«Ά πάενε ρε»…


Τι θα λέγατε αν κάναμε και σήμερα ό,τι και την προηγούμενη Παρασκευή; Αν αφήναμε, δηλαδή, κατά μέρος την σοβαρότητα των βαθυστόχαστων κειμένων και το ρίχναμε στις ιστορίες; Απ’ αυτές τις ιστορίες που μπορεί να τις έχουμε ήδη ακούσει αλλά που ποτέ δεν λέμε στον αφηγητή να σταματήσει την διήγηση; Υποθέτω ότι δεν υπάρχει αντίρρηση, οπότε… προσδεθείτε.

Για την Σωτηρία Μπέλλου έχουν γραφτεί πολλά αλλά λίγοι είναι αυτοί που τα γνωρίζουν. Για παράδειγμα, πόσοι ξέρουν ότι από μικρό παιδί ήταν σε σταθερή κόντρα με τους δικούς της; Μα τίποτε να μη κάνει σύμφωνα με τα χούγια τους! «Βρε Σωτηρία, κορίτσι είσαι και πρέπει να φέρνεσαι ανάλογα» εκείνοι, πέρα βρέχει η Σωτηρία. Και να πεις ότι το έκανε επίτηδες; Μπα. Απλώς έκανε ό,τι της άρεσε, χωρίς να νοιάζεται για την γνώμη των άλλων. Για παράδειγμα, αφού της άρεσε το τραγούδι, γιατί τις Κυριακές στην εκκλησία να μην ανεβαίνει κι αυτή στο ψαλτήρι; Και που ήταν θηλυκό, τί έγινε; Έψελνε κι αυτή με τους άντρες και, σαν τέλειωνε η λειτουργία, χύμα στις αλάνες με τα αγόρια για να παίξει κλέφτες κι αστυνόμους, ολεμάν-στακαμάν ή πετροπόλεμο.

Η Σωτηρία Μπέλλου στο πάλκο, δίπλα στον Στράτο Παγιουμτζή

Όσο μεγάλωνε η μικρή Σωτηρία, τόσο πιο ατίθαση γινόταν. Κι όταν έφτασε δεκάξι, είπε να κάνει του πατέρα της το μεγαλύτερο χουνέρι: του έφερε για γαμπρό έναν από τους πελάτες του, έναν τύπο μερικές δεκαετίες μεγαλύτερό της. Έπεσαν όλοι πάνω της… βρε αμάν… βρε ζαμάν… τίποτα αυτή. Στα δεκαεφτά της τον παντρεύτηκε. Κι αν μέχρι τότε ήσαν οι δικοί της που βαράγαν το κεφάλι τους, από κει και πέρα άρχισε να βαράει η ίδια το δικό της. Βλέπετε, ο κυρ-Βαγγέλης ο Τριμούρας (ο περί ου ο λόγος, δηλαδή) όχι μόνο βγήκε τζαναμπέτης και μπεκρής κι όχι μόνο της τα φόραγε κανονικά με όποια ξέπεφτε μπροστά του αλλά σήκωνε και χέρι πάνω της. Σήκωσε μία… σήκωσε δύο… παίρνει ανάποδες η Σωτηρία, αρπάζει ένα μπουκάλι βιτριόλι και του κάνει τα μούτρα ντρίλινα. Τουθ’ όπερ,καλά του κάνατε μαντάμ αλλά περάστε και τρία χρονάκια από την ψειρού, ένεκα που έτσι λέει ο νόμος.

Κάνει την τριετία της η Σωτηρία και βγαίνει. Μόνο που για την μικρή κοινωνία της Χαλκίδας είναι πια στιγματισμένη, ένεκα που οι καθώς πρέπει κυρίες φοβούνται τον άνδρα και δεν τον λούζουν με βιτριόλι. Έτσι, με άκλειστα ακόμη τα 20 χρόνια της, το 1940 η ατίθαση πιτσιρίκα παίρνει το τραίνο και κατεβαίνει στην Αθήνα. Εκεί την βρίσκει η κατοχή. Κι όπως είναι φυσικό κι επόμενο, ένας τέτοιος χαρακτήρας δεν θα μπορούσε παρά να οργανωθεί νωρίς-νωρίς στο ΕΑΜ. Ατίθαση, ανήσυχη και με μυαλό που δεν βολεύεται στα εύκολα, η Σωτηρία βοηθάει όπως μπορεί. Συμμετέχει στις διοργανώσεις συσσιτίων, μεταφέρει μηνύματα στους αντάρτες, επικοινωνεί με τις γιάφκες… Μόνο που δεν μένει σε τέτοια ψιλοπράματα. Γι’ αυτήν, το πιο σημαντικό είναι να ξεσηκώσει όσους φοβούνται, να ενθαρρύνει όσους δειλιάζουν. Σύντομα κερδίζει την αγάπη και τον θαυμασμό των συντρόφων της.

Έλα, όμως, που μαζί με τους συντρόφους της την παίρνουν χαμπάρι και τα σκουλήκια. Κι ένα τέτοιο σκουλήκι, απ’ αυτά που ντρέπονται για την φάτσα τους και κυκλοφορούν με κουκούλα στο κεφάλι, κάποια μέρα τού 1943, κάπου στην Καισαριανή, την δείχνει με το δάχτυλο: «Αυτή…». Η Σωτηρία συλλαμβάνεται από τους γερμανούς, μεταφέρεται στο κολαστήριο της οδού Μέρλιν και βασανίζεται επί τρία εικοσιτετράωρα. Αντέχει. Οι βασανιστές της πείθονται ότι δεν έχει σημαντικές πληροφορίες να τους δώσει και την κλείνουν στα μπουντρούμια. Θα μείνει εκεί ίσαμε τον Οκτώβρη τού 1944, οπότε θα απελευθερωθεί μαζί με όλη την Αθήνα.

Τότε είναι που γνωρίζεται με τον Χαρίλαο Φλωράκη και μπαίνει με καινούργια ορμή στον αγώνα για λαϊκή κυριαρχία. Την περίοδο των Δεκεμβριανών βρίσκεται στην Καισαριανή, να μάχεται σαν άντρας μαζί με τους συντρόφους της. Κι όταν ξεσπάει ο εμφύλιος μπαίνει πάλι στην πρώτη γραμμή αλλά οι χωροφύλακες την συλλαμβάνουν, την σαπίζουν στο ξύλο και την φυλακίζουν μαζί με άλλους κομμουνιστές στο διαμορφωμένο σε φυλακή υπόγειο του καμπαρέ «Κιτ-Κατ», στην Βουκουρεστίου. Αποφυλακίζεται λίγο καιρό αργότερα.

Εκείνη την εποχή γνωρίζεται από σπόντα με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος ενθουσιάζεται από την δύναμη της φωνής της και την ανεβάζει δίπλα του στο πάλκο, στου «Τζίμη του Χοντρού». Το μαγαζί γνωρίζει πιέννες αλλά η Σωτηρία δεν λέει να καθήσει ήσυχη. Ένα βράδυ του 1946 σηκώνεται κάποιος και της ζητάει να τραγουδήσει το γνωστό φασιστοτράγουδο «Του αετού ο γιος». Η μικροκαμωμένη χαλκιδαία δεν κωλώνει. «Ά πάενε, ρε Χίτη». Εκείνος αιφνιδιάζεται. «Τι είπες μωρή;». Πετιέται ο Τσιτσάνης να σβήσει την φλόγα. «Άστο ρε Σωτηρία». Τίποτα εκείνη. «Α πάενε ρε». Κι επειδή οι φασίστες είναι πολύ μάγκες, σηκώνεται όλη η παρέα τού χίτη, έξι νοματαίοι, και την κάνουν τουλούμι στο ξύλο. Χρόνια αργότερα, η Σωτηρία θα αφήσει το παράπονό της να ξεχειλίσει. «Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί»

Σαν να μην έφτανε το ξύλο που έφαγε, η Μπέλλου τα άκουσε κι από τον Τσιτσάνη επειδή αρπάχτηκε με τους πελάτες. Η Σωτηρία τα έσουρε κι αυτουνού κανονικά και κουβέντα την κουβέντα ξέσπασε ανάμεσά τους καυγάς που τρίξανε τα ντουβάρια. Το αποτέλεσμα ήταν να την διώξει ο Τσιτσάνης από το σχήμα και να πάρει στην θέση της την Μαρίκα Νίνου. Η Σωτηρία δεν το βάζει κάτω. Προσπαθεί να βρει αλλού δουλειά αλλά ο τσακωμός της με τον Τσιτσάνη δεν αποτελεί και την καλύτερη συστατική επιστολή.

Τάσος Φαληρέας, Διονύσης Σαββόπουλος, Σωτηρία Μπέλλου

Έτσι, αρχίζει η περίοδος της μεγάλης φτώχειας. Για να επιβιώσει, κάνει όποια δουλειά λαχαίνει. Ξεφορτώνει ζαρζαβατικά στην λαχαναγορά, ζαλώνεται έναν νταβά και πουλάει τσιγάρα στον δρόμο, πλένει σκάλες… Κοιμάται όπου βρίσκει: σε χαλάσματα, σε παγκάκια, σε παρατημένα βαγόνια στον σταθμό Λαρίσης… Αλλά ποτέ δεν κιότεψε. Συνέχισε να παλεύει κοντά τρεις δεκαετίες, ώσπου ήρθε η μεταπολίτευση και την έβγαλαν από την αφάνεια πρώτα ο Σαββόπουλος μ’ εκείνο το εκπληκτικό «Ζεϊμπέκικο» («Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια…») από το «Βρόμικο ψωμί» κι από κοντά ο Δήμος Μούτσης με το διαχρονικό «Δε λες κουβέντα».

Η Σωτηρία Μπέλλου θα έφευγε πάμφτωχη από την ζωή στις 27 Αυγούστου 1997, δυο μέρες πριν κλείσει τα 76 της χρόνια. Έφυγε με το κεφάλι ψηλά, αφού ο μόνος που κατάφερε να την νικήσει ήταν ο καρκίνος. Ανάμεσα σ’ όσους της κράτησαν το χέρι εκείνες τις τελευταίες ώρες ήταν και ο καλύτερος φίλος που έκανε ποτέ. Ο Χαρίλαος Φλωράκης.

 ________________________________________________________

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία …


fort – da, περιοδικό λακανικής κλινικής, τεύχος 4 (οκτώβριος 2017)

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία

Αυτό που τρομάζει την θρησκεία δεν είναι η σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, τουναντίον μάλιστα. Οι πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν κάμποσα πράγματα σχετικά με την σεξουαλικότητα, τις διαστροφές της, τις επιπτώσεις της, και είναι οι τελευταίοι που θα υποτιμήσουν την σπουδαιότητά της. Όχι, αυτό που τους τρομάζει είναι το να μπορεί η σεξουαλικότητα να επικαθορίζει μια σύλληψη της αλήθειας αποκομμένης από το νόημα. Το τρομερό έγκειται στην εξέγερση της σεξουαλικότητας ενάντια σε κάθε δωρεά νοήματος, την ώρα που είναι ουσιώδες για την ύπαρξη της θρησκείας το να μπορεί να πνευματικοποιεί, και άρα να σημασιοδοτεί, την διάφυλη σχέση…

 γράφει ο Αλέν Μπαντιού στο κείμενό του «Κρίση φύλου στον 20ό αιώνα» [μτφ. Κώστας Τσάμπουρας, στην ουσία έβδομο κεφάλαιο στο βιβλίο του Le siecle [2005] που θα κυκλοφορήσει από τις εκδ. Ψυχογιός]. Το σχετικό κείμενο που προδημοσιεύεται εδώ αποτελεί πολύτιμη συμβολή στην ιδιαίτερη περιοχή στοχασμού και ψυχανάλυσης που αποτελεί και το θέμα του αφιερώματος πάνω στο τρίπτυχο Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία. Ο κόσμος που ορίζεται από το φλεγόμενο αυτό τρίγωνο τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχαναλυτικής θεωρίας αλλά και πράξης στο τέταρτο τεύχος του ειδικού περιοδικού που περισσότερο μοιάζει με βιβλίο, χάρη στην αισθητική του μορφή όσο κυρίως λόγω του πλούτου των κειμένων που φτάνουν τις 330 σελίδες.

Η υστερική δομή χαρακτηρίζεται, λέει ο Λακάν, από το ανικανοποίητο της επιθυμίας· το μυστικό αυτού του ανικανοποίητου είναι ότι η υστερική το απολαμβάνει, το καθιστά μύχιο πυρήνα του είναι της και απώτερο κίνητρο των συμπτωμάτων της. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το υστερικό υποκείμενο, αφού συγκροτήθηκε γύρω από το φαλλικό έλλειμμα (της μητέρας) μέσω του οποίου συνάντησε το ερώτημα του φύλου. Το κοινό σημείο όλων των «λύσεων» που πρότεινε ανά τους αιώνες οι κυρίαρχος λόγος ήταν η αποσιώπηση ή η συγκάλυψη αυτού του δομικού κενού: από τον αρχαίο γυναικωνίτη μέχρι την ισλαμική μαντίλα το κύριο μέλημά του ήταν η προαγωγή της μητρότητας, πάντα και με το επίχρισμα της θρησκευτικής επιταγής. Ο μητρικός ρόλος αποτέλεσε επί αιώνες το προκάλυμμα στο αίνιγμα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χάρη στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι η μητρότητα όχι μόνο δεν καλύπτει το γυναικείο ερώτημα αλλά συχνά το παροξύνει. Η μητρική θέση όπως και η θέση αντικειμένου του αντρικού πόθου διχάζουν τις γυναίκες.

Κάθε αρχή και δύσκολη, συνεπώς από τις πρώτες σελίδες βουτάμε κατευθείαν στα βαθιά μ’ ένα απόσπασμα από το περίφημο σεμινάριο του Λακάν για τα μορφώματα του ασυνειδήτου (1957 – 1958), όπου και η πρώτη και τεκμηριωμένη αναφορά του στην επιθυμία του υστερικού υποκειμένου ως ανικανοποίητη. «Η ανικανοποίητη επιθυμία της ωραίας κρεοπώλισσας» (επρόκειτο για μια ασθενή του Φρόιντ την εποχή που εκείνος συγκέντρωνε υλικό για την Ερμηνεία των ονείρων), βασισμένη σ’ ένα όνειρό της, ακολουθείται από ένα δεύτερο κείμενο που έχει ως τίτλο «Πρέπει να παίρνουμε την επιθυμία κατά γράμμα» και αποτελεί από το γραπτό Η καθοδήγηση της θεραπείας (1958), όπου σχολιάζεται το όνειρό της. Τα δυσνόητα σημεία του κειμένου διαφωτίζονται και αναλύονται από τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Το θεμελιώδες κείμενο του Φρόιντ Οι υστερικές φαντασιώσεις και οι σχέσεις τους με την αμφιφυλία (που εδώ δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Ο Πολίτης και αργότερα στα Τετράδια Ψυχιατρικής) και το εξίσου κομβικό γραπτό του Λακάν για την γυναικεία σεξουαλικότητα, συμπληρώνουν μαζί με μια δεύτερη κατάθεση του Μιλέρ για το δίπτυχο Μητέρα/Γυναίκα το βασικό corpus σχετικών κειμένων αναφοράς.

Η οιδιπόδεια λογική αποτέλεσε το βασικό πρίσμα του Φρόιντ για την μελέτη της γυναικείας σεξουαλικότητας, που στα πρώιμα έργα του δεν διαχωρίζεται από την θηλυκότητα. Η «κανονική» γυναικεία θέση είναι εκείνη της ετεροφυλοφιλίας της παθητικότητας, με επίκεντρο τον κόλπο ως βασικό όργανο της ερωτικής διέγερσης και έκφρασης. Έτσι η σχετική μελέτη του επικεντρώνεται στην αρχική σεξουαλική οργάνωση του κοριτσιού, στο σύμπλεγμα ευνουχισμού και στην σχετική «απλότητα» του οιδιπόδειού του. Οι απόψεις του Φρόιντ έχουν δεχτεί επανειλημμένα την φεμινιστική κριτική για τον «φαλλικό μονισμό» και την ανδρική κανονιστική σκοπιά που τις διακρίνει. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 20 διακεκριμένες ψυχαναλύτριες όπως οι Κάρεν Χορνέι, Χέλεν Ντόιτς και Μέλανι Κλάιν υπήρξαν επικριτικές όσον αφορά την σχετική εμμονή περί πρωτοκαθεδρίας του φαλλού για την ανάπτυξη της θηλυκότητας.

Από το 1925 η Μέλανι Κλάιν παρουσιάζει τα πορίσματα της ψυχαναλυτικής της εργασίας με μικρά παιδιά ενώ με το βιβλίο της Η ψυχανάλυση των παιδιών αναπτύσσει περαιτέρω της ιδέες της. Το δικό της οιδιπόδειο αποτελεί αντιστροφή της φροϊδικής λογικής και σίγουρα δεν είναι μια απλή παραλλαγή του αντρικού. Η βασική συνεισφορά της στην ψυχαναλυτική επιστήμη παρουσιάζεται από τον Αντώνη Βαδόλα στο κείμενό του «Η γυναικεία σεξουαλικότητα στην θεωρία της Μέλανι Κλάιν», που μαζί με μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών ψυχαναλυτικών κειμένων καλύπτει το δεύτερο μέρος του περιοδικού· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Βλάσης Σκολίδης – «Υστερία: από το σύμπτωμα στη δομή», Εστέλα Σολάνο-Σουάρες – «Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και θηλυκότητα», Μαρίνα Φραγκιαδάκη –  «Μητέρα και κόρη: Ολέθρια σχέση ή παρεξήγηση;», Ντανιέλα Φερνάντες – «Ψυχή και Ανταλί: Δύο γυναίκες που βλέπουν υπερβολικά», Φρανσουά Λεγκίλ – «Η ενόρμηση στον Λακάν».

Όσοι γυναικολογούν, γυναικακολογούν, έλεγε σκωπτικά ο Λακάν, συνοψίζοντας τις διάφορες μορφές που έλαβε ο μισογυνισμός ανά τους αιώνες. Κάθε λόγος περί γυναίκας απαιτεί μια εξιλέωση, που εδώ από εικαστική άποψη παρέχουν οι πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, καθώς αποδίδουν κοινές φιγούρες σημερινών Ελληνίδων, «απογειώνοντάς τες στους αιθέρες της καλλιτεχνικής αθανασίας», όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης. Και πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη εικονογράφηση ενός τέτοιου θεματικού τεύχους, καθώς ο Ρόρρης έχει προτείνει μια νέα θέαση του θηλυκού κορμιού στην τέχνη.

Δυο κείμενα επιχειρούν διάλογο με αυτή την τέχνη: το πρώτο, «Το βλέμμα του ζωγράφου», αποτελεί ένα παλαιότερο, αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του ζωγράφου που εκφράζει, μεταξύ άλλων, την επιθυμία η διαδικασία της ζωγραφικής του να γίνει προσπάθεια ακύρωσης των υλικών του· να πάψουν αυτά να είναι μουσαμάδες, μπογιές κλπ. και να γίνουν πνεύμα, συγκίνηση, ύλη που μεταφέρει αγωνία για επικοινωνία αλλά και να αποτελέσουν κρυψώνα του εαυτού του. Και ακόμα…

… θέλω οι άνθρωποι που ποζάρουν να είναι αδαείς απέναντι στο βλέμμα του ζωγράφου, να τους αγχώνει, να τους ενοχλεί, να προσπαθούν να αμυνθούν και να μην ξέρουν πώς, να «κουμπώνονται» αλλά από απειρία. Τότε με υποχρεώνουν να τους δω πιο προσεχτικά, να δυσκολευτώ να τους προσεγγίσω, και η δυσκολία αυτή βοηθά στην δημιουργία εκπλήξεων. [σ. 250]

Στο δεύτερο κείμενο ο Βασίλης Σκολίδης συντάσσει κατατοπιστικές σημειώσεις για τις Γυναίκες του ζωγράφου εστιάζοντας στις ιδέες του προοδευτικού και του γυμνού, στην κόπωση των σωμάτων, στον μπαρόκ ερωτισμό, στην δραματικότητα, την ηδύτητα και την εκ-σωτερικότητα της ζωγραφικής του. Το πλούσιο τεύχος συμπληρώνεται με εκτενή σημειώματα πάνω σε κλινικές εργασίες και με την «Βιβλιοθήκη», όπου παρουσιάζονται με εξίσου μεγάλα κείμενα πέντε βιβλία ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος.

Εκδ. Ψυχογιός, σελ. 335, γυαλιστερό φύλλο με πλούσια μαυρόασπρη εικονογράφηση.

Στις εικόνες: Jacques Lacan, Sigmund Freud, Melanie Klein και έργα του Γιώργου Ρόρρη.

Τα συριζόπανα και οι πλειστηριασμοί…


anaballontai-oi-aurianoi-pleistiriasmoi-stin-attiki

Να το γράψουμε εδώ και επίσημα. Αν τα συριζόπανα καταφέρουν και τη γλυτώσουν και με τους πλειστηριασμούς και δεν τους καταποντίσουν εκλογικά, τότε πράγματι θα τους αξίζει να κυβερνούν για την επόμενη 8ετία.

Και τώρα που είπα τον αφορισμό μου, ας τον κάνω και ταληράκια. Αν κάτι πρέπει να θαυμάσουμε στην κυβέρνηση σύριζα είναι ότι μετά από 2,5χρόνια συνεχόμενης λιτότητας, μνημονίων και ψήφισης πολύ σκληρών μέτρων, η κυβερνητική πλειοψηφία δεν έχει χάσει ούτε έναν βουλευτή. Αυτό φυσικά αντικατοπτρίζει τόσο μια κοινωνική κόπωση, όσο και τον στυγνό χαρακτήρα των συριζόπανων.

Ό,τι και να μπορούμε να καταλογίσουμε στους βουλευτές του πασοκ και της νδ, ο βαθμός κοινωνικής αναλγησίας των συριζόπανων ξεπερνά και τους δύο. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί εν μέρη από το γεγονός ότι οι βουλευτές του σύριζα είναι αλεξιπτωτιστές και δεν έχουν καμία επαφή με τους ψηφοφόρους που τους ψήφισαν. Αντίθετα οι βουλευτές του πασοκ και της νδ είχαν με κόπο χτίσει τις (πατρονικές και πελατειακές) σχέσεις τους με την κοινωνία που τους εξέλεγε για πολλά χρόνια. Τα μνημόνια κατέστρεψαν αυτή τη σύνδεση με αποτέλεσμα πολλοί βουλευτές να μην αντέξουν συνειδησιακά την αντίθεση. Το πασόκ αυτο-αναφλέχθηκε τον νοέμβρη του 2011 μετά από ενάμιση χρόνο μνημονίων (και ελαφριάς μορφής σε σχέση με το τι ακολούθησε). Αντίστοιχα οι νεοδημοκράτες προτίμησαν την κήρυξη προώρων εκλογών ακριβώς όταν το σακσες στόρυ του σαμαρα, έπρεπε να δώσει τη θέση του σε έναν ακόμα γύρο μνημονιακών μέτρων, μετά από δύομιση χρόνια συγκυβέρνησης. Ο σύριζα 2,5 χρόνια μετά τις εκλογές του σεπτέμβρη του 2015 δείχνει να λειτουργεί σαν την πιο καλοκουρδισμένη μνημονιακή μηχανή. Άρα γιατί οι πλειστηριασμοί είναι τόσο σημαντικοί?

Είναι πάγια τακτική των θεσμών να σκοτώνουν τα καλύτερα μνημονιακά παιδιά όταν αυτά δεν συνεχίσουν να εκτελούν με ακρίβεια τα θελήματά τους. Αυτό το μάθημα το έμαθε καλά τόσο ο γιωργάκης το φθινόπωρο του 2011, όσο και ο σαμαράς βενιζέλος το φθινόπωρο του 2014. Το αυτό απειλούσαν και τους συριζαίους όλο το καλοκαίρι του 2017. Με ένα στόμα, μια φωνή όλοι οι θεσμοί καλούσαν τον σύριζα να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα και να προχωρήσει στους πλειστηριασμούς. Μόνο που σε αντίθεση με τους άλλους δύο, στην ερώτηση “η κυβέρνησή σας ή οι ζωές μας” τα συριζόπανα απάντάνε πάντα οι ζωές σας. Κάπως έτσι λοιπόν προετοιμάζουν οι συριζαίοι το επικοινωνιακό σκηνικό προκειμένου να ξεπεράσουν αυτόν τον ομολογουμένως δύσκολο σκόπελο.

Αν πάρουμε τοις μετρητοίς το επικοινωνιακό μπαράζ τους, δεν έχουμε κανένα λόγο να ελπίζουμε ότι οι πλειστηριασμοί θα οδηγήσουν σε οποιαδήποτε αντίδραση. Τι μας ενδιαφέρει δηλαδή, αν ένα μάτσο πλούσιοι στρατηγικοί κακοπληρωτές χάσουν τα ακίνητά τους? Μόνο που η πραγματική εικόνα είναι πολύ μακριά από αυτό το επικοινωνιακό μασάζ.

Ο κύριος στόχος της κυβέρνησης και των θεσμών δεν είναι ούτε να μειωθούν τα κεσάτια των τραπεζών, ούτε να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη όπως μας διαβεβαιώνει το γλυκύτατο συριζόπανο τσακαλώτος (ο γιαραμπής να τον ευλογεί να του σπάσουν τα μούτρα από ένα ατύχημα με ποδήλατο). Το όλο σκηνικό με τους πλειστηριασμούς δεν αφορά καν τους πλούσιους κακοπληρωτές. Τα δάνεια αυτών -καθώς είναι φραγκάτοι- αποτελούν φιλέτο και στόχο των “ξένων fund” όπως ακριβώς περιέγραψα και στο παραμύθι μου “Η πρωτοπόρος κομπίνα”. Γρήγορα και εύκολα λεφτά για win win καταστάσεις. Ο στόχος των πληστηριασμών είναι το άρμεγμα της μαρίδας.

Ας απλώσω λοιπόν τα χαρτιά μου. Ανεκδοτολογικά στοιχεία από τον αυτοκράτωρ καλιγούλα μας δίνουν την εντύπωση ότι ο νόμος κατσέλη ξεδοντιάζεται ντεφάκτο. Ο νόμος κατσέλη που είναι πολύ βολικός για τις τράπεζες φυσικά δεν προστατεύει ούτε μεγάλα ψάρια, ούτε στρατηγικούς κακοπληρωτές. Για ποιο λόγο ξεδοντιάζεται λοιπόν?

Την ίδια στιγμή σε αυτό το αναλυτικό άρθρο ξεσκεπάζεται η έτσι κι αλλιώς ψευδής υπόσχεση τσίπρα για την προστασία της πρώτης κατοικίας, όσο και για το περιεχόμενο των επι πληστηριασμώ κατοικιών. Συνδυάστε το με αυτό εδώ το άρθρο που λίγο πολύ λέει ότι οι τράπεζες αν δεν βρίσκουν αγοραστές στα σπίτια που εκπλειστηριάζουν θα τα αγοράζουν οι ίδιες (προκειμένου να μη ρίξουν τις τιμές). Με λίγα λόγια οι τράπεζες δεν ενδιαφέρουν να ξεφορτωθούν dead assets όπως η διαχείριση ακίνητων που δεν είναι η βασική τους απασχόληση, ούτε ενδιαφέρονται να εκπλειστηριάσουν τα ακριβά κομμάτια (διότι όπως είπα αυτά είναι φιλέτα που θα διευθετηθούν με άλλο πιο επικερδή τρόπο). Αυτό για το οποίο ενδιαφέρονται είναι, αυτό ακριβώς που τα συριζόπανα προσπαθούν να πούν ότι δεν θέλουν να κάνουν. Να κυνηγήσουν τη μαρίδα.

Προσθεού εδώ δεν θέλω να πω ότι η αγορά των ακινήτων από τις ίδιες τις τράπεζες θα είναι ζημιογόνα. Η δημιουργική καταστροφή του καπιταλισμού μπλα μπλα μπλα, οι επενδυτές κινέζοι ή άλλοι που τώρα με την ανάπτυξη μπλα μπλα μπλα, το airbnb μπλα μπλα μπλα, όλα αυτά είναι στο τραπέζι και ό,τι αρπάξει ο κώλος μας. Νομίζω όμως πως η βασική αφήγηση πίσω από αυτή την επιχείρηση σοκ και δέους είναι να τρομάξουν τη μαρίδα, έτσι ώστε να την αρμέξουν.

Πώς? Μα πολύ απλά. Με την σταδιακή κατάργηση του ρευστού χρήματος από την αγορά, τα συριζόπανα και οι θεσμοί κλείνουν μία μία τις πόρτες που επέτρεπαν στη μαρίδα να ξεφύγει το άρμεγμα. Όμως καθώς θεωρούν ότι υπάρχουν πολλά δισεκατομμύρια σε στρώματα, θυρίδες και λογαριασμούς στο εξωτερικό, οι πλειστηριασμοί θα λειτουργήσουν ως τυράκι για να βγούν τα χρήματα αυτά από τις τρύπες τους. Οι τραπεζίτες φυσικά προσφέρουν ήδη πολλές χαμηλές δόσεις (αλλά όχι αξιόλογη μείωση του κεφαλαίου του δανείου). Με λίγα λόγια σου προσφέρουν τη δυνατότητα να πληρώνεις μερικές “λογικές” δόσεις ως ενοίκιο για ένα σπίτι που δεν θα γίνει ποτέ δικό σου. Αυτή τη ροή των πληρωμών θέλουν να αποκαταστήσουν και το ρόλο της αγαπούλας, τον παίζουν οι πλειστηριασμοί.

Αυτός είναι και ο λόγος που πιστεύω πως αυτό το τελευταίο τέχνασμα έχει τα φόντα να κοστίσει εκλογικά στα συριζόπανα και πως αν δεν συμβεί, τότε τα συριζόπανα θα έχουν κάθε λόγο να συγκυβερνάνε για αρκετό καιρό ακόμα. Οι πλειστηριασμοί με λίγα λόγια είναι φτιαγμένοι από εκείνα τα υλικά που κόστισαν την κοινωνική ανοχή στις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Ο ΕΝΦΙΑ για τη νδ και το μεσομακροπρόθεσμο για το πασοκ.

________________________________________________________

Από:http://www.techiechan.com/?p=2947

Η επιτάχυνση στην κοινωνία των προφίλ…


Γιώργος Κουτσαντώνης

Jean-François Millet – Gleaners (1857-1859), Παρίσι, Μουσείο Ορσέ

«Σίγουρα, υπάρχουν ορισμένες νύξεις ευτυχίας, που όμως πρέπει να παραμείνουν στιγμιαίες στη σελίδα. Η περιγραφή της ευτυχίας, όταν είναι μακρά, γίνεται τελικά βαρετή» (Michel Houellebecq)

Το χάσιμο χρόνου είναι η νέα θανάσιμη αμαρτία της μεταμοντέρνας θεολογίας. Με στόχο να αποφύγουμε το χασομέρι τρώμε πιο γρήγορα, κοιμόμαστε λιγότερο, μιλάμε λιγότερο με τα μέλη της οικογένειάς μας και με τους γείτονές μας. Αυτή η σπασμωδική επιτάχυνση του χρόνου που βιώνουμε σήμερα, έγινε σταδιακά μια από τις πλέον χαρακτηριστικές πτυχές της νεωτερικότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία που -κατά πάσα πιθανότητα- ξεκίνησε στην Ευρώπη μετά την Συνθήκη ειρήνης της Βεστφαλίας [1] όπου η ιστορία καταγράφει μια σταθερή και προοδευτική αύξηση του τεχνολογικού δυναμικού. Η εξοικονόμηση χρόνου γίνεται θεμελιώδης παράγοντας για την παραγωγή· έτσι όχι μόνο μειώνονται οι δαπάνες, αλλά αυξάνεται και η ανταγωνιστικότητα. Οι επενδυτές αναζητούν ταχύτερους τρόπους κυκλοφορίας του χρήματος και αύξησης των κερδών τους. Η προσπάθεια επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στο χρονικό πλεονέκτημα που θα φέρει περισσότερα κέρδη και θα αυξήσει περαιτέρω το συγκριτικό προβάδισμα. Αυτή η προοδευτική έκρηξη της οικονομίας των αγορών προκάλεσε δύο παράλληλες και απότομες επιταχύνσεις: μια τεχνολογική και μια κοινωνική [2]. Η δεύτερη κυρίως μέσω της παγκοσμιοποίησης και των νέων μέσων μαζικής επικοινωνίας. Καθώς η νεωτερικότητα περνάει στην τελευταία της φάση, η γενική αρχή της επιτάχυνσης διαστέλλεται τόσο που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της οικονομικής σφαίρας. Τώρα η επίσπευση γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος σε όλες σχεδόν τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, αυτή είναι με άλλα λόγια η επέκταση του πεδίου της πάλης [3]. Ο αγώνας για επιβίωση, η οποίος στην προ-νεωτερική «κοινωνία» ήταν «υποβιβασμένος» στην υλικό-βιολογική σφαίρα, τώρα γίνεται η πεμπτουσία της κοινωνικής ζωής. Η τέχνη, η επιστήμη και η πολιτική ρίχνονται στην τεράστια αρένα του ανταγωνισμού. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός στον κοινωνικό τομέα απαιτεί εξ ορισμού μια συνεχή αυτο-ανανέωση του ανθρώπου: δεν μας επιτρέπεται να αποκτήσουμε σταθερή ζωή, διαφορετικά κινδυνεύουμε να μείνουμε εκτός χρόνου, εκτός μόδας, εκτός αγοράς.

Η θέση που έχουμε σήμερα στον κόσμο δεν είναι προκαθορισμένη από τη γέννηση και δεν είναι σταθερή κατά τη διάρκεια της ζωής μας, στην ουσία είναι το αποτέλεσμα συνεχών διαπραγματεύσεων. Στην προ-νεωτερική εποχή, όμως, η θέση ήταν καθορισμένη από τη γέννηση, σχεδόν καθ’ ολοκληρία (αρκεί να σκεφτούμε τις συντεχνίες του Μεσαίωνα). Ο κόσμος τότε ήταν οργανωμένος ιεραρχικά και η ιεραρχική θέση, η οποία δινόταν εκ γενετής, ήταν ταυτόχρονα και το έργο ζωής του ατόμου. Η «κοινωνική ταυτότητα» ήταν αμετάβλητη και σταθερή με την πάροδο του χρόνου και εξαρτιόταν λίγο ή μόνο σχετικά από το άτομο. Αυτό που συμβαίνει με την νεωτερικότητα είναι ότι ανοίγοντας το χώρο της ατομικής αυτονομίας, διαρρηγνύεται αυτό το είδος παγιωμένης και ιεραρχικής σχέσης. Ασφαλώς δεν πρόκειται για μια αρνητική εξέλιξη, το αντίθετο. Το πρόβλημα αρχίζει να προκύπτει όταν αυτή η συνεχής επαναδιαπραγμάτευση παύει να είναι πλέον το μέσο που θα οδηγήσει σε μια αυτόνομη ζωή (δηλαδή σε μια διαδικασία που ελευθερώνει το άτομο από εξωτερικές πιέσεις και καταναγκασμούς), αλλά τελικά η διαπραγμάτευση γίνεται αυτοσκοπός, ή ακόμη και ο μοναδικός σκοπός της κοινωνικής ζωής. Στο πλαίσιο αυτό, από κοινωνική και τεχνολογική άποψη, εντάσσεται μια ολόκληρη σειρά φαινομένων: όταν η ταυτότητά μας και η ταυτότητα των άλλων υπόκεινται σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, η διαμόρφωση του εαυτού γίνεται ένας εξωτερικός παράγοντας: δημιουργείται έτσι η ανάγκη μιας συνεχούς ανατροφοδότησης (feedback), όπου όλα πρέπει να παραμένουν ανοιχτά σε κριτική. Το αναγκαίο μέσο έγινε ο απώτερος σκοπός.

Τα γούστα μας και οι επιλογές μας εξαρτώνται από τις βαθμολογίες που μας δίνει ο κοινωνικός κόσμος. Είναι χαρακτηριστική η έκρηξη μιας ολόκληρης σειράς ψηφιακών εφαρμογών που βαθμολογούν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής: από εστιατόρια και ταξί έως καταστήματα (σκεφτείτε τις εφαρμογές Yelp και Trip Advisor). Τώρα όμως βαθμολογούνται ακόμη και οι άνθρωποι. Πρόσφατα στη Βόρεια Αμερική δημιουργήθηκε μια εφαρμογή για το iPhone και το iPod, που επιτρέπει την κριτική εκτίμηση των ανθρώπων: σε επαγγελματικό, προσωπικό και ρομαντικό επίπεδο. Η εφαρμογή ονομάζεται Peeple [4], και είναι μια λογική συνέπεια της εποχής. Ο στόχος της εφαρμογής, που προβλέπει μια βαθμολογία από 1 έως 5 αστέρια, είναι απλώς να κρίνει τα προφίλ των εγγεγραμμένων στο σύστημα. Αυτό που συμβαίνει όμως δεν είναι και τόσο απλό. Γιατί στην πραγματικότητα έρχεται μια εταιρεία πληροφορικής, να αναλάβει το λεγόμενο feedback ενός συνόλου που όμως δεν απαρτίζεται από τους ανθρώπους, αλλά από τα προφίλ τους. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική ταυτότητα (πραγματική) επικαλύπτεται από την ψηφιακή ταυτότητα (εικονική). Και έτσι επιστρέφουμε ξανά στη συζήτηση που αφορά στο χρόνο επειδή το εικονικό, το δίκτυο, είναι ο τόπος όπου καταφέραμε να καταρρίψουμε κάθε χρονικό εμπόδιο. Ο τόπος όπου ο χρόνος σηματοδοτεί το μηδέν, και η ταχύτητα τείνει στο άπειρο. Πρόκειται για μια συνεχόμενη επιτάχυνση και εξάπλωση των δυνατοτήτων ανταγωνισμού μεταξύ πολλών διαφορετικών κοινωνικών ταυτοτήτων.

Γίνεται λοιπόν επιτακτική ανάγκη να φαινόμαστε πολιτικά ορθοί, πάντα φιλικοί, αστείοι και ενδιαφέροντες για τους άλλους, διαφορετικά κινδυνεύουμε να χάσουμε μερικά αστέρια ή και τη «θέση» μας. Παράλληλα ο χρόνος μας λείπει όλο και περισσότερο. Ακόμη και η επιλογή των λεγόμενων κοινωνικών μας κύκλων επηρεάζεται από αυτή την μόνιμη «έλλειψη χρόνου» και την ανάγκη να επιταχύνουμε. Φυσικά ταυτόχρονα χρειαζόμαστε όλο και περισσότερες διαπροσωπικές σχέσεις που όμως να είναι επιφανειακές, προκατασκευασμένες και έτοιμες για χρήση. Πασχίσουμε να αποκλείσουμε από πριν όλες τις αρνητικές εμπειρίες και τις δυσκολίες που μπορεί να μας μεταδώσουν οι άλλοι. Εκείνοι οι άλλοι που δεν έχουν θέση παρά μόνον στη δεξαμενή της αρνητικότητας, που ενδέχεται να μας ανακόψουν την πορεία. Δεν έχει κανένα νόημα η αγωνία και η «εργασία» που απαιτείται για να χτιστεί μια φιλία ή μια σχέση αγάπης. Στις προσωπικές σχέσεις πρέπει να διοχετεύεται η μικρότερη δυνατή ενέργεια, αυτές πρέπει απλά να κολλήσουν στις τάσεις της μόδας και να ταιριάξουν στις δραστηριότητες που θα επιλέξουμε να χώσουμε, σχεδόν με το ζόρι, μέσα στην τρύπα του «ελεύθερου χρόνου», και πάντα μετά τις εννέα-δέκα ώρες εργασίας. Οι δύσκολες και απαιτητικές σχέσεις γίνονται μεγάλο εμπόδιο στον αέναο αγώνα κυριαρχίας του πεντάστερου, του πιο γρήγορου, του πιο καλού, του πιο έξυπνου, του πιο έτοιμου.

Το να διαμορφώσουμε τη ζωή μας, και να οικοδομήσουμε τη δική μας αυτονομία, έχει αποκτήσει μια νέα έννοια: να παραμείνουμε, εμείς και τα παιδιά μας, εφ’όρου ζωής ταχύτατοι και ανταγωνιστικοί. Η επιλογή όλων των πτυχών της προσωπικής ταυτότητας περνά μέσα από τον ανταγωνισμό: ο σύντροφος, η οικογένεια, τα χόμπι, μέχρι και οι θρησκευτικές πρακτικές (ποια θρησκεία με κάνει πιο ενδιαφέρον άνθρωπο και, ταυτόχρονα, δεν έρχεται σε σύγκρουση με τις επιθυμίες μου;). Σήμερα ο κοινωνικός κόσμος δεν γίνεται να παραμείνει σταθερός για όλη τη διάρκεια ζωής ενός ατόμου.

«Η επιτάχυνση της ύστερης νεωτερικότητας συμπίπτει με την καταστροφή της σύγχρονης αίσθησης ταυτότητας, διότι απορρίπτει κάθε στασιμότητα και ως εκ τούτου το ίδιο το νόημα του έργου ζωής, που αντιθέτως προϋποθέτει την επίτευξη μιας σταθερότητας» [5].

Ο Διαφωτισμός πρόσφερε στην ανθρωπότητα το στόχο του αυτοκαθορισμού και της αναζήτησης ενός ατομικού έργου ζωής: έθεσε στόχους που καθοδηγούν ολόκληρη την πορεία της ζωής του ατόμου. Αν η αυτονομία και το έργο ζωής αποτελούν τον πυρήνα της προσπάθειας που χαρακτήρισε την πρώιμη νεωτερικότητα, τότε η ύστερη νεωτερικότητα είναι ουσιαστικά η καταστροφή αυτής της προσπάθειας. Η επιτάχυνση δεν δέχεται μονοσήμαντες κατασκευές του εαυτού, αλλά απαιτεί υπερ-ευέλικτες μορφές ταυτότητας. Για παράδειγμα, σήμερα αυτό που συμβάλλει στην οικοδόμηση της ταυτότητας είναι οι τοπογραφικές αναφορές (οικία και εργασία) οι οποίες όμως γίνονται όλο και περισσότερο προσωρινά εκθέματα ενός προφίλ. Οι συνεχείς επαγγελματικές «μεταθέσεις» και τα «ανοίγματα» είναι το υπερμοντέρνο πρότυπο ζωής του μέσου επαγγελματία. Τα δωμάτια του ξενοδοχείου είναι τα νέα σπίτια ανθρώπων που με ένα σακίδιο και έναν φορητό υπολογιστή ξεκινούν να «κατακτήσουν» τον κόσμο. Γεγονός που σταδιακά οδηγεί στον τερματισμό των βαθιά ριζωμένων σχέσεων που κάποτε ονομάζαμε σπίτι και έδρα, δηλαδή ό,τι μας ήταν κοντινό και οικείο.

Οι δυτικοί άνθρωποι πλέον δεν κατοικούν: οι ταυτότητές τους είναι «εκτός τόπου». Φυσικά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτό οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου διεύρυνση της εμπειρίας, που είναι ένας βασικός παράγοντας σχηματισμού ταυτότητας. Αν σταθούμε όμως μια στιγμή θα δούμε ότι όλο αυτό απέχει κατά πολύ από τον μύθο των ταξιδιών, ή των σπουδών που θα μας δείξουν την διαφορετικότητα του κόσμου, όπως αυτός μας παρουσιάζεται, λόγου χάρη, στον κινηματογράφο και στην λογοτεχνία. Δεν μιλάμε για κάποια διεύρυνση του νοηματικού ορίζοντα. Μιλάμε για γραφεία που βρίσκονται σε απολύτως τυποποιημένα κέντρα των μεγαλουπόλεων, με το ίδιο φαγητό και τελικά με τη ίδια τυπολογία ανθρώπων. Σε οποιοδήποτε μέρος του υπερανεπτυγμένου κόσμου αναπαράγεται μηχανικά ένα υπαρξιακό τρίγωνο: ξενοδοχείο-εργασία-γυμναστήριο. Το «γυμναστήριο» φυσικά μπορεί να αντικατασταθεί με τις μυριάδες των δραστηριοτήτων με τις οποίες καλύπτεται ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος. Δραστηριότητες που μοιάζουν περισσότερο με άλματα ανάμεσα σε διάφορα αποξενωμένα μεταξύ τους σημεία, χωρίς έναν σύνδεσμο και μια συνέχεια: που θα δώσει μια ενσωμάτωση και ένα νόημα σε αυτή την εμπειρία. Ο Walter Benjamin είχε διακρίνει τα λεγόμενα «επεισόδια εμπειρίας» (Erlebenissen), από τις εμπειρίες που αφήνουν σημάδι και συνδέονται με την ταυτότητά μας (Erfahrungen) [6]. Έχουμε την τάση να συσσωρεύουμε πολλές εμπειρίες χωρίς ο χρόνος να είναι πραγματικά δικός μας ώστε να δημιουργηθεί ταυτότητα.

Το ερώτημα είναι το εξής: είναι βιώσιμες για τον άνθρωπο όλες αυτές οι κοινωνικο-χρονικές αλλαγές; Γιατί κάποιος θα μπορούσε να πει ότι πρόκειται, απλά και μόνο, για μια προσαρμογή σε ένα μεταβαλλόμενο «περιβάλλον». Ωστόσο, εδώ και πολλά χρόνια αυτό το πρόβλημα είναι αντικείμενο μελέτης διαφόρων ερευνητικών πεδίων: της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Η έρευνα του Γάλλου κοινωνιολόγου Alain Ehrenberg [7], για παράδειγμα, επικεντρώνεται στην ανάλυση των σύγχρονων αναδυόμενων «κοινωνικών παθολογιών»: δηλαδή ψυχικών δυσλειτουργιών όπου ο παράγοντας χρόνος αναγνωρίζεται ως μια σημαντική αιτία για τη δραματική αύξηση των φαινομένων κατάθλιψης και συνδρόμου burnout. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι οι άνθρωποι σε βάθος χρόνου δεν αντέχουν τα αυξημένα επίπεδα του στρες και της υπερφόρτωσης του χρόνου στην σημερινή κοινωνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις κατάθλιψης, ένα από τα επαναλαμβανόμενα στοιχεία είναι η αλλαγή της αντίληψης του χρόνου. Από τον φρενήρη ρυθμό χάνεται ο προσανατολισμός και κάτι διακόπτεται. Τα άτομα παύουν να αντιλαμβάνονται τον χρόνο ως κίνηση και περνούν σε μια στάση, σε ένα είδος χρονικής «δίνης» από την οποία, όπως αναφέρουν κατά λέξη, «αγωνίζονται για να βγουν». Υπό αυτή την έννοια, η κατάθλιψη μπορεί να θεωρηθεί μια επιβραδυντική αντίδραση στη μη βιώσιμη επιτάχυνση. Τα άτομα, ενώ τυπικά είναι ελεύθερα, πιέζονται και κυριαρχούνται από έναν τεράστιο αριθμό κοινωνικών απαιτήσεων. Οι κοινωνικές παθολογίες θα πρέπει να εξεταστούν κατά κύριο λόγο ως βιολογικές στρατηγικές επιβίωσης του ατόμου που αποτυγχάνουν και οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα.

Στον αντίποδα ο εφιάλτης της ανεργίας, σε μια κοινωνία εργαζομένων χωρίς εργασία [8], παράγει επίσης φαινόμενα ψυχικής κατάρρευσης και παραίτησης, οδηγεί ακόμη και στην αυτοκτονία. Ευέλικτες μορφές απασχόλησης, με σπαστά ωράρια και mini jobs, παρουσιάζονται ως εκλογικευμένες λύσεις που όμως έρχονται απλά να «βουλώσουν τις τρύπες» της καταναλωτικής ανυπαρξίας και να υποστηρίξουν την ορθότητα ενός, όλο και πιο στρεβλού, συστήματος. Η εταιρική λογική των πολυεθνικών μεταφέρεται και επιβάλλεται στην κοινωνία όπου πίσω από καθετί, για να έχει αυτό νόημα, πρέπει πάντα να υπάρχει μια κατανάλωση -σαν την εορταστική-ψυχοθεραπευτική που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτές τις μέρες. Κάπως έτσι, παρά την ακριβοπληρωμένη πυξίδα της οικονομίας των αγορών, ο δρόμος προς την ευτυχία χάθηκε στη διαφήμισή της. Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος (αυτο)εκδιώκεται από τον χρόνο του ενώ, στον αγώνα να φανεί όλο και περισσότερο ταχύς και ικανός, με κάθε αποτυχία, όσο μικρή κι αν είναι αυτή, η αυτοπεποίθησή του εκμηδενίζεται. Καλείται να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον ανελέητης διαπάλης διαμορφωμένο από το ακριβοθώρητο χέρι της αγοράς. Να φτιάξει τη ζωή του και να οικοδομήσει την αυτονομία του χωρίς να διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο και την ψυχική ηρεμία. Εάν η πραγματική ζωή γίνεται όλο και πιο αφόρητη, τότε ο ονειρικός κόσμος των ψηφιακών προφίλ γίνεται όλο και πιο θελκτικός, και το αντίστροφο.

«Κατά βάθος, ο σύγχρονος άνθρωπος, μετά από αιώνες κατά τους οποίους είχε συνηθίσει να αισθάνεται απογοητευμένος μπροστά στα πολλά πράγματα που δεν μπορούσε να κάνει, βρέθηκε ξαφνικά (χάρη στην υπέρμετρη ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και των τεχνολογικών επιτευγμάτων) σε μια κατάσταση που τον οδήγησε στο να κατανοήσει πως υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που όντως μπορεί να κάνει, αλλά δεν πρέπει να τα κάνει και ότι αντιθέτως το πραγματικό πρόβλημα της ανθρωπότητας σήμερα δεν είναι πλέον να αυξήσει τις πιθανότητες για περαιτέρω ενέργειες και δράσεις, αλλά να κάνει τις σωστές επιλογές» [9]

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του μέλλοντος είναι να βρεθούν οι κατάλληλες στρατηγικές επιβράδυνσης και προστασίας του ανθρώπου από την εργασία, χωρίς αυτές να εξαντληθούν στη μαζική ψυχιατρικοποίηση, στη νοσταλγία ή σε έναν στείρο και ουτοπικό αντινεωτερισμό. Εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο από τη στιγμή όπου οι κοινωνικές, οικονομικές και κυρίως οι πολιτικές διαδικασίες βρίσκονται όλο και περισσότερο στα χέρια μιας -ανόητης, αποκομμένης από τον πραγματικό κόσμο- τεχνοκρατίας που λατρεύει τυφλά την επιτάχυνση και δεν δείχνει να νοιάζεται για τις σωστές επιλογές.


[1] Μετά από σειρά ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, η Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) είχε ως αποτέλεσμα τη λήξη του Τριαντακονταετούς Πολέμου (1618-1648) στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς και τη λήξη του Ογδοηκονταετούς Πολέμου (1568-1648) μεταξύ της Ισπανίας και της Ολλανδικής Ρεπούμπλικας. ο Τριακονταετής Πόλεμος σταδιακά έπαψε να είναι μια διαμάχη ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκευτικές παρατάξεις και μετατράπηκε σε έναν αγώνα πολιτικής υπεροχής στην Ευρώπη. Η σκληρή θρησκευτική διαμάχη ανάμεσα σε Καθολικούς και Προτεστάντες τελείωσε με πολλούς Καθολικούς να πολεμούν στο πλευρό Προτεσταντών εναντίον άλλων Καθολικών. Από πολλούς θεωρείται ότι με τη Συνθήκη γεννήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη ως μια ήπειρος κυρίαρχων κρατών.
[2] Βλ. Κοινωνική επιτάχυνση και πολική αδράνεια, του Νικόλα Γκίμπη.
[3] Michel Houellebecq, Η επέκταση του πεδίου της πάλης, ΕΣΤΙΑ 2006
[4] Yelp-for-people app Peeple is back & Woman makes app that lets people rate and review you, Yelp-style.
[5] Hartmut Rosa, Accelerazione e alienazione, Piccola Biblioteca Einaudi 2015
[6] Walter Benjamin, Esperienza e povertà, in Aura e choc. Saggio sulla teoria dei media, Einaudi 2012
[7] Alain Ehrenberg, The Weariness of the Self: Diagnosing the History of Depression in Contemporary Age, McGill-Queen’s University Press, 2010.
[8] Βλ. Μια κοινωνία εργαζομένων χωρίς εργασία, του Νικόλα Γκίμπη.
[9] Evandro Agazzi, Για την κρίση ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπου, μτφρ., Respublica.gr 2017

Από:http://www.respublica.gr/2017/12/column/%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AC%CF%87%CF%85%CE%BD%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%BB/