BALLAD OF LUCY JORDAN…


Dj της ημέρας, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Φυσικά και ήθελα να τον εντυπωσιάσω. Ήθελα πάρα πάρα πολύ να τον εντυπωσιάσω, καθότι σφόδρα μικρότερη από κείνον και εξίσου σφόδρα τσιμπημένη. «Διάλεξε εσύ ταινία» μου είχε πει. Ελεύθερο θέμα. Το μισούσα από τότε. Αλλά επειδή ήθελα να τον εντυπωσιάσω με την τρομερή μου άνεση απέναντι στη σκοτεινή πλευρά, διάλεξα το «Μοντενέγκρο – Γουρούνια και μαργαριτάρια». Βάλαμε την κασέτα στο βίντεο (είπαμε, ήμουν πολύ μικρότερη — και από κείνον τότε και από μένα τώρα), καθίσαμε στις πολυθρόνες μας πολύ πολιτισμένα και πατήσαμε play.

Δεν θυμάμαι να είπαμε λέξη στη διάρκεια της ταινίας, μέχρι που ακούστηκε το «Ballad of Lucy Jordan» στο τέλος. Είχα αποκαρδιωθεί εντελώς, χειρότερα κι από τη Lucy. Ούτε ένα σχόλιο.

Σηκώθηκε, μου έβαλε κρασί στο ποτήρι μου. «Σήκω», μου είπε. Υπάκουσα, κι εκείνος βολεύτηκε καλά καλά στη θέση μου. «Ωραία. Ξανακάτσε τώρα».

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/12/27/ballad-of-lucy-jordan/

ΔΙΑΦΑΝΑ ΧΡΟΝΙΑ…


giphy-8.gif

Δεν κατάλαβε το πώς πέρασε η ώρα, αλλά πλέον δεν μπορούσε να κάνει πολλά για αυτό. Ήταν απόγευμα και έπρεπε να ξεκινήσει να ετοιμάζεται για την δουλεία. Σκέφτηκε αρκετά και βρήκε την παρομοίωση που του φαινόταν κατάλληλη:  η μέρα του έμοιαζε βγαλμένη από την γραμμή παραγωγής ενός εργοστασίου πολέμου. Παντού, μακριά και κοντά του, όλοι, «δικοί» του και μακρινοί, μιλούσαν, αντάλλαζαν δώρα, γκρίνιαζαν για τον παλιό και ήλπιζαν για τον καινούργιο.  Οι γιορτές με την προσμονή και την ιεροτελεστία τους για δύο βδομάδες κύκλωναν την ζωή και τους ανθρώπους σαν να συνέβαινε το πιο σπουδαίο πράγμα- ήταν μία μάχη για να αγνοηθεί η πραγματικότητα.

Υπέμενε τα κάλαντα, τα παραδοσιακά γλυκά και τους ανθρώπους με τις σακούλες για όσο η μάχη τους θα κρατούσε – αυτός έπρεπε, όπως έλεγε το αφεντικό του, μεταξύ άλλων κοινοτοπιών, «να προσφέρει στην εμπειρία των ημερών». Τους είχε μαζέψει τις προάλλες για να βγάλει έναν από τους βαρετούς λόγους του στους οποίους παριστάνει τον προπονητή κολεγιακής ομάδας σε αμερικανική ταινία καλώντας τους να ανατρέψουν το σκορ. «Ξέρετε πως εδώ, από το μπαρ, τους σερβιτόρους, εμένα, τους πελάτες,  είμαστε μία οικογένεια. Και κάτι παραπάνω- μία ομάδα. Πρέπει να δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό για να μεγαλώσει αυτή η ομάδα. Μπλα μπλα λεφτά μπλα μπλα φιλοδωρήματα».  Ήταν πραγματικά αστείο να φαντάζεται τον εαυτό του να σερβίρει ποτά σε μεθυσμένους τύπους, ντυμένος με στρατιωτικά ή με τις φόρμες των γυναικών που βρέθηκαν πίσω από τις μηχανές στον Μεγάλο Πόλεμο.

Η κάθε εποχή διεκδικεί τις μάχες της που οι άνθρωποι της φαίνεται να μπορούν να αντέξουν. Σήμερα, παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι άλλοι θα έτρεχαν μακριά από την δουλειά του γραφείου, τις υποχρεώσεις του σπιτιού, το φάντασμα της εξεταστικής. Αυτός θα στεκόταν όρθιος από τις 8 το απόγευμα μέχρι τις 10 το πρωί της επόμενης και θα έπαιρνε 80 (τόσα τα υπολόγιζε με τα «tips»). Άρχισε να ντύνεται-  τα υποχρεωτικά λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι και παπούτσια.  Πρόσθεσε ένα φούτερ πάνω του για να μην κρυώνει και έβαλε το βιβλιαράκι του στην τσάντα. Το επόμενο λεωφορείο πέρναγε σε 10 λεπτά- ετοιμάστηκε.

Τα μαγαζιά με υποχρεωτικό ντύσιμο είναι συνήθως αυτά που διαθέτουν δύο ειδών ποτά: τον χυλό και τα κανονικά. Για να σερβίρουν κάτι πέρα από τα πρώτα, πρέπει να το ζητήσεις επίμονα. Συνήθως βρίσκονται σε παλιούς εμπορικούς δρόμους ή δεκαετίες ζώντας λίγο πολύ από την φήμη και τον τρόπο διασκέδασης του παρελθόντος. Από πάνω τους πλανιέται σαν βραχνάς η περασμένη συνθήκη «επιτυχίας» για αυτό την επαναλαμβάνουν σαν να διαβάζουν  ποίημα σε σχολική γιορτή. Οι στίχοι και οι διάλογοι παραμένουν ίδιοι αλλά η ουσία, η σκέψη από πίσω τους λείπει. Τα μαγαζιά αυτά γεμίζουν σίγουρα μόνο Παραμονή Πρωτοχρονιάς καθώς είναι η εύκολη επιλογή για όσους άργησαν ή δεν κατάφεραν να κάνουν την κράτηση που ήθελαν. Τις υπόλοιπες μέρες σερβίρουν καφέ τα πρωινά και απόγευμα-βράδυ προσποιούνται το μπαρ. Οι εργαζόμενοι είναι είτε ασπρόμαυροι άνδρες είτε ίσιες κοπέλες – ίσια (συνήθως σκούρα) μαλλιά και φούστες.

Έξω έβρεχε και έπρεπε να περιμένει πέντε λεπτά στην στάση. Το λεωφορείο είχε λίγο κόσμο – οι περισσότεροι χωμένοι στα κασκόλ τους, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν ήσυχα για να ανοίξει το βιβλίο του. Όχι ότι ο θόρυβος θα τον ενοχλούσε,  ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει λίγο το διάβασμα. Το είχε πιάσει το μεσημέρι αλλά προτίμησε να το κρατήσει για αργότερα και να δει μία σειρά. Άρχισε να διαβάζει και να σημειώνει με το μολύβι του. Σημείωσε αρκετά στα  Κατά τον Δαίμονα ΕαυτούΚλαιςΒαρέα Ανθυγιεινά. Στην προηγούμενη στάση είχε ανέβει μία γυναίκα και έκατσε δίπλα του. Έριχνε κλεφτές ματιές στο κόκκινο βιβλιαράκι του με τις ζωγραφιές από την μία και τα ποιήματα από την άλλη. Τον έβλεπε να σημειώνει και της φαινόταν χαρούμενος- πλέον της ήταν αδύνατον να μην του μιλήσει. «Φαίνεται να σας αρέσει πολύ αυτό που διαβάζετε, τι είναι;», είπε η γυναίκα με σιγανή φωνή. Της απάντησε στον ίδιο τόνο ότι του αρέσει ναι και της έδειξε το εξώφυλλο του βιβλίου.

Το πρόσωπο της γυναίκας άλλαξε σαν να μοιράστηκαν μόλις ένα μυστικό. «Ξέρετε», του λέει, διατηρώντας τον πληθυντικό, «Δεν νομίζω ότι ήταν τόσο καταθλιπτικός όσο τον παρουσιάζουν. Είχε μια δύναμη σπάνια». Της χαμογέλασε- συμφωνούσε. Πρόσθεσε στην τελευταία πρόταση «Και χρήσιμη». Δεν μίλησαν παραπάνω- η γυναίκα κατέβηκε στην στάση του μετρό δίνοντας του την ευχή για μία Καλή Χρόνια πριν φύγει. Στην στάση αυτή κατέβαιναν συνήθως όλοι οι επιβάτες- ήταν το μετρό που ένωνε το προάστιο με την πόλη. Εκείνος θα κατέβαινε κοντά στο Δημαρχείο και τον πεζόδρομο, θα περπατούσε 100μ και θα έφτανε στο μαγαζί .

Είχε χρόνο για ένα ακόμη ποίημα. Ήταν  σύντομο – για να βγούν δέκα-δεκαπέντε σειρές έπρεπε κάθε λέξη να έχει την δικιά της σειρά. Το διάβασε τρείς φορές καθώς το σώμα του ποιήματος τον είχε κερδίσει. Σχεδόν μουρμούρισε τους στίχους, παίζοντας στο κεφάλι του μία μονότονη μουσική:

Σήμερα

και αύριο

και χτες

έμεινα

μένω

και θα μείνω,

μόνος

σιωπηλός

ξαγρυπνημένος,

νηστικός

και πεινασμένος

για ελευθερία.

Η συνέχεια τον ενδιέφερε εξίσου αλλά σταμάτησε γιατί έπρεπε να το βάλει στην τσάντα του και να κατέβει. Στο λεωφορείο είχε μείνει εκείνος και μία κοπέλα γύρω στα 30. Κατέβηκαν μαζί- εκείνην την περίμενε ο φίλος της, φαινόντουσαν να φιλιούνται και να αγκαλιάζονται στα αλήθεια. Φαινόντουσαν να έχουν υπάρξει μόνοι καιρό και τώρα να επανορθώνουν. Εκείνος σκέφτηκε να περπατήσει κάνοντας ένα τσιγάρο. Έβρεχε και έπρεπε για να το ανάψει να περάσει το χέρι του κάτω από το μπουφάν και ανάμεσα στο πουλόβερ και το πουκάμισο για να μην «σβήσει» την φλόγα του αναπτήρα η βροχή και ο άνεμος. Τα κατάφερε-  μία μπουκιά για να ξεχάσει την πείνα του για ελευθερία -και συνέχισε τον δρόμο.Σε λίγο θα ξεκίναγε την δουλειά του.

Έφτασε έξω από το μαγαζί- η «πόρτα» τον χαιρέτισε και τον ρώτησε αν νιώθει έτοιμος για σήμερα, τα φιλοδωρήματα πρέπει να είναι καλά. Απάντησε ότι θα δούμε και ότι πάει να βρει τους άλλους. Το μαγαζί δεν είχε στηθεί ακόμη- ήταν ο τρίτος σερβιτόρος που είχε έρθει. Ήταν ήδη εκεί ο ψηλός και η Ελένη. Η Ελένη συστηνόταν ως «σερβιτόρα πρώτα και μεταφοιτήτρια ύστερα» κάτι το οποίο σήμαινε ότι θεωρούνταν αρκετά μεγάλη για να βασίζεται στο χαρτζιλίκι των δικών της και αρκετά αδιάφορη για την σχολή που τέλειωσε πρόσφατα μετά από χρόνια. Είχε ξεκινήσει στο μαγαζί πριν έναν χρόνο και μέσα σε αυτό το διάστημα είχαν γνωριστεί καλύτερα, δούλευαν τα διπλανά τραπέζια, έκαναν συζητήσεις μετά το σχόλασμα  και ενίοτε πέρναγαν το βράδυ μαζί. Σε κάθε περίπτωση, δεν ένιωθαν καλά να είναι διαχυτικοί στην δουλειά.

Μιλήσανε λίγο για το στήσιμο του μαγαζιού. Ήρθαν όλοι οι υπόλοιποι, οι σερβιτόροι, οι βοηθοί, τα παιδιά του μπαρ. Ο μετρ τους έδωσε οδηγίες και χώρισε τις περιοχές. Αυτός και εκείνη θα δούλευαν πάλι δίπλα  και έτσι θα μπορούσε ο ένας να βοηθάει τον άλλο αν είχε λιγότερη δουλειά. Πήγανε να στήσουν- της είπε μεταξύ άλλων, «ας πάμε μία βόλτα μετά να διασκεδάσουμε». Χαμογέλασε. Τελειώσανε πιο γρήγορα τις δουλειές- έντεκα παρά πέντε. Δηλαδή πέντε λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου- κάθε φορά μαζευόντουσαν στο μπαρ στις έντεκα ακριβώς- για να έχουν χρόνο για τα τελικά μαζέματα- και το αφεντικό άνοιγε μία φθηνή σαμπάνια «Astor». Ευχήθηκαν τυπικά, άκουσαν ένα ακόμη prep talk και ξεκίνησαν να επιστρέφουν στις περιοχές του. Περπατούσαν μαζί και του ψιθύρισε «Θα σου ευχηθώ κατάλληλα αργότερα». Απάντησε «Ευχαρίστως. Ξέρεις διάβαζα κάτι πριν και δεν θέλω να το ξεχάσω. Θα το θυμάσαι για μένα;». «Σε καλύπτω συνάδελφε».

Συνέχισε με τις επόμενες στροφές του ποιήματος, σχεδόν σίγουρος ότι τις θυμάται σωστά:

Οι σβησμένες ζωγραφιές μου

Η λησμονιά του προσώπου σου

Και τα χέρια μας

Που έγιναν ξερόκλαδα.

Γέλασε. «Τι είναι αυτά μωρέ; Που έχεις μπλέξει;». «Αύριο που θα είναι όλοι μεθυσμένοι ή θα ζεσταίνονται στην οικογενειακή θαλπωρή, θέλω να μιλήσουμε και να φάμε πρωινό- τώρα τελευταία σκέφτομαι πολύ για την ελευθερία. Μετά θέλω να ξεκουραστούμε και να κάνουμε βόλτα- να πάμε κάπου όμορφα.» της είπε. Του έκανε ένα νεύμα χαράς και δυσπιστίας σαν να του έλεγε ότι θα ήταν πολύ ωραία αλλά γνώριζε ότι δεν θα έχουν πολλές δυνάμεις μετά.

Στις 12.30 ήρθαν οι πρώτοι πελάτες. Η «πόρτα» και το αφεντικό τους υποδέχθηκαν με ευχές και ζητώντας τους να μπουν με το δεξί. Έκατσαν στην δική του περιοχή και παρήγγειλαν ένα μπουκάλι ανά δύο άτομα, το οποίο το θεώρησε καλό σημάδι. Ήρθαν νωρίς, φαίνεται να πίνουν αρκετά και ως εκ τούτου όσο περισσότερο κάτσουν, τόσο περισσότερο θα πιουν και ως συνέπεια τόσο περισσότερο θα αφήσουν σε αυτόν. Θεωρούσε το παραπάνω σχήμα κάτι σαν φυσικό νόμο. Ο νόμος είχε και άλλα παρακλάδια τα οποία όμως επέλεξε να μην σκέφτεται. Όσο περισσότερο πίνουν τόσο περισσότερο αγενείς θα γίνονται, όσο περισσότερο μένουν τόσο περισσότερο θα τρέμουν τα πόδια του αργότερα. Το καλό σενάριο για την ημέρα ήταν να τελειώσουν κατά τις 8, το μέτριο κατά τις 10 και το κακό κοντά στο μεσημέρι. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και ύστερα πήρε την παραγγελία και τα συνοδευτικά.

Η ώρα περνούσε, το μαγαζί γέμιζε, η μουσική χειροτέρευε. Ποτέ δεν του άρεσε αυτή η μουσική. Ήταν μία μουσική της υποχρεωτικής χαράς, της «καψούρας» και της επιδεικτικής αρρενωπότητας. Έβλεπε παρέες εικοσάχρονων που του φαίνονταν παράταιροι και άλλες που κολλούσαν αμέσως στο μέρος. Ήταν πεπεισμένος ότι οι παράταιροι είχαν έρθει εκεί θέλοντας να ανακαλύψουν μία διασκέδαση που δεν τους ταίριαζε. Είχε το νου του να παρακολουθεί τι κάνουν και πως επιδρά το ποτό στην συμπεριφορά τους καθώς ήθελε να βγάλει ένα συμπέρασμα για την περίσταση. Αργότερα θα μπορούσε να πει στην Ελένη ότι δεν δούλευε απλά αλλά πραγματοποιούσε παράλληλα ένα ανθρωπολογικό πείραμα.

Το μόνο ανθρωπολογικό συμπέρασμα που έβγαλε ωστόσο είναι ότι δεν διαφέρουμε και τόσο, κάποιες φορές, από τους βιολογικούς μας προγόνους. Σίγουρα όταν έγινε το περιστατικό ήταν έξαλλος αλλά ήξερε πως αύριο θα γελούσε. Καθώς πήγαινε ένα δίσκο με ποτά μία σταγόνα νερού έπεσε πάνω τους. Και ακολούθησαν και άλλες. Σήκωσε το βλέμμα και είδε μία παρέα να έχει ανέβει στο τραπέζι και να κουνάει τους σωλήνες του νερού που βρίσκονταν στο ταβάνι. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί μία μικρή διαρροή. Άφησε τα ποτά στο τραπέζι που έπρεπε, επέστρεψε στην παρέα, τους φώναξε να κατέβουν και τους ενημέρωσε ότι θα μιλήσει στο αφεντικό.

Ένας από αυτούς πανικοβλήθηκε και του είπε «δεν θέλουμε τέτοια προβλήματα» και τον κράτησε. Του ζήτησε συγνώμη και τον διαβεβαίωσε ότι θα πληρώσουν την διαρροή, πόσο είναι; ρώτησε. Εκείνος το υπολόγισε μηχανικά και του είπε «Πενήντα». Ο τύπος του έδωσε 100 και του ψιθύρισε ότι το αφεντικό δεν χρειάζεται να το μάθει, θα φροντίσει να συμπεριφερθούν σωστά και να κατέβουν από το τραπέζι. Ο φίλος μας, μπήκε στο ρόλο του σερβιτόρου και απάντησε παίρνοντας τα χρήματα. «Εντάξει αλλά μόνο επειδή είστε τακτικοί εδώ». Σκεφτόταν ότι 30-40 θα έπρεπε να τα δώσει για την επισκευή αλλά θα μπορούσε να κρατήσει τα υπόλοιπα. Και με αυτά θα έβγαζε σήμερα τα διπλά από ότι πίστευε στην αρχή.

Τέτοια δώρα δεν παρουσιάστηκαν την υπόλοιπη νύχτα και έτσι πέρασε με τον συνηθισμένο τρόπο- τρέξιμο, πέρα δώθε, συνεννοήσεις με μεθυσμένους. Κατά τις 7 το μισό μαγαζί είχε αδειάσει, στις 9 είχαν μείνει ελάχιστοι, στις 10 ξεκίνησαν το μάζεμα, στις 11 έφυγαν. Η Ελένη έφυγε ένα-δύο λεπτά νωρίτερα για να μην τους καταλάβουν. Τον περίμενε στην γωνία, κατάλαβε ότι τα πόδια της έτρεμαν- ήταν και οι δύο όρθιο για δεκαπέντε ώρες συνεχόμενα. «Ας πάμε καλύτερα να κοιμηθούμε» της είπε. «Και η ελευθερία;» του απάντησε. «Αργότερα». «Μαζί με τα ξερόκλαδα;». «Μαζί αλλά πάμε τώρα».

Ξύπνησαν κατά τις 8 το απόγευμα αλλά ήταν ακόμη κουρασμένοι. Ξεκίνησαν να μουρμουρίζουν γενικές ευχές. Ο νέος χρόνος είχε έρθει, η μάχη κερδήθηκε και χάθηκε ταυτόχρονα. Τώρα όλο και λιγότεροι θα αγνοούν το εργοστάσιο πολέμου, σκέφτηκε.

«Βλέπω ένα όνειρο τελευταία» της είπε.

«Το έχω δει δύο φορές, την μία είμαι εγώ την άλλη ήταν κάποιοι άλλοι- δεν έχει σημασία ποιοι. Βλέπω, που λες, ότι ανεβαίνω μία σκάλα –ξέρεις από αυτές που έχουν οι γερανοί  στο πλάι (είναι σωστό αυτό που λέω;) -με πολύ στενά σκαλοπάτια. Και τα ανεβαίνω σιγά σιγά και προσεκτικά. Στο τέλος περιμένω να βρω ένα μέρος όμορφο, που θα έχει χώρο και θέα στην πόλη. Ξέρω δεν βγάζει πολύ νόημα αλλά είναι όνειρο έτσι και αλλιώς.

Όταν ανέβω είμαι κουρασμένος και νιώθω αγωνία. Όταν όμως φτάνω πάνω δεν υπάρχει τίποτα- υπάρχει μόνο ένα τελευταίο σκαλοπάτι. Χωρίς προστατευτικά, χωρίς κάτι να κάνω εκεί, χωρίς δίκτυ από κάτω. Πιστεύω ότι έχω μόνο μία επιλογή: να πέσω.

Για κάποιο λόγο νομίζω ότι αυτό το όνειρο έχει να κάνει με την ελευθερία. Να είμαι, να γνωρίσω και να κάνω πράγματα. Νομίζω ότι έχουμε μπλέξει στον δρόμο της μονοτονίας και ψιθυρίζουμε στους εαυτούς μας «Η μονοτονία απελευθερώνει, η μονοτονία απελευθερώνει, η μονοτονία απελευθερώνει».

Θέλω να το αλλάξουμε αυτό, μαζί. Θέλω να σκέφτομαι ότι η πράξη απελευθερώνει,  θέλω να φτιάξουμε το τέλος της σκάλας.»

Τα είπε όλα με μία ανάσα και ύστερα αναστέναξε. Εκείνη είχε σωπάσει για λίγο, έκλεισε τα μάτια της και  ύστερα είπε:

«Νομίζω ότι βλέπουμε το ίδιο όνειρο.

Μόνο που στο δικό μου υπάρχει μία ακόμη λεπτομέρεια. Η σκάλα, ο ουρανός, τα βήματα – όλα είναι γκρίζα. Και αυτό με τρομάζει από την αρχή. Ψάχνω λοιπόν να βρω και άλλους να την ανέβουμε μαζί, ψάχνω και σένα.

Όμως όλοι βλέπουν την ανησυχία μου και με ρωτάνε: τι θα γίνει με το γκρίζο. Και συ με ρωτάς- με ρώτησες στα αλήθεια και σήμερα.

Στα όνειρα σου έχω δώσει δύο απαντήσεις:

Στο γκρίζο θα απαντήσουμε με γκρίζο. Στο γκρίζο θα απαντήσουμε με χρώμα. Πρέπει να το αποφασίσουμε και να αρχίσουμε να ανεβαίνουμε».

Η συζήτηση των δύο σταματάει εδώ για μας. Το τι έκαναν, τι συμφώνησαν και αν πήγαν κάπου καλά εκείνην την μέρα είναι σίγουρα ενδιαφέρον αλλά είναι προσωπικό τους ζήτημα..

Ας κρατήσουμε το ερώτημα «πως απαντάμε στο γκρίζο» για τις επόμενες μέρες, για τους καιρούς που μαίνονται για να έρθουν.

Κάποιος έλεγε ότι «γκρίζο στο γκρίζο είναι το μοναδικό, το δικαιωμένο χρώμα της ελευθερίας»σ.1. Αρκεί αυτό ή χρειαζόμαστε και χρώμα;

Αυτά είναι που ζώνουνε τον νου

και τον λυγίζουν

Τώρα εσύ όποτε σωπαίνω,

Κλαις

*Ο τίτλος, είναι από το βιβλίο «διάφανα χρόνια» του Θάνου Ανεστόπουλου που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του, από τις εκδόσεις Ναυτίλος και περιλαμβάνει ανέκδοτα ποιήματα και ζωγραφιές του. Μέσα στο κείμενο υπάρχουν αποσπάσματα, σε τρία σημεία, από το ποίημα του Ξερόκλαδα.

sky artwork GIF

 

 ___________________________________________________________

Το Πεκίνο στην μπρίζα 1…Το Πεκίνο στην μπρίζα 2 …


Το κινεζικό κράτος έχει παραπάνω από έναν λόγο να προωθεί την ηλεκτροκίνηση των ι.χ. Οι στόχοι που έχει βάλει για την παραγωγή και χρήση καθαρά ηλεκτρικών αυτοκινήτων είναι υψηλοί· κυρίως όμως είναι τόσο μαζικοί ώστε θα δώσουν στην κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία ένα ίσως παγκόσμιο τεχνολογικό προβάδισμα.

Εν τω μεταξύ, για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την μεθοδικότητα του made in china, άρχισαν να παραδίδονται οι ειδικές πινακίδες για τα ι.χ. «νέας ενέργειας». Πάνω από 100 πόλεις ξεκίνησαν από χτες την διανομή τους.

Να ξεχωρίζουν στο δρόμο, να ζηλεύουν και οι παλιοενεργειακοί…

Το Πεκίνο στην μπρίζα 2

Στη δύση το περιέγραφαν πριν λίγα χρόνια σαν μια τεχνο-φουτουριστική ιδέα. Ο κινεζικός καπιταλισμός το δοκιμάζει, και δεν είναι αστείο: αν κριθεί αποδοτικό κόλπο θα γενικευτεί πολύ γρηγορότερα απ’ ότι φαντάζεται κανείς…

Οι δύο λωρίδες που φαίνονται στα αριστέρα της φωτογραφίας είναι ο πρώτος πειραματικός δρόμος στρωμένος με φωτοβολταϊκά πάνελ. Είναι στην περιφερειακή της Jinan, πρωτεύουσας της ανατολικής επαρχίας Shandog.

Μήκους 1 + 1 χιλιομέτρων (οι δύο λωρίδες) ή έκτασης 5,87 στρεμμάτων (έτσι θα πρέπει να μετριούνται τέτοιου είδους δρόμοι, όχι με το μέτρο αλλά με το τετραγωνικό) μπορεί να παράγει 1 μύριο κιλοβατώρες τον χρόνο, το ηλεκτρικό ρεύμα που χρειάζονται 800 νοικοκυριά.

Η επιφάνεια των φωτοβολταϊκών έχει ειδική επίστρωση, που θα λιώνει το χιόνι τον χειμώνα. Σύμφωνα με τους τεχνικούς του qilu transportation development group που προώθησαν το δοκιμαστικό project, η μετατροπή των δρόμων σε πάρκα ηλεκτρικής ενέργειας, απ’ την μια μεριά μειώνει σημαντικά την ανάγκη να δημιουργούνται τέτοια σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και απ’ την άλλη μειώνει τις αποστάσεις των καλωδιώσεων για την τροφοδοσία των σπιτιών. Στο συγκεκριμένο πείραμα ο ηλεκτρισμός που θα παράγεται «απ’ τον δρόμο» θα τροφοδοτεί κι όλες τις ανάγκες της κυκλοφορίας: φώτα, φωτεινά σήματα, φανάρια, κάμερες ελέγχου της κυκλοφορίας, φωτισμό σε τούνελ, το απαραίτητο ρεύμα για τα διόδια…

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/to-pekino-stin-briza-1/

http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/to-pekino-stin-briza-2/

Εντρεπρενέρ με τα λεφτά του μπαμπά …


Ο μύθος του νεαρού, ασυμβίβαστου και ριψοκίνδυνου επιχειρηματία που γνωρίζει την επιτυχία χάρη στη σκληρή δουλειά και (ίσως) κάποια γενετική προδιάθεση στην ανάληψη ρίσκου, κατέρρευσε και επισήμως στο τέλος του 2017. Αν γεννηθείς φτωχός θα πεθάνεις πιθανότατα φτωχός. Και αν γεννηθείς πλούσιος θα κάνεις ό,τι θέλεις

Να ψάχνουμε τα ΕΣΠΑ στα σκουπίδια. Εκεί μας κατάντησαν οι αλήτες

Αγνωστος Ελλην εντρεπρενέρ

Ο Φίλιπ Αλστον συγκέντρωσε φρικτές εικόνες από το ταξίδι του στις ΗΠΑ. Είδε ανθρώπους με σαπισμένα δόντια, που δεν μπορούσαν να επισκεφθούν έναν οδοντίατρο. Είδε άστεγους και πολίτες που πέθαιναν από ιάσιμες ασθένειες ή απλώς… από τη μόλυνση του περιβάλλοντος.

Ως ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την Ακραία Φτώχεια και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είχε καθήκον να καταγράψει ότι τουλάχιστον ένας στους οκτώ κατοίκους της πλουσιότερης χώρας του κόσμου ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και να παρουσιάσει μερικά παραδείγματα, που θα έκαναν την έκθεσή του λίγο πιο «θελκτική» για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Ο Αλστον όμως συμπεριέλαβε και μια φράση που αποτελεί τη χαριστική βολή για το ημιθανές σώμα του αμερικανικού ονείρου: «Αν θέλετε να μιλήσετε για το αμερικανικό όνειρο», είπε, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι «ένα παιδί που γεννιέται φτωχό στις ΗΠΑ δεν έχει στατιστικά σχεδόν καμία πιθανότητα να ξεφύγει από τη φτώχεια».

Το συμπέρασμά του αμφισβητούσε τον πυρήνα του μύθου της αριστείας, που υποστηρίζει ότι η σκληρή δουλειά είναι το μόνο που απαιτείται για να εξασφαλίσει κάποιος την επιτυχία στη φιλελεύθερη Αμερική… ή ακόμη και στη μνημονιακή Ελλάδα.

Ερχεται μάλιστα να συμπληρώσει πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Child Development και αναφέρει ότι τα φτωχά παιδιά, που πιστεύουν σε έννοιες όπως η «αξιοκρατία», η «αριστεία» και η «κοινωνική δικαιοσύνη», καταλήγουν να απογοητεύονται και οδηγούνται συχνά σε επικίνδυνες και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές «καθώς αρχίζουν να αμφισβητούν τον εαυτό τους, για προβλήματα τα οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν».

Αντίθετα, εξηγούσε η επικεφαλής της έρευνας Εριν Γκόντφρεϊ, «όταν ανήκεις σε προνομιούχα στρώματα και πιστεύεις ότι το σύστημα είναι δίκαιο και συνεπώς θα πας μπροστά αν προσπαθήσεις αρκετά σκληρά, δεν δημιουργούνται εσωτερικές συγκρούσεις… απλώς αισθάνεσαι ικανοποιημένος με τον εαυτό σου που τα κατάφερε».

Οι παρατηρήσεις του Αλστον και της Γκόντφρεϊ καταρρίπτουν όμως και ακόμη έναν μύθο που τα τελευταία χρόνια εξαπλώνεται σαν μυστικιστική αίρεση στην καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού: ότι οι περίφημοι entrepreneurs (τα χείλη πρέπει να σχηματίζουν κύκλο στο τέλος της λέξης για να σας καταλαβαίνουν στο Κολωνάκι και την Εκάλη) οφείλουν συχνά την επιτυχία τους όχι μόνο στην αριστεία αλλά και σε μια γενετική προδιάθεση.

Σύμφωνα με τη σχετική θεωρία, η ανάληψη ρίσκου από τους νεαρούς επιχειρηματίες, που ξεκινούν τις δικές τους εταιρείες, αποτελεί κληρονομικό χάρισμα. Προφανώς, επειδή το συγκεκριμένο επιχείρημα έρχεται σε σύγκρουση ακόμη και με τις αρχές του καπιταλισμού και μας φέρνει πίσω στα χρόνια της πεφωτισμένης αριστοκρατίας, οι θιασώτες του τονίζουν ότι δεν αρκεί να έχεις το γονίδιο του εντρεπρενέρ εάν δεν το συνδυάσεις με σκληρή δουλειά που θα σε διακρίνει από τους υπόλοιπους (αριστεία).

Τα εκατοντάδες κείμενα που προωθούν τη συγκεκριμένη γενετική θεωρία έχουν μοναδική πηγή ένα βιβλίο του Σκοτ Σέιν, ο οποίος διδάσκει entrepreneurship (;) στο Πανεπιστήμιο του Case Western Reserve στις ΗΠΑ – πρόκειται δηλαδή για έναν άνθρωπο χωρίς καμία γνώση γενετικής.

Αντίθετα δεκάδες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες αποδεικνύουν ότι η αυξημένη τάση προς την ανάληψη υψηλού ρίσκου, που (ομολογουμένως) παρουσιάζουν αρκετοί επιτυχημένοι εντρεπρενέρ, σχετίζεται συνήθως… με τα λεφτά του μπαμπά ή της μαμάς.

Ηδη από το 1998 οι ερευνητές Ντέιβιντ Μπλαντσφλάουερ και Αντριου Οσβαλντ, από το Πανεπιστήμιο του Γουόρικ, απέδειξαν ότι η ανάληψη ρίσκου είναι «κληρονομική» μόνο με την έννοια ότι οι επιτυχημένοι εντρεπρενέρ κληρονόμησαν κάποιο σημαντικό ποσό από συγγενείς τους, το οποίο χρησιμοποίησαν σαν αρχικό κεφάλαιο στην επιχείρησή τους. Σε έρευνα του 2013 οι οικονομολόγοι Ρος Λέβιν και Ρόνα Ρούμπινσταϊν, από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια, ανέφεραν ότι «εάν κάποιος δεν διαθέτει χρήματα από την οικογένειά του οι πιθανότητες να ανοίξει τη δική του επιχείρηση μειώνονται».

Οι ερευνητές συνήθως δεν επιχειρούν να αποδείξουν ότι οι εντρεπρενέρ χρησιμοποιούν τα λεφτά του μπαμπά για να ανοίξουν την επιχείρησή τους (αν και συνήθως αυτό συμβαίνει), αλλά ότι η οικογενειακή περιουσία αποτελεί ένα αόρατο δίχτυ ασφαλείας που τους επιτρέπει να λαμβάνουν πιο ριψοκίνδυνες επιχειρηματικές αποφάσεις.

Αυτό που κληρονόμησαν δηλαδή δεν είναι κάποιο γονίδιο, αλλά η άνεση να «φάνε τα μούτρα» τους με ασφάλεια και (στην περίπτωση που η επένδυση αποδώσει καρπούς) το θράσος να παρουσιάζονται σαν ριψοκίνδυνοι, επιτυχημένοι επιχειρηματίες.

INFO

Επισκεφθείτε
Ο Εντερπρενέρ (@DosteMouFunding)Χιουμοριστικό (ελπίζουμε) προφίλ στο facebook το οποίο, όμως, απηχεί τις απόψεις των Ελλήνων Εντερπρενέρ και λοιπών κυνηγών ΕΣΠΑ.

Smart and Illicit (www.nber.org/papers/w19276)

Δύο ερευνητές συνδέουν το ριψοκίνδυνο και «αντικομφορμιστικό» προφίλ των νεαρών εντρεπρενέρ με την ασφάλεια που προσφέρει η οικογενειακή τους περιουσία.