Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΜΗ ΛΕΩ ΠΟΛΛΑ …


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Τα ’φερε έτσι η τύχη σήμερα που έκανα baby-sitting σ’ ένα κοριτσάκι έξι μηνών. Ανιψάκι μου και επί του παρόντος χωρίς όνομα. Όπως και να τη φωνάξεις, γυρίζει. Εγώ την έλεγα «μπούρδα Καραβάγγο» – κανένα πρόβλημα. Μέχρι σήμερα, την είχα δει μία φορά όλη κι όλη, τη μέρα που γεννήθηκε. Δυόμιση κιλά άνθρωπος, αλλά κούκλα! Τώρα βέβαια έχει γίνει ένας κορίτσαρος ίσαμε κει απάνω· δίμετρη, μπορεί κι 60 πόντους μπόι. Και ήρθαν έτσι τα πράγματα που έπρεπε να περάσουμε δύο αξέχαστες ώρες παρέα – οι δυο μας, μόνοι. Εμπειρία ζωής.

Καταρχάς, σε αυτή την ηλικία δεν μιλάνε. (Η συγκεκριμένη ούτε «αγκού-αγκού» δε λέει ακόμα. Μόνο να γελάει ξέρει. Χάχας σκέτος!)  Εντάξει, μέχρι εκεί ήξερα. Δε ήξερα όμως πόσο δύσκολο είναι να μιλάς μόνος σου επί δύο ώρες (ό,τι και να λες). Στην αρχή δοκίμασα να πάρω βοήθεια από άπαντα τα ευρισκόμενα. Υπήρχε πρόχειρο ένα παραμύθι (στα αγγλικά!), το οποίο της διάβασα, αλλά είχα θέματα δραματουργικής υφής, τα οποία ασφαλώς και σχολίαζα ενοχλημένος («μια παράλληλη κριτική αποτίμηση», αλίμονο). Αλλά μάλλον και το μωρό ξενέρωσε με την ιστορία γιατί είχε την τάση να μασάει το βιβλιαράκι (κυριολεκτικά!).

«Καλύτερα μόνοι μας, μπέμπα. Θα γράψουμε δικό μας υλικό!» Αφού της είπα τα νέα της ημέρας («μια κριτική αποτίμηση», και πάλι – «βιωματική» αυτή τη φορά), πέρασα σε υλικό που έχω στοκάρει επί τούτω: της έμαθα ένα κόλπο με μαθηματικά για να εντυπωσιάζει αύριο-μεθαύριο τα νήπια στον παιδικό σταθμό. Αυτό κάπως της άρεσε, αλλά μάλλον επειδή είχε την ευκαιρία ν’ αρπάζει τα δάχτυλά μου με απώτερο σκοπό να τα μασήσει (γενικά, μασούσε οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια της – «γιατί βγάζει δόντια» έμαθα αργότερα· δε λέω, ο λόγος είναι σοβαρός). Ξαφνιασμένος και σαλιωμένος στο μη περαιτέρω, πέρασα σε μία άλλη μεγάλη μου επιτυχία που είναι ταμάμ για παιδικό πάρτι: την «αντινομία» από τα Προλεγόμενα του Καντ σε διασκευή ραπ. Πολύ της άρεσε – προς το τέλος, μάλιστα, ξεκαρδίστηκε: «Θέση τέσσερα / σύρε κι έσυρα / ανάμεσα στα αίτια του κόσμου / ζντουπ-ντάπα-ζντουπ / υπάρχει κάποιο αναγκαίο ον / και δες αντίθεση / τα θες και συ / ανάμεσα στα αίτια του κόσμου / ζντουπ-ντάπα-ζντουπ / δεν υπάρχει τίποτα αναγκαίο / όλα τους είναι τυχαία / ζντουπ». Γέλια που κάναμε!

Το άλλο που επίσης δεν ήξερα ήταν ότι το συγκεκριμένο μωρό προκαλεί ακαθησία: η ίδια κάθεται, αλλά όποιος την κρατάει, όχι. Μιλάμε για κόλλημα τρελό! Δεν θέλει μόνο να την έχεις συνέχεια αγκαλιά (όπου και κάθεται μες στην καλή χαρά, με μόνη της έγνοια να εκπέμπει μωρουδίλα), αλλά και να είσαι διαρκώς όρθιος και σε κίνηση! Πήγαινα γύρω από το τραπέζι σαν τους έγκλειστους στο άσυλο σε κείνη την σκηνή από το Εξπρές του Μεσονυκτίου. (Η ξαδέρφη μου κάποια στιγμή θα απορήσει με την ελλειψοειδή φθορά στο χαλί – εγώ την προκάλεσα!) Εντωμεταξύ, πρέπει και κάτι να λέμε περπατώντας, δε λέει βόλτα στη μούγκα. Ευτυχώς που έχω μεγάλο στοκ. Πέρασα στο νουμεράκι ποικιλιών Μαζευτείτε, θ’ απαγγείλω. Είπα όλο μου το ρεπερτόριο, από Βέγγο / Μάρλον Μπράντο («Απόψε, σήμερα και χθες / όλες οι πόρτες είν’ κλειστές / κι εγώ είμαι απόξω / και μες στο θάμπος το θαμπό / παίρνω αμπάριζα να μπω / και με πετάνε όξω» κ.λπ.) μέχρι ποιητή Φανφάρα («Ο σκοταδόψυχος» κ.ά. κλασικά). Το κοινό ήταν δύσκολο (εμ, κάθισα κι εγώ και της έμαθα να κάνει «κριτική αποτίμηση», καλά να πάθω), πράγμα που το εξέφραζε με το να βγάζει διαρκώς τα καλτσάκια της.

Σοβαρά τώρα, τι ζόρι τραβάνε τα μωρά με τις κάλτσες; Θα πρέπει να τις έβγαλε (και να της τις ξανάβαλα) και 60 φορές μέσα σε δύο ώρες! Αφού στο τέλος είχα γίνει εξπέρ: της τις έβαζα με το ένα χέρι! (Ιδού μία χρήσιμη δεξιότητα αποκτηθείσα στο πεδίο της μάχης.) Ξέχασε να τις βγάλει μόνο σε μία περίπτωση: όταν χορέψαμε βαλς. (Υποτίθεται ότι της τραγουδομουρμούριζα τον «Γαλάζιο Δούναβη», αλλά δεν παίρνω όρκο ούτε για το χρώμα ούτε για το ποτάμι.)

Στο τέλος, για ανκόρ, της είχα φυλάξει το καλύτερο: της τραγούδησα ένα από τα ελάχιστα τραγούδια που ξέρω όλους τους στίχους απέξω (το «γιατί» δεν είναι της ώρας αλλά του χρόνου), το «Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά» (Υπόγεια Ρεύματα, 1994).

Μετά από αυτή την εκτέλεση, ήμασταν και οι δύο τόσο εξαντλημένοι που η μικρή μού επέτρεψε να καθίσω και κούρνιασε κι αυτή πάνω μου ήσυχα ήσυχα. Σε αυτή τη στάση μάς βρήκε η μάνα-ξαδέρφη επιστρέφοντας από τη δουλειά της, σιωπηλούς. Αφού μας κοίταξε πρώτα κάπως απορημένη, είπε:

«Δεν πιστεύω να σε κούρασε;»

«Σώπα, μωρέ. Μια γλύκα είναι».

Τι να της έλεγα; Ότι αν έβαζα σε ευθεία το περπάτημα που είχα ρίξει, θα είχα φτάσει στη Θήβα; Χαλάλι της όμως: το καλύτερο κοινό που είχα εδώ και χρόνια.

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/12/18/m-aresei-na-mi-leo-polla/

Νίτσε: «Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός»…


Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 - Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844 – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900)

Κείμενο: Φρειδερίκος Νίτσε

[…] Όλοι οι πνευματικοί οδηγοί των λαών που κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν το νωθρό και τρομερό βόρβορο των ηθών, είχαν ανάγκη, για να τους πιστέψουν, εκτός από την παραφροσύνη, το εκούσιο μαρτύριο – κι επίσης, πάνω απ’ όλα και πιο συχνά από την πίστη στους εαυτούς τους! Όσο περισσότερο το πνεύμα τους ακολουθούσε καινούριους δρόμους και συνεπώς βασανιζόταν από τις τύψεις και τον φόβο, τόσο πιο άγρια μάχονταν ενάντια στην ίδια τους τη σάρκα, στις ίδιες τους τις επιθυμίες και στην ίδια τους την υγεία, – σα να ήθελαν να προσφέρουν στη θεότητα μια αποζημίωση από τις χαρές, για την περίπτωση που αυτή θα εξοργιζόταν με τα παραμελημένα και καταπολεμημένα έθιμα, εξαιτίας των νέων σκοπών που είχαν χαράξει. Δεν πρέπει, ωστόσο, να φαντάζεται κανείς με πολλή αυταρέσκεια, ότι στις μέρες μας έχουμε απαλλαγεί ολοκληρωτικά από μια παρόμοια λογική του συναισθήματος! Ας διερωτηθούν γι’ αυτό οι πιο ηρωικές ψυχές! Το ελάχιστο βήμα προς τα εμπρός, στο πεδίο της ελεύθερης σκέψης και της προσωπικής ζωής, κατακτήθηκε πάντα με ψυχικά και φυσικά μαρτύρια: και δεν ήταν μόνο η πορεία προς τα εμπρός, όχι! Κάθε βήμα, κίνηση, μεταβολή, χρειάστηκαν αναρίθμητους μάρτυρες στην πορεία χιλιετηρίδων που αναζητούσαν τους δρόμους τους και που οικοδομούσαν τα θεμέλια τους, αλλά που δεν θυμόμαστε όταν μιλούμε γι’ αυτό το γελοίο μικρό κομμάτι χρόνου, μέσα στην ύπαρξη της ανθρωπότητας, και που αποκαλούμε «παγκόσμια ιστορία». Και μάλιστα, μέσα σ’ αυτή τη δήθεν παγκόσμια ιστορία που δεν είναι, γενικά, παρά ο θόρυβος που γίνεται γύρω από τις τελευταίες καινοτομίες, δεν υπάρχει πιο ουσιαστικό και πιο σημαντικό θέμα από την αρχαία τραγωδία των μαρτύρων που ήθελαν να αναταράξουν το τέλμα. Τίποτα δεν πληρώθηκε πιο ακριβά απ’ αυτό το μικρό κομμάτι ανθρώπινης λογικής και απ’ αυτό το αίσθημα της ελευθερίας για το οποίο είμαστε τόσο περήφανοι σήμερα. Εξαιτίας αυτής της περηφάνιας μας είναι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας να κατανοήσουμε τις τεράστιες χρονικές περιόδους της «ηθικότητας των ηθών» που προηγήθηκαν στην «παγκόσμια ιστορία» ως κύρια, πραγματική και καθοριστική ιστορία, που προσδιόρισε τον χαρακτήρα της ανθρωπότητας όταν η οδύνη ήταν αρετή, η σκληρότητα αρετή, η κρυψίνοια αρετή, η εκδίκηση αρετή, η απάρνηση της λογικής αρετή, όπου αντίθετα, η ευζωία ήταν κίνδυνος, η δίψα για γνώση κίνδυνος, η ειρήνη κίνδυνος, η συμπάθεια κίνδυνος, η παρακίνηση στην ευσπλαχνία ντροπή, η εργασία ντροπή, η παραφροσύνη κάτι θεϊκό, η αλλαγή μια βαθιά κι επικίνδυνη ανηθικότητα! Φαντάζεστε τάχα ότι όλα αυτά έχουν αλλάξει και ότι, γι’ αυτό η ανθρωπότητα έχει μεταβάλει τον χαρακτήρα της; Ω! εσείς γνώστες της ανθρώπινης καρδιάς, μάθετε να διαβάζετε καλύτερα τον εαυτό σας! […]

Απόσπασμα από το βιβλίο Φρίντριχ Νίτσε,  (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις)


Aπό:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/21/%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CF%87%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%AE%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82/

 

 

Πώς είναι να σε απελαύνουν από τη χώρα στην οποία μεγάλωσες…


Γράφει η Χριστίνα Μίχαλου…

Η Κατερίνα κατάγεται από την Αλβανία και μεγάλωσε στην Ελλάδα. Της αρέσει το διάβασμα, η εκμάθηση ξένων γλωσσών, η δημοσιογραφία, η ψυχολογία, και… η γκρίνια. Έζησε τα παιδικά της χρόνια σε μία κωμόπολη έξω από την Αθήνα, βλέποντας κινούμενα σχέδια και κάνοντας κόντρες με ποδήλατα με τα παιδιά της γειτονιάς. Ανέκαθεν αγοροκόριτσο, έχει να θυμάται σκισμένα γόνατα, αφίσες των Rebelde Way και του Χατζηγιάννη παντού (ομολογεί με κάποια ντροπή), φιλίες, τσακωμούς στα θρανία, εκδρομές, σοκολάτες, κόκκινα μάγουλα, και δυστυχώς μεταξύ άλλων, μία δίχρονη σεξουαλική κακοποίηση. “Α, και πολλές μεξικάνικες σειρές!” προσθέτει. “Αναπαύσου εν ειρήνη Alter…”

Σήμερα η Κατερίνα, στην ηλικία των είκοσι ενός ετών, ζει στα Τίρανα καθώς έχει απελαθεί από την Ελλάδα. Όνειρό της είναι να καταφέρει μια μέρα να επιστρέψει.

«Όταν έμαθα να μιλάω, έμαθα πώς να λέω Άλφα και Βήτα, όχι abc. Μεγαλώνοντας, είχα την τύχη να βρίσκομαι σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον με παιδιά απο διάφορα έθνη, οπότε τις περισσότερες φορές ο φυλετικός ρατσισμός δεν ήταν έντονος.”

Αν και τη γνωρίζω ελάχιστα, καταλαβαίνω πως η Κατερίνα είναι ένα άτομο που προσπαθεί πάντα να βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Έχει αυτό το ιδιαίτερο χάρισμα, του να μιλά για τα δύσκολα και τα εύκολα με την ίδια φυσικότητα, ώριμα και συγκεκριμένα. Μου μιλά για την εφηβεία της, και για την κάτω βόλτα που τότε άρχισαν σιγά σιγά να παίρνουν τα πράγματα.

Το να είσαι έφηβος, μετανάστης, αμφιφυλόφιλος, και παιδί χωρισμένων γονέων είναι ασυγχώρητο για τους υπόλοιπους έφηβους, που καραδοκούν με το μαστίγιο σε κάθε γωνία. Μετά απο μια πενταετία bullying, αυτοτραυματισμού, και άπειρων σκιρτημάτων, η διαμονή μου στην Ελλάδα έφτασε στο τέλος της, και οι γονείς μου αποφάσισαν να μετακομίσουμε Αλβανία.

Δεκαεπτά χρόνια. Όλα αυτά τα δεκαεπτά χρόνια η Ελλάδα έρεε στο αίμα μου. Ξυπνούσα Ελληνικά, σκεφτόμουν Ελληνικά, χαμογελούσα Ελληνικά, ευχαριστιόμουν Ελληνικά, στεναχωριόμουν Ελληνικά, πονούσα Ελληνικά, ζούσα Ελληνικά, ερωτευόμουν Ελληνικά, ανέπνεα Ελληνικά.

Αυτό βέβαια δεν άλλαξε με τη διαμονή μου στην Αλβανία. Εξάλλου δεν είναι εύκολο να αποτινάξεις από πάνω σου συνήθειες δεκαεπτά χρόνων. Ακόμα υπάρχουν φορές που μπερδεύω το C με το Ç λόγω της Ελληνικής μου προφοράς, ή που θέλω να φωνάξω «κοίτα έναν μαλάκα» στον οδηγό που έχω μπροστά μου που πάει σιγά σιγά με το πάσο του σε ελεύθερο αυτοκινητόδρομο.

Είναι εμφανές και στους άλλους αυτό, που ρωτάνε αν έχω ζήσει έξω. Γιατί, όταν πας στην Ελλάδα είσαι «ο Αλβανός» και όταν πας στην Αλβανία είσαι «ο Έλληνας». Δεν μπορείς να ανήκεις πουθενά.

Όταν ήρθαν οι γιορτές, και δεν είχα σχολείο, θέλησα να επισκεφθώ τον αδερφό μου στην Ελλάδα για να τον δω. Δεν ήξερα πώς να περάσω τα σύνορα με το διαβατήριο που είχα, γιατί δεν το είχα σφραγίσει όταν έπρεπε, οπότε πήγα στην Αστυνομία και έβγαλα νόμιμα ένα καινούργιο.

Ήμουν μικρή και δεν καταλάβαινα πόσο αφελές ήταν αυτό, λες και αυτά δεν φαίνονται στο κομπιούτερ αμέσως. Νόμιζα θα τα κατάφερνα, σκεφτόμουν σιγά μην με πάρει κανείς πρέφα.

Με το καινούργιο διαβατήριο λοιπόν, πήρα την τσάντα μου, ετοιμάστηκα, και ανέβηκα στο λεωφορείο — επτά το απόγευμα, πρώτη Ιανουαρίου του 2016. Τα μαγαζιά όλα κλειστά, η θερμοκρασία τρεις βαθμοί υπό το μηδέν, δεν είχα και τσιγάρα, που τότε κάπνιζα, και μη σου τύχει να μείνεις ατσιγάρωτος τέτοιες ώρες. Έφτασα στα σύνορα στις δέκα το βράδυ.

Στον αλβανικό έλεγχο με άφησαν να περάσω. Στον ελληνικό τα βρήκα πιο δύσκολα. Με ρώτησε ο τελωνειάρχης πού είναι το παλιό διαβατήριο. Του είπα πως το έχασα, και πως είχα κάνει δήλωση απώλειας στο αλβανικό αστυνομικό τμήμα Αργυρόκαστρου.

“Έπρεπε να έχεις κάνει δήλωση απώλειας στα Γιάννενα” μου είπε. Μα πώς να έκανα δήλωση απώλειας στα Γιάννενα αφού δεν μπορούσα καν να μπω στην Ελλάδα; “Δε θέλω ψέματα” μου είπε, “Λες ψέματα. Έχεις περάσει από μη έγκυρο σημείο.”

Ένας άλλος αστυνόμος, μου έδωσε να υπογράψω ένα χαρτί που έλεγε “Άρνηση εισόδου στα Σύνορα, θεωρείται επικίνδυνο άτομο για τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.” Το είδα και έφριξα. “Τι είναι αυτό;” τους ρώτησα. “Γιατί επικίνδυνο; Πώς μπορεί ένα παιδί στα είκοσι να είναι επικίνδυνο;” Είναι τα τυπικά μου είπαν, τυπική διαδικασία. “Κίνδυνος για την Δημόσια Υγεία, Τάξη και Ασφάλεια». Μα γιατί; Τι είχα κάνει για να αξίζω έναν τόσο τρομοκρατικό τίτλο;

Υπέγραψα. Δεν είχα άλλη επιλογή. Μαζί με αυτό το χαρτί όμως υπέγραψα και τη θανατική μου ποινή.

Ένας αστυνόμος είπε σε έναν άλλο να φέρουν ένα οχημα να με πάει σπίτι. Περίμενα μία ώρα μέσα στο κρύο. Φυσικά, κανείς δεν ήρθε. Είδα τη βαλίτσα μου να κατεβαίνει , το λεωφορείο να ξεκινάει, και εγώ έμεινα να κοιτάζω αποσβολωμένη τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια και στολίδια, σκεπτόμενη πως μόλις είχε μπει ο καινούργιος χρόνος.

Έτσι απελάθηκα. Όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ένα χρόνο μετά, με τα μόνα υπάρχοντα στο χέρι και μόλις 50 ευρώ, κατάφερα σταδιακά να σταθεροποιηθώ, να εργαστώ, και να ζω σε μια από τις πιο σουρεαλιστικές πόλεις της Αλβανίας, την πρωτεύουσα των Τιράνων. Δεν είχα κι άλλη επιλογή άλλωστε. Κάθε προσπάθεια διαγραφής της απέλασής μου απορρίφθηκε πανηγυρικά. Ποιος θα αναλάμβανε την υπόθεση ενός… «επικίνδυνου ατόμου»; Κανένας.

Αν η Ελλάδα είχε πρόσωπο, θα περιέγραφα τη σχέση μου με αυτή σαν μία από εκείνες τις αυτοκαταστροφικές ερωτικές σχέσεις, που ξέρεις ότι δεν πρέπει να νοιάζεσαι γιατί αυτή η αγάπη μόνο κακό σου κάνει, αλλά που εσύ απλά δε μπορείς να παραιτηθείς, θέλεις κι άλλο. Και εγώ θέλω και άλλο από Ελλάδα.

Γιατί το να φυλακίζεις ένα άτομο κυριολεκτικά μέσα στη χώρα του, με ελάχιστες επιλογές μετακίνησης, ευκαιρίες εργασίας και εκπαίδευσης είναι το λιγότερο καταστροφικό. Δε μπορείς να αλλάζεις τη ζωή κάποιου οριστικά επειδή έτσι σου κάπνισε.

Δε μπορείς να κάνεις ένα παιδί 20 χρονών να αισθάνεται ίσα και όμοια με έναν τρομοκράτη επειδή ξέχασε να βάλει μια σφραγίδα. Δε μπορείς να γκρεμίζεις τα όνειρα κάποιου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Αισθάνομαι σαν ένα παιδί που ενώ όλοι παίζουνε, εμένα με αφήνουν μόνη μου, απ’έξω. Αν η Ελλάδα είχε μορφή θα της έλεγα «Με απογοήτευσες. Μου λείπεις. Θέλω να γυρίσω πίσω.»

Τη ρωτάω αν μπορεί να απευθυνθεί σε κάποιο δικηγόρο εκ νέου, αλλά μου λέει πως οι πιθανότητες να βοηθηθεί είναι μικρές.

“Έχω μιλήσει με αρκετούς δικηγόρους στην Ελλάδα, αλλά ζητάνε αστρονομικά ποσά γιατί πρόκειται για δικαστική απέλαση. Έπειτα θέλουν χαρτιά, πολλά χαρτιά. Χαρτιά σχολείου, αποδείξεις, ένα σωρό.”

Αν και ζει και εργάζεται πλέον στα Τίρανα, η Κατερίνα δεν παύει να στεναχωριέται. Όλα της τα όνειρα για το μέλλον, τα είχε χτίσει στην Ελλάδα.

Μου λείπει, θα ήθελα να επιστρέψω. Δε συγκρίνεται με εδώ. Όλοι λένε ότι στην Ελλάδα υπάρχει κρίση, αλλά όπως είναι εδώ δεν είναι σίγουρα. Η Ελλάδα εχει καλύτερες θέσεις εργασίας, περισσότερες ευκαιρίες για εκπαίδευση, καλύτερο σύστημα υγείας. Είναι καλύτερα για όλους.

Καμιά φορά βρίσκω επικίνδυνα αστείο το πώς μπορείς να καταστρέψεις τη ζωή ενός ατόμου μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, με μία σου απόφαση, χωρίς να ξέρεις τις συνέπειες στη ζωή του, χωρίς να σου έχει κάνει τίποτα. Απλά λόγω ενός αόρατου μίσους.

Σαν κοινωνία έχουμε μάθει να σπέρνουμε αυτό το μίσος, και να γαλούχουμε με έχθρα τις επόμενες γενιές. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα βέβαια όταν είσαι μετανάστης, ΛΟΑΔ, και ούτω καθεξής. Οι άνθρωποι κοιτάζουν ποια είναι τα αδύνατα σημεία σου άπλα για να πατήσουν πάνω τους. Συμπόνια μηδέν στο σύμπαν.

Στο σύμπαν της Κατερίνας, από την άλλη, η συμπόνια πάλλεται ολοζώντανη. Παρά την πίκρα της, δεν έχει θυμό μέσα της. Απορεί για το ρατσισμό, απορεί για την αδικία που της συνέβη, και, ακόμα και ασυναίσθητα, προσπαθεί πάντα να κάνει τον κόσμο καλύτερο.

Τελευταία παρατηρώ οτι οι άνθρωποι ξεχνούν την ανθρωπιά τους. Ξεχνούν να κανουν μικρά, αναγκαία πράγματα ο ένας για τον άλλον.

Πριν λίγες μέρες, για παράδειγμα, συνάντησα μια γειτόννισα στο περίπτερο της γειτονιάς. Ήταν έντεκα το βράδυ και εκείνη ξεκινούσε δουλειά. Αφού τελείωσα τις τελευταίες μπουκιές απο το φαγητό μου στο διπλανό φαστφουντάδικο, σκέφτηκα έτσι απο το πουθενά, αν και δεν είχα πολλά λεφτά πάνω μου, να της αγοράσω έναν καφέ.

Κρίμα σκέφτηκα, όλο το βράδυ άυπνη, με μια μικρή τηλεόραση για παρέα. Στην αρχη δίστασα, αλλά μετά σκέφτηκα: “Σοβαρά; Νομίζεις ότι 50 λεπτά παραπάνω θα σε κάνουν πλουσιότερο; Αφού σε κάτι θα τα χαλάσεις ετσι κι αλλιώς.” Της αγόρασα τον καφέ. Με ευχαρίστησε μανιωδώς.

Χθες που τη συνάντησα και αγόρασα κάτι απο το περίπτερο της, μου έδωσε και ένα προϊόν δωρεάν. “Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτο που έκανες για μένα” μου είπε.

Και τι έκανα εγώ; …Απλά ένα καφέ. Φαντάσου που έχουμε φτάσει ως άνθρωποι, που μια κίνηση τόσο απλή μας μοιάζει χρυσός. Βυθιστήκαμε στις σκέψεις μας, και ξεχάσαμε να ακούμε και να πράττουμε. Έχουμε συνηθίσει μόνο στο να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε.

Αν θέλω να κρατήσω κάτι από την Κατερίνα, είναι η αλλόκοτη αισιοδοξία της και η διαπεραστική ματιά της, μέσα από την οποία πείθομαι πως ο κόσμος μπορεί πράγματι να γίνει καλύτερος, ακόμα κι όταν όλα πάνε στραβά. Η Κατερίνα, ετών 21, αναγνώστρια λογοτεχνίας και φαν του Χατζηγιάννη, κρίθηκε ξαφνικά μια μέρα άτομο επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, χωρίς αιτιολογία, χωρίς εξηγήσεις.

Σήμερα η Κατερίνα παραμένει γεμάτη καλοσύνη για το συνάνθρωπο, και με κάνει να ντρέπομαι για το μίσος και την αδικία του κόσμου αυτού. Ίσως για κάποιους, η ιστορία της Κατερίνας να μη σημαίνει πολλά. Ίσως να μην αγγίζει τους επιλεκτικά ευαίσθητους, ή όσους θα προλάβουν να πουν πως “ο καθένας έχει τις σκοτούρες του.” Ίσως, από την άλλη, ο κόσμος χρειάζεται περισσότερους ανθρώπους με καρδιά σαν της Κατερίνας. Ίσως χορτάσαμε από μίσος, ίσως χορτάσαμε κι από κακία, κι από αδικία.

Ίσως είναι καιρός για κάτι άλλο.

Πηγή: antivirus


Από:http://www.toperiodiko.gr/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CF%87%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CF%83/#.Wju0pM4oJWc

Η προσγείωση της Ryanair…


Προ ημερών, έπεσε το μάτι μου σε ένα δημοσίευμα του βρεττανικού Guardian, σύμφωνα με το οποίο οι πιλότοι τής γνωστής αεροπορικής εταιρείας χαμηλού κόστους Ryanair προγραμμάτιζαν σειρά απεργιακών κινητοποιήσεων κατά τις ημέρες των γιορτών (*). Πρωτοστάτες αυτής της «ανταρσίας» ήσαν οι πιλότοι τής Ιρλανδίας (όπου βρίσκεται και η έδρα της εταιρείας) αλλά γρήγορα συντάχτηκαν μαζί τους οι συνάδελφοί τους σε Ιταλία και Πορτογαλία, ενώ και το συνδικάτο των γερμανών πιλότων δήλωσε ότι όχι μόνο βρίσκεται στο πλευρό τους αλλά και ότι δεν πρόκειται να επαναπαυθεί μέχρι η Ryanair να δεχτεί τα αιτήματα των ιρλανδών πιλότων.

Ας δούμε λίγο καλύτερα αυτή την ιστορία. Παρ’ ότι η Ryanair είναι εταιρεία «χαμηλού κόστους», το 2016 σημείωσε κέρδη 1,3 δισ. ευρώ, έχοντας ταυτόχρονα μειώσει τις τιμές των εισιτηρίων της κατά 13% στο ίδιο χρονικό διάστημα (**). Αυτή η μείωση συνετέλεσε αποφασιστικά στο να αναδειχτεί η εταιρεία πρώτη στην Ευρώπη από πλευράς όγκου επιβατών, καθώς εξέδιδε περίπου ένα εκατομμύριο εισιτήρια τον μήνα. Το πρόβλημα είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση δεν είχε καμμιά θετική επίδραση σε εκείνους που με την δουλειά τους έφεραν αυτά τα κέρδη στο ταμείο της εταιρείας, αφού:

(α) Η Ryanair δεν προσλαμβάνει απ’ ευθείας προσωπικό. Προτιμάει να «νοικιάζει» εργαζόμενους από μια θυγατρική της εταιρεία που κάνει αυτή την δουλειά, ώστε να τους πληρώνει μόνο για τις ώρες που τους χρειάζεται. Δύο ή και τρία χρόνια αργότερα, προσλαμβάνει κάποιους απ’ αυτούς, παρουσιάζοντας αυτή την ενέργειά της ως κίνηση καλής θέλησης.

(β) Για όσο διάστημα οι πιλότοι είναι «νοικιασμένοι», έχουν μισθό κάτω από χίλια ευρώ. Με το «επίδομα πτήσεων» που χορηγεί η Ryanair, μπορεί να φτάσουν μέχρι ενάμισυ χιλιάρικο (αν, βεβαίως, γράψουν πολλές πτήσεις μέσα στον μήνα). Αυτοί οι μισθοί είναι ελαφρώς ανώτεροι για όσους προσλαμβάνονται από την ίδια την εταιρεία αλλά και πάλι διαμορφώνονται πολύ χαμηλότερα από όλες τις άλλες ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες.

(γ) Για όλους αυτούς τους πιλότους, η Ryanair δεν ξοδεύει δεκάρα. Πληρώνουν οι ίδιοι για τις στολές τους αλλά και για την εκπαίδευσή τους (όταν αυτή θεωρείται απαραίτητη). Ακόμη και το νερό, τον καφέ ή το αναψυκτικό που καταναλώνουν εν πτήσει, το αγοράζουν οι ίδιοι.

(δ) Πέραν των καθηκόντων τους ως κυβερνήτες αεροσκαφών, οι πιλότοι (όπως και όλο το πλήρωμα) έχουν να φροντίσουν και για τις πωλήσεις διαφόρων ειδών στους επιβάτες εν πτήσει (π.χ. κολώνιες, ποτά, διάφορα μπιχλιμπίδια κλπ). Όλοι πρέπει να πιάνουν κάποιες ελάχιστες νόρμες αλλιώς δέχονται ποινές που εξικνούνται από την απλή επίπληξη ως και την απόλυση.

Μπροστά σε όλη αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, οι πιλότοι αποφάσισαν να αντιδράσουν. Έτσι, οργανώθηκαν στο συνδικάτο τους και υπέβαλαν επίσημα τα αιτήματά τους στην εταιρεία. Η απάντηση που πήραν από την διοίκηση ήταν κατηγορηματική: «δεν αναγνωρίζουμε το συνδικάτο σας»!

Οι εργαζόμενοι δεν το έβαλαν κάτω. Αντίθετα, αποφάσισαν να κλιμακώσουν τον αγώνα τους. Ήρθαν σε επαφή με τους συναδέλφους τους σε Βρεττανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Γερμανία, εξασφαλίζοντας την στήριξη των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, οι οποίες άρχισαν να πιέζουν την Ryanair. Μπροστά σ’ συτή την πίεση, η εταιρεία έδειξε κάποια σημάδια υποχώρησης και τον περασμένο Οκτώβρη υποσχέθηκε ότι θα αυξήσει τις αποδοχές των πιλότων. Σύντομα, όμως, οι υποσχέσεις της αποδείχθηκαν κούφιες: όποιος ήθελε παραπάνω μισθό, θα έπρεπε να κάνει παραπάνω υπερωρίες και παραπάνω πτήσεις. Η κατάληξη ήταν αυτή που αναφέραμε στην αρχή: οι πιλότοι της προγραμμάτισαν απεργία στις μέρες των γιορτών.

Προκειμένου να αποφύγει την ζημιά που θα σήμαινε η απώλεια τόσων επιβατών σε μέρες αυξημένης ζήτησης, χτες η εταιρεία αναγκάστηκε να προσγειωθεί. Αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το συνδικάτο και να δεχτεί να συζητήσει τα προβλήματα που εκείνο θέτει (***). Στο μεταξύ, όμως, εξακολουθεί να δείχνει τα δόντια της, δηλώνοντας ότι θέλει απέναντί της μόνο το συνδικάτο των δικών της πιλότων και όχι άλλους πιλότους άλλων εταιρειών. Φυσικά, αυτή η δήλωση κρύβει έναν ενδόμυχο φόβο της εταιρείας μπροστά στο ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης συσπείρωσης των εργαζομένων και συνάμα μια προσπάθεια εκ μέρους της να απομακρύνει ένα τέτοιο δυσάρεστο γι’ αυτήν ενδεχόμενο.

Οι κεντρικές εγκαταστάσεις της Ryanair στο Δουβλίνο

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα-ρεπορτάζ, κάνω μεγάλη προσπάθεια να αποφύγω οποιοδήποτε σχόλιο για την δύναμη που έχουν οι εργαζόμενοι όταν είναι ενωμένοι και αποφασισμένοι να παλέψουν. Ο αναγνώστης έχει τον στοιχειώδη νου να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Εγώ θα περιοριστώ σε τούτο μόνο: καμμιά διοίκηση οποιασδήποτε αεροπορικής εταιρείας δεν μπορεί να κάνει τα αεροπλάνα της να πετάξουν δίχως πιλότους.


() Rob Davies, «Ryanair’s Dublin pilots threaten Christmas strike«, The Guardian, 11/12/2017
() Reuters, «Ryanair makes £1.1bn profit despite cutting fares«, The Guardian, 30/5/2017
(
) Barry O’Halloran, «Ryanair strike threat recedes after union recognition pledge«, The Irish Time, 21/12/2017


Aπό:http://teddygr.blogspot.gr/2017/12/ryanair.html

Ο George Orwell για τους Κινδύνους του Εθνικισμού…


Kristian Williams
Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας

Ο George Orwell ξεκινά το δοκίμιό του «Σημειώσεις πάνω στον Εθνικισμό» με την παραδοχή πως ο εθνικισμός δεν είναι στην πραγματικότητα η κατάλληλη λέξη, αλλά κάτι σαν παρεμφερής όρος για αυτό που θα αναλύσει. Εξηγεί:

«Με τον ‘εθνικισμό’ εννοώ πρώτα από όλα τη συνήθεια να υποθέτουμε πως τα ανθρώπινα όντα μπορούν να κατηγοριοποιηθούν όπως τα έντομα και πως ολόκληρα σύνολα εκατομμυρίων ή δεκάδων εκατομμυρίων μπορούν να τυποποιηθούν ως «καλοί» ή «κακοί». Δεύτερον – και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό – εννοώ τη συνήθεια του να αναγνωρίζουμε κάποιον με ένα μόνο έθνος ή άλλη μονάδα, τοποθετώντας την πέρα από το καλό ή το κακό και μην αναγνωρίζοντας κανένα άλλο καθήκον παρά μόνο την προώθηση των συμφερόντων της.»

Αλλού περιγράφει τον εθνικισμό απλά ως «την παρανοϊκή σύγχρονη συνήθεια της ταύτισης του εαυτού μας με μεγάλες μονάδες εξουσίας και βλέποντας τα πάντα με όρους ανταγωνιστικού κύρους».

Γράφοντας αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και στην αρχή μόλις της περιόδου της αποαποικιοκρατικοποίησης, ο Orwell επέλεξε τον εθνικισμό – αντί του σωβινισμού ή του φανατισμού – για βάσιμους, αλλά ιστορικά συγκεκριμένους λόγους. Σήμερα ίσως να είχε επιλέξει τον φονταμενταλισμό, αν και είναι εξίσου μακριά από το ειδικό νόημα που θέλει να εκφράσει. Αργότερα δημιούργησε ένα ολόκληρο λεξιλόγιο για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία σκέψης: μαυρόασπρο, εγκλημαστόπ, διπλοσκέψη, καλοσκέψη.

Το σημαντικό είναι το είδος πρόσδεσης που ο εθνικιστής σχηματίζει, όχι το ιδιαίτερο αντικείμενο αυτής της πρόσδεσης:

«το συναίσθημα για το οποίο μιλάω δεν συνδέεται πάντοτε με αυτό που αποκαλούμε έθνος… Μπορεί να προσδεθεί με μία εκκλησία ή μία τάξη, ή μπορεί να δουλεύει με έναν πλήρως αρνητικό τρόπο, εναντίον κάτι ή κάποιου και δίχως την ανάγκη για κάποιο θετικό αντικείμενο αφοσίωσης».

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Orwell αναφέρει τρία «βασικά χαρακτηριστικά της εθνικιστικής σκέψης»:

1. «Εμμονή. Σχεδόν πάντα, κανένας εθνικιστής δεν σκέφτεται, μιλά ή γράφει για τίποτα άλλο πέρα από την ανωτερότητα της δικής του μονάδας εξουσίας.» Η ιδιαίτερη αποστολή του είναι να αποδείξει πως το έθνος που διάλεξε είναι από κάθε άποψη καλύτερο από τους αντιπάλους του. Επομένως, ακόμη και στα τελικά όρια της αληθοφάνειας, κάθε ερώτημα μπορεί να γυρίσει πίσω σε αυτό το κεντρικό ζήτημα. Καμιά λεπτομέρεια δεν είναι αδιάφορη, κανένα γεγονός δεν είναι ουδέτερο.

2. «Αστάθεια». Το περιεχόμενο του πιστεύω του εθνικιστή, ακόμη και το αντικείμενο της αφοσίωσής του, είναι αντικείμενο αλλαγών, όπως και οι συνθήκες. «Αυτό που μένει σταθερό στον εθνικιστή είναι η ίδια του η ψυχοσύνθεση» – ο αδιάκοπος, απλουστευτικός, ασυμβίβαστος ζήλος. Η ουσία είναι να κρατά κανείς τον εαυτό του συνεχώς σε μία ξέφρενη κατάσταση γύρω από προσποιητούς διαγωνισμούς τιμής, είτε ξεσπούν σε σπασμούς οργής γύρω από υποθετικές προσβολές είτε σε σαδιστική έκσταση γιορτάζοντας κάποιο νέο θρίαμβο. Είναι η ένταση της εμμονής που έχει σημασία, όχι ο προσχηματικός στόχος.

3. «Αδιαφορία για την πραγματικότητα». Οι εθνικιστές επιτυγχάνουν ενστικτωδώς το επίπεδο εκείνο της διπλοσκέψης που οι κάτοικοι του Airstrip One καλλιεργούσαν προσπαθώντας συνειδητά: «Ο εθνικισμός είναι δίψα για δύναμη, σφυρηλατημένη με αυταπάτη. Κάθε εθνικιστής είναι ικανός για την πιο ξεδιάντροπη ατιμία, αλλά είναι και – μιας και στη συνείδησή του εξυπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο – πέρα από κάθε αμφιβολία σίγουρος πως έχει δίκιο». Η βασική του πίστη, αισθάνεται βέβαιος πως πρέπει να είναι αλήθεια, έτσι λοιπόν, τα γεγονότα πρέπει να προσαρμόζονται ώστε να ταιριάζουν σε αυτήν.

Ο Orwell κατατάσσει τις κύριες μορφές του εθνικισμού σε «Θετικό Εθνικισμό» (που είναι για την ίδια τη χώρα κάποιου, π.χ. Κέλτικος εθνικισμός ή Σιωνισμός), σε «Αρνητικό Εθνικισμό» (που είναι εναντίονκάποιας άλλης ομάδας, π.χ. Αντισημιτισμός ή  Τροτσκισμός στην καθαρή του αντι-Σοβιετική εκδοχή), και σε «Μεταφερόμενο Εθνικισμό» (ταύτιση κάποιου με μία φυλή, τάξη ή χώρα άλλη από τη δική του – την εποχή του Orwell συνήθως με την ΕΣΣΔ). Φυσικά, είναι δυνατό να έχεις οποιαδήποτε από αυτές τις πεποιθήσεις και να μην είσαι «εθνικιστής» με την οργουελιανή έννοια του όρου.

Το πρόβλημα δεν είναι εγγενές σε κανένα συγκεκριμένο σώμα σκέψεων, ακριβώς όπως και καμία συγκεκριμένη θεωρία δεν εγγυάται την ανοσία.

Το ζήτημα είναι λιγότερο το φιλοσοφικό περιεχόμενο και περισσότερο ο υποκειμενικός τρόπος με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με αυτό.

Ο εθνικιστής κρατάει το ιδιαίτερό του δόγμα, όχι μόνο ως την αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αλλά και ως το απόλυτο μέτρο με το οποίο μπορεί να κριθεί η αλήθεια. Η έκτασή του δεν περιορίζεται σε ηθικά ή πολιτικά γεγονότα και όλα τα ερωτήματα, είτε πρακτικά είτε αξιακά, μπορούν να απαντηθούν εκ των προτέρων με τη μνημόνευση του εθνικιστικού πιστεύω – ή, ακριβέστερα, του «ανταγωνιστικού κύρους» της «μονάδας δύναμης» στην οποία έχει αφοσιώσει τον εαυτό του.

*

Οι κίνδυνοι της εθνικιστικής σκέψης επεκτείνονται πολύ πιο πέρα από κάποιο συγκεκριμένο σφάλμα και πέρα ακόμα από τα κινήματα που μολύνονται από αυτήν. Μόλις ο εθνικισμός εξαπλωθεί πέρα από ένα συγκεκριμένο σημείο, θα προσπαθήσει να υποβιβάσει τη συνολική ποιότητα του πολιτικού διαλόγου, και επομένως της πολιτικής σκέψης – και επειδή κανένα γεγονός ή ιδέα δεν είναι άσχετη με τις εθνικιστικές φιλοδοξίες, τελικά κάθε σκέψη.

Σε αυτό που μάλλον αποτελεί το πιο αποκαρδιωτικό απόσπασμα του ημερολογίου του, ο Orwell έγραψε:

«Πνιγόμαστε στη βρώμα. Όταν μιλάω σε οποιονδήποτε ή διαβάζω τα γραπτά από οποιονδήποτε έχει κάτι να πει, νοιώθω πως η διανοητική εντιμότητα και η ισορροπημένη κρίση έχει απλά εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Η σκέψη όλων είναι εισαγγελική, ο καθένας απλά προωθεί μια «θέση» με εσκεμμένη φίμωση της άποψης του αντιπάλου, και επιπλέον, με απόλυτη απαξίωση προς κάθε βάσανο πέρα από αυτά του ίδιου και των φίλων του… Μπορεί κανείς να το παρατηρήσει αυτό στην περίπτωση ανθρώπων που κάποιος διαφωνεί μαζί τους, όπως οι φασίστες ή οι πασιφιστές, αλλά στην πραγματικότητα όλοι είναι το ίδιο, τουλάχιστον όλοι όσοι έχουν απόλυτη άποψη. Όλοι είναι ανέντιμοι, και όλοι είναι απόλυτα σκληροί προς ανθρώπους που είναι έξω του στενού κύκλου των δικών τους συμφερόντων και συμπαθειών.

Αυτό που είναι εντυπωσιακότερο όλων είναι ο τρόπος που η συμπάθεια μπορεί να «ανάψει» ή να «σβήσει» σαν ένα είδος διακόπτη ανάλογα με την πολιτική σκοπιμότητα… Δεν εννοώ τα ψέματα για την επίτευξη πολιτικών στόχων αλλά τις πραγματικές αλλαγές σε υποκειμενικά συναισθήματα. Δεν υπάρχει όμως κάποιος που να έχει και αποκρυσταλλωμένη γνώμη και ισορροπημένη αντίληψη; Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί αλλά είναι ανίσχυροι. Όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια παρανοϊκών».

Ο πολιτικός διάλογος μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν μπορεί να αποτελέσει τρόπο για να φτάσει κάποιος στην αλήθεια ή να καταφέρει έναν κάποιο βαθμό αμοιβαίας κατανόησης ή να πείσει άλλους για τη δική του άποψη, ή ακόμη να κάνει τον εαυτό του κατανοητό. Αντιθέτως, είναι ένα είδος παιχνιδιού στο οποίο τόσο η νίκη όσο και τα ρίσκα είναι κυρίως φανταστικά. Ο Orwell ανέλυσε τα κίνητρα του εθνικιστή: «Αυτό που θέλει είναι να αισθανθεί πως η δική του μονάδα επικρατεί πάνω σε μια άλλη μονάδα και πιο εύκολα μπορεί να το κάνει αυτό με την επίθεση σε έναν αντίπαλο παρά με την εξέταση των γεγονότων για να δει αν τον στηρίζουν». Μιας και οι δυο πλευρές είναι, κατά κανόνα, εξίσου «αδιάφορες για το τι συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο», το αποτέλεσμα τέτοιων διαφωνιών «είναι πάντοτε εντελώς δίχως αποτέλεσμα» και «ο κάθε διεκδικητής δίχως εξαίρεση πιστεύει πως ο ίδιος έχει κερδίσει τη νίκη».

Σε έναν τέτοιου είδους διαγωνισμό είναι σχεδόν σίγουρο πως οι φαντασιώσεις αντικαθιστούν τα γεγονότα, οι πλάνες υπερισχύουν των επιχειρημάτων και η συκοφαντία γίνεται η προτιμώμενη τακτική από όλες τις πλευρές. Μια ομίχλη αβεβαιότητας σύντομα απλώνεται πάνω από κάθε άποψη, «κάτι που κάνει όλο και δυσκολότερο να ανακαλύψεις τι στην πραγματικότητα συμβαίνει», και έτσι «γίνεται ευκολότερο να γραπωθείς από παρανοϊκές απόψεις. Αφού τίποτα πλέον δεν αποδεικνύεται ούτε καταρρίπτεται, το πιο αδιαμφησβήτητο γεγονός μπορεί με ευκολία να απορριφθεί». Αλλά δεν πειράζει. Η αμφιβολία γρήγορα μετατρέπεται σε αδιαφορία.

Τα γεγονότα είτε παρουσιάζονται είτε συσκοτίζονται ώστε να δημιουργήσουν μία κατάσταση. Αν είναι αναγκαίο, τα απαραίτητα γεγονότα απλά εφευρίσκονται ή, αντιθέτως, απλά διαγράφονται.

Αυτό που ανησυχούσε κυρίως τον Orwell, ήταν πως μεμονωμένοι άνθρωποι – ίσως και εκατομμύρια από αυτούς – μπορεί να αντλήσουν την αίσθηση ολότητάς τους με την εθελοντική τους υποταγή σε ασταθή δόγματα, αντί του σεβασμού για την αλήθεια ή τις απαιτήσεις της συνείδησης κάποιου. Μπορεί τότε να σταματήσουν να αναγνωρίζουν πως τέτοια πράγματα, όπως η κατασκευή αποδείξεων και η συκοφάντηση του αντιπάλου είναι απαράδεκτα – ή ακόμη και άτιμα. Βρήκε αυτή τη σκέψη «τρομακτική… γιατί συχνά μου δίνει την αίσθηση πως η ίδια η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας σβήνεται από τη γη». Στο 1984 οδηγεί την τάση αυτή στη λογική της κατάληξη. Ο O’Brien, το στέλεχος του Εσωτερικού Κόμματος, ο δάσκαλος-βασανιστής, κάνει κατήχηση στον δύστυχο Winston Smith στο κελί του μέσα στο Υπουργείο Αγάπης:

«Εμείς, το Κόμμα, ελέγχουμε όλα τα αρχεία και ελέγχουμε όλες τις αναμνήσεις… ελέγχουμε το παρελθόν… Εσύ νομίζεις πως η πραγματικότητα είναι κάτι αντικειμενικό, εξωτερικό, αυθύπαρκτο… Αλλά σου λέω, Winston, πως η πραγματικότητα δεν είναι εξωτερική. Η πραγματικότητα υπάρχει στο ανθρώπινο μυαλό και πουθενά αλλού. Όχι στο μεμονωμένο μυαλό, που μπορεί να κάνει λάθη και σε κάθε περίπτωση σύντομα χάνεται αλλά στο μυαλό του Κόμματος, που είναι συλλογικό και αθάνατο. Ό,τι πιστεύει το Κόμμα πως είναι αλήθεια είναι ή αλήθεια. Είναι αδύνατον να δεις την αλήθεια, παρά μόνο κοιτώντας μέσα από τα μάτια του Κόμματος».

Στο τέλος, ο Winston τσακίζεται. Προσηλυτίζεται στην άποψη του Κόμματος. Κάποτε είχε γράψει πως «Ελευθερία είναι η ελευθερία του να λες πως δύο και δύο κάνουν τέσσερα». Αλλά τελικά μαθαίνει πως «μερικές φορές είναι πέντε. Μερικές φορές είναι τρία. Μερικές φορές είναι όλα αυτά ταυτόχρονα». Η αφοσίωσή του στο Κόμμα εξασφαλίζεται από – καλύτερα, είναι ταυτόσημη – με την παράδοση της δικής του κρίσης.

*

Όπως και με τις οδηγίες του για τη βελτίωση του κακού γραψίματος, η στρατηγική του Orwell για την αντιμετώπιση των απατών του εθνικισμού είναι το να μας διδάξει πώς να τις αναγνωρίζουμε και μετά να κάνει επίκληση στη δική μας ορθή σκέψη. Το πρώτο βήμα, αναφέρει, είναι μάλλον η αναγνώριση των δικών μας ατελειών, σφαλμάτων και προκαταλήψεων. Γράφει:

«Όσο για τις εθνικιστικές αγάπες και τα μίση για τα οποία έχω μιλήσει, είναι κομμάτια αυτού που αποτελεί λίγο πολύ τον καθένα μας, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αν είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από αυτά δεν το γνωρίζω, αλλά πιστεύω πως είναι δυνατόν να παλεύουμε εναντίον τους και αυτό είναι ουσιαστικά μια ηθική προσπάθεια. Είναι ερώτημα πρώτα από όλα ανακάλυψης του τι είναι κάποιος και ποια είναι πραγματικά τα συναισθήματά του, και στη συνέχεια να συνυπολογίζει την αναπόφευκτη προκατάληψη… Οι συναισθηματικές ορμές που είναι αναπόφευκτες, και είναι ίσως αναγκαίες για την πολιτική δράση, πρέπει να είναι ικανές να υπάρχουν δίπλα-δίπλα με μια αποδοχή της πραγματικότητας».

Μπορεί κάποιος να μην είναι ικανός να αποφύγει την προκατάληψη αλλά δεν είναι αναγκαίο να υιοθετήσει την προκατάληψη ως αρχή. Μπορεί, αν όχι κάτι άλλο, να αρνηθεί να παραδόσει τη δική του προσωπική κρίση. Αυτό είναι εν μέρει θέμα χαρακτήρα: η ικανότητα του να διακρίνουμε μεταξύ του τι θέλουμε και του τι γνωρίζουμε, «η δύναμη αντιμετώπισης δυσάρεστων γεγονότων», η θέληση για ζωή δίχως παρηγορητικά ψέματα. Ίσως αυτό που χρειάζεται περισσότερο από όλα είναι η συνεχιζόμενη πίστη στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής αλήθειας ενώ διατηρείται ένας αυστηρός, απαιτητικός σκεπτικισμός που αφορά όλους τους ισχυρισμούς της κατοχής της.

Αυτό δεν είναι όμως παρά μία μερική λύση. Μπορεί να βοηθήσει ένα μεμονωμένο μυαλό να παραμείνει καθαρό και τίμιο αλλά κάνει ελάχιστα στο να αλλάξει τη συνολική ατμόσφαιρα. Ο Orwell το συνειδητοποίησε αυτό και όμως προς το τέλος της ζωής του αυτό το ερώτημα  της ατομικής σκέψης έγινε το βασικό του ενδιαφέρον. Αντιμέτωπος με τη συνεχιζόμενη απειλή του ολοκληρωτισμού, ο Orwell κατέληξε να βλέπει τον αγώνα για ελευθερία να υπάρχει, όχι μόνο μεταξύ τάξεων και εθνών αλλά πρώτα και ίσως πολύ πιο σημαντικά ανάμεσα «στα λίγα κυβικά εκατοστά μέσα στο κρανίο σας».

———————————————————-

Πηγή: δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο LitHub (http://lithub.com/what-george-orwell-wrote-about-the-dangers-of-nationalism/). Προσαρμοσμένο από το βιβλίο Between the Bullet and the Lie: Essays on Orwell(AK Press, 2017).

image_pdfimage_print
____________________________________________________________