλιππο του Βελάσκεθ, γιατί αυτός μας πείθει για το δικαίωμά του στην εξουσία.

*

Γκρέκο

Έχω ήδη δει κάποια από τα έργα του Γκρέκο, τα οποία με συγκλόνισαν βαθύτατα… Τότε ήταν που αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι στο Τολέδο, και αυτό μου άφησε μια πολύ έντονη εντύπωση… Αν τα πρόσωπα της Γαλάζιας περιόδου μου έχουν κάποια ιδιαίτερη πλαστικότητα, τότε μάλλον αυτό το οφείλουν στην επιρροή που άσκησε πάνω μου ο Γκρέκο.

*

Αυτό που μου αρέσει πραγματικά στον Γκρέκο, είναι τα πορτρέτα του. Αυτοί οι κύριοι με τα μυτερά γενάκια. Οι θρησκευτικοί του πίνακες – η Παρθένος, η Αγία Τριάδα – είναι πολύ ιταλικοί, καθαρά διακοσμητικοί. Ενώ τα πορτρέτα! Γι’ αυτό άλλωστε προτιμώ τους Γερμανούς ζωγράφους από τους Ιταλούς. Αυτοί, τουλάχιστον, ήταν ρεαλιστές.

*

Ντελακρουά

Πικάσο: Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε, άραγε, ο Ντελακρουά αν έβλεπε αυτούς τους πίνακες (Les Femmes d’ Alger).

Daniel Henry Kahnweiler: Νομίζω ότι θα καταλάβαινε.

Πικάσο: Ναι, έτσι νομίζω κι εγώ. Θα του έλεγα: «Σκέφτεστε τον Ρούμπενς, και κάνετε Ντελακρουά. Έτσι κι εγώ, σκέφτομαι εσάς και κάνω κάτι διαφορετικό».

*

Σεζάν

Αυτό που έκανε ο Σεζάν με την πραγματικότητα, ήταν πολύ πιο προοδευτικό απ’ ό,τι η ατμομηχανή.

*

Δεν είμαστε αρκετά προσεκτικοί. Ο Σεζάν είναι Σεζάν, γιατί παρατηρεί με ακρίβεια τι έχει μπροστά του, όταν στέκεται μπροστά από ένα δέντρο. Παρατηρεί αδιάκοπα, όπως ο κυνηγός το θήραμά του… Ένας πίνακας συχνά δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυτό… Πρέπει να βάλουμε μέσα ολόκληρη την προσοχή μας…

*

Αν γνωρίζω τον Σεζάν! Είναι ο ένας και μοναδικός μου δάσκαλος! Νομίζετε ότι απλώς έχω δει τους πίνακές του… Έχω περάσει χρόνια και χρόνια μελετώντας τους… Ο Σεζάν! Ήταν σαν πατέρας όλων μας! Αυτός μας προστάτευε…

*

Τιντορέτο και Σεζάν

Υπάρχει το εξής μεγαλειώδες στη σύγχρονη τέχνη. Ένας ζωγράφος σαν τον Τιντορέτο ξεκινά τον πίνακά του, συνεχίζει να δουλεύει πάνω σ’ αυτόν και στο τέλος, όταν καλύψει ολόκληρο το καναβάτσο, ο πίνακας είναι έτοιμος.

Ας πάρουμε, απεναντίας, έναν πίνακα του Σεζάν (αυτό φαίνεται ακόμη καλύτερα στις ακουαρέλες του): μόλις βάλει μια πινελιά, υπάρχει ήδη πίνακας.

Λεζέ και Ματίς

Ο Λεζέ βάζει τα χρώματά του στην απαραίτητη ποσότητα κι έτσι όλα εκπέμπουν την ίδια ακτινοβολία. Μπορεί να μην υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο σ’ αυτό, αλλά ενδέχεται να στεκόμαστε μία ολόκληρη ώρα μπροστά σε έναν πίνακά του και να μη συμβεί τίποτε, μετά το σοκ που νιώσαμε τις πρώτες στιγμές. Στο έργο του Ματίς αντίθετα, οι δονήσεις τις οποίες προκαλεί ο συνδυασμός ενός ορισμένου βιολετί με ένα ορισμένο πράσινο, φτιάχνουν ένα τρίτο χρώμα. Αυτό είναι ζωγραφική. Όταν ο Ματίς σχεδιάζει μία γραμμή πάνω σ’ ένα κομμάτι λευκό χαρτί, αυτή δεν μένει μια απλή γραμμή, γίνεται κάτι περισσότερο. Είναι κάτι σαν μεταμόρφωση κάθε επιμέρους στοιχείου, η οποία δημιουργεί το Όλον. Όταν ο Λεζέ σχεδιάζει μία γραμμή, αυτή μένει για πάντα αυτό και μόνο: μία γραμμή πάνω σ’ ένα λευκό κομμάτι χαρτί.

*

Ματίς

Ο Ματίς έχει γερά πνευμόνια. Και μ’ αυτό εννοώ τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το χρώμα. Αν βρούμε στο έργο του Ματίς τρεις τόνους που είναι κοντά ο ένας στον άλλο (ας πούμε πράσινο, βιολετί και τυρκουάζ), θα διαπιστώσουμε ότι ο συνδυασμός τους προκαλεί ένα άλλο χρώμα, το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το χρώμα. Είναι η γλώσσα των χρωμάτων, όπως λέμε. Ο Ματίς έλεγε: «Πρέπει να αφήνουμε σε κάθε χρώμα ένα περιθώριο επέκτασης». Στο σημείο αυτό συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Το χρώμα, δηλαδή, είναι κάτι που εκτείνεται πέρα απ’ τα όριά του. Αν περιορίσεις, ας πούμε, το χρώμα στο εσωτερικό μιας τεθλασμένης μαύρης γραμμής, το καταστρέφεις, τουλάχιστον από τη σκοπιά της γλώσσας των χρωμάτων, γιατί του αφαιρείς τις δυνατότητες επέκτασης. Δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζεται ένα χρώμα μέσα στο περίγραμμα μιας συγκεκριμένης μορφής. Δεν είναι καν επιθυμητό κάτι τέτοιο. Αντίθετα, εκείνο που είναι σημαντικό, είναι η δυνατότητά του να επεκτείνεται. Μόλις φτάσει σ’ ένα σημείο, που είναι έστω και λίγο πιο πέρα από τα όριά του, δρα αμέσως αυτή η δύναμη επέκτασης και προκύπτει αυτόματα ένα είδος ουδέτερης ζώνης, στην οποία θα εισχωρήσει και το γειτονικό χρώμα, όταν κι αυτό φτάσει στα όρια της δικής του επέκτασης. Τη στιγμή εκείνη μπορούμε να πούμε ότι το χρώμα αναπνέει. Έτσι ζωγραφίζει ο Ματίς και γι’ αυτό είπα: «Ο Ματίς έχει γερά πνευμόνια».

*

Ο Ματίς ζωγραφίζει κάτι, μετά το αντιγράφει… Το αντιγράφει πέντε, δέκα φορές, αφαιρώντας κάθε φορά τις περιττές γραμμές… Είναι πεπεισμένος ότι το τελευταίο σχέδιο, το πιο απλοποιημένο, θα είναι και το καλύτερο, το πιο καθαρό, το πιο καθοριστικό. Συνήθως όμως, το καλύτερο σχέδιο ήταν το πρώτο… Όσον αφορά στο σχέδιο, τίποτα δεν είναι καλύτερο από την πρώτη απόπειρα.

*

Δεν τον βλέπω συχνά τον Ματίς. Έχω ακούσει ότι είναι άρρωστος, φοβάμαι μήπως τον ενοχλήσω, δουλεύει πάντοτε σκληρά. Ο Ματίς όμως ξέρει ότι δεν μπορώ να μην τον σκέφτομαι. Ανάμεσά μας υπάρχει το κοινό μας έργο για τη ζωγραφική: ό,τι και να κάνουμε, αυτό το έργο μάς ενώνει.

*

Μπονάρ και Ματίς

Όταν ο Μπονάρ ζωγραφίζει έναν ουρανό, τον ζωγραφίζει αρχικά με μπλε, όπως περίπου φαίνεται ο ουρανός. Στη συνέχεια τον παρατηρεί κάπως περισσότερο και ανακαλύπτει και λίγο βιολετί μέσα του, προσθέτει λοιπόν μια ή δύο πινελιές βιολετί, έτσι για σιγουριά. Έπειτα βλέπει ότι ο ουρανός έχει μάλλον και λίγο ροζ. Γιατί να μη βάλει λοιπόν και λίγο ροζ; Το αποτέλεσμα είναι ένα ποτ πουρί αναποφασιστικότητας.

Αν κοιτάξει για αρκετή ώρα, θα φτάσει στο σημείο να προσθέσει και λίγο κίτρινο, αντί ν’ αποφασίσει επιτέλους πώς πρέπει να δείχνει ο ουρανός. Έτσι όμως δεν μπορούμε να ζωγραφίζουμε. Η ζωγραφική δεν είναι ζήτημα ευαισθησίας. Το ζήτημα εδώ είναι να σφετεριστούμε την εξουσία της φύσης, να της πάρουμε τη δύναμη και όχι να περιμένουμε απ’ αυτήν να μας δώσει πληροφορίες και καλές συμβουλές. Γι’ αυτό μ’ αρέσει ο Ματίς. Ο Ματίς έχει πάντα την ικανότητα να σκέφτεται καλά πριν καταλήξει στην επιλογή των χρωμάτων του. Ανεξάρτητα από το αν παραμένει κοντά στη φύση ή αν απομακρύνεται απ’ αυτή, έχει πάντοτε την ικανότητα να γεμίζει πλήρως μία επιφάνεια με ένα και μοναδικό χρώμα, απλώς και μόνο γιατί αυτό ταιριάζει με τα υπόλοιπα χρώματα του πίνακα και όχι επειδή ο ίδιος διαθέτει κάποια ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη αίσθηση της πραγματικότητας. Όταν ο Ματίς πιστεύει ότι ο ουρανός πρέπει να είναι κόκκινος, βάζει ένα αυθεντικό κόκκινο και τίποτε άλλο, πράγμα που είναι απολύτως σωστό, γιατί και το ανοίκειο των υπολοίπων χρωμάτων του πίνακα θα το εναρμονίσει με αυτό το κόκκινο. Θα μεταγράψει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του πίνακα σε μια αρκούντως ισχυρή χρωματική κλίμακα και, στο τέλος, η συμφωνία όλων των χρωμάτων θα καταστήσει περισσότερο αισθητή την ένταση του κόκκινου. Έτσι, λοιπόν, η συνολική χρωματική κλίμακα της σύνθεσης είναι αυτή που επιτρέπει την εκκεντρικότητα. Ο Βαν Γκογκ υπήρξε ο πρώτος που μας αποκάλυψε αυτό το πεδίο εντάσεων. «Στήνω ένα κίτρινο» έλεγε.

Βλέπουμε, για παράδειγμα, ένα χωράφι με στάχυα. Στην πραγματικότητα δεν μπορείς να πεις ότι είναι καθαρό κίτρινο. Από τη στιγμή που ένας ζωγράφος βάλει στο μυαλό του να καθορίζει μόνος του, αυθαίρετα, τα χρώματά του, και χρησιμοποιήσει ένα χρώμα το οποίο δεν βρίσκεται μέσα στην παλέτα της φύσης αλλά έξω απ’ αυτήν, τότε θα χρησιμοποιήσει και για τα υπόλοιπα τμήματα του πίνακα χρώματα και συνδυασμούς που έχουν απαλλαγεί από τον ζουρλομανδύα της φύσης. Και αυτό ακριβώς κάνει έναν ζωγράφο ενδιαφέροντα. Και μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι ο Μπονάρ δεν είναι ενδιαφέρων. Δεν θα ’θελα να με αγγίζει συναισθηματικά ο Μπονάρ.

Ο Μπονάρ στην πραγματικότητα δεν είναι καν σύγχρονος ζωγράφος: υποτάσσεται στη φύση, δεν την υπερβαίνει ποτέ. Στο έργο του Ματίς το γεγονός της υπέρβασης της φύσης είναι απόλυτα εμφανές. Ο Μπονάρ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας Νεο-ιμπρεσσιονιστής ανάμεσα σε άλλους Νεο-ιμπρεσσιονιστές. Είναι ένας decadent[1]. Βρίσκεται στο τέρμα μίας εξέλιξης, όχι στο ξεκίνημα μίας νέας. Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, διαθέτει κάπως μεγαλύτερη ευαισθησία απ’ ό,τι μερικοί άλλοι ζωγράφοι, το βλέπω ως ένα επιπλέον ελάττωμά του. Αυτή η υπερβολική δόση ευαισθησίας τον κάνει να γοητεύεται από πράγματα τα οποία απλώς δεν θα έπρεπε να γοητεύουν.

Κάτι ακόμη με κάνει να είμαι εναντίον του Μπονάρ: ο τρόπος με τον οποίο γεμίζει την επιφάνεια του πίνακα, σαν να πρόκειται για ενιαίο χρωματικό πεδίο, μ’ ένα είδος τρέμουλου μόλις και μετά βίας αντιληπτού, πινελιά προς πινελιά, εκατοστό προς εκατοστό, χωρίς, όμως, οποιαδήποτε αντίθεση. Ποτέ δεν τοποθετεί μαύρο απέναντι σε άσπρο, τετράγωνο απέναντι σε κύκλο, γωνία απέναντι σε καμπύλη. Είναι μια επιφάνεια πλήρως ενορχηστρωμένη, δομημένη κατά τρόπο ώστε να λειτουργεί ως οργανικό σύνολο, χωρίς όμως ούτε μία στιγμή να μας ξαφνιάζει η παραφωνία μιας έντονης αντίθεσης.

Σαγκάλ

Όταν πεθάνει ο Ματίς, ο Σαγκάλ θα είναι ο μόνος εναπομείνας ζωγράφος ο οποίος θα εξακολουθεί να γνωρίζει τι σημαίνει χρώμα. Δεν τρελαίνομαι ακριβώς για τους κόκορες και τα γαϊδουράκια του, για τα ιπτάμενα βιολιά και ολόκληρο το φολκλόρ, τους πίνακές του ωστόσο τους ζωγραφίζει πραγματικά, δεν τους μουντζουρώνει απλώς. Μερικοί από τους τελευταίους πίνακές του, αυτοί που ζωγράφισε στη Vence[2], μ’ έπεισαν για το ότι, μετά από τον Ρενουάρ, δεν υπήρξε κανένας άλλος με τέτοια αίσθηση του φωτός, όπως ο Σαγκάλ.

[1] decadent: παρακμιακός ή παρηκμασμένος.

[2] Vence: Μικρή πόλη της Νότιας Γαλλίας κοντά στη Νίκαια.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2018/01/02/%CE%BF-%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%83%CE%BF-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CF%8C/

Η κρίση αύξησε την παιδική θνησιμότητα και στην Ελλάδα…


του Αλέκου Αναγνωστάκη

Η κρίση αύξησε την παιδική θνησιμότητα και στην Ελλάδα, του Αλέκου Αναγνωστάκη

Τα παιδιά  εν τέλει  δεν είναι ιδιοκτησία κανενός: Δεν είναι ούτε ιδιοκτησία των γονέων τους, ούτε ιδιοκτησία της κοινωνίας. Δεν ανήκουν παρά στην μελλοντική τους ελευθερία.

Αυτά σημειώνει, επηρεασμένος  από τον Ντοστογιέφσκι, ο Μ. Μπακούνιν.

Αναφερόμαστε λοιπόν για ορισμένους από τους όρους που επιδρούν στη  μελλοντική ελευθερία των παιδιών.

Σύμφωνα με τα διεθνή ιατρικά στάνταρντ και την τελευταία έκθεση της UNICEF με τον τίτλο «Οι Πρώτες Στιγμές Μετράνε για Κάθε Παιδί», τρεις πολιτικές βοηθούν να διασφαλιστεί ο χρόνος και οι πόροι που χρειάζονται οι γονείς για να υποστηρίξουν την υγιή ανάπτυξη της ευφυΐας των μικρών παιδιών τους.

Οι πολιτικές αυτές αφορούν: πρώτο, «τη θέσπιση δίχρονης δωρεάν προσχολικής εκπαίδευσης», δεύτερο, «τα αμειβόμενα διαλείμματα για το μητρικό θηλασμό κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών της ζωής ενός παιδιού και έξι μήνες αμειβόμενης άδειας μητρότητας» και τρίτο «τέσσερις εβδομάδες άδειας πατρότητας». Τα μέτρα αυτά «βοηθούν στη θεμελίωση της βέλτιστης ανάπτυξης στην πρώιμη παιδική ηλικία».

Η έκθεση υπενθυμίζει πως «οι επενδύσεις στα πρώτα χρόνια των παιδιών σήμερα αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη στο μέλλον. Κάθε 1 ευρώ που επενδύεται σε προγράμματα που υποστηρίζουν το μητρικό θηλασμό αποφέρει 35 ευρώ ως απόδοση. Και κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στην πρώιμη παιδική φροντίδα και εκπαίδευση για τα πιο ευάλωτα παιδιά μπορεί να αποφέρει απόδοση έως και 17 ευρώ».

 

Η έκθεση σημειώνει ότι 15 χώρες παγκοσμίως  εγγυώνται και τις τρεις αυτές πολιτικές, ανάμεσα τους  η Κούβα, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ρωσία και η Σουηδία.

Ταυτόχρονα επισημαίνεται πως  περίπου 85 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών ζουν σε 32 χώρες που δεν προσφέρουν τις τρεις προαναφερθείσες κρίσιμες πολιτικέςγια την υποστήριξη της πρώιμης ανάπτυξης της ευφυΐας των παιδιών.

Το 40% αυτών των παιδιών ζουν σε δύο μόνο χώρες – το Μπαγκλαντές και τις Ηνωμένες Πολιτείες!

Ακόμη χειρότερα, 32 χώρες – που φιλοξενούν το 1 στα 8 παιδιά κάτω των 5 ετών σε όλο τον κόσμο – δεν έχουν θεσπίσει καμία από τις πολιτικές αυτές!

 

«Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχουν τα παιδιά; Είναι το μυαλό τους. Αλλά δεν φροντίζουμε τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών με τον τρόπο που φροντίζουμε τα σώματά τους – ειδικά στην πρώιμη παιδική ηλικία, όταν η επιστήμη δείχνει ότι η ευφυΐα και το μέλλον των παιδιών διαμορφώνονται ταχύτατα», δήλωσε ο  Άντονι Λέικ, εκτελεστικός Διευθυντής της UNICEF.

«Πρέπει να κάνουμε περισσότερα ώστε να προσφέρουμε στους γονείς και σε αυτούς που φροντίζουν μικρά παιδιά την υποστήριξη που χρειάζονται κατά τη διάρκεια αυτής της πιο κρίσιμης περιόδου ανάπτυξης του νου».

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών περνούν τα χρόνια εκπαίδευσης και διαμόρφωσής τους σε μη ασφαλές και χωρίς ερεθίσματα περιβάλλον:

·        Περίπου 75 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών ζουν σε περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, αυξάνοντας τον κίνδυνο τοξικού στρες, το οποίο μπορεί να εμποδίσει τις εγκεφαλικές κυτταρικές συνδέσεις στην πρώιμη παιδική ηλικία.

·        Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κακή διατροφή, το ανθυγιεινό περιβάλλον και οι ασθένειες, έχουν αφήσει 155 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 5 ετών καχεκτικά, γεγονός που εμποδίζει το σώμα και το νου τους να αναπτυχθούν στο μέγιστο δυναμικό τους.

·        Το ένα τέταρτο όλων των παιδιών ηλικίας 2 έως 4 ετών σε 64 χώρες δεν συμμετέχουν σε δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για τη νοητική ανάπτυξη, όπως το παιχνίδι, η ανάγνωση και το τραγούδι.

·        Περίπου 300 εκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως ζουν σε περιοχές όπου ο αέρας είναι τοξικός, ενώ έρευνα δείχνει ότι μπορεί να βλάψει τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών.

Η αποτυχία να προστατέψουμε τα πλέον ευάλωτα παιδιά και να τους προσφέρουμε αναπτυξιακές ευκαιρίες στην πρώιμη ηλικία, υπονομεύει τη δυνητική ανάπτυξη ολόκληρων κοινωνιών και οικονομιών, προειδοποιεί η έκθεση, επικαλούμενη μια μελέτη που διαπίστωσε πως τα παιδιά από φτωχά νοικοκυριά που είχαν ευκαιρίες παιχνιδιού και πρώιμης μάθησης σε νεαρή ηλικία, κέρδιζαν κατά μέσο όρο 25% περισσότερα χρήματα ως ενήλικες από όσα δεν είχαν.

Επικρατεί η άποψη πως σε χώρες υψηλού εισοδηματικού επιπέδου τα πράγματα είναι ρόδινα.

Είναι γεγονός πως σε ορισμένα ζητήματα, όπως η βρεφική θνησιμότητα, η ανθρωπότητα γενικά έχει κάνει άλματα: από 15,2%0 που ήταν το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας  το 1950 – 55 έπεσε στο 7,4%0 το 1980 -1985 και στο 04,3%0 το 2010 – 15.

Ως ζωντανή γέννηση ορίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας  η γέννηση οποιουδήποτε ανθρώπινου όντος που δείχνει σημεία αυτοδύναμης ζωής, που περιλαμβάνουν την αναπνοή, την εκούσια μυϊκή κίνηση και τον καρδιακό παλμό.

 

Να σημειωθεί πως η Κούβα, η οποία  παρέχει ιατρική υποστήριξη σε 67 χώρες, έχει σήμερα τη χαμηλότερη παιδική θνησιμότητα στην ιστορία της, 4,1 στις χίλιες γεννήσεις ή 35 λιγότερες απώλειες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής από ότι την αντίστοιχη περίοδο του 2016.

Ωστόσο παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε αρκετούς δείκτες σε πολλές χώρες εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ανισότητες αναμεταξύ ακόμη και των πλούσιων χωρών.

Όπως  αναφέρει η τελευταία έκθεση που δημοσίευσε το Ερευνητικό Κέντρο Innocenti της UNICEF με τίτλο «Οικοδομώντας το Μέλλον: Τα Παιδιά και οι Στόχοι για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη στις Πλούσιες Χώρες» 1 στα 5 παιδιά στις χώρες υψηλού εισοδήματος ζει σε σχετική εισοδηματική φτώχεια και κατά μέσο όρο το 1 στα 8 αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια.

«Τα υψηλότερα εισοδήματα δεν οδηγούν αυτομάτως σε βελτίωση των αποτελεσμάτων για όλα τα παιδιά και μπορεί πράγματι να συνοδεύονται από εμβάθυνση των ανισοτήτων» υπογραμμίζεται.
Αξιοπρόσεκτο είναι το σημείο που αναφέρει πως «ακόμα και στις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας και της Φινλανδίας, περίπου το ένα πέμπτο των 15χρονων δεν φτάνει τα ελάχιστα επίπεδα επάρκειας στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες».

 

Καλύτερες επιδόσεις στη βασική ικανότητα στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες εμφανίζουν οι χώρες Εσθονία (83,1%), Ιαπωνία (82,4%), Φινλανδία (81,4%) και χειρότερες η Τουρκία (40,7%), Ρουμανία (45,5%), Χιλή (47%). Υψηλότερη συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση εμφανίζουν Μάλτα και Ισραήλ (99,9%), Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία (99,8%), Ισπανία (99,3%) και χαμηλότερη η Τουρκία (72,7%), Αυστραλία (80,3%), Πολωνία (89,3%).

Ειδικά στο ζήτημα της εισοδηματικής φτώχειας στην Ελλάδα το 25,5% των παιδιών ζουν σε σχετική εισοδηματική φτώχεια και το 39% σε πολυδιάστατη φτώχεια. 

Τα χαμηλότερα ποσοστά στον πίνακα σχετικής εισοδηματικής φτώχειας εμφανίζονται σε Δανία (9,2%), Ισλανδία (10%), Νορβηγία (10,2%). Στη χειρότερη θέση η Ρουμανία (39,3%), Ισραήλ (36,1%), Τουρκία (31,8%).

 

Αντίστοιχα τα χαμηλότερα ποσοστά του πίνακα για την πολυδιάστατη φτώχεια απολαμβάνουν η Ελβετία (11%), Φινλανδία (12%) και Ολλανδία (13%). Στην χειρότερη θέση βρίσκονται Ρουμανία (85%), Βουλγαρία (77%), Ουγγαρία (58%).

Στην Ελλάδα, η οποία κατατάσσεται στην 31η θέση από τις 41 χώρες της ΕΕ/ΟΟΣΑ, δεν είναι απροσδόκητο το ερευνητικό εύρημα ότι «η σωματική υγεία των παιδιών έχει επηρεαστεί αρνητικά από την οικονομική κρίση«, το ποσοστό των γεννήσεων παιδιών χαμηλού βάρους (κάτω από 2,5 κιλά) στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 19% την περίοδο 2008-2010, γεγονός που συνδέεται με μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών.

Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία που δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ, έχει ανακοπεί η μακροχρόνια τάση μείωσης της παιδικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών έως 1 έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων). Συγκεκριμένα, η παιδική θνησιμότητα αυξήθηκε από 2,65 το 2008 σε 3,75 το 2012.

 

«Αν δεν επενδύσουμε τώρα στα πιο ευάλωτα παιδιά και οικογένειες, θα συνεχίζουμε στο φαύλο κύκλο της μειονεξίας και της ανισότητας από γενιά σε γενιά.

Από ζωή σε ζωή, από τη μια χαμένη ευκαιρία στην άλλη, διευρύνουμε το χάσμα μεταξύ αυτών που έχουν και αυτών που δεν έχουν και υπονομεύουμε μακροπρόθεσμα τη δύναμη και τη σταθερότητά μας» υπογραμμίζει  ο Άντονι Λέικ.

Η θετική αναστροφή αυτής της κοινωνικής κατάστασης βρίσκεται στα ίδια τα χέρια των εργαζομένων και στη θετική συγκρότηση του υποκειμένου της σύγχρονης εργατικής πολιτικής. Ο λόγος λοιπόν και η Πράξη, συλλογική και προσωπική, αυτό το σκοπό έχει, αυτή την επιδίωξη αξίζει να  υπηρετεί.

_____________________________________________________________

Aπό:https://www.kommon.gr/koinonia/item/1790-crisi-kai-pediki-thnisimotita

«Πεθαίνοντας στα τριάντα», ίσως ζήσεις για πάντα…


Του Abraham Gefuropoulos

Αφήστε για μία στιγμή στην άκρη τη ρουτίνα της καθημερινότητάς σας και ελάτε να μου κάνετε συντροφιά σε ένα ταξίδι στη μνήμη, πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της φαντασίας.

Κλείνουμε τα μάτια απερίσπαστοι από το άγχος της καπιταλιστικής «καταξίωσης», που ως άλλος χωροφύλακας λύνει και δένει στα εσωτερικά του νου μας, νουθετώντας και διατάσσοντας συνεχώς εντολές και μεταφερόμαστε πολλά χρόνια στο παρελθόν, σε μία χαμένη αθωότητα της νιότης μας. Σε μία εποχή που το αίμα μας έβραζε και η καρδιά έθετε ολόκληρο το σώμα σε κίνηση, αφήνοντας τη λογική στο ρόλο του φτωχού πλην τίμιου συγγενή.

Βρισκόμαστε στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου και Λυκείου. Παρατηρούμε έκπληκτοι ότι τα πράγματα και ο κόσμος γύρω μας δεν είναι όπως μας τον περιγράφουν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας, οι γονείς και τα ΜΜΕ, το αντίθετο μάλιστα. Ο κόσμος είναι σαθρός και ολισθαίνει ολοταχώς προς την καταστροφή, σε μία ολική κρίση αξιών και εκφυλισμού της αληθινής ουσίας των πραγμάτων.

Έντρομοι διαπιστώνουμε ότι ο άλλοτε ειρηνικός και προοδευτικός κόσμος της παιδικής μας αφέλειας,  είναι  χτισμένος πάνω στις αρχές του πόνου και του αίματος. Πόλεμοι, οικονομική εκμετάλλευση, παιχνίδια εξουσίας, ο ίδιος ο Άνθρωπος έχει απολέσει την ελευθέρια του για να γίνει δέσμιος της ύλης, του κεφαλαίου.

Η οργή αναβλύζει από μέσα μας, στρέφεται προς πάσα κατεύθυνση. Διάολε, δεν μπορεί να είναι αληθινή όλη αυτή η φρίκη. Και αν είναι, πώς την άφησαν να εγκαθιδρύσει τα βδελυρά πλοκάμια της παντού γύρω μας, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και εμπειρία; Μάθαμε από τα γεννοφάσκια μας να θεωρούμε τους ενήλικους σοφούς, καλούς, έτοιμους να θυσιαστούν για εμάς, τη νέα γενιά. Και όμως αυτοί όχι μόνο δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή μας, αλλά θέλουν να μας αφανίσουν όλες τις προοπτικές, αρκεί να μη χάσουν την καλοπέραση τους. Δεν πάει άλλο! Κάτι πρέπει να κάνουμε…

Εξεγερθήκαμε, συμμετείχαμε σε πορείες συμπαράστασης, σε καταλήψεις και απεργίες. Όλα αυτά δεν συνέβησαν σε κάποιον ξένο, εμείς ήμασταν αυτοί που αψηφούσαν τις διαταγές συμμόρφωσης από τους «ανωτέρους» μας, είτε αυτοί ήταν οι εξοργισμένοι διευθυντές των σχολείων, είτε κάποια φοβισμένα ανθρωπάκια, που παρίσταναν τους τρανούς προϊστάμενους στη δουλειά μας. Δεν μας ενδιέφερε η κοινή γνώμη, ένα τίποτα ήταν και εξακολουθεί να είναι.

Εμείς τα κάναμε όλα αυτά. Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν, όμως εμείς μείναμε αναλλοίωτοι, διατηρήσαμε τα όνειρα και το πάθος του εφηβικού μας ενθουσιασμού. Ή μήπως όχι; Χάσαμε κάπου στο δρόμο την αυθεντικότητά μας; Με τι αντίτιμο; Άξιζε ο κόπος;

Το «Να πεθαίνεις στα τριάντα σου» (Mourir à 30 ans) είναι ένα εκπληκτικό φιλμ του Γάλλου Ρομέν Γκουπίλ που γυρίστηκε το 1982, κερδίζοντας μαζί με τις διθυραμβικές κριτικές του κοινού και το βραβείο της Χρυσής Κάμερας, στο φεστιβάλ των Κανών, την ίδια χρονιά.

Αποτελεί μία ταινία πολιτικής ενηλικίωσης, ένα ντοκιμαντέρ εξέγερσης και άκρατου αντικομφορμισμού, όπως και οι πρωταγωνιστές που αναδύονται από τα ταραχώδη πλάνα του, την εποχή του Γαλλικού Μάη, το 1968, τη χρονιά  που  ο κόσμος των ειδώλων θρυμματιζόταν και η φλόγα της επανάστασης λαμπάδιαζε τη καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Το βιζέρ της κάμερας είναι μία χρονομηχανή που αψηφά τις συμβάσεις της φυσικής μας υπόστασης. Αντίθετα μας συνδέει με εκείνη τη λησμονημένη πια, εκδοχή του εαυτού μας, τότε που πιστεύαμε ότι τα πάντα θα άλλαζαν εξαιτίας μας.

Το «Πεθαίνοντας στα τριάντα» περιγράφει τη ζωή μας, όπως ακριβώς ήταν, πριν χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Με μία γλυκόπικρη γεύση στο στόμα ας περιδινηθούμε για λίγο ακόμη σε εκείνον τον μακρινό Μάη του 68. Τότε που ο ήλιος έκαιγε τα σίδερα και η λάβα της επανάστασης, ετοιμαζόταν να ξαναγεννήσει τα πάντα στο πέρασμα της…

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΜΙΑ ΚΑΜΕΡΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Ο Ρομέν ένας πιτσιρικάς, στα τελευταία γυμνασιακά χρόνια, παρέα με τους κολλητούς και την οχτάρα κάμερα του, πειραματίζεται αδιαλείπτως με τη ζωή, μέσω της Τέχνης. Η μικρή του συμμορία κινηματογραφεί ταινίες μικρού μήκους, με πηγαία έμπνευση τα παθήματα της καθημερινής τους περιπέτειας.

Πρωταγωνιστούν και σκηνοθετούν οι ίδιοι, σκηνικά τους τα πεζοδρόμια και οι τεχνικές τους αδυναμίες υπερκαλύπτονται από την ορμή των συναισθημάτων τους. Η φιλία, ο έρωτας, τα όνειρα και το μέλλον, όλα αποτελούν σημαντικούς χαρακτήρες στα έργα τους. Πάθος τους η εξερεύνηση και η αμφισβήτηση. Ποτέ δεν επαναπαύονται, παραμένοντας παγιδευμένοι στην ασφάλεια της αδράνειας τους.

Οι ψυχές τους κοχλάζουν και μαγνητίζονται από τη λανθάνουσα φλόγα που εμφιλοχωρεί στην ατμόσφαιρα γύρω τους, περιμένοντας τη κατάλληλη σπίθα για να εκδηλωθεί σε όλο το τρομερό της μεγαλείο.

Ο Ρομέν φοιτητής πια, γνωρίζεται με εξίσου ορμητικούς νέους. Ο ακτιβισμός μεταδίδεται στο αίμα του, ως σπόρος αλλαγής, τα έδρανα του Πανεπιστημίου, το εφαλτήριο μίας καινούριας ζωής. Η αγάπη του  για την κάμερα δε μετριάζεται. Πιστή σύμμαχος, τον βοηθάει να βρει τον ρόλο του στον νεότευκτο κόσμο που αναδύεται στα ερείπια και τις στάχτες εκείνου που αργοπεθαίνει.

Μαθαίνει για τον Αναρχισμό, διαβάζει τις θέσεις του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι των Φοιτητικών Επαναστατικών Οργανώσεων. Μα πάνω από όλα συναντάει τον Μισέλ Ρεκανατί, τον άνθρωπο που έμελλε να γίνει ο καλύτερος του φίλος και εκείνου που οι ιδέες του, θα τον κατέλυαν ολοκληρωτικά, συμπαρασύροντάς τον στο κύμα της προσωπικής του ανέλιξης.

Ο Μισέλ είναι ένας νεαρός ηγέτης, με επαναστατικό χάρισμα και διορατικές ικανότητες. Οι αρχηγικές του τάσεις είναι ικανές να κατευθύνουν τις φοιτητικές συλλογικότητες στο δρόμο της πάλης των τάξεων, στο κομμουνιστικό ιδεώδες της επανίδρυσης του κόσμου. Ο αναβρασμός δεν αποτελεί ίδιον μονάχα των νέων, κυριαρχεί παντού.

Μετά τη κατάληψη της Σορβόνης στις 3 Μαΐου, τα οδοφράγματα και τις μάχες σώμα με σώμα των φοιτητών με τις κατασταλτικές ορδές της γαλλικής αστυνομίας, η οργή κατά της εξουσίας μεταλαμπαδεύεται και στις τάξεις των εργαζόμενων, με αποτέλεσμα τη μεγαλειώδη Γενική απεργία στις 13 του μήνα.

Ο Ρεκανατί είναι από τους πρωτεργάτες του λαϊκού ξεσηκωμού, από το σχολείο μέχρι και τον τελευταίο πολίτη, φροντίζει για την ενημέρωση του κόσμου. Ενθουσιώδης ρήτορας, είναι ικανός να πείσει τους πάντες για το μεγαλείο της κοινωνικής αλλαγής, που αγγίζει τις παρυφές της επανάστασης.

Στο διάστημα Μαΐου-Ιουνίου, οι απόλυτοι εκπρόσωποι της Εξουσίας, με πρώτο και χειρότερο τον πάλαι ποτέ ήρωα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και νυν δυνάστη, Γάλλο Πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκωλ, «μαγειρεύουν»  τώρα για να μην πεινάσουν αργότερα και μείνουν με την εξουσιομανία τους στο χέρι.

Στρατός και Αστυνομία, μία κατασταλτική ανίερη συμμαχία,  βρίσκονται επί ποδός εμφύλιου πολέμου και όλος ο κόσμος κρατάει την ανάσα του. Η «λύτρωση» έρχεται μέσω του συμφιλιωτικού συμβιβασμού και την υποχώρηση της ευρύτερης γαλλικής Αριστεράς. Ο γκωλισμός γιγαντώθηκε και όλοι σιγά σιγά πήραν την άγουσα για τα νοικοκυριά τους, αφήνοντας πίσω τους εγκαταλελειμμένους, μερικούς νεαρούς να συνεχίζουν τον προδομένο αγώνα τους.

Ο Μισέλ Ρεκανατί ήταν από εκείνους που δεν το έβαλαν κάτω. Συνέχισε να αντιμάχεται για καιρό, να προχωράει μπροστά όταν οι υπόλοιποι και μέχρι πρότινος σύντροφοι του,  οπισθοχωρούσαν στην αγκάλη της «υγιούς νομιμοφροσύνης».

Ο Μισέλ άντεξε, τιμώντας τις αρχές του μέχρι και τις 23 Μαρτίου του 1978. Δέκα χρόνια μετά από το απατηλό, όπως αποδείχτηκε, όνειρο της νιότης του και τη διατήρηση της εξουσιαστικής τάξης πραγμάτων στα δρώμενα της Γαλλίας, έθεσε τέλος στον εφιάλτη του, αυτοκτονώντας μόνος και ξεχασμένος, μέσα στο κοινότυπο διαμέρισμα ενός κοινότυπου κόσμου.

Ο Ρομέν χρησιμοποιώντας το υλικό από εκείνα τα ταραγμένα χρόνια και τις αυθεντικές μαρτυρίες των δρώντων προσώπων, τίμησε τον φίλο του, αποδίδοντάς του τον φόρο τιμής που αξίζει σε ένα γνήσιο τέκνο της πλούσιας γαλλικής επαναστατικής κουλτούρας.

Οι πραγματικοί Ήλιοι –όχι οι πράσινοι- δε σβήνουν ποτέ…

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Σύμφωνα με τον μαρξισμό, η Ιστορία κινείται βάσει ορισμένων αντικειμενικών νόμων που βρίσκονται με τη σειρά τους σε διαλεκτική σχέση με τα δρώντα υποκείμενα της Ιστορίας. Ο Άνθρωπος ως παράγοντας αυτής της σχέσης, είναι ταυτόχρονα το Υποκείμενο και το Αντικείμενο του ιστορικού προτσές, καθώς όχι μόνο δημιουργεί τις  συνθήκες εκείνες που βοηθούν στη δράση και την εξέλιξη της, αλλά συγχρόνως δέχεται και τις ιστορικές συνέπειες όσων προκαλεί.

Για τον κομμουνισμό, η κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο δεν είναι ο αυτοσκοπός, αλλά το μέσο που θα συνδράμει καθοριστικά στη κατάργηση της. Αυτές είναι ορισμένες βασικές Αρχές που αποτελούν απαραίτητα εφόδια στη θεωρητική κατάρτιση όλων εκείνων που ονειρεύονται ρεαλιστικά τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος, βελτιώνοντας παράλληλα τις συνθήκες του παρόντος.

Για τον αδιάλειπτο αγώνα της αλλαγής, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι χρειάζεται τόσο η γνώση της θεωρίας, όσο και η εφαρμογή όσων μάθαμε στην πράξη. Όπως καταλαβαίνουμε στην πραγματικότητα, το ιδανικό τις περισσότερες φορές δεν είναι και εφαρμόσιμο. Κανείς δε γεννιέται, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τη θεωρία, όμως η γνώση της είναι εξίσου σημαντική με τη δράση.

Σε αυτή την απόκλιση μεταξύ λόγων και έργων έγκειται και η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει το φάσμα της Αριστεράς και έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του περίφημου χάσματος μεταξύ των διαφόρων αγωνιστικών και μη, γενεών.

Η μαρξιστική πράξη σαφώς είναι ευκολότερη σε επαναστατικές περιόδους. Στον πόλεμο για παράδειγμα,  την ώρα που βρίσκεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον εχθρό, δε κάθεσαι να σκεφτείς αν πρέπει ή όχι να πατήσεις τη σκανδάλη πρώτος, ούτε περιμένεις να ανοίξεις το εγκόλπιο του ενάρετου αγωνιστή για να διαβάσεις τι αναγράφεται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δε ζητάς break, δε θεωρητικολογείς ούτε ηθικολογείς, καθώς θα φας τη σφαίρα στο δόξα πατρί και μετά δε θα έχει σημασία αν στάθηκες στο ύψος της περίστασης.  Έπεσες αυτοβούλως στη φάκα του εχθρού.

Αντίθετα, σε περιόδους «ειρήνης» και αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, οι αγωνιστές κάνουν στην άκρη, δίνοντας τη θέση τους στους «θεωρητικούς». Δεν έχει σημασία αν αισθάνονται θηρία στο κλουβί, προέχει το κοινό καλό. Όμως τι συμβαίνει στην περίπτωση που και οι «γνώστες» των κομματικών μηχανισμών χωλαίνουν; Μα φυσικά γίνονται έρμαια στα επιδέξια πολιτικά χέρια των ταξικών  αντιπάλων τους, που ως άλλοι ταχυδακτυλουργοί εμφανίζουν και εξαφανίζουν τα κόλπα τους κατά το δοκούν.

Δε χρειάζεται να αναμοχλεύσουμε τα γεγονότα του γαλλικού Μάη, αρκεί να κάνουμε μία αναδρομή στα τετριμμένα της εγχώριας πολιτικής σκηνής. Πολλοί παλιοί αγωνιστές που χωλαίνουν λιγάκι στο αριστερό θεωρητικό τους πόδι, θα μπορούσαν να το επιβεβαιώσουν.

Και ο ταξικός εχθρός πάσχει από οξεία συναισθηματική ελεφαντίαση. Δύσκολοι καιροί για αγώνες…

«ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΝ ΝΑ ΚΑΟΥΝ, ΠΑΡΑ ΝΑ ΣΚΟΥΡΙΑΣΟΥΝ»

Ποιος είναι ο ρόλος των νέων σε αυτή τη ταξική διελκυστίνδα; Μπορεί κάποιος νεαρός να είναι καλός επαναστάτης; Αν αποφύγουμε τα στερεότυπα και τους δογματισμούς, θα ισχυριζόμασταν ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Όμως σίγουρα αντιλαμβανόμαστε τις αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματος. Είναι στη φύση μας εξάλλου.

Όταν είσαι νέος, το αίμα σου βράζει. Είσαι ένας στρόβιλος ενέργειας, έτοιμος να τροφοδοτήσεις ολόκληρη τη κοινωνία αν χρειαστεί. Κάθε μέρα που περνάει χωρίς δράση, είναι μία «νεκρή» μέρα. Ο χρόνος σου φαίνεται ελάχιστος, βιάζεσαι, βασανίζεσαι από μία εσωτερική αγωνία. Δεν έχεις ώρα για θεωρητικές μελέτες. Το πάθος για τον αγώνα, τα όνειρα και η φαντασία στην εξουσία προηγούνται.

Είσαι πανέτοιμος να θυσιαστείς για το κοινό συμφέρον ανά πάσα στιγμή, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Γκαμπριέλ Μαρσέλ, «Οι κομμουνιστές πεθαίνουν πιο εύκολα για μία μη προσωπική υπόθεση». Ωστόσο, στον άκρατο συναισθηματισμό ελλοχεύουν κίνδυνοι που επιβουλεύονται την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης υπόστασης σου.

Η συναισθηματική στράτευση είναι κυρίως γνώρισμα των νέων. Έμφυτα προτιμούν να βλέπουν  με τα μάτια της καρδιάς, διαλέγοντας τη δράση από τη λογική. Ευχή ή κατάρα; Ο Βίλχελμ Ράιχ πάντως παίρνει σαφή θέση, ξεκάθαρα υπέρ της λογικής, κρίνοντας τον αγελαίο συναισθηματισμό ως δεινή πανούκλα. Το περίφημο Ραντεβού της Ιστορίας φέρεται να καθυστερεί διαρκώς λόγω του άκρατου συναισθηματισμού.

Όμως όπως ήδη αναφέραμε, δεν υπάρχουν δόγματα. Δε χρειάζεται να είμαστε αρτηριοσκληρωτικοί, ειδικά όταν η Ιστορία ρέει ζωντανά, διαμορφώνοντας τη ζωή μας, καθημερινά με εκπληκτικά μοναδικό τρόπο.

Άνθρωποι όπως ο Μισέλ Ρεκανατί είναι οι εξαιρέσεις που χρειάζεται ο κανόνας για να επιβεβαιωθεί. Τολμηρός, παρά το νεαρό της ηλικίας του, γνωρίζει άριστα το βάρος της ιστορικής του ευθύνης με τους συνανθρώπους του.

Ο Μισέλ δεν ήταν απλά ένας «ταραξίας» που έψαχνε διακαώς τη φιλοσοφική λίθο για να γίνει επαναστάτης. Γεννήθηκε επαναστάτης, ίσως γιατί από παιδιόθεν αναζητούσε τον αληθινό του πατέρα, όντας υιοθετημένος. Έμαθε από πρώτο χέρι την αξία της συνδετικής ενότητας των ανθρώπων. Την αξία του ανθρωπισμού.

Για τον συγκροτημένο Γάλλο, ο Μάης του 68 δεν ήταν απλά ένας αντιαμερικανικός αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού και της ευθείας αμφισβήτησης σε κάθε είδους εξουσία (γκωλική στρατοκρατία, θρησκεία-οικογένεια-εκπαίδευση).

Η επανίδρυση της Γαλλίας με βάση τη νεολαία, στα πρότυπα της Παρισινής Κομμούνας, αποτελούσε μία προσωπική λύτρωση για τον Μισέλ. Απόδειξη ότι η ζωή του είχε νόημα και η εσωτερική του αναζήτηση για το ποιος πραγματικά είναι,  θα έβρισκε επιτέλους το τέλος που της άξιζε. Αγγίζοντας την κάθαρση.

Όμως δυστυχώς όλοι οι κοινωνικοί αγώνες δεν οδηγούν σε επιτυχημένες  επαναστάσεις. Αν είχαν δεδομένα ευτυχή κατάληξη, τότε όλοι, ακόμη και οι δεξιοί οπορτουνιστές, θα έτρεχαν σωρηδόν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, διεισδύοντας στις κομμουνιστικές τάξεις.

Ο Μισέλ, είναι  ένας Σαιν Ζυστ μίας επανάστασης που δε καρατόμησε κανένα Βασιλιά. Όχι γιατί δεν υπήρχαν βασιλιάδες, αλλά επειδή απουσίαζαν οι καρμανιόλες. Κάθε ιστορική περίοδος, εξάλλου, έχει τις δικές της «προτιμήσεις».

Ούτε το να είναι κανείς νέος αποτελεί από μόνο του εχέγγυο εντιμότητας. Δεν επιλέγουν όλοι την αυτοκτονία (αναφερόμαστε σε συμβολικό επίπεδο),  όπως έπραξε ο  κεντρικός ήρωας της ταινίας. Προτιμούν την πιο συνετή λύση, της απορρόφησης στον κοινωνικό ιστό. Πάρτε για παράδειγμα όλους εκείνους που αψήφησαν το αγωνιστικό τους παρελθόν με το πέρασμα των χρόνων και επέλεξαν να αστικοποιηθούν. Και όταν τους ρωτάς γιατί, σου εξηγούν ότι έχουν σύζυγο και παιδιά. Λες και οι άλλοι που μάχονται, δεν έχουν…

Ο Ρεκανατί επέλεξε το δύσκολο δρόμο. Παρέμεινε πιστός και έντιμος στην αγνότητα της επαναστατικής του φύσης. Απέρριψε τη βολική ενσωμάτωση του σε κάποια συντεχνία, ως άλλος ευσυνείδητος νοικοκύρης υπάλληλος. Άλλωστε τι νόημα θα είχε κάτι τέτοιο, όταν οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να λειτουργούν στις βάσεις του φασιστικού καθεστώτος, δρώντας παρασιτικά η μία με την άλλη;

Αυτοκτόνησε, απογοητευμένος μεν, αλλά επιλέγοντας ο ίδιος το τέλος του.  Διάλεξε τον θάνατο από το να γίνει μάρτυρας του ζοφερού κόσμου που απλωνόταν αποπνικτικά γύρω του.

Δεν μπορούμε όλοι φυσικά να ακολουθήσουμε το δύσβατο μονοπάτι εκείνου. Μπορούμε όμως να βρούμε το θάρρος να επιλέξουμε με τα χέρια μας την αξιοπρέπεια με την οποία θα πορευτούμε στη ζωή.

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο Ρομέν Γκουπίλ, συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως είναι ο Γκοντάρ, μαθαίνοντας έτσι από πρώτο χέρι τη σημασία της κινηματογραφικής τέχνης στη διαμόρφωση της σκέψης και την ευθύνη που έχει στην ποιοτική εξέλιξη της κοινωνικής χαρακτηροδομής των ανθρώπων.

Μέσα από το φιλμ του κατάφερε να φωτίσει μία κρίσιμη περίοδο, που έμελλε να επηρεάσει βαθιά γενιές και γενιές  σε παγκόσμια κλίμακα. Ανέδειξε ότι ο Μάης του 1968, ήταν ένα αυθόρμητο νεολαιίστικο κίνημα που παρά τις όποιες αδυναμίες του, μπόρεσε να αποτινάξει και να αποκαθηλώσει  την άνωθεν καταπίεση ως μία δεδομένη, άχρονη μέθοδο υποδούλωσης και τρόμου.

Ο Γκουπίλ πιστεύει στη ρώμη των νέων, όπως πίστευε και στον φίλο του. Η νιότη είναι ένα ορμητικό ποτάμι που μπορεί να συμπαρασύρει το βιολογικό συντηρητισμό, με τον ίδιο τρόπο που ο γιος μπορεί να παρακάμψει τον δύσκαμπτο πατέρα.

Ο γαλλικός Μάης μπορεί να «απέτυχε», όμως κατέδειξε τι μπορεί να καταφέρει η κοχλάζουσα ενέργεια της νιότης, όταν συγκεντρωθεί και διοχετευτεί στο κανάλι της Ιστορίας.  Και στην εποχή μας αυτή η ενέργεια χρειάζεται επιτακτικότερα από ποτέ.

Επίσης έθεσε την ηλικία των τριάντα ως ορόσημο, καθώς είναι το σταυροδρόμι εκείνο που η δράση της νιότης συναντάει τη λογική της ενήλικης ωριμότητας. Το πώς θα τις διαχειριστούμε εναπόκειται στη μοναδικότητα του καθενός μας και στην αξιοποίηση της κρίσης μας.

Το δομικό συστατικό που ίσως να απουσιάζει στη ζωή μας είναι ο ακμαίος ενθουσιασμός της ξεχασμένης μας φαντασίας. Για αυτό αγαπάμε τους νέους, μας υπενθυμίζουν ποιοι ήμασταν και τι μπορούμε να επανακτήσουμε παίρνοντας ως παράδειγμα τη δύναμη της τόλμης τους. Έστω και αν, ενίοτε, κάνουμε λαθάκια.

Ο Μισέλ Ρεκανατί δεν πέθανε εξαιτίας των ακολασιών που πηγάζουν από το νεαρό της ηλικίας, ούτε σε κάποιο φανατισμένο αθλητικό χώρο. Αγάπησε την επανάσταση, συναισθηματικά και ουσιαστικά. Όταν εκείνη τον πρόδωσε, ένιωσε δικαίως ερωτική απογοήτευση κολοσσιαίων διαστάσεων.

Όμως ποιος μπορεί να σκοτώσει την πραγματική αγάπη του, όταν εκείνη απομακρύνεται από κοντά του; Σίγουρα όχι ο Μισέλ που διάλεξε από έρωτα και ελπίδα, να αυτοκτονήσει παρά να βλάψει ότι πολυτιμότερο είχε ποτέ του.

Η Επανάσταση είναι Έρωτας και ο έρωτας, Ζωή. Χωρίς την ελευθερία να αφουγκράζεσαι την καρδιά σου, τα πάντα χάνουν τη σημασία τους. Εκφυλίζονται σε κάτι διαφορετικό. Σίγουρα όχι σε Ζωή.

Επειδή πολλές φορές είναι «Καλύτερα να πεθαίνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατιστός».

Τώρα έφτασε η ώρα να ανοίξουμε τα μάτια μας και πάλι καθώς η ζωή απλώνεται απλόχερα μπροστά μας.  Μη τη χάσουμε!

Ας τη χαρούμε με σεβασμό στο έπακρο.


http://www.nostimonimar.gr/pethenontas-sta-trianta-isos-zisis-gia-panta/Aπό: