Ο Εγώ γίνεται σύννεφο …


Ο Εγώ είχε κι άλλο όνομα παλιά, αλλά τόσο παλιά που πια δεν υπήρχε. Πολλά ονόματα δεν υπήρχαν πια. Πολλές λέξεις. Για σκυλιά, για ανθρώπους και για πράγματα. Ο Εγώ τα θυμόταν όπως θυμάται κανείς ένα σύννεφο, ή τον αέρα. Πάντως, ότι είχε κάποτε και ένα άλλο όνομα, είχε.

Αλλά τώρα ήταν ο Εγώ. Και σχεδόν ήταν ο Εγώ από πάντα.

Ο Εγώ ήταν μεγάλος σκύλος, γι’ αυτό και υπήρχε. Αν δεν ήσουν μεγάλος σκύλος, δεν τα κατάφερνες να υπάρχεις. Οι μικροί σκύλοι έφευγαν γρήγορα. Έμεναν οι μεγάλοι μόνο, και οι άγριοι. Καμιά φορά, ένας μικρόσωμος σκύλος, αν και όχι και πάρα πολύ μικρόσωμος, μπορούσε να ζήσει μαζί με τους υπόλοιπους, ή κοντά στους υπόλοιπους, αρκετό καιρό. Αρκεί να ήταν πάντα άγριος. Ο Εγώ, πάλι, ήταν μεγαλόσωμος. Και άγριος ήταν, αλλά μόνο όταν το ήθελε εκείνος, όχι πάντα. Συνήθως τού άρεσε να μένει έξω από καβγάδες, να κάθεται κάπου που να ήταν αναπαυτικά και να κοιτάζει τη θάλασσα και τους γλάρους που πετούσαν. Καμιά φορά, οι γλάροι τού αντιγύριζαν το βλέμμα. Αν και όχι για πολύ. Οι γλάροι είχαν τους δικούς τρόπους.

Ήταν και ωραίος σκύλος. Το καταλάβαινε. Και το θυμόταν από παλιά. Τον ξεχώριζαν όλοι, και ειδικά τα θηλυκά. Σκούρος, μαλλιαρός, με μακριά αυτιά και με μακρύ, έξυπνο ρύγχος. Έξυπνο πάει να πει ότι ήξερε να μυρίζει καλά και ότι χωνόταν πιο εύκολα στα σκουπίδια και στις δύστροπες σακούλες. Έξυπνο σημαίνει ότι ήξερε να βρίσκει φαγητό ώστε να συνεχίσει να υπάρχει. Έτσι και δεν έβρισκες φαγητό, ακόμη και μεγάλος να ήσουν, ή άγριος, χανόσουν σαν ξεχασμένη λέξη.

Και ο Εγώ έβρισκε φαγητό. Πολύ συχνά.

Ήταν από τα πράγματα που τον ενδιέφεραν πολύ, και χαλούσε αρκετές ώρες της ημέρας για να ψάχνει και να ανακαλύπτει κάτι —οτιδήποτε— που μπορούσε να ζεστάνει το στομάχι του και να ευχαριστήσει το στόμα του. Μ’ αυτή τη σειρά. Τις υπόλοιπες ώρες, είτε κοιμόταν, είτε ξάπλωνε και κοιτούσε γύρω του ανοιγοκλείνοντας αραιά και πού τα ρουθούνια του για να πιάνει όλες τις μυρωδιές της περιοχής. Του άρεσε και αυτό πολύ. Να ξαπλώνει και να είναι ήρεμος. Το απολάμβανε. Όταν μάλιστα είχε ζέστη, ήταν το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Πιο καλό και από το φαγητό. Όταν δεν είχε ζέστη, όταν έκανε κρύο, ήταν δύσκολο. Το άντεχε βέβαια. Αλλά δεν του άρεσε.

Αυτό, το να ξαπλώνει στη ζέστη και να χαζεύει γύρω του μυρίζοντας τον αέρα, ήταν από τα πράγματα που μπορούσε να θυμηθεί πολύ εύκολα. Γιατί δεν είχε περάσει και πολύς καιρός αφότου χάθηκε η ζέστη. Και το θυμόταν ακόμη πιο έντονα, γιατί αυτές τις ημέρες είχε πολύ κρύο. Και ο Εγώ ξάπλωνε και κρύωνε ακόμη και κάτω από τη βαριά γούνα του, και έκλεινε τα μάτια για να τα προφυλάξει από τον άνεμο, και ένιωθε βαρύς από το πολύ νερό επάνω του. Και δεν είχε πολλές λύσεις για όλα αυτά. Εδώ που τα λέμε, είχε μόνο μία. Μπορούσε μονάχα να περιμένει. Τίποτε άλλο.

Αν, και πάλι, δεν ήταν σίγουρος για το τι ήταν αυτό που περίμενε. Καμιά φορά σκεφτόταν πως περίμενε να αλλάξει από στιγμή σε στιγμή ο καιρός, να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και στο μεσοδιάστημα αυτό να μπορούσε, λέει, να φύγει το κρύο και να ξαναγυρνούσε η ζέστη. Αλλά κάπου βαθιά μέσα του ήξερε πως αυτό δεν ήταν εύκολο. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει: δεν ήταν ο καιρός του. Θα αργούσε πολλές μέρες ακόμα. Πιο πολλές από όσες μπορούσε να μετρήσει ένας σκύλος. Ίσως πάρα πολλές. Ίσως ακόμη περισσότερες. Άγνωστο πόσες. Όταν, ας πούμε, θα έσβηναν όλα αυτά τα κόκκινα φώτα που οι άνθρωποι είχαν γεμίσει τον τόπο με δαύτα. Κόκκινα φώτα, που έμοιαζαν να αναβοσβήνουν μέσα στο σκοτάδι.

Από την άλλη, όλο και πιο συχνά τώρα τελευταία, με τα κρύα και τα κόκκινα φώτα, σκεφτόταν πού και πού και κάτι ακόμη. Σκεφτόταν εκείνον που τον φώναζε με το άλλο του όνομα.

Αλλά ποιο όνομα; Ποιο;… Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ούτε το όνομα εκείνου του ανθρώπου μπορούσε να θυμηθεί. Ούτε το όνομα, ούτε το πρόσωπό του, ούτε τη μυρωδιά του.

Ήταν μια λέξη… μια λέξη που σήμαινε αυτόν τον άνθρωπο. Όπως η δική του χαμένη λέξη σήμαινε τον ίδιο – τον Εγώ. Αλλά μέσα του αυτή η λέξη ήταν σαν σύννεφο, ή σαν τον αέρα. Και το πρόσωπο εκείνου του ανθρώπου ήταν σαν σύννεφο. Και η μυρωδιά του. Ή μάλλον, ψέματα: τη μυρωδιά του τη θυμόταν. Αλλά δεν την είχε ξανασυναντήσει ποτέ στη ζωή του από εκείνη την τελευταία φορά, μια φορά που πάλι είχε τέτοια κόκκινα φώτα βαλμένα παντού, και πια δεν ήταν παρά κάτι που κοιμόταν μέσα του με το κεφάλι σπρωγμένο στο στήθος και τα μάτια κλειστά και σφαλισμένα. Κάτι που υπήρχε μεν, αλλά που ήταν γκρίζο και θολό, κρυμμένο και αποκοιμισμένο. Για πάντα.

Μα δεν είχαν σημασία όλα αυτά. Ούτε τα ονόματα, ούτε οι λέξεις, ούτε τα πρόσωπα, ούτε οι μυρωδιές και τα άλλα χαμένα πράγματα. Ούτε τα κόκκινα φώτα. Σημασία είχε που είχε γυρίσει πάλι το κρύο. Αυτό μόνο. Και που θα καθόταν εδώ, από πάνω του, για πολύ ακόμα. Και που η γούνα του δεν θα στέγνωνε μέχρι να φύγει, και μέχρι να ’ρθει ξανά ο ήλιος. Κι αυτό το κρύο δεν ήταν καλό. Δεν ήταν όπως τα άλλα που μπορούσε να φέρει στη μνήμη του. Ήταν ένα κρύο… άγνωστο. Καινούριο. Διαφορετικό. Τον έκανε να θέλει να κοιμηθεί κι άλλο, κι άλλο, να κουλουριαστεί σαν εκείνη την ανάμνηση της μυρωδιάς μέσα του, να κλείσει σφιχτά τα μάτια και να μην ξυπνήσει ποτέ. Ή μέχρι να φύγει το κρύο, και μέχρι να ’ρθει ξανά ο ήλιος. Μέχρι να σβήσουν όλα εκείνα τα κόκκινα φώτα.

Αλλά ώς τότε το κρύο αυτό, το καινούριο κρύο, ήταν ένα κρύο κακό. Ένα κακό, κακό κρύο. Δεν του άρεσε. Η μύτη του ξεραινόταν, κι όταν την έγλειφε με τη γλώσσα του τον έτσουζε. Και τα αυτιά του έβγαζαν μια μυρωδιά που δεν ήταν καλή, και δεν ήταν και δικιά του. Μια μυρωδιά που ο Εγώ δεν ήθελε να τη σκέφτεται. Για να του φύγει από το μυαλό, σηκωνόταν για μια στιγμή βάζοντας δύναμη και περπατούσε λιγάκι, και άλλαζε θέση πηγαίνοντας λίγο πιο εκεί, και ξάπλωνε ξανά πάνω στα χόρτα, ή δίπλα στους θάμνους, ή κάπου όπου δεν ήταν άλλα σκυλιά. Δεν ήθελε κανέναν κοντά του. Όχι όσο έκανε αυτό το κρύο, το καινούριο.

Και βέβαια ο Εγώ ήθελε να φάει. Ήθελε πολύ να βρει κάτι για να ζεστάνει το στομάχι του, κι ας μην ευχαριστούσε το στόμα του. Κάτι να βρει, και γρήγορα. Μόνο που για να βρει κάτι να φάει έπρεπε να βάλει όλη του τη δύναμη και να σηκωθεί, και όχι απλώς για να αλλάξει θέση. Μα δεν ήθελε να σηκωθεί. Όχι για να πάει κάπου μακριά.

Κι έτσι ο Εγώ έκλεισε τα μάτια, τα σφάλισε και —όπως το συνήθιζε— έπαιξε τα ρουθούνια του και… και την άλλη στιγμή, από το πουθενά, ήρθε εκείνη η μυρωδιά. Εκείνη η κοιμισμένη μέσα του μυρωδιά. Έτσι ξαφνικά. Μέσα από τα σύννεφα και μέσα από τον αέρα. Και ο Εγώ ρούφηξε τη μύτη του και την έπιασε πάλι, και η μυρωδιά ήταν εκεί, έξω του, έξω από τον Εγώ. Και τότε άνοιξε τα μάτια, και τον είδε. Και, ναι: ήταν εκείνος που τον φώναζε με το άλλο του όνομα. Τότε, παλιά. Εκείνη τη φορά που πάλι είχε παντού τα ίδια κόκκινα φώτα. Και ερχόταν προς το μέρος του, και κάτι έλεγε με το στόμα του. Και ο Εγώ έκανε να σηκωθεί, και ο άνθρωπος που τον φώναζε με το άλλο του όνομα τον έφτασε περπατώντας σαν άνεμος, ή περπατώντας πάνω στον άνεμο, και έσκυψε προς το μέρος του, και με τα χέρια του τον χάιδεψε στο κεφάλι, και μετά στη γούνα, βαθιά μέσα στη γούνα του, και ήρθε όλος επάνω του και τον αγκάλιασε σφιχτά και όλο τον χάιδευε, και του ’λεγε λόγια, λόγια που παλιά μπορεί και να τα καταλάβαινε, μα που τώρα ηχούσαν απλώς σαν κάτι καλό, κάτι ωραίο, σαν κάτι που σου γλύκαινε τα αυτιά, και την κοιλιά σου.

Κι έπειτα ο άνθρωπος που τον φώναζε με το άλλο του όνομα έβγαλε και του έδωσε φαγητό, και ο Εγώ το κατάπιε όλο, και μετά του ’δωσε κι άλλο, και το ’φαγε κι αυτό, και πάλι και πάλι, ωραίο ζεστό φαγητό, κι όλο τον χάιδευε πίσω από τα αυτιά, κι όλο έτριβε τη γούνα του, βαθιά-βαθιά, μέχρι το δέρμα, και τον φιλούσε και του ’λεγε λόγια, λόγια, λόγια που είχαν σημασία και νόημα, μα που και πάλι δεν πείραζε που δεν τα καταλάβαινε ο Εγώ, γιατί ήταν ωραία και γλυκά, κι αυτό έφτανε.

Κι έπειτα ο άνθρωπος είπε κι εκείνη την άλλη λέξη, τη λέξη που ήταν το άλλο του όνομα, το παλιό, το πρώτο, τότε που ζούσανε μαζί και είχε παντού γύρω τους κόκκινα φώτα, στραφταλιστά κόκκινα φώτα που αναβόσβηναν, κι ο Εγώ την κατάλαβε, φυσικά και την κατάλαβε, και τη θυμήθηκε με όλη του την ψυχή, και ήταν αυτός εκείνη η λέξη, και έγινε όλος μια φωτιά απ’ τη χαρά του και από την αγάπη, γιατί οι λέξεις που μας λένε με αγάπη είναι αγάπη και οι ίδιες, και ο Εγώ ξάφνου το ήξερε καλά αυτό, και φώναξε με χαρά και το όνομα του ανθρώπου, τη λέξη του ανθρώπου, γιατί τη θυμήθηκε κι αυτήν, κι ο άνθρωπος γέλασε και χάρηκε και τον φώναξε ξανά με το όνομά του, άλλη μία φορά, και το όνομά του ήταν ωραίο, ναι, και ήταν αυτός, και γέμισε τον τόπο, και το παλιό ωραίο του όνομα άρχισε να πετά ψηλά, προς τα κόκκινα φώτα, ψηλά, πολύ ψηλά, και ο Εγώ το είδε, κι έτσι όπως η λέξη του, η δική του λέξη, ταξίδευε μέσα στη νύχτα και πήγαινε πάλι να χαθεί, και πάλι να γίνει σύννεφο, αέρας, ο Εγώ σηκώθηκε για άλλη μια φορά στα πόδια του βάζοντας όλη του τη δύναμη, όση δύναμη είχε, και όρμησε και την κυνήγησε, και την έφτασε, και φτάνοντάς την κι έγινε κι εκείνος σύννεφο, και αέρας.

____________________________________________________________

Από:http://amagi.gr/content/o-ego-ginetai-synnefo

 

Η αποκάλυψη…


Τέτοιο καιρό πριν ένα χρόνο, πολλούς μήνες πριν το παραπάνω άρθρο, προβλήθηκε ένα σε 4 συνέχειες ντοκυμαντέρ, παραγωγής του al Jazeera, με τίτλο “the lobby” (υπάρχει διαθέσιμο μέσω youtube). Ένας δημοσιογράφος, εξοπλισμένος με κρυφή κάμερα, εμφανίστηκε στο Λονδίνο σαν «εθελοντής», διαθέσιμος να στρατολογηθεί εναντίον των φίλων των παλαιστινίων εκεί· ειδικά εναντίον του εργατικού κόμματος του οποίου ο επικεφαλής Jeremy Corbyn έχει τοποθετηθεί καθαρά υπέρ του δίκαιου της παλαιστινιακής αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή.

Ο «εθελοντής» κατέγραψε πλήθος συνομιλιών του αλλά και γεγονότων σ’ αυτήν την μισο-φανερή μισο-κρυφή εκστρατεία που διηύθυναν οι ισραηλινές μιστικές υπηρεσίες, με «βάση» την πρεσβεία στο Λονδίνο, εναντίον κατ’ αρχήν της νεολαίας του εργατικού κόμματος, που υποστηρίζει το BDS (Boycott, Divestment, Sactions movement) κατά του ισραηλινού απαρτχάιντ.

Το ντοκυμαντέρ είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε όσους είναι αφελείς. Όμως προκάλεσε σοβαρό σκάνδαλο στην αγγλία (το ότι στα μέρη μας δεν μαθεύτηκε τίποτα σχετικά έχει την εξήγησή του – δεν νομίζετε;) αφού σ’ αυτό εμφανίζεται ένας «ειδικός» υπάλληλος της ισραηλινής πρεσβείας, που είναι ο χειριστής της «στρατολόγησης και προώθησης της συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων…», να συζητάει για τις δυνατότητες και τον στόχο του «να γκρεμίσει διάφορους βουλευτές», αυτούς του εργατικού κόμματος που στρέφονται κατά της ισραηλινής κατοχής. Μ’ άλλα λόγια το Τελ Αβίβ, προκειμένου να προστατέψει τον ιμπεριαλισμό του, εμφανίζεται να διαθέτει όχι μόνο τους undercover μηχανισμούς αλλά και την πρόθεση να «καταστρέψει» άγγλους βουλευτές. Και μπορεί να φανταστεί κανείς πως ακριβώς θα το έκανε, αν δεν πιανόταν στα πράσα η μεθόδευση.

Σε πρώτο χρόνο το νόμιμο φιλο-ισραηλινό λόμπυ στην αγγλία προσπάθησε να απαγορεύσει την προβολή του ντοκυμαντέρ στην αγγλία. Επειδή δεν μπορούσε να υποστηρίξει ότι «λέει ψέμματα» ή ότι «είναι κατασκευασμένο» (αφού όλοι και όλες που μιλάνε σ’ αυτό ανήκουν στον παρακρατικό μηχανισμό του Τελ Αβίβ), κατέφυγε στα δικαστήρια κατηγορώντας το για αντισημιτισμό (!!!) Η κατηγορία περί «αντισημιτισμού» είναι βασικό εργαλείο στα «βρώμικα κόλπα» του Τελ Αβίβ, αφού επιχειρεί να ταυτίσει όποιον κάνει κριτική στο ισραηλινό κράτος, κεφάλαιο, ιμπεριαλισμό με τους … ναζί.

Εννοείται ότι το αγγλικό δικαστήριο δεν βρήκε τίποτα «αντισημιτικό» στο ντοκυμαντέρ, αφού άλλωστε τα μόνα λόγια σ’ αυτό ήταν είτε ισραηλινών πρακτόρων είτε «εθελοντών» (συχνά εν αγνοία τους) στο σχέδιο. Επετρεψε την προβολή, επαινώντας το σαν μια δουλειά που τηρεί όλα τα δημοσιογραφικά στάνταρ.

Μετά απ’ αυτό το Τελ Αβίβ αναγκάστηκε να ανακαλέσει πίσω τον πρώην καραβανά «χειριστή» και ένα ακόμα στέλεχος των υπηρεσιών που εμφανίζεται στο ντοκυμαντέρ· και να ζητήσει συγγνώμη για τις απειλές κατά των βουλευτών…

(φωτογραφία: Σκηνή απ’ το “the lobby”. Ο χειριστής ξηγιέται…)

_____________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/i-apokalypsi/

Μια βόλτα στο «χοιροστάσιο» …


Χρονιάρες μέρες τούτες… η ραστώνη στα καλύτερά της… Τί θα λέγατε αν σήμερα αφήναμε τις κουβέντες και πηγαίναμε μια βόλτα; Μια βόλτα στην Αθήνα και ταυτόχρονα μια βόλτα στον χρόνο; Κάνει κρύο, θα μου πείτε. Ε, και; Τα παλτά και τα σκουφιά γιατί τα έφτιαξε ο θεούλης; Πάμε, λοιπόν, να κατηφορίσουμε ποδαράτα την Συγγρού, γυρνώντας ταυτόχρονα τα ρολόγια μας κάπου έναν αιώνα πίσω. Έτσι, χάνονται από τα μάτια μας όλα τα τσιμεντένια θηρία και το βλέμμα πλανάται ελεύθερα…

Περπατάμε κάμποσο, ώσπου φτάνουμε στο Νομούζ Ντάμε. Το όνομα της περιοχής είναι τούρκικο και σημαίνει κατά λέξη «σπίτι των γουρουνιών», δηλαδή «χοιροστάσιο». Πολύ λογικό, αφού ίσαμε πριν λίγα χρόνια, δηλαδή πριν το 1914, το μόνο που υπήρχε εδώ ήταν ένα χοιροστάσιο, το οποίο ανήκε, όπως και ολάκερη η γύρω περιοχή, σε μια από τις πιο πλούσιες οικογένειες της Αθήνας, από την οποία την πήρε το κράτος όταν την χρειάστηκε.

Δρουγούτι, 1955

Πότε την χρειάστηκε; Είπαμε, εκεί στα 1914 με 1915. Τότε που οι τούρκοι εξαπέλυσαν κυνηγητό κατά των αρμένηδων κι εκείνοι αλαφιασμένοι πήραν των ομματιών τους και ξεμπάρκαραν στον Πειραιά για να γλιτώσουν. Μαζί τους ήρθαν και κάμποσοι έλληνες. Κι όλοι μαζί βρέθηκαν κόμπος στον λαιμό ενός κράτους που έψαχνε να βρει τρόπο να τους βολέψει, αφού δεν μπορούσε -φυσικά!- να τους αφήσει να πλημμυρίσουν τον Πειραιά ή την Αθήνα.

Κι ενώ η κρατική διοίκηση ψάχνει να βρει λύση στο πρόβλημα των προσφύγων, έρχεται το «Τάγμα των Ιπποτών της Μάλτας» να βοηθήσει. Βλέπετε, οι αρμένιοι στην πλειοψηφία τους είναι είτε καθολικοί είτε ουνίτες, παναπεί ορθόδοξοι που δέχονται ως αρχηγό τους τον πάπα. Έτσι, αυτό το ρωμαιοκαθολικό τάγμα προθυμοποιείται να βάλει τα χρήματα για να αγοραστεί μια περιοχή όπου θα εγκατασταθούν οι πρόσφυγες. Κι αφού το κράτος θέλει αυτή η περιοχή να βρίσκεται μακρυά από τα δυο μεγάλα αστικά κέντρα, το Νομούζ Ντάμε αποτελεί την πιο πρόσφορη επιλογή και, τελικά, απαλλοτριώνεται από τους ιδιοκτήτες του. Επειδή, όμως, ένα σωστό ελληνικό κράτος δεν μπορεί να βάζει ανθρώπους να μείνουν σε ένα «χοιροστάσιο», η περιοχή ξαναβαφτίστηκε κι έγινε Δουργούτι, παίρνοντας το όνομα των πρώην ιδιοκτητών της, των Δουργούτηδων, αν και πολλοί την έλεγαν -και την λένε ακόμη και σήμερα- «αρμένικα».

Μπουγάδα στο Δρουγούτι. Νερό από το πηγάδι. Δίπλα το αυτοσχέδιο αυλάκι για τα απόνερα.

Πριν περάσουν πολλά χρόνια, στην περιοχή καταφθάνουν χιλιάδες νέοι πρόσφυγες. Τώρα πια, η πλειοψηφία τους είναι έλληνες και καταφθάνουν κακήν-κακώς από τα τουρκικά παράλια, κυνηγημένοι κι αυτοί με την σειρά τους από τους τούρκους. Δίπλα στα φτωχικά αλλά ανθρώπινα σπιτάκια που είχαν φτιαχτεί με την βοήθεια τόσο των μαλτέζων ιπποτών όσο και της Κοινωνίας των Εθνών, ξεφυτρώνουν σε ελάχιστο χρόνο τρώγλες και παράγκες από ευτελέστατα υλικά. Μέσα σε λίγους μήνες το Δουργούτι μετατρέπεται σε μια απέραντη παραγκούπολη, μια φαβέλα στα πλευρά τής Αθήνας. Η περιοχή γίνεται σημείο αναφοράς για κάθε λογής μετανάστες (ξένους και εσωτερικούς) και πρόσφυγες, οι οποίοι καταλήγουν εκεί είτε προσωρινά είτε μόνιμα.

Το πρόβλημα για την πολιτεία είναι τεράστιο. Χιλιάδες άνθρωποι στοιβάζονται όπως βολεύεται ο καθένας, δίχως καμμιά από τις στοιχειώδεις ανέσεις (όπως ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό κλπ) και δίχως κανένα μέτρο υγιεινής, αφού δεν υπάρχει ούτε καν στοιχειώδης αποχέτευση. Για να μη πνίγονται από τα νερά των βροχών αλλά και για να διοχετεύουν τα υγρά τους λύματα και τα νερά των μπουγάδων, οι κάτοικοι ανοίγουν αυτοσχέδια αυλάκια ανάμεσα στις παράγκες τους. Οι αρρώστιες δίνουν και παίρνουν ενώ ο κίνδυνος λοιμώδους νοσήματος είναι άμεσος. Έτσι, η κυβέρνηση αποφασίζει να χτίσει μερικές πολυκατοικίες για να βολέψει κάποιους από τους κατοίκους των παραγκών.

Δρουγούτι. Η στέγη ετοιμόρροπη αλλά η βεράντα, βεράντα.

Το 1935, λοιπόν, παραδίδονται από το κράτος στους κατοίκους του Δουργουτιού προς χρήση οι πρώτες πολυκατοικίες. Τα μικρά διαμερίσματα των δυο δωματίων φαντάζουν παλάτια, καθώς διαθέτουν εσωτερικό καμπινέ, τρεχούμενο νερό και ηλεκτρικό ρεύμα. Αργότερα, η μεταξική δικτατορία χτίζει ακόμη τρεις πολυκατοικίες, ανεβάζοντας τον αριθμό των διαθέσιμων διαμερισμάτων στα 237. Πρόκειται οπωσδήποτε για κάποια θετικά βήματα αλλά για τους χιλιάδες κατοίκους τής απέραντης παραγκούπολης αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό.

Μετά τον πόλεμο, η προσπάθεια στεγαστικής τακτοποίησης όλων αυτών των πάμφτωχων ανθρώπων συνεχίζεται. Το 1965, η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου επιχειρεί να ξανακτίσει το Δρουγούτι από την αρχή, με το σύνθημα «θάνατος στην παράγκα». Απαλλοτριώνει ολόκληρη την περιοχή και δίνει την ευκαιρία στους παραπηγματούχους να αποκτήσουν δικό τους διαμέρισμα σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή. Όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εκμεταλλευτούν αυτό το μέτρο, θα χρειαστεί να περιμένουν άλλα τρία χρόνια. Το 1968, η δικτατορία εγκαινιάζει εν μέσω πανηγυρικών εκδηλώσεων δεκαπέντε νέες προσφυγικές πολυκατοικίες. Κάποιες απ’ αυτές είναι δωδεκαόροφες και κάνουν τους αθηναίους να ζηλέψουν, αφού τα ψηλά κτήρια θεωρούνται περισσότερο μοντέρνα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κάπου εκεί προς τα τέλη τής δεκαετίας του 1960, οι παράγκες εξαφανίστηκαν από το Δρουγούτι και η περιοχή εκσυγχρονίστηκε.

Προσοχή στην αυτοσχέδια ταράτσα
για το άπλωμα των ρούχων!

Αν κάποιος θέλει να πάρει σήμερα μια ιδέα για το προσφυγικό Δρουγούτι και δεν του φτάνουν οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, ας αναζητήσει την ταινία «Μαγική πόλις» (με τον Θανάση Βέγγο, τον Γιώργο Φούντα, τον Στέφανο Στρατηγό κλπ), την οποία γύρισε ο Νίκος Κούνδουρος το 1954 σ’ εκείνες ακριβώς τις παράγκες. Εμείς θα κοντοσταθούμε να ξαποστάσουμε σε ένα καφενεδάκι και θα συνεχίσουμε αύριο τον περίπατό μας. Για σήμερα θα κλείσουμε με ένα απόσπασμα του Χένρυ Μίλλερ, ο οποίος στο βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» αναζητά τον μάγο του Δρουγουτιού και γράφει:

«Σκοτώσαμε την ώρα μας τριγυρνώντας μέσα στη γειτονιά, απορώντας όχι τόσο για τη βρομιά όσο για τη συγκινητική προσπάθεια των ανθρώπων να στολίσουν τα άθλια καλύβια τους. Μ’ όλο που ήταν φτιαγμένα από σκουπιδαριό, έβρισκες εδώ πιότερη χάρη και χαρακτήρα παρά σε μια καινούρια πόλη. Σου έφερνε στο νου βιβλία, εικόνες, όνειρα, θρύλους, σου θύμιζε ονόματα σαν του Λιούις Κάρολ, Ιερώνυμου Μπος, Μπρέγκελ, Μαξ Ερνστ, Χανς Ράιχελ, Σαλβαντόρ Νταλί, Γκόγια, Τζιόττο, Πάουλ Κλέε, για να αναφέρω μερικούς μόνο. Μέσα από τη φοβερή φτώχεια και τον πόνο έβγαινε μια φλόγα που ήταν ιερή, σου έδινε αμέσως ένα αίσθημα σεβασμού. Δεν σου ερχόταν καθόλου να γελάσεις σαν έβρισκες μια μισογερμένη παράγκα να ‘χει ένα λιακωτό φτιαγμένο από τενεκέδες…»


Από:http://teddygr.blogspot.gr/2017/12/blog-post_27.html

ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΓΚΡΟΣΟ ΜΕ ΤΙΣ «ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΕΣ» ΤΩΝ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟΥΧΩΝ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ…


Η λεγόμενη φιλανθρωπία πάντα είναι κάτι που παρουσιάζεται από όλα τα μέσα και πολλοί άνθρωποι το προβάλλουν και αναπαραγάγουν, δίνοντας συγχαρητήρια στους πλούσιους φιλάνθρωπους, θεωρώντας την πράξη τους σαν κάτι σπουδαίο και μοναδικό.
Στην ίδια την λέξη «φιλανθρωπία», υπάρχει μια βαθιά αντίφαση, στα όρια του οξύμωρου. Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος, ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος. Ο σκύλος, ναι, μπορεί να είναι φιλάνθρωπος, ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας. Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη, αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας ή κοκκινιστής. Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο και τα ενδιαιτήματά του, δεν είναι φιλάνθρωπη. Είναι απλώς φίλαυτη.
Η φιλανθρωπία είναι η άλλη όψη της έκπτωσης από την φυσική κατάσταση ισότητας. Πριν γίνουμε «φιλάνθρωποι», έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι από μας, έχουν χάσει ωφελήματα που για μας είναι αυτονόητα ή φυσικά: το σπίτι τους, μια πατρίδα, ένα αξιοπρεπές εισόδημα, μια δουλειά. Έχουμε, δηλαδή, αποδεχθεί μια αφύσικη κατάσταση ανισότητας στην οποία μπορεί και να έχουμε συμβάλει με την απληστία μας, με την ανοχή μας ή με την σιωπή μας.

 

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Πλέον, μιλάμε καθαρά, για μια απροκάλυπτη και απεχθή οργανωμένη βιομηχανία φιλανθρωπίας, στην οποία συνωθούνται θύτες και θύματα. Με λίγα λόγια, την «φιλανθρωπία», την κάνουν άνθρωποι, οι οποίοι αφού πρώτα σε χέσουν, μετά σε σκουπίζουν και όχι φυσικά οι ίδιοι, μα κάποιος υπάλληλός τους.
Η βιομηχανία της φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό: να καταστήσει τους ανθρώπους, ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους, συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους. Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους είναι θύματα μιας «φυσικής ανισότητας», εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές. Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σε αυτόν. Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας. Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί. Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ ότι η εξαθλίωση του άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους – υπαρκτής ή φανταστικής – ευδαιμονίας, καθιστώντας την φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.
Για να γίνει ένας άνθρωπος εκατομμυριούχος, θα πρέπει να υπάρξουν χίλιοι ακόμα άνθρωποι που θα γίνουν φτωχότεροι. Για να ιδρυθεί μια πολυεθνική, θα χρειαστεί να καταλύσει κάθε έννοια ανθρωπισμού, ηθικής, νομιμότητας και κάθε άλλης αξίας.
Η ουσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής συνιστάται στο ότι η ιδιοκτησία αυτή αποτελεί το μέσο της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, την βάση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων.
Τα μέσα παραγωγής γίνονται κεφάλαιο μόνο όταν χρησιμοποιούνται για την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Το κεφάλαιο είναι αξία που φέρνει στον ιδιοκτήτη της το κέρδος δια μέσου της εκμετάλλευσης των μισθωτών εργατών. Επομένως το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, αλλά οικονομική, παραγωγική σχέση μεταξύ της τάξεως των καπιταλιστών και της τάξεως των εργατών.
Ο εργάτης πιάνει δουλειά στον καπιταλιστή με σκοπό να πάρει από αυτόν ένα καθορισμένο χρηματικό ποσό και να αγοράσει με αυτό τα μέσα συντήρησης. Επομένως, η μίσθωση του εργάτη είναι μια ιδιόμορφη εμπορική πράξη ανάμεσα στον καπιταλιστή και στον εργάτη. Η υπεραξία αυτή δημιουργήθηκε από την απλήρωτη πρόσθετη εργασία. Στην καπιταλιστική επιχείρηση, η εργάσιμη μέρα διαιρείται σε δύο μέρη:
α) στον αναγκαίο χρόνο εργασίας, στην διάρκεια του οποίου αναπαράγεται η αξία της εργατικής δύναμης, και
β) στον πρόσθετο χρόνο εργασίας, στην διάρκεια του οποίου δημιουργείται η υπεραξία. Η παραγωγή της υπεραξίας και η ιδιοποίησή της από τους καπιταλιστές είναι ο βασικός οικονομικός νόμος του καπιταλισμού.

Συνέχεια