Παλαιστίνη …


 Δεν τους έδεσαν επειδή απέτυχαν στο διαγώνισμα στο σχολείο. Διαδήλωναν εναντίον της απόφασης τους ψόφιου κουναβιού, στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, στις 7 Δεκέμβρη. Ζήτημα αν πηγαίνουν στο γυμνάσιο…

Ο ισραηλινός στρατός δεν ψωνίζει απ’ την λαϊκή στη Χεβρώνα (εδώ στις 9 Δεκέμβρη). Κάνει παρέλαση / επίδειξη δύναμης και πυροβολεί όποιον θεωρήσει ύποπτο…

Ο 18χρονος Muhammad Amin Aqel πεσμένος στην άσφαλτο, αφού πυροβολήθηκε πολλές φορές απ’ την ισραηλινή συνοριοφυλακή, στο μπλόκο της Beit El, στην κεντρική δυτική Όχθη, στις 15 Δεκέμβρη. Ο Aqel κτυπήθηκε πισώπλατα, καθώς έφευγε αφού είχε ρίξει πέτρες σ’ έναν συνοριοφύλακα. Πέθανε αργότερα στο νοσοκομείο.

_________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/palestini-5/

Advertisements

Ο Μάλκολμ Λόουρυ και το ηφαίστειο…


 Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Δε νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί πιο αυτοκαταστροφικό, πιο επώδυνο, πιο αδιεξοδικό, πιο παράτολμο και πιο καταραμένο βιβλίο από το «Κάτω από το Ηφαίστειο» του Μάλκολμ Λόουρυ. Άρχισε να γράφεται το 1937 και ολοκληρώθηκε σε εννιά χρόνια. Όταν εκδόθηκε το 1947 στην Ευρώπη και στην Αμερική δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές. Θεωρήθηκε ως ένα από τα πιο πρωτότυπα έργα του 20ου αιώνα. Ο Λόουρυ δεν έγραψε κανένα άλλο ολοκληρωμένο έργο. Πέθανε από ατύχημα (ασφυξία) στα 48 του χρόνια αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο όγκο χειρογράφων που όμως τίποτε από αυτά δεν αποτελούσε κάτι ολοκληρωμένο.

Θα λέγαμε ότι καταδικάστηκε να παραμείνει συγγραφέας του ενός έργου καθώς εξάντλησε τον εαυτό του σε πειραματισμούς και την αναζήτηση του τέλειου που αποδεικνύεται χίμαιρα. Μετά το θάνατό του η δεύτερη γυναίκα του, η Μάρτζερι Μπρόννερ Λόουρυ, κι ένας καλός του φίλος, ο Ντάγκλας Νταίυ, εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα χειρόγραφα και κάνοντας κάποιες συνθέσεις εξέδωσαν μέρος τους, γεγονός που υποθέτουμε ότι δεν θα έκανε ο ίδιος ο Λόουρυ.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ - ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.
Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ – ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.

Το «Κάτω από το Ηφαίστειο», κατά τα πρότυπα του Τζόυς, εκτυλίσσεται σε μία μόνο μέρα και η παρουσίαση του κεντρικού ήρωα, του πρόξενου, γίνεται, κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα, μέσα από τη συζήτηση τρίτων που περιγράφουν στις πρώτες σελίδες μια άκρως αινιγματική φυσιογνωμία βυθισμένη στο αλκοόλ. Το αλκοόλ, μέσα από αυτή τη συζήτηση, προτού ακόμα εμφανιστεί ο πρόξενος, φαίνεται ως ο καθοριστικός παράγοντας που εξελίσσει όλη τη δράση και που απλώνεται σαν συλλογική κατάρα και σαν μονόδρομος που οριοθετεί τα πλαίσια κάθε συμπεριφοράς. Οι συζητητές περιγράφουν τη μέθη ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό, ως αφοπλιστικό αναπόφευκτο και δεδομένο. Κι αφού χτίζεται το αυτοκαταστροφικό υπόβαθρο της ιστορίας, μέσα σε ελάχιστες σελίδες, έρχεται και η είδηση. Η Υβόν, η γυναίκα που είχε εγκαταλείψει τον πρόξενο, ξαναγύρισε κοντά του. Και κάπως έτσι προετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα.

Συναντάμε τον πρόξενο χαρούμενο. Η Υβόν είναι κοντά του. Όμως από τις πρώτες λέξεις που ανταλλάσσουν γίνεται κατανοητό ότι η χαρά είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί. Ενώ προσπαθεί να βρει υπόσταση και διεξόδους τελικά πνίγεται από κάτι απροσδιόριστο, κάτι φρικιαστικό και ομιχλώδες που πλανιέται σαν αρρώστια και καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε συναισθηματική έξαρση. Κάτι σαν φράγμα που εγκλωβίζει τις συμπεριφορές, σαν συναισθηματικό φίμωτρο. Ενώ ο πρόξενος θέλει με κάθε τρόπο να πλησιάσει την Υβόν σκοντάφτει μέσα σε πέλαγος αμηχανίας που τον κλειδώνει. Το ίδιο και η Υβόν. Χωρίς να κατονομάζεται τίποτα γίνεται απολύτως σαφές ότι το παρελθόν κρύβει κάτι σκοτεινό μέσα του.

Κι αυτή είναι η μαγεία του Λόουρυ. Δημιουργεί ανεξέλεγκτες εντάσεις χωρίς συγκεκριμένη δράση που τις κινεί. Είναι ο μάστορας της ατμόσφαιρας, αφού βάζοντας δύο χαρακτήρες να παίρνουν απλώς το πρωινό τους καταφέρνει να κόβει την ανάσα με πράγματα ανεξιχνίαστα ή με μισόλογα που εκ πρώτης όψεως έχουν ελάχιστη σημασία, αλλά που γίνεται ολοφάνερο ότι προεξοφλούν απύθμενα βάθη. Η ένταση είναι πάντα υπόγεια, αφού στην επιφάνεια έχουμε την αδράνεια που φτάνει στα όρια της μαλθακότητας. Έτσι δημιουργείται κάτι μυστηριακό, κάτι αχαλίνωτο και φρικαλέο, που όμως μένει ανεκδήλωτο κάτω από μια νωχελική επιφάνεια. Ένα πραγματικό ηφαίστειο.

Η Υβόν κοιτάζει με τρυφερότητα τον πρόξενο. Ο πρόξενος θέλει με κάθε τρόπο να την ευχαριστήσει. Η Υβόν αρχίζει να τον συμβουλεύει να μην πίνει. Ο πρόξενος της υπόσχεται ότι δεν θα πιει. Θέλει να τηρήσει την υπόσχεσή του. Κι όλα παραμένουν όπως πριν, αφανή κι ακρωτηριασμένα, σε μια χαοτική απόσταση κι όμως τόσο κοντά. Ενώ ο πρόξενος καίγεται για την Υβόν είναι αδύνατο να την αγγίξει. Ένα χάδι ή μια αγκαλιά φαίνονται τόσο παράταιρα, τόσο ασφυκτικά απόμακρα που κάθε απόπειρα θα ήταν τρέλα. Ανεξήγητη απόσταση τα σκεπάζει όλα αφήνοντας μια ευγένεια που συνθλίβει, χωρίς όμως να αμφισβητούνται τα ειλικρινή αισθήματα. Αυτό κάνει τον πρόξενο να στραφεί και πάλι στα κρυμμένα του μπουκάλια.

Οι εικόνες που δημιουργούνται όταν βγαίνει μεθυσμένος στην αυλή, κάτω από το αμείλικτο βλέμμα του γείτονα, προσπαθώντας να παραστήσει το νηφάλιο και η ταυτόχρονη καταγραφή των μύχιων σκέψεών του και της επώδυνης αντιστροφής που βιώνεται από την έλλειψη νηφαλιότητας είναι συγκλονιστικές. Οι σωματικές κινήσεις που περιγράφονται λεπτομερώς και η ενοχή του απέναντι στην Υβόν, που με κανένα τρόπο δεν πρέπει να καταλάβει την κατάστασή του, παραθέτουν με ακρίβεια την απόλυτη ανθρώπινη πανωλεθρία. Την πανωλεθρία της ύπαρξης που έχει αιτία τυφλή και διεκπεραιώνεται με φαινομενική απάθεια στο πλαίσιο μιας αξιοπρέπειας που πρέπει οπωσδήποτε να προστατευτεί. Δεν είναι η αδυναμία μπροστά στο ανίκητο του εθισμού που καταρρακώνει τον πρόξενο, είναι η αδυναμία της εξωτερίκευσης ενός ουρλιαχτού που πρέπει να απευθυνθεί προς κάθε κατεύθυνση για να διασφαλίσει το ζωτικό χώρο της ύπαρξης. Να διασφαλίσει μια ανάσα που τελικά πνίγεται κάτω από το βάρος μιας τραγωδίας που ακόμα δεν έχει εξακριβωθεί.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο»
Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο»

Έτσι φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης είδησης. Την ίδια μέρα θα φτάσει και ο αδερφός του πρόξενου, ο Χιου. Ο πρόξενος θυμάται πράγματα που έχει μοιραστεί με τον αδερφό του. Φυσικά χαίρεται. Φυσικά δείχνει ενθουσιασμένος. Είναι σπουδαία αυτή η μέρα. Ξαφνικά, από την απόλυτη μοναξιά συγκεντρώνονται τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα. Και πάλι όμως κάτι πνίγει αυτή τη χαρά. Κάτι ανεπαίσθητο που όμως λειτουργεί ακαριαία.

Πράγματι φτάνει κι ο αδερφός και συγκεντρώνονται οι τρεις τους σ’ ένα φαινομενικό συναισθηματικό πανηγύρι, αλλά πλέον έχει γίνει σαφές ότι κάτι ηφαιστειακό συνθλίβει αυτές τις σχέσεις. Από την αρχή αιωρείται η υποψία των παράξενων σχέσεων ανάμεσα στην Υβόν και τον Χιου. Όλα ξεδιπλώνονται αργά και μεθοδικά – σαν θεατρικό του Τένεση Ουίλιαμς – αποκτώντας διαστάσεις εφιαλτικές και ταυτόχρονα όλα παραμένουν υποψία. Ο πρόξενος συντρίβεται σταδιακά. Είναι αδύνατο να υψώσει τη φωνή, είναι αδύνατο να ταράξει τη γαλήνη της επιφάνειας. Έτσι βρυχάται εσωστρεφώς κι αυτός είναι ο δρόμος της αυτοκαταστροφής. Ένα οριστικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών δεν θα ήταν τίποτε άλλο από ακαριαίος θάνατος, που ο πρόξενος δεν έχει το κουράγιο να αντιμετωπίσει. Έτσι βουλιάζει σ’ ένα θάνατο αργό και βασανιστικό που εκτυλίσσεται κάτω από το πέπλο της αδιατάραχτης ακινησίας.

Από την άλλη ούτε η Υβόν ούτε ο Χιου φαίνονται λιγότερο συντετριμμένοι. Ο Χιου μπαρκάρει διαρκώς σε καράβια σκυλοπνίχτες, χωρίς προφανή βιοποριστικό λόγο, μόνο και μόνο για τη χαρά της περιπέτειας. Το απόλυτο πρότυπο του τυχοδιώκτη κι ακαταπόνητου ανθρώπου, που η συλλογή εμπειριών είναι ο μοναδικός σκοπός ύπαρξης. Όμως πίσω απ’ όλα αυτά καθρεφτίζεται η θλίψη. Τα ταξίδια του δεν είναι τίποτε άλλο από φυγή, από διαρκή φυγή που μόνο η επιτηδευμένη δράση μπορεί να εξασφαλίσει.

Όσο για την Υβόν, που διατηρεί σκοτεινό το παρελθόν της και δεν εξηγεί τι έκανε όταν εγκατέλειψε τον πρόξενο, είναι φανερό ότι εκπληρώνει στην εντέλεια το πρότυπο της ξοφλημένης μοιραίας γυναίκας. Παρακολουθούμε μια αποδεκατισμένη τριάδα, που έχει απόλυτη επίγνωση του αδιεξόδου και ταπεινώνεται χωρίς όμως ποτέ να το ομολογεί. Ανθρώπινα κουρέλια, ξέπνοα κι άψυχα, καταδικασμένα στη συντριβή, που προδικάζεται ολοφάνερα, τα οποία παρουσιάζονται ως εναλλακτικοί λάτρεις της ανόθευτης ζωής που δεν μπορεί περιοριστεί στο πλαίσιο καμιάς συμβατικότητας, προβάλλοντας την παντιέρα της απόλυτης ελευθερίας που όμως θα παραμείνει για πάντα ψευδαίσθηση και ιδεολογικό δεκανίκι, αφού είναι αδύνατο να βιωθεί καταπλακωμένη από τόνους συντριπτικής αποξένωσης, ενοχών κι ανευθυνότητας που σηματοδοτούν την κενότητα της ύπαρξης. Ακόμα και η ολέθρια ερωτική σχέση ανάμεσα στην Υβόν και τον Χιου δεν έχει κανένα σημάδι συναισθηματικού πάθους που θα μπορούσε να τη δικαιολογήσει, αλλά στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτό. Στην κενότητα της ύπαρξης που αποθεώνει την ανθρώπινη ανευθυνότητα.

Ενώ ο πρόξενος φαίνεται ο πιο αδύναμος που αργοπεθαίνει στο αλκοόλ, (οι άλλοι δύο τον συμβουλεύουν να το κόψει κι ανησυχούν) ίσως τελικά να είναι ο πιο δυνατός γιατί είναι ο μόνος που έχει το θάρρος να ομολογήσει τη συντριβή του. Είναι ο μόνος που αντιμετωπίζει κατάματα το ηφαίστειο. Η σκηνή που κάθεται σε μια καντίνα, κάτω από το ανελέητο μεσημεριανό λιοπύρι του Μεξικού και πίνει όλα τα κατακάθια που του σερβίρει η γριά καντινιέρισσα είναι η πεμπτουσία της παρακμής.

Ο Λόουρυ με βαθιά ποιητικό και ζόρικο λόγο (το «Κάτω από το Ηφαίστειο» δεν είναι βιβλίο παραλίας) και υιοθετώντας όλα τα πρότυπα των καταραμένων – αλκοόλ, ουσίες, αδιέξοδο, αυτοκαταστροφή, τραγικό φινάλε, εσωτερική διαδρομή, αδυναμία ύπαρξης, συναίσθημα, φαινομενική ελευθερία, παραίτηση, μοναξιά, απογοήτευση, κατάπτωση, κτλ – πέτυχε κάτι αληθινά πρωτοποριακό. Σκιαγράφησε με ακρίβεια την ανθρώπινη εκμηδένιση εξαλείφοντας ολοκληρωτικά τόσο τη δράση, που ελαχιστοποιείται, όσο και το χρόνο που καθίσταται περιττός, αφού δεν υπάρχει δράση που να πλαισιώσει.

Μάλκολμ Λόουρυ: «Κάτω από το Ηφαίστειο», εκδόσεις «ΑΣΤΑΡΤΗ – ΑΣΤΕΡΙ», Αθήνα, Μάρτιος 1983.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/21/%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BC-%CE%BB%CF%8C%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B7%CF%86%CE%B1%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BF/

Μαρδοχαίος Φριζής: από τον ήρωα παππού στον γελοίο εγγονό…


Προχτές, στα «Σαββατιάτικα«, ανάμεσα στα τόσα που είπα, έκανα και μια αναφορά στο εθνικιστικό και ανερμάτιστο παραλήρημα του εβραίου ραββίνου Μορντεχάι Φριζή, ο οποίος σε μια απίθανης φαιδρότητας εικοσάλεπτη τοποθέτηση κατάφερε να πει τόσες ανοησίες ώστε ως και η πρεσβεία του Ισραήλ εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία τις καταδίκασε. Έκλεισα δε το συγκεκριμένο τμήμα του κειμένου μου με την εξής αποστροφή: «Εντάξει, παπάς είσαι, παπαριές θα πεις. Αλλά ξεφτίλισες το όνομά σου, π’ ανάθεμά σε». Δυστυχώς, η τελευταία ατάκα μου έπεσε στο κενό, καθώς, από την αντίδραση κάποιων φίλων αναγνωστών, φαίνεται ότι κακώς θεώρησα δεδομένο ότι το τιμημένο όνομα που φέρει ο ραββίνος ήταν ευρύτερα γνωστό. Σήμερα, λοιπόν, λέω να διορθώσουμε το λάθος, λέγοντας δυο λόγια για τον Μορντεχάι Φριζή. Όχι, φυσικά, για τον γελοίο ραββίνο αλλά για τον ένδοξο παππού του.

Ο Μαρδοχαίος (όπως ήταν το εξελληνισμένο όνομά του) Φριζής ήταν γόνος πολύτεκνης οικογένειας εβραίων. Γεννήθηκε το 1893 στην Χαλκίδα και από μικρός είχε ως όνειρο να γίνει αξιωματικός του στρατού. Άλλωστε, έζησε τα μικρά του χρόνια σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα όλο και δυνάμωνε κι όλο και φούντωνε ο πόθος της επέκτασής της, οπότε ήταν πολύ φυσικό ο μικρός Μαρδοχαίος να θέλγεται από τα κατορθώματα του στρατού μας. Έτσι, όταν έφτασε ο καιρός, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις στην Σχολή Ευελπίδων, όπου και πέτυχε. Παρά ταύτα, λίγο αργότερα εγκατέλειψε την Σχολή Ευελπίδων και γράφτηκε στην Νομική.

Ο Μαρδοχαίος Φριζής (αριστερά, με την σύζυγό του)

Παρένθεση πρώτη. Σε πρόσφατο αφιέρωμα της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» (*) στον Μαρδοχαίο Φριζή, υιοθετείται η -ευρέως διαδεδομένη- άποψη ότι ο Φριζής εγκατέλειψε την Σχολή από εγωισμό, επειδή δεν κατάφερε να εισαχθεί πρώτος. Φυσικά, ο μετέπειτα βίος του συνιστά την αδιάψευστη απόδειξη ότι κάτι τέτοιο είναι πλήρως ανυπόστατο. Ο Φριζής εξαναγκάστηκε να φύγει από την Σχολή επειδή ήταν εβραίος. Όλα αυτά περί θιγμένου εγωισμού κλπ δεν είναι παρά κακοφτιαγμένες δικαιολογίες ενός συστήματος που δεν ήθελε έναν εβραίο ως αξιωματικό του ελληνκού στρατού. Κλείνει η πρώτη παρένθεση.

Ως φοιτητής της Νομικής, πλέον, ο Φριζής γνωρίζεται με τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος έχει διακριθεί για τα ανδραγαθήματά του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Διαψεύδοντας εμπράκτως όσους διέδιδαν ανακρίβειες για την αποχώρησή του από την Σχολή Ευελπίδων, ο Φριζής ζητάει την βοήθεια του Κονδύλη προκειμένου να γίνει στρατιωτικός. Ο Κονδύλης συγκατανεύει και ο νεαρός Μαρδοχαίος εγκαταλείπει τα νομικά και εισάγεται στην Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, από την οποία αποφοιτά το 1916. Έτσι, προλαβαίνει να πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ κατόπιν συμμετέχει στο εκστρατευτικό σώμα της Ουκρανίας.

Ο Φριζής δίνει το παρών και στην μικρασιατική εκστρατεία, όπου συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους τούρκους κατά την οπισθοχώρηση. Η εβραϊκή κοινότητα συγκεντρώνει χρήματα για να εξαγοράσει την απελευθέρωσή του αλλά εκείνος αρνείται και προτιμάει να μείνει μαζί με τους άλλους αιχμάλωτους συναδέλφους του, δηλώνοντας πως «ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει για όλους». Τελικά, όλοι οι αιχμάλωτοι αφήνονται ελεύθεροι έναν χρόνο αργότερα.

Όταν επιβάλλεται η δικτατορία τής 4ης Αυγούστου, ο Φριζής μετατίθεται στην Κρήτη και μπαίνει επί κεφαλής τής υπηρεσίας λογοκρισίας τού τύπου. Δεν πρόκειται να μείνει πολύ εκεί αφού το καθεστώς δεν μένει ικανοποιημένο από την αυστηρότητά του στην λογοκρισία. Μετατίθεται εκ νέου, αυτή την φορά στο άλλο άκρο τής χώρας, στο Δελβινάκι. Εκεί, ο εβραίος Μαρδοχαίος αναπτύσσει τόσο στενή φιλική σχέση με τον επίσκοπο Ιωαννίνων Σπυρίδωνα Βλάχο (**) ώστε ο Σπυρίδων τον επισκέπτεται συχνά για να παίξει μαζί του σκάκι.

Πριν ακόμη ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, ο Φριζής έχει αντιληφθεί την προκλητικότητα των ιταλών και προετοιμάζεται. Εκπονεί σχέδιο απώθησης του εχθρού σε περίπτωση επίθεσης και το θέτει υπ’ όψιν του Παπάγου, ο οποίος το εγκρίνει. Με μικρές -απαραίτητες λόγω των συγκυριών- αλλαγές, αυτό το σχέδιο εφαρμόστηκε όταν ήρθε η ώρα της σύγκρουσης. Ο Φριζής ήταν τόσο σίγουρος ότι οι ιταλοί θα επιτεθούν αιφνιδιαστικά ώστε είχε προτείνει στον διοικητή τής μεραρχίας του, τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, να προχωρήσουν σε προληπτική επίθεση.

Κατά την διάρκεια της ιταλικής επίθεσης, ο Φριζής επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες ως διοικητής τού αποσπάσματος Αώου, το οποίο είχε ως αποστολή να ανακόψει οποιαδήποτε κυκλωτική κίνηση επιχειρούσε η ιταλική μεραρχία «Τζούλια» από την πλευρά τού ποταμού Αώου. Παράλληλα, οι υπό τον Φριζή δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους «Κενταύρους», να κρατήσουν την γέφυρα του Καλαμά και να συλλάβουν τους πρώτους αιχμαλώτους του πολέμου (περίπου 700 ιταλούς στρατιώτες), σε μια άριστα σχεδιασμένη ενέδρα κατά την οποία σκοτώθηκαν 300 ιταλοί και αποδεκατίστηκαν οι περίφημοι «Αλπινιστές». Στα μέσα Νοεμβρίου, οι δυνάμεις του Φριζή απελευθέρωσαν την Κόνιτσα και έγιναν οι πρώτες ελληνικές δυνάμεις που καταδίωξαν τους ιταλούς σε αλβανικό έδαφος.

Εκεί, σ’ αυτό το έδαφος, κάπου έξω από την Πρεμετή, στις 5 Δεκεμβρίου ο -αντισυνταγματάρχης πια- Μαρδοχαίος Φριζής θα άφηνε την τελευταία του πνοή. Καθώς η μονάδα του δέχτηκε επίθεση από ιταλικά αεροπλάνα, διέταξε τους στρατιώτες του να καλυφθούν αλλά ο ίδιος έμεινε καβάλα στο άλογό του για να τους εμψυχώνει. Σαν από θαύμα, οι ριπές των αεροπλάνων δεν τον άγγιζαν. Χρειάστηκε να πέσει μπροστά του βόμβα για να σκοτωθεί. Και χρειάστηκαν άλλα εξήντα δύο χρόνια ώσπου κάποιοι να αναζητήσουν τα κόκκαλά του και να τα μεταφέρουν στο ισραηλιτικό νεκροταφείο, στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης (***). Στο μεταξύ, ο ομώνυμος εγγονός του ισχυρίζεται ότι ο ιερέας τού στρατεύματος του έκλεισε τα μάτια με την επιθανάτια εβραϊκή προσευχή «Άκου Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κύριος είναι ένας», αν και κάτι τέτοιο τίθεται ευθέως εν αμφιβόλω.

Παρένθεση δεύτερη. Υπάρχουν δημοσιεύματα τα οποία διατείνονται ότι ο Μαρδοχαίος Φριζής είναι ο πρώτος έλληνας ανώτερος αξιωματικός που έπεσε νεκρός σε μάχη κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Πρόκειται περί ανακριβείας. Πρώτος ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χαράλαμπος Κεφαλόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε στο Βράνεστε στις 21 Νοεμβρίου. Ο πρώτος ανώτερος αξιωματικός που σκοτώθηκε αλλά όχι σε μάχη ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Μαντούβαλος, στις 17 Νοεμβρίου στον Μοράβα. Κλείνει και η δεύτερη παρένθεση.

Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του Φριζή, ο Μεταξάς έστειλε στους δικούς του συλλυπητήριο τηλεγράφημα. Παρά ταύτα, η πολιτεία επέδειξε πρωτοφανή αδράνεια ως προς την έμπρακτη αναγνώριση του έργου και της θυσίας τού γενναίου αξιωματικού. Λέγεται ότι μετά την νίκη επί της «Τζούλιας», απονεμήθηκε στον Φριζή επ’ ανδραγαθία ο βαθμός τού συνταγματάρχου. Φαίνεται, όμως, ότι η σχετική απόφαση δεν καθαρογραφήθηκε ποτέ. Επίσημα, ο Μαρδοχαίος Φριζής πέθανε ως αντισυνταγματάρχης και ο βαθμός τού συνταγματάρχη τού απονεμήθηκε μετά θάνατον.

Προτομές του συνταγματάρχη Μαρδοχαίου Φριζή στο Καλπάκι (αριστερά) και στην Χαλκίδα (δεξιά)

Επίλογος. Όσο κι αν τα όρια ενός ιστολογικού σημειώματος είναι περιορισμένα, ελπίζω ότι κατάφερα να εξηγήσω επαρκώς στον αναγνώστη το νόημα της «σαββατιάτικης» αποστροφής που ανέφερα στην αρχή. Ελπίζω δε να δικαιολόγησα απόλυτα και την επιλογή τού τίτλου αυτού του σημειώματος.

————————————————-
(*) Ευανθία Καρρά, «Μαρδοχαίος Φριζής: Ο Έλληνας Εβραίος, ήρωας του ’40 που «ξέχασε» η Πολιτεία«, Ελεύθερος Τύπος, 28/10/2017.
(**) Πρώην επίσκοπος Βελλάς & Κονίτσης (1906-1916) και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως Σπυρίδων Β’ (1949-1956).
(***) Στο παραπάνω αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου σημειώνεται ανακριβώς ότι «έπειτα από τόσα χρόνια δεν ενδιαφέρθηκε κανείς για να βρεθεί το σημείο ταφής και να μεταφερθούν τα οστά στην Ελλάδα».

[Συμπλήρωμα: Είχα δημοσιεύσει το κείμενο όταν ανακάλυψα ότι το αφιέρωμα του Ελεύθερου Τύπου είναι περίπου αντιγραφή ενός δημοσιεύματος των Νέων του 2001. Έτσι εξηγείται η ανακρίβεια περί μεταφοράς των οστών, εφ’ όσον αυτή η διαδικασία πραγματοποιήθηκε το 2002.]

_________________________________________________________

Τζόρτζιο Αγκάμπεν: O ιστορικός χρόνος στην ελληνική αρχαιότητα…


Ο Ιταλός στοχαστής Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), επιχειρεί μια γρήγορη αναδρομή στις αντιλήψεις του δυτικού πολιτισμού για το χρόνο της Ιστορίας από την αρχαιότητα ως σήμερα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Η ανθρώπινη νόηση, καθώς διαθέτει την εμπειρία του χρόνου, όχι όμως αντίστοιχα και την παράστασή του, παριστάνει αναγκαστικά τό χρόνο μεταχειριζόμενη χωρικές εικόνες. Ή αντίληψη που έχει γιά τό χρόνο η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα είναι κατά βάση κυκλοτερής και συνεχούς τύπου.

«Κατεχόμενος από μιαν ιδέα σαφήνειας πού εξομοιώνει τό αυθεντικό και πλήρες Είναι με κείνο πού είναι καθαυτό και μένει ταυτόσημο προς εαυτόν, με τό αιώνιο δηλαδή και τό αναλλοίωτο, ο Έλληνας θεωρεί την κίνηση και τό Γίγνεσθαι σαν κατώτερες βαθμίδες τής πραγματικότητας, όπου ή ταυτότητα δεν συμπεριλαμβάνεται πλέον —στήν κάλλιστη των περιπτώσεων— παρά υπό μορφή παραμόνιμης και διηνεκούς ιδιότητας, ήτοι υπό μορφή διαρκούς αναγωγής. Η κυκλική κίνηση, πού εξασφαλίζει τή διατήρηση των ίδιων πραγμάτων μέσ’ από τήν επανάληψη και τή συνεχή επιστροφή τους, αποτελεί τήν αμεσότερη και τελειότερη (και τήν εγγύτερη, κατά συνέπεια, στο θείο) έκφραση εκείνου πού είναι, στήν άκρα κορυφή τής ιεράρχησης, απόλυτη ακινησία» (Puech).

Στον Τίμαιο του Πλάτωνα ό χρόνος, μετρούμενος από τήν κυκλική τροχιά των ουράνιων σφαιρών, ορίζεται ως ομοίωμα της αιωνιότητας σε κίνηση:

«Ο δημιουργός του κόσμου επινόησε ένα ομοίωμα τής αιωνιότητας σε κίνηση καί, διευθετώντας κατάλληλα τον ουρανό, κατασκεύασε, από τή μία και ασάλευτη αιωνιότητα ξεκινώντας, τό ομοίωμα τούτο πού κινείται διαρκώς σύμφωνα με τούς νόμους του αριθμού και που εμείς τό αποκαλούμε χρόνο».

Ο Αριστοτέλης επανήλθε εδραιώνοντας τον κυκλικό χαρακτήρα του χρόνου, υπό την έξης έννοια:

«Να γιατί ο χρόνος φαίνεται νά είναι ή κίνηση τής σφαίρας, διότι είναι αυτή ή κίνηση που μετρά τις άλλες κινήσεις και που μετράει ακόμα και τό χρόνο. […] κι ό χρόνος επίσης φαίνεται νά είναι ένα είδος κύκλου […], ούτω σώστε τό νά λέμε ότι τα γεννημένα πράγματα συνιστούν κύκλο είναι ισοδύναμο με τό νά λέμε πώς υπάρχει ένας κύκλος τού χρόνου».

Συνέπεια πρώτη μιας τέτοιας αντίληψης είναι πώς ό χρόνος, όντας ουσιαστικά κυκλικός, δεν έχει διεύθυνση. Κυρίως-ειπείν, δεν έχει αρχή, μήτε κέντρο, μήτε τέλος· ή, καλύτερα, τα έχει μονάχα στο μέτρο όπου κυκλικά κινούμενος επιστρέφει ακατάπαυστα στον εαυτό του. ‘Όπως εξηγεί ένα μοναδικό εδάφιο από τα Προβλήματα τού Αριστοτέλη, είναι αδύνατο νά πει κανείς, από τη σκοπιά όπου βρισκόμαστε, αν εμείς είμαστε μεταγενέστεροι ή προγενέστεροι τού Τρωικού Πολέμου:

«Εκείνοι, άραγε, πού έζησαν στά χρόνια τού Τρωικού Πολέμου είναι προγενέστεροί μας, κι ως προς τούτους είναι προγενέστεροι όσοι έζησαν σε καιρούς ακόμα πιο αρχαίους, κι έτσι τραβάει τό πράγμα στο διηνεκές, με τούς ανθρώπους πού βρίσκονται πιο πίσω στο παρελθόν νά είναι πάντα προγενέστεροι των άλλων; Ή, αν αληθεύει πώς ή οικουμένη έχει μιαν αρχή, ένα μέσο κι ένα τέλος, και πώς, άμα κάνεις φτάνει στο τέλος του γερνώντας, φτάνει συνάμα καί, γιά λόγου του, νά επιστρέφει στην αρχή του, κι αν αληθεύει από την άλλη μεριά ότι τα προγενέστερα είναι τα κοντινότερα προς την αρχή πράγματα, τότε τί εμποδίζει νά είμαστε εμείς πιο κοντινοί στήν αρχή από κείνους πού έζησαν τον Τρωικό Πόλεμο; […] ’Αν ή σειρά των συμβάντων είναι κύκλος, εφόσον ο κύκλος δεν έχει πραγματική αρχή μήτε τέλος, εμείς δεν μπορούμε, εξαιτίας μιας-κάποιας μεγαλύτερης εγγύτητας προς τήν αρχή, νά είμαστε προγενέστεροί τους, ούτε κι εκείνοι μπορούν νά θεωρηθούν αρχαιότεροί μας».

Μα ο θεμελιώδης χαρακτήρας τής ελληνικής εμπειρίας τού χρόνου, πού διαμέσου των Φυσικών τού Αριστοτέλη καθόρισε γιά δυο χιλιάδες χρόνια τή δυτική παράσταση γιά τό χρόνο, είναι κι εκείνος πού δημιουργεί γι’ αυτόν ένα σημειακό, ατελεύτητο και ποσοτικοποιημένο continuum.

Έτσι, ο χρόνος ορίζεται από τον Αριστοτέλη σαν «αριθμός τής κίνησης σύμφωνα με τό πριν και τό μετά» και η συνέχειά του είναι εγγυημένη από τή διαίρεσή του σε στιγμές (το νυν, το τώρα) ανάλογες προς το γεωμετρικό σημείο (στιγμή).

Η στιγμή καθαυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ή συνέχεια χρόνου, ένα καθαρό όριο που συνέχει και συνάμα διαιρεί παρελθόν και μέλλον. Σαν τέτοιο, είναι κάτι άπιαστο, του όποιου ο παράδοξος μηδενικός χαρακτήρας διατυπώθηκε από τον Αριστοτέλη στή διαβεβαίωση πώς ή στιγμή είναι πάντα «άλλη», εφόσον διαιρεί τό χρόνο στο διηνεκές, και παραταυτα η ιδία πάντα, εφόσον ενώνει τό επερχόμενο και τό περασμένο, εγγυώμενη εντεύθεν τή συνέχεια· κι ή φύση της αυτή είναι τό θεμέλιο τής εγγενούς «διαφορότητας» τού χρόνου, όπως και τού «καταστροφικού» του χαρακτήρα:

«Αφού η στιγμή είναι συνάμα τέλος και αρχή τού χρόνου, όχι μονόπλευρα, παρά τέλος τού παρελθόντος και αρχή τού μέλλοντος, καταπώς ο κύκλος είναι στο ίδιο σημείο κοίλος και κυρτός, κατά τον ίδιο τρόπο ό χρόνος θα είναι πάντοτε σε θέση ν’ αρχίζει και νά τελειώνει, γι’ αυτό και δείχνει νά είναι πάντοτε άλλος».

Η ανικανότητα τού δυτικού ανθρώπου να διαφεντέψει το χρόνο και ή συνακόλουθη ιδεοληψία του νά τον «κερδίσει» και νά τον «περάσει» έχουν τό πρώτο τους θεμέλιο σ’ αύτη τήν ελληνική αντίληψη περί τού χρόνου ως ενός ποσοτικοποιημένου και ατελεύτητου continuum φευγαλέων σημειακών στιγμών.

Μιά κουλτούρα πού διεπόταν από μιά τέτοια παράσταση τού χρόνου δεν μπορούσε νά διαθέτει σαφή και ξεκάθαρη εμπειρία τής ιστορικότητας. Τό νά υποστηρίξουμε ότι ή αρχαιότητα δεν είχε εμπειρία του βιωμένου χρόνου αποτελεί βεβαίως υπεραπλούστευση, άλλο τόσο βέβαιο παραμένει ωστόσο πώς τό πεδίο όπου οι Έλληνες φιλόσοφοι πραγματεύονται τό πρόβλημα τού χρόνου είναι πάντοτε ή Φυσική.

Ο χρόνος είναι κάτι τό αντικειμενικό και τό φυσικό πού περικλείει «εντός του» τα πράγματα ωσάν ένα εξωτερικό περίβλημα (περιέχον): κάθε πράγμα, όπως βρίσκεται μέσα σ’ έναν χώρο, έτσι βρίσκεται και μέσα στο χρόνο. Συμβαίνει με μεγάλη συχνότητα Η απαρχή τής νεωτερικής αντίληψης γιά τήν Ιστορία ν’ ανάγεται στις λέξεις με τις όποιες ο Ηρόδοτος αρχίζει τις Ιστορίες του:

«Ο Ηρόδοτος από τήν ‘Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τ’ αποτελέσματα τών ερευνών του, ούτω σώστε ο χρόνος νά μη σβήσει τα εγχειρήματα τών ανθρώπων…»

Είναι τον καταστροφικό του χρόνου χαρακτήρα πού οι Ιστορίες επιθυμούν νά μαχηθούν, κι αυτό πιστοποιεί τήν επί τής ουσίας ανιστορική φύση τής αρχαίας αντίληψης γιά τό χρόνο. Όπως η λέξη πού δηλώνει το ενέργημα του γιγνώσκειν (eihevai), έτσι και ή λέξη ιστορία προέρχεται από τή ρίζα id- [Fiδ-], πού σημαίνει «βλέπω».

Ίστωρ είναι, καταρχάς, ο αυτόπτης μάρτυρας, εκείνος πού είδε. Η ελληνική υπερεξουσία του βλέμματος βρίσκει κι εδώ ακόμα τήν επιβεβαίωσή της. Ο προσδιορισμός του αυθεντικού Είναι ως «παρουσία ενώπιον βλέμματος» αποκλείει μιαν εμπειρία τής ιστορίας συνιστάμενης σε ότι ήδη υφίσταται εδωνά παντοτινά, δίχως ποτέ νά εκτίθεται καθεαυτό κάτω απ’ τα μάτια μας

Τζορτζιο Αγκάμπεν – “Χρόνος και ιστορία – Κριτική του στιγμιαίου και του συνεχούς” , Ίνδικτος

_________________________________________________________

 

 Από: http://antikleidi.com