Εξιλέωση…


Συμβαίνει συχνά, οι άνθρωποι που γεννήθηκαν φτωχοί και μεγάλωσαν στη φτώχεια, αν γίνονται πλούσιοι να συμπεριφέρονται χειρότερα απ’ αυτούς που γεννήθηκαν με το χρυσό κουτάλι στο στόμα.

Οι εκ γενετής πλούσιοι αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά τους φτωχούς, πολλές φορές δεν τους βλέπουν καν και σίγουρα δεν μπορούν να τους καταλάβουν, όπως η Αντουανέτα με το παντεσπάνι της.

Όμως οι νεόπλουτοι απεχθάνονται όσο τίποτα άλλο τους φτωχούς, γιατί τους θυμίζει τι αφήσαν πίσω τους. Άλλωστε εκείνοι έχουν πιο πολύ τη στρεβλωμένη ιδέα ότι πλούτισαν μόνο επειδή ήταν ικανοί, σε αντίθεση με τους εκ γενετής που απλώς ήταν τυχεροί να γεννηθούν απ’ τους σωστούς γονείς.

Έτσι κι ο Αλέξης Δόγκας, πολύ γρήγορα έγινε χειρότερος δυνάστης απ’ τον πεθερό του. Γιατί ήξερε πώς σκέφτονταν οι υποτακτικοί του, ότι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να του κλέψουν κάτι, να του κρύψουν κάτι. Και γνώριζε τις μεθόδους τους, τις κρυψώνες, τα ψέματα, ό,τι έκαναν για να εξασφαλίσουν λίγη παραπάνω τροφή για την οικογένεια τους -παίρνοντας ‘την απ’ τον Αφέντη.

Ναι, ο Αλέξης γρήγορα έγινε ο «Αφέντης» κι αλίμονο σ’ εκείνους που νόμιζαν ότι μπορούσαν να τον κοροϊδέψουν.

Μέσα σε δύο μόλις χρόνια έμαθε να ντύνεται σαν πλούσιος, να τρώει σαν πλούσιος, να διατάζει σαν πλούσιος. Πήγαινε από κτήμα σε κτήμα με το αυτοκίνητο του και κατσάδιαζε τους επιστάτες που δεν πίεζαν περισσότερο τους εργάτες.

Στη Θάλαττα, το χωριό του, δεν ξαναπάτησε ούτε και είδε τη μάνα του ξανά. Ήταν ευτυχισμένος με την περιουσία του και την οικογένεια του, δεν ήθελε να θυμάται τίποτα απ’ τα παλιά.

~~

Η Λήδα, η γυναίκα του, με τον καιρό μαλάκωσε. Σιγά σιγά κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τον χωρίσει, δεν της το επέτρεπε ο αδελφός της, έπρεπε να μάθει να ζει με κείνον που διάλεξε.

Κι αφού δεν μπορούσε ν’ αποφύγει τις νυχτερινές συνευρέσεις αποφάσισε να τις κάνει πιο απολαυστικές -για τον Αλέξη κυρίως. Σταμάτησε να του αντιστέκεται. Στην αρχή τον δεχόταν με απάθεια, αλλά μετά κατάλαβε το πάθος του για τα πόδια της και έκανε ό,τι μπορούσε για να το ικανοποιήσει.

Μέχρι που έστειλε την υπηρέτρια στο Κατάκωλο, στο λιμάνι με τα κακόφημα μαγαζιά, για να της αγοράσει κάλτσες. Όχι σαν αυτές που φορούσαν οι κυρίες, μα απ’ τις άλλες, αυτές που έβαζαν οι γυναίκες του λιμανιού. Διχτυωτές και με σχέδια, σε όλα τα χρώματα, με ζαρτιέρες και στολίδια, τις «πουτανίστικες».

Κάθε βράδυ φορούσε διαφορετικές κι ο Αλέξης αποθέωνε τα πόδια της, φλεγόμενος αλλά μη καιόμενος. Τον έπαιζε και τον χάιδευε με τις πατούσες της ώρες πολλές, μα μόλις τον έβλεπε ότι ήταν έτοιμος να τελειώσει τον τραβούσε να μπει μέσα της.

Έτσι σύντομα, μετά από μερικούς μήνες πάθους, η Λήδα έμεινε έγκυος. Γέννησε ένα αγοράκι κι η ευδαιμονία του Αλέξη ολοκληρώθηκε. Είχε καταφέρει να έχει όλα όσα ήθελε.

~~

Αποφάσισε να βαφτίσουν το παιδί στις 17 Μαρτίου, την ημέρα του Οσίου Αλεξίου, του ανθρώπου του θεού. Και φυσικά θα του έδινε το όνομα του πατέρα του -και δικό του.

Στον παπά της ενορίας, που ήταν λίγο προληπτικός, δεν άρεσε αυτή η επιλογή.

«Είναι κακοτυχία να δώσεις στο παιδί το όνομα του πατέρα σου, που πέθανε τόσο νέος.»
«Κακοτυχία;» είπε ο Αλέξης. «Για δες εμένα, παπά. Σου φαίνομαι για κακότυχος;

Κι αφού του είπε ότι αυτή ήταν η απόφαση του κι ότι δεν υπήρχε λόγος να το συζητάνε, τον ενημέρωσε ότι είχε αποφασίσει να χτίσει παρεκκλήσι σ’ ένα απ’ τα κτήματα του, μια εκκλησία του Άγιου Αλέξη, που θα λειτουργούσε για πρώτη φορά στη βάφτιση του πρωτότοκου γιου του.

Πρωτότοκος, γιατί η Λήδα ήταν πάλι έγκυος, κι όπως φαινόταν απ’ την κοιλιά της, που ήταν μυτερή στον τρίτο μήνα, θα γεννούσε πάλι αγόρι. Όλοι έτσι έλεγαν κι ίσως να είχαν δίκιο.

Ο παπάς ευαρεστήθηκε και του δωσε την ευχή του. Το παρεκκλήσι χτίστηκε γρήγορα, αφού οι υποτακτικοί δούλευαν νυχθημερόν -και αμισθί- για τη χάρη του.

Ο Αλέξης οργάνωσε μια μεγάλη γιορτή. Το μεγαλύτερο φαγοπότι που ‘χε δει το Χελιδόνι και τα περίχωρα. Όλοι ήταν καλεσμένοι. Προύχοντες και πολιτικοί, δάσκαλοι και χωροφυλάκοι, χωρικοί και βιοπαλαιστές. Όλοι έπρεπε να ‘ναι ‘κει, για να τιμήσουν τον Αλέξη τον Τρίτο.

Μόνο η γιαγιά, η Αρβανίτισσα, δεν θα ‘ταν.

~~

Λίγες μέρες πριν τη βασιλική βάφτιση βρέθηκε στην πόρτα του αρχοντικού η γητεύτρα απ’ τη Θάλαττα και ζήτησε να δει τον Αφέντη.

«Η μάνα σου είναι στα τελευταία της», του είπε χωρίς να μπει μέσα.

Ο Αλέξης πήγε κι έφερε δυο χρυσές λίρες.
«Αυτά αρκούν για την κηδεία της», είπε κι έκανε να κλείσει την πόρτα.
«Περίμενε!» πρόλαβε να του πει η γητεύτρα.

Ο Αλέξης στήθηκε να την ακούσει. Η γητεύτρα έβαλε τα χρυσά στην ποδιά της και του είπε:
«Ξέχασες τη μάνα σου. Ξέχασες τη συμφωνία μας. Ξέχασες τον διάβολο. Αλλά ο διάολος δεν σε ξεχνάει.»

Ο Αλέξης την κλώτσησε στα μούτρα και την γκρεμοτσάκισε απ’ τα σκαλιά.
«Αν σε ξαναδώ στα κτήματα μου, στρίγγλα, θα βάλω να σου σπάσουν όλα σου τα κόκαλα», της είπε και μπήκε μέσα.

Η γητεύτρα δεν μίλησε. Έκανε μόνο, με το αριστερό της χέρι, τα κέρατα του διαβόλου. Και γύρισε στο χωριό για να θάψει τη Σοφία.

~~

Η βάφτιση έγινε κι ήταν πραγματικά βασιλική. Το μωρό δεν έκλαιγε, ο ήλιος έλαμπε, όλοι έφαγαν και ήπιαν, κι ο Αλέξης ένιωθε ότι όλος ο κόσμος του άνηκε. Και δεν πρόσεξε το πρόσωπο της Λήδας, το χαμόγελο της που θύμιζε την παλιά αρχόντισσα.

Ήταν λυκόφως όταν ξεκίνησαν με το αμάξι για το σπίτι. Κάποια στιγμή, κι ενώ πήγαιναν παράλληλα με το ποτάμι, του είπε να σταματήσει για λίγο, να κατέβει με το μωρό να του δείξει τις λιβελούλες.

Ο Αλέξης δέχτηκε, αλλά της είπε να κάνει γρήγορα, γιατί ήταν και πιωμένος.

Ο Ενιππέας, το ποτάμι, είναι ρηχός και ήρεμος όλο το χρόνο. Εκτός απ’ την άνοιξη που γίνεται χειμαρρώδης.

Ο Αλέξης είδε απ’ τον καθρέφτη την εγκυμονούσα Λήδα, με το νεοβάφτιστο αγκαλιά, να πηγαίνει στην όχθη. Εκεί έκατσε σ’ έναν βράχο, έβγαλε τα παπούτσια της και ξεκίνησε να βγάζει τις κάλτσες. Εκείνος έσκυψε να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα του και καθώς άναβε το τσακμάκι τον φώτισε ο τρόμος.

Βγήκε γρήγορα απ’ το αμάξι και φώναξε τη γυναίκα του. Εκείνη δεν απάντησε κι έτρεξε να την προλάβει.

«Λήδα!» ξαναείπε βλέποντας ‘την να πηγαίνει ξυπόλητη στην άκρη του νερού.
«Ποιος φοβάται τώρα, χωριάτη;» του είπε η Λήδα.

Και πήδηξε στο ποτάμι, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά κι ένα μες στην κοιλιά. Τους κατάπιε χωρίς ν’ ακουστεί κλάμα.

Βούτησε κι ο Αλέξης, κολύμπησε για να τους σώσει, και παραλίγο να πνιγεί κι ο ίδιος. Τελικά πιάστηκε από ένα κλαδί και βγήκε έξω ξέπνοος.

~~

Δεν γύρισε στο αρχοντικό. Επί του ποταμού Ενιππέα έκατσε κι έκλαψε. Το πρωί κρέμασε σε μια ιτιά το σακάκι του και μπήκε στο αυτοκίνητο. Πήγε κοντά στον Καράτουλα και στη Θάλαττα, σ’ ένα απομακρυσμένο μέρος όπου του άνηκε μια παράγκα, κι έμεινε εκεί.

Στην αστυνομία δεν ήθελε να μιλήσει. Και στην κηδεία της γυναίκας του και του παιδιού, που ξέβρασε ο ποταμός λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, δεν πήγε. Την περιουσία του και τα δικαιώματα του τα εγκατάλειψε. Πούλησε μόνο το αυτοκίνητο κι αγόρασε μερικά τραπέζια και καρέκλες, κονιάκ, ελληνικό καφέ και παξιμάδια.

Κάποιους αγρότες που περνούσαν απ’ έξω και μπήκαν να τον συλλυπηθούν τους κέρασε τα δέοντα. Εκείνοι ντραπήκαν να φύγουν χωρίς να πληρώσουν κάτι, κι άφησαν λίγες δραχμές. Το ίδιο έκαναν κι οι επόμενοι -κι όσοι πήγαν μετά.

Έτσι, χωρίς να το θέλει κι ο ίδιος, δημιουργήθηκε το καφενείο του Πεντακόσια, και κανείς δεν ξέρει γιατί τον λέγαν έτσι.

~~

Το παράξενο είναι ότι με τα χρόνια το καφενείο του, που είχε μόνο κονιάκ, σκέτο καφέ και παξιμάδια, έγινε σταθμός για τους άντρες της περιοχής -και για κείνους που ‘χαν φύγει στις πόλεις.

Κάθε άντρας με οικογένεια έπρεπε να πηγαίνει εκεί όταν μπορούσε, ίσως για να διώχνει την κακοτυχία απ’ τη ζωή του. Ή μπορεί να το έκαναν για να συλλογίζονται πόσο μάταια ήταν όλα και πόσοι τυχεροί ήταν που είχαν όσα είχαν.

~~

Κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί το κάνει. Ούτε κι εγώ.

Γιατί όποτε βρίσκομαι στη Θάλαττα, σπάνια τώρα πια, πηγαίνω στο θλιμμένο καφενείο του Πεντακόσια, πίνω τον καφέ μου και το κονιάκ, κι ύστερα φεύγω χωρίς να μιλήσω.

Αλλά βγαίνω εξιλεωμένος.

~~~~~~~~~~~~~~~

 

 

 

Η φωτογραφία είναι του Robert Frank, «Funeral, South Carolina, 1955»


Aπό:https://sanejoker.info/2017/12/sad-cafe-end-atonement.html

Antifa cypha: παεί να πει: πολιτική οργάνωση σε χαλεπούς καιρούς…


Αυτονομία

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τη δολοφονία του Π.Φύσσα/Killah P. Εντω μεταξύ η δίκη της συμμορίας χ.α. συνεχίζεται με προοπτική να τελειώσει (λένε) στα τέλη του 2018. Κάλλιο αργά…

Είμαστε ανάμεσα σ’ αυτούς/ες που δεν στήνουν την πολιτική τους δράση πάνω σε οποιουδήποτε είδους νεκρολογίες. Kαι φυσικά δεν είμαστε οπαδοί της αστικής δικαιοσύνης. Από την αυγή της αντιεξέγερσης, το 2009, έως τις εκλογές του 2012 και την εκτόξευση της συμμορίας στην κεντρική πολιτική σκηνή, κύλησε πολύ νερό και αρκετό αίμα. Κι ακόμα περισσότερο μέχρι τη δολοφονία Φύσσα κι αμέσως μετά. Κι όπως το αίμα δε γίνεται νερό, έτσι και η κινηματική δράση και μνήμη δεν μπορεί, δεν πρέπει να γίνεται ένα συνονθύλευμα από ξερές ημερομηνίες, ηρωικές διηγήσεις και φτηνές πόζες.

Είμαστε ανάμεσα σ’ αυτούς/ες που όλ’ αυτά τα χρόνια, τα χρόνια της παλινδρόμησης από την ευφορία της εξέγερσης στο κράτος έκτακτης ανάγκης, προσπαθούσαμε να έχουμε στέρεες και just in time εκτιμήσεις και απόψεις για την συγκυρία. Αναγνωρίσαμε την συμμορία χ.α. ως μια ειδική αποστολή του κράτους έκτακτης ανάγκης -και σίγουρα όχι σαν μετενσάρκωση του μετεμφυλιακού κράτους. Αναγνωρίσαμε επίσης την αντιναζιστική πόλωση που προκάλεσε παντού στην επικράτεια, ως μια αυθεντική, αλλά ταυτόχρονα και φτωχή σε περιεχόμενα/κατευθύνσεις, κοινωνική αντίθεση με συγκεκριμένα όρια. Αντιληφθήκαμε την συνεχιζόμενη δικαστική περίφραξη της συμμορίας ως την ενδεδειγμένη μέθοδο να μαζευτεί πολιτικά και εκλογικά το φαινόμενο, ενόσω φυσικά συνεχίζει τις δουλειές της, όπως πάντα. Κι όλο αυτό τον καιρό, με τις όποιες δυνάμεις μας, ήμασταν και είμαστε στο δρόμο, υποστηρίζοντας μικρές και μεγάλες δράσεις, απόπειρες να ξεπεραστούν αδυναμίες και όρια, να δοκιμαστούν αντιφάσεις και να στηθούν αυθεντικές κοινωνικές/πολιτικές σχέσεις.

Γιατί τα λέμε όλ’ αυτά; Για μια σειρά λόγους. Κατά πρώτον επειδή τα παραπάνω υποδεικνύουν στιγμές πολιτικής οργάνωσης: όχι την τελευταία λέξη του ανταγωνισμού, απλά την επιμονή, τη σχέση και τη δέσμευση σε κοινούς σκοπούς. Με τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις μας βεβαίως, αλλά επιτέλους χρειαζόμαστε αναχώματα ενάντια στο νέο ολοκληρωτισμό, αλλά και την επέλαση της βλακείας. Αν η κινηματική κατάσταση αιωρείται μεταξύ του χρεωκοπημένου (από δεκαετίες) αριστερισμού της δημιουργίας γεγονότων και του μικροαστικού πατερναλισμού που λοξοκοιτάει προς το κράτος, έχουμε πράγματι διαλέξει το δύσκολο δρόμο. Κι αν ο οππορτουνισμός είναι πλεύση παντός καιρού, έχουμε διακόψει πολλά χρόνια κάθε δεσμό με τις αναγνωρισμένες σχολές πολιτικής επιβίωσης.

Γιατί τα λέμε όλ’ αυτά; Ανάμεσα σε πολλούς άλλους λόγους, επειδή μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι, τη χτυπητή έλλειψη υπολογίσιμου ανταγωνισμού δηλαδή, έχουμε γεμίσει επίδοξους «απελευθερωτές» – κι αυτό δυστυχώς δεν είναι καν παράδοξο. Η αναγκαιότητα της πολιτικής οργάνωσης ξεπέφτει σταθερά σε χιλιοπατημένους φορμαλισμούς, ενώ χρειαζόμαστε καινούργιες απαντήσεις κι ακόμα περισσότερες ερωτήσεις. Αν η όποια κινηματική έμπνευση είναι κακοβαλμένα copy paste από τα παλιά, ρετάλια του χτες που παριστάνουν τα πέπλα του αύριο, δεν θα πάρουμε. Χρειαζόμαστε ο ένας την άλλη, χρειαζόμαστε την αποφασιστικότητα, χρειαζόμαστε όμως εξίσου τις αβεβαιότητες και τις αμηχανίες μας.

Διότι αν μας έχει διδάξει κάτι η περίοδος που προηγήθηκε είναι ότι οι βεβαιότητες «εσωτερικού χώρου» σπάνε τα μούτρα τους μπροστά στην πραγματικότητα και τα βιώματα της κρίσης. Κι είναι πάντα πιο εύκολο να κοιτάζουμε προς τα κει που έχουμε μάθει, παρά να αντλούμε έμπνευση και κουράγιο από τους πραγματικούς ανθρώπους: εκείνους που δεν απαγγέλουν τρύπια μανιφέστα – ναι, εκείνους που κολυμπάνε στις αντιφάσεις τους, επίσης. Αυτό είναι το δύσκολο πεδίο των σχέσεων. Που φυσικά δεν μπορούν να είναι οι παλιές τσαλαπατημένες ταυτότητες ή οι πόζες, οι οποίες εσχάτως μεταφράζονται και σε like στα social media. Σχέσεις – όχι άλλους μικρόκοσμους κατανάλωσης και ανακύκλωσης.

Γιατί τα λέμε ολ’ αυτά; Μπορεί να χρειαστούν κάπου, σε κάποιους/ες. Σε μας σίγουρα. Γιατί εννιά χρόνια μετά την εξέγερση και τέσσερα μετά τη δολοφονία Φύσσα, η κινηματική άμπωτη δεν είναι παρά προέκταση της συρρίκνωσης στις καρδιές και τα μυαλά. Δεν είναι παρά έκφραση μιας συνθήκης παραίτησης ή μιας συνθήκης κατάδυσης στους μικρόκοσμους. Κι αν χρειαζόμαστε τον πραγματικό κόσμο, τις πραγματικές σχέσεις, είναι για να δίνουμε διεξόδους στις αρνήσεις μας, πριν γίνουν κατάθλιψη και μονομανία.
Γι’ αυτό είμαστε κοινωνικοί, γι’ αυτό είμαστε επίσης αντικοινωνικοί: θα χτίσουμε με ό,τι απομένει. Με τις αρνήσεις, αλλά ενάντια στους φορμαλισμούς. Με αποφασιστικότητα, ενάντια στις πόζες. Με αβεβαιότητα, ενάντια στις παλιές συνταγές.

Και πραπαντός μην γίνει παρεξήγηση: η πολιτική οργάνωση δεν προσφέρει καμιά εγγύηση στην αποτροπή των χειρότερων, που έρχονται, που είναι ήδη εδώ. Στις εποχές που ζούμε είναι «μόνο» μια συλλογική κραυγή στο σκοτάδι. Όχι από φόβο, αλλά από μιαν οργή που αρνείται πρώτα απ’ όλα αυτό το βουβό πόνο των καιρών μας. Η πολιτική οργάνωση είναι σαν ένα τραγούδι μιας λησμονημένης παράδοσης, που ανακαλύπτουμε σκάβοντας…


Από:http://www.autonomia.gr/autonomia/barricada/barricada_49_cypha.html

Άσυλο …


Χοντρές απειλές της Άγκυρας: Η Ελλάδα προστατεύει εγκληματίες - Θα υπάρξουν επιπτώσεις

Όταν πρόκειται για πρόσφυγες ή μετανάστες οι υπηρεσίες του ελληνικού βαθέος κράτους δυσκολεύονται. Ζορίζονται, κουράζονται, δεν έχουν μελάνι, δεν έχουν προσωπικό… Όταν, όμως πρόκειται για χουντικούς απ’ την τουρκία, τότε λειτουργούν στην εντέλεια, με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Τότε γιατί η φαιορόζ κυβέρνηση έκανε “προσφυγή κατά της απόφασης του αρείου πάγου” να δοθεί πολιτικό άσυλο στον πρώτο απ’ τους οκτώ συνολικά τούρκους καραβανάδες / χουντικούς; Μήπως το έχει μετανοιώσει που δεν τους παρέδωσε στην κρίση των τουρκικών δικαστηρίων, αφού, εξάλλου, δεν υπάρχει καν και καν ζήτημα θανατικής καταδίκης όπως έλεγε;

Όχι βέβαια!!! Όταν ολοκληρωθούν οι όποιες δικαστικές διαδικασίες για την παροχή πολιτικού ασύλου, η τελική πράξη, που αποτελεί και την οριστική κρατική στάση, είναι η απόφαση του αρμόδιου υπουργού. Του Κοντονή σήμερα. Έχει συμβεί, για παράδειγμα, στο παρελθόν, αυτές οι δικαστικές διαδικασίες να απορρίψουν την αίτηση, αλλά ο υπουργός να την κάνει αποδεκτή. Δεν δεσμεύεται απ’ αυτές, επειδή υποτίθεται το δικαστικό μέρος εξετάσει τα νομικά επιχείρηματα υπέρ ή κατά της χορήγησης πολιτικού ασύλου· ενώ ο υπουργός, σαν πολιτικό πρόσωπο, παίρνει την τελική απόφαση, που είναι πολιτική επιλογή. Και λαμβάνεται αυτή η απόφαση με ευρύτερα κριτήρια (“εθνικού συμφέροντος”, “ανθρωπισμού”, “εξωτερικής πολιτικής”, κλπ). Έτσι έγινε και στο παρελθόν δεν εκδόθηκαν, απ’ την ελλάδα, την γαλλία ή και την αγγλία (αντίθετα, πήραν πολιτικό άσυλο) αντάρτες πόλης· παρότι, από καθαρά νομική άποψη, οι ανάλογες αιτήσεις των κρατών που τους ζητούσαν ήταν καλά θεμελειωμένες…

Αφού ολοκληρώθηκε, λοιπόν, το δικαστικό μέρος της διαδικασίας, ήρθε η ώρα του υπουργού. Το επαναλαμβάνουμε: δεν δεσμεύεται απ’ τα δικαστήρια. Τι θα έκανε η φαιορόζ κυβέρνηση ευρισκόμενη καθαρά και οριστικά μπροστά στις ευθύνες της; Θα ενέκρινε το πολιτικό άσυλο; Ή όχι; Προφανώς το πρώτο…

Έτσι όμως θα έμενε οριστικά και αμετάκλητα εκτεθειμένη απέναντι στην Άγκυρα. Η οποία – παρεπιπτόντως – ξέρει πολύ καλά την διαδικασία, ξέρει πολύ καλά δηλαδή ότι η τελική απόφαση θα είναι πολιτική / κυβερνητική, γι’ αυτό και δεν τρώει τα παραμύθια περί “ανεξαρτησίας της ελληνικής δικαιοσύνης” πίσω απ’ την οποία προσπαθούν να κρυφτούν οι φαιορόζ αλλά και όλες οι υπόλοιπες πολιτικές βιτρίνες.

Για να μην βγουν απ’ την κρυψώνα τους οι φαιορόζ έκαναν τι; Ξαναγύρισαν το θέμα στα δικαστήρια!! Και έτσι κερδίζουν χρόνο (μπορεί και αρκετό) μέσα απ’ την “παράταση της δικαστικής εκκρεμότητας”…

“Πέσε κάτω!!! Πέσε κάτω!!!”: αθάνατη ελληνική τακτική. Για την μπάλα και για τα πάντα…

____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2018/01/asylo/

Giorgio Agamben, »Το ποτάμι της βιοπολιτικής ρέει υπογείως, αλλά χωρίς σταματημό»…


Für Katerina Zourtsanou


Τους τελευταίους αιώνες, η σωματικότητα του ανθρώπινου πληθυσμού γίνεται όλο και πιο σημαντικό πρόβλημα διακυβέρνησης και ελέγχου. Στο παρακάτω απόσπασμα από το Homo Sacer, ο Agamben βλέπει μια εντεινόμενη και εκτεινόμενη εγγραφή της ζωής στην κυριαρχία, ένα διαρκές, προοδευτικό πέρασμα στην βιοπολιτική, οι προϋποθέσεις του οποίου έχουν τεθεί με τη νεωτερική κυριαρχία. Κατά αυτό το τρόπο, φαινομενικά αντιθετικές πολιτικές στροφές, όπως η στροφή στη φιλελεύθερη-ιδιωτική διακυβέρνηση τον 19ο αιώνα και η στροφή στον κρατικό παρεμβατισμό στον 20ο αιώνα, ερμηνεύονται σαν στιγμιότυπα της ίδιας, ανιούσας βιοπολιτικής τροχιάς. Σε κάθε τέτοια στροφή, η »γυμνή ζωή» αντιστέκεται και διεκδικεί, όμως τελικά ηττάται από την νεωτερική κυριαρχία, που εξελίσσεται αποκαλύπτοντας όλο και πιο έντονα τον ενύπαρκτο στη ζωή, βιοπολιτικό της χαρακτήρα. Η εξέλιξη της βιοπολιτικής κυριαρχίας προς την ολοκλήρωσή της, μια πτυχή του έργου του Agamben που δεν βλέπουμε να σχολιάζεται ιδιαίτερα, συνεχίζει τη προβληματική του Φουκώ στις διαλέξεις του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής. Δεν σχολιάζεται ιδιαίτερα, ίσως γιατί οι mainstream σχολιαστές του θεωρούν την Κυριαρχία δεδομένη, και ασχολούνται με άλλα, αισθητικά όμορφα πράγματα. Όσον αφορά εκείνους τους νεοσυντηρητικούς (έξω ή μέσα μας), που βλέπουν σώματα, social media, απολαύσεις στα όρια, και αναπολούν το παρελθόν, έχουμε να τους πούμε απλά, το Ποτάμι πίσω δεν γυρνά. Ας βρούμε τις αντιφάσεις, τους κανόνες χρήσης και τους δρόμους υπέρβασης, μέσα σε αυτόν τον κόσμο. 


Giorgio Agamben. Homo Sacer-Κυρίαρχη Εξουσία και γυμνή ζωή, μτφ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, 
εκδ. Scripta, σ. 191 και επ. 

                                              (υπογραμμίσεις με μαύρα γράμματα δικές μου)
 
 
  Ο Karl Löwith στάθηκε ο πρώτος που όρισε ως «πολιτικοποίηση της ζωής» τον θεμελιώδη χαρακτήρα της πολιτικής των ολοκληρωτικών κρατών, επισημαίνοντας ταυτοχρόνως, από αυτή την έποψη, την ιδιότυπη σχέση συγγένειας μεταξύ δημο-κρατίας και ολοκληρωτισμού.
»Αυτή η εξουδετέρωση των πολιτικώς σημαντικών διαφορών και η μετακύλιση της απόφασης σχετικά με αυτές αναπτύχθηκαν ξεκινώντας από τη χειραφέτηση της τρίτης τάξης» και από τη δια-μόρφωση της αστικής δημοκρατίας και τη μετατροπή της σε βιομηχανική μαζική δημοκρατία μέχρι το σημείο καμπής, όπου οδήγησαν στο αντίθετό τους: σε μια πλήρη πολιτικοποίηση (totale Politisierung) των πάντων, ακόμη και των φαινομενικώς ουδέτερων ζωτικών σφαιρών. Έτσι στη μαρξιστική Ρωσία έκανε την εμφάνισή του ένα κράτος εργατών το οποίο είναι περισσότερο κρατικοκατευθυνόμενο από όσο δεν συνέβη ποτέ μέχρι σήμε-ρα σε καμία απόλυτη μοναρχία· στη φασιστική Ιταλία ένα κορπορατιστικό κράτος, που ρυθμίζει κανονιστικά όχι μόνο την εθνι-κή εργασία, αλλά και τον Dopolavoro^ καθώς και όλη την πνευματική ζωή· και στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ένα πλήρως συγκεντροποιημένο κράτος, που πολιτικοποιεί μέσω των φυλετι-κών νόμων ακόμη και τη μέχρι σήμερα ιδιωτική ζωή».
  Ωστόσο η συγγένεια που συνδέει μαζική δημοκρατία και ολοκληρωτικά κράτη δεν έχει (όπως φαίνεται να θεωρεί ο Löwith, ακολουθώντας τα χνάρια του Schmitt) τη μορφή μιας αιφνίδιας αντιστροφής: πριν ακόμη κάνει ορμητικώς την εμφάνισή του στο προσκήνιο του αιώνα μας, το ποτάμι της βιοπολιτικής, που σέρνει μαζί του τη ζωή του homo sacer, ρέει υπογείως, αλλά δίχως σταματημό. Ως εάν, αρχίζοντας από ένα ορισμένο σημείο, κάθε αποφασιστικό πολιτικό συμβάν να είχε πάντοτε δύο όψεις: οι χώροι, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που τα άτομα κατακτούν στη σύγκρουση τους με τις κεντρικές εξουσίες προετοιμάζουν κάθε φορά ταυτοχρόνως μια σιωπηρή, αλλά αυξανόμενη εγγραφή της ζωής τους στην κρατική τάξη, προσφέροντας έτσι ένα νέο και ακόμη πιο τρομακτικό έρεισμα στην κυρίαρχη εξουσία από την οποία επιθυμούσαν να απελευθερωθούν. «Το «δικαίωμα» στη ζωή, έγραψε ο Foucault, για να εξηγήσει τη σημασία που προσλαμβάνει το σεξ ως θέμα πολιτικής διαπάλης, «στο σώμα, στην υγεία, στην ευτυχία, στην ικανοποίηση των αναγκών, το «δικαίωμα» να ξαναβρείς, πέρα από κάθε καταπίεση ή αλλοτρίωση, αυτό που είσαι και ό,τι μπορείς να είσαι, αυτό το τόσο ακατανόητο για το κλασικό δικαιικό σύστημα «δικαίωμα», στάθηκε η πολιτική απάντηση σε όλες αυτές τις καινούργιες μεθοδεύσεις και πρακτικές της εξουσίας».Το γεγονός είναι πως αυτή η ίδια η διεκδίκηση της γυμνής ζωής οδηγεί, εντός των αστικών δημοκρατιών, στην πρωτοκαθεδρία του ιδιωτικού επί του δημόσιου και των ατομικών ελευθεριών επί των συλλογικών υποχρεώσεων, ενώ, αντιθέτως, εντός των ολοκληρωτικών κρατών καθίσταται το αποφασιστικό πολιτικό κριτήριο και ο κατεξοχήν τόπος των κυρίαρχων αποφάσεων. Και μόνο επειδή η βιολογική ζωή με τις ανάγκες της έχει καταστεί παντού το πολιτικώς αποφασιστικό γεγονός, είναι δυνατόν να κατανοήσουμε την ταχύτητα, που σε διαφορετική περί-πτωση παραμένει δυσεξήγητη, με την οποία στον 20ό αιώνα οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες αντιστράφηκαν σε ολοκληρωτικά κράτη και τα ολοκληρωτικά κράτη μπόρεσαν να μετατραπούν, σχεδόν δίχως την παραμικρή λύση συνεχείας, σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αυτές οι αντιστροφές συντελέστηκαν σε ένα συγκείμενο όπου η πολιτική είχε από καιρό μετατραπεί σε βιοπολιτική και όπου το διακύβευμα συνίστατο πλέον μόνο στον καθορισμό της πιο αποτελεσματικής μορφής οργάνωσης για την προστασία της υγείας, τη διασφάλιση του ελέγχου και της απόλαυσης της γυμνής ζωήςΟι παραδοσιακές πολιτικές διακρίσεις (όπως εκείνες μετα-ξύ Δεξιάς και Αριστεράς, φιλελευθερισμού και ολοκληρωτισμού, ιδιωτικού και δημόσιου) χάνουν την ευκρίνειά τους και την καταληπτότητά τους και εισέρχονται σε μια ζώνη απροσδιοριστίας από τη στιγμή που αντικείμενο αναφοράς τους γίνεται η γυμνή ζωή. Ακόμη και η απότομη ολίσθηση των πρώην κομμουνιστικών ιθυνουσών τάξεων στον πιο ακραίο ρατσισμό (όπως συνέβη στη Σερβία με το πρόγραμμα «εθνοκάθαρσης») και η αναβίωση με νέες μορφές του φασισμού στην Ευρώπη εδώ βρίσκουν τη ρίζα τους.
  Πράγματι, παράλληλα με την παγίωση της βιοπολιτικής γινόμαστε μάρτυρες μιας μετατόπισης και μιαςπροοδευτικής διεύρυνσης επέκεινα των ορίων της κατάστασης εξαίρεσης της απόφασης περί της γυμνής ζωής στην οποία συνίστατο η κυριαρχία. Αν, σε κάθε νεωτερικό κράτος, υπάρχει μια γραμμή η οποία οριοθετεί το σημείο στο οποίο η απόφαση περί της ζωής μετασχηματίζεται σε απόφαση περί του θανάτου και η βιοπολιτική δύναται έτσι να αντιστραφεί σε θανατοπολιτική, αυτή η γραμμή δεν εμφανίζεται πλέον σήμερα ως ένα σταθερό σύνορο που διαιρεί δύο σαφώς διακριτές περιοχές· πρόκειται μάλλον για μια κινούμενη γραμμή η οποία μετατοπίζεται σε ολοένα και περισσότερο εκτεταμένες περιοχές της κοινωνικής ζωής, στις οποίες ο κυρίαρχος ενεργεί σε ολοένα και στενότερη συμβίωση όχι μόνο με τον νομικό, αλλά και με τον γιατρό, τον επιστήμονα, τον πραγματογνώμονα και τον ιερέα. Στις σελίδες που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε ότι ορισμένα θεμελιώδη πολιτικά συμβάντα της πολιτικής ιστορίας της νεωτερικότητας (όπως η διακήρυξη των δικαιωμάτων) και άλλα που φαίνεται αντιθέτως να αντιπροσωπεύουν μια ακατανόητη παρείσδυση των βιολογικών αρχών στην πολιτική τάξη (όπως η εθνικοσοσιαλιστική ευγονική, με την εξάλειψη της «ζωής που δεν αξίζει να ζει κανείς» ή η σημερινή συζήτηση για τον κανονιστικό καθορισμό των κριτηρίων του θανάτου) αποκτούν το πραγματικό νόημά τους μόνο αν επανατοποθετηθούν στο κοινό βιοπολιτικό (ή θανατοπολιτικό) συγκείμενο στο οποίο ανήκουν. Στην προοπτική αυτή, το στρατόπεδο, ως καθαρός, απόλυτος και αξεπέραστος βιοπολιτικός χώρος (και ως τέτοιος θεμελιωμένος αποκλειστικώς στην κατάσταση εξαίρεσης), θα προβάλει ως το κρύφιο παράδειγμα του πολιτικού πεδίου της νεωτερικότητας, του οποίου τις μεταμορφώσεις, τα προσωπεία και τις μεταμφιέσεις είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε.

_____________________________________________________________