Ο ποιητής και το παγκάκι…


Ηταν αρκετά χρόνια πίσω όταν επισκέφτηκα την Ιρλανδία και το Δουβλίνο. Νομίζω πως σε εκείνο το ταξίδι κατάλαβα πως σε κάθε τόπο επισκέπτεσαι αυτά που εσύ ο ίδιος κουβαλάς . Για εμένα η Ιρλανδία ήταν η μόνη χώρα που ήθελα πραγματικά να επισκεφτώ. Ένας τόπος προσκυνήματος όπου όλοι οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες περπάτησαν και ανέπνευσαν. Ο Όσκαρ Γουάιλντ, ο Γέητς, ο Συνγκ, ο Τζόυς, ο Μπέκετ και πολλοί ακόμη. Μια σπιθαμή γης που έθρεψε την ομορφιά και την ιδιοφυΐα. Και ακόμη και αν τελικά όλοι οι συγγραφείς εγκατέλειψαν το «αγαπημένο βρωμοδουβλίνο», κάτι από την πόλη αυτή παρέμενε γαντζωμένο στην ανάσα και την ανάμνησή τους. Γιατί το Δουβλίνο μπορεί να μην είναι η ομορφότερη πόλη, αλλά διατρέχει με τόσο παρόν φράσεις και στίχους, ώστε όταν την επισκέπτεσαι –και εφόσον το επιθυμείς- να νομίζεις πως τα βήματά σου απλώνονται στην επικράτεια του μύθου.

Οι μέρες είχανε περάσει και το προσκύνημα είχε σχεδόν τελειώσει. Για το τέλος είχα αφήσει ένα άγαλμα ενός σχετικά άγνωστου σε εμάς ποιητή, του Πάτρικ Κάβανα. Πέρα από το γεγονός πως η ποιητική του σύνθεση «Η μεγάλη Πείνα» (εκδόσεις Καστανιώτη, 1999) υπήρξε ένα από τα ωραιότερα ποιητικά βιβλία που είχα διαβάσει, το άγαλμα είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον με την πρωτοτυπία του. Η μορφή του ποιητή δεν εμφανίζεται με την ρομαντική ένταση του βάρδου ή τον απόμακρο σεβασμό του διανοουμένου, αλλά με την επιθετική κοινοτοπία του καθημερινού. Ο ποιητής με χέρια και πόδια σταυρωμένα αράζει σε ένα παγκάκι. Το γλυπτό σε φυσικό μέγεθος δύσκολα ξεχωρίζει από την κοινοτοπία μιας καθημερινής εικόνας. Αν προσπεράσεις βιαστικά, δεν θα καταλάβεις καν πως πρόκειται για άγαλμα .

Κι όμως πολλές φορές η κοινοτοπία είναι το καλύτερο καμουφλάζ για να κρυφτείς. Μετά από μία περίπου ώρα περπάτημα κατά μήκος του Λίφεϋ, τα παγκάκια παρέμεναν εμφανώς άδεια από πρασινισμένους ποιητές. Το άγαλμα παρέμενε άφαντο. Μέσα στην απόγνωση ρώτησα τον πρώτο περαστικό που συνάντησα να μου πει πού στο καλό είναι το άγαλμα. Ο περαστικός, ένα μεγαλόσωμος 60άρης με 4 δόντια και ένα τσιγάρο να πηγαινοέρχεται ανάμεσά τους με κοίταγε με απορία. «Από πού είσαι;», με ρώτησε. «Από την Ελλάδα» του απάντησα, «Ελλάδα! Κόλλα πέντε» μου είπε ενθουσιασμένος βάζοντάς με σε μια διαδικασία παρατεταμένης χειρονομίας που δεν μπορούσα να ακολουθήσω. «Ελλάδα ε; Ξέρεις τον Ντέμη Ρούσσο; Έτρωγε πάρα πολλές μπριζόλες», μου είπε. «Το άγαλμα δεν θυμάμαι πού βρίσκεται. Αλλά μια φορά τα είχα πιει στο δίπλα τραπέζι με το Κάβανα», για να προσθέσει στη συνέχεια: «βέβαια αυτό δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Όλο το Δουβλίνο έχει πιει κάποια στιγμή σε κάποιο διπλανό τραπέζι με τον γέρο Πάτρικ. Έπινε πολύ βλέπεις. Και το υπόλοιπο Δουβλίνο επίσης», για να λήξει το μονόλογό του λέγοντας «πρέπει να φύγω. Αν κάποτε συναντήσεις τον Ντέμη Ρούσσο μετέφερε του το θαυμασμό μου. Πολλές μπριζόλες πράγματι». Έφυγε βιαστικός και εμείς συνεχίσαμε να ψάχνουμε το καθιστό άγαλμα στις όχθες του Λίφεϋ. Τελικά, το άγαλμα δεν το βρήκαμε ποτέ και καταλήξαμε στο λογικό συμπέρασμα πως το πιθανότερο είναι να το ξερίζωσε από τη θέση του ο Ντέμης Ρούσσος, να το έβαλε στην έπαυλη του και να το κοιτά ενώ συνέχιζε να τρώει τις διεθνώς αναγνωρισμένες μπριζόλες του.

Καμιά φορά σκέφτομαι αυτή την ασήμαντη ιστορία. Και κάποιες φορές σκέφτομαι το άγαλμα (τον Ντέμη Ρούσσο ομολογώ πως τον σκέφτομαι όλο και λιγότερο). Κάποιες φορές ενώ διασχίζω το πάρκο το πρωινό, βλέπω τα άδεια παγκάκια στη σειρά, χωρίς ποιητές, χωρίς ποτάμι. Άδεια παγκάκια, λέω, περιμένετε και σεις στην ταπεινή άκρη αυτού του κόσμου τον ποιητή να απλώσει πάνω σας τα πόδια του και τη μοναξιά του. Ακόμα και αν η όψη σας δεν αντικρίζει τίποτα παραπάνω από το απέναντι παρτέρι, η θέα σας θα είναι πάντοτε η αιωνιότητα ενός ποταμού που κυλά σιωπηλός μέσα απ το στήθος μας. Και αν τελικά οι ποιητές προτιμήσουν και πάλι κάποιο αλκοολούχο μπαρ και κάποιο ξενέρωτο καφενείο, εσείς παγκάκια μου να θυμάστε του στίχους του Πάτρικ Κάβανα: «Ω μην με τιμήσετε με κάποιον τάφο που εξιστορεί κατορθώματα ηρώων /μόνο με ένα παγκάκι δίπλα στο ποτάμι για να κάθονται εκεί οι περαστικοί».

(στην εφημερίδα Εποχή)


Από:http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/12/blog-post_20.html

Μιλώντας για την Ηθική και τα ζώα (από αριστερή σκοπιά)…


του Νικήτα Φεσσά

Φανταστείτε έναν τραπεζίτη στην Ελβετία ο οποίος στέκεται μπροστά στο ράφι του σούπερ μάρκετ, και δεν μπορεί να αποφασίσει αν το βράδυ θα φάει steak tartare, ή τόφου. Φανταστείτε τώρα μια μάνα που λιμοκτονεί μαζί με το μωρό της στην έρημο Σαχάρα, και που ξαφνικά μπροστά τους βλέπουν μια κατσίκα και έναν κουβά για άρμεγμα. Φανταστείτε κάποιον που δεν κάνει ιδιαίτερη διάκριση ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις, όπως ο εξαιρετικά αμφιλεγόμενος ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων, Gary Yourofsky, ο οποίος πρόσφατα εξίσωσε εξωφρενικά τους λευκούς έποικους με τους Αμερικανούς ιθαγενείς, τους οποίους οι πρώτοι κατέσφαξαν, επειδή στα μάτια του ακραίου, και εν τέλει αντιδραστικού Yourofsky και οι δύο έχουν προκαλέσει πόνο στα ζώα. Στο ίδιο πρόσφατο βιντεάκι εξομοίωσε επίσης τους Ισραηλινούς στρατιώτες με Παλαιστίνιες γυναίκες και τα μωρά τους τα οποία δολοφονούνται, με το κίβδηλο επιχείρημα ότι και οι δυο πλευρές κακοποιούν ζώα.

Φανταστείτε κάποιον ηθικό βήγκαν που αγοράζει βήγκαν κονσέρβες ακόμα και για το σκύλο ή τη γάτα του, να βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο και αποκλεισμένο από τα χιόνια ή τον πόλεμο μέρος, όπου το κοντινότερο μαγαζί πουλάει μόνο παριζάκι. Και φανταστείτε ότι εάν δεν αγοράσει και για εκείνον να φάει από το ίδιο παριζάκι που θα πρέπει αναγκαστικά να ταϊσει και το ζώο του για να μην πεθάνει, δεν θα πεθάνει μόνο ο ίδιος, αλλά και τα αδέσποτα που τάιζε στη γειτονιά, αφού τριγύρω δεν υπάρχει κανένας άλλος να τα ταϊσει. Θα μπορούσα εδώ να προσθέσω ένα επιπλέον τουίστ, βάζοντας τον μαγαζάτορα που πουλάει τις κονσέρβες  να περιμένει από τον έναν και μοναδικό αυτόν πελάτη για να επιβιώσει.

Φανταστείτε κάποιον που είναι κατά της εργαλειοποίησης των ζώων (βλ. άλογα που σέρνουν φορτία ή άμαξες), αλλά που έχει κάποιον συγγενή που είναι τυφλός και χρειάζεται σκύλο-οδηγό. Ή κάποιον που είναι ενάντια στο να κάνει εμβόλια στο σκύλο ή τη γάτα του γιατί τα εμβόλια αυτά έχουν τεσταριστεί σε πειραματόζωα, και κάποια μέρα ένα από τα ζώα του χρειάζεται κάποιο τέτοιο εμβόλιο ή φάρμακο για να μην πεθάνει.

Φανταστείτε επίσης κάποιον που αγωνίζεται για να αδειάσουν τα κλουβιά των ζωολογικών κήπων, ο οποίος/η οποία έρχεται αντιμέτωπος/η με την σκληρή πραγματικότητα ότι πολλά από τα φυσικά περιβάλλοντα όπου ενδημούν τα ζώα αυτά έχουν πια καταστραφεί, ενώ όσα ζώα έχουν γεννηθεί σε αιχμαλωσία είναι πλέον πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον να επιβιώσουν ελεύθερα.

Σκεφτείτε ακόμη ότι στα πλαίσια του σεβασμού των εθίμων θρησκευτικών μειονοτήτων στην Ελλάδα πρόσφατα πέρασε νομοθεσία όπου επιτρέπει τη σφαγή τύπου κοσέρ, που γίνεται χωρίς αναισθησία στα ζώα—κάτι που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες έχει απαγορευτεί.

Όλα τα παραπάνω είναι θέματα που έχουν αποτελέσει κατά καιρούς αφορμή (online και μη) συζήτησης με τους βήγκαν φίλους μου, και εκείνους που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των ζώων. Για τα περισσότερα από αυτά τα προβλήματα δεν υπάρχει (πάντοτε) μία και μόνη απάντηση, και επιπλέον επειδή η πραγματική ζωή δεν εκτυλίσσεται σε συνθήκες ηθικού κενού, η απάντηση σπάνια είναι άσπρο ή μαύρο. Παράλληλα, όλα αυτά τα ζητήματα άπτονται του κλάδου της ηθικής φιλοσοφίας που ονομάζεται animal ethics, ο οποίος ασχολείται με το πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε στα ζώα.

Φανταστείτε τώρα κάποιον/α που νομίζει ότι όλες αυτές είναι συζητήσεις πολυτελείας, που αφορούν μόνο τους φιλελεύθερους, τους προνομιούχους, και τους αστούς, και για τις οποίες οι στρατευμένοι Μαρξιστές/στριες δεν (πρέπει να) έχουν χρόνο. Και πράγματι, πολλοί από τους μαρξιστές διανοητές και θεωρητικούς δεν αφιερώνουν στο έργο τους ούτε μια αράδα στα ζώα, παρόλο που οι περισσότεροι αριστεροί θα παραδέχονταν μάλλον ότι σε συνθήκες καπιταλισμού, η βιομηχανική μορφή της κτηνοτροφίας που λέγεται industrial farming αποτελεί ηθικό όνειδος (χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι και επί φεουδαρχίας και προ βιομηχανικής επανάστασης ο άνθρωπος συμπεριφερόταν καλύτερα στα ζώα), για πολλούς συγκρίσιμο με το Ολοκαύτωμα. Παρόλο που ο καπιταλισμός χωρίς φραγμούς επιτρέπει να γδέρνονται ζωντανά ζώα για μια τσάντα Gucci, και παρά τις εμφανείς ομοιότητες μεταξύ του εργάτη (και ακόμα περισσότερο της εργάτριας) και του ζώου που γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης στον καπιταλισμό. Να μη μιλήσουμε δε για τους Tories που θέλουν να επαναφέρουν το κυνήγι της αλεπούς (και τον Jeremy Corbyn να λέει ότι πρόκειται για ‘βαρβαρότητα’), τον Trump και τους υιούς του που λατρεύουν το trophy hunting και θέλουν να παραμείνει νόμιμο, την Theresa May, που πρόσφατα βρήκε την ευκαιρία, μέσω Brexit και ενάντια στην ισχύουσα Ευρωπαϊκή νομοθεσία, να περάσει νόμο με τον οποίο δεν αναγνωρίζει ότι τα ζώα αισθάνονται πόνο.

Και όμως, εκτός από τους φιλελεύθερους (John Stuart Mill, Jeremy Bentham), υπάρχουν και μαρξιστές (φιλόσοφοι, θεωρητικοί, ακτιβιστές) που αγωνίζονται για την απελευθέρωση των ζώων, εκτός από αυτή των ανθρώπων, κάτι που σημαίνει ότι η ‘ορθόδοξη’ ανθρωποκεντρική μαρξιστική θεωρία είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο να συνυπάρξει με τη λεγόμενη θεωρία περι ‘‘ειδισμού’’ (οι διακρίσεις μεταξύ ανθρώπου και ζώων, αλλά και οι διακρίσεις που κάνει ο άνθρωπος ανάμεσα σε διαφορετικά είδη ζώων), έστω με προσθήκες και τροποποιήσεις.

Τα animal ethics στη σύγχρονη (γιατί η συζήτηση για τα περισσότερα από αυτά τα ζητήματα είναι αρκετά παλιά—o Θεόφραστος, ο Πλούταρχος, και ο Πορφύριος ήδη αμφισβητούσαν τις κρατούσες απόψεις και τα ήθη της εποχής του περί κρεατοφαγίας) μορφή τους γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70, μαζί με τα υπόλοιπα κινήματα για κοινωνική δικαιοσύνη. Σταθμός υπήρξε η κυκλοφορία του βιβλίου του φιλοσόφου Peter Singer, Animal Liberation, το 1975. Ο Singer θεμελίωσε ωφελιμιστικά τη θεωρία του, και τη βάσισε πάνω σε λογικά επιχειρήματα. Πολλοί και πολλές (βλ. έναν συγκεκριμένο κλάδο του φεμινισμού) αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα, αλλά και τον πυρήνα μιας τέτοιας προσέγγισης, και αντέταξαν την ενσυναίσθηση, ή το συναίσθημα. Το δε βασικό ωφελιμιστικό επιχείρημα που αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της γενικής ευημερίας και της συνολικής ευτυχίας στον κόσμο μπορεί να οδηγήσει σε τερατώδεις καταστάσεις, όπως στο να κάνει ευθανασία κάποιος στον σκύλο του μόλις μεγαλώσει λίγο, και να τον αντικαθιστά αμέσως με κουτάβι, και αυτό να επαναλαμβάνεται διαρκώς.

Σε κάθε περίπτωση, το πώς συμπεριφερόμαστε στα ζώα, τα οποία και αυτά προφανώς αισθάνονται και πονάνε, είναι ένα από τα πιο επείγοντα ηθικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής μας, έχοντας απασχολήσει σημαντικούς φιλοσόφους, από τη Martha Nussbaum, μέχρι τον Slavoj Žižek . Στο ελληνικό αριστερό περικείμενο όμως, εντελώς εμπειρικά, ο γράφων έχει διαπιστώσει μια έντονη αντίδραση συγκεκριμένα από μέρους κάποιων ανδρών που δηλώνουν αριστεροί και αρνούνται ακόμα και να συζητήσουν οτιδήποτε αφορά το θέμα, καταφεύγοντας σε ειρωνικά σχόλια, και το λεγόμενο ‘τρολάρισμα’. Εντελώς επιφανειακά, ο γράφων έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι πέραν από την καταφυγή σε έναν έυκολο ηθικό σχετικισμό του τύπου ‘‘εδώ στα sweatshops πεθαίνουν παιδιά, θα ασχολούμαστε με τα γαϊδουράκια ; ’’ (σχετικισμός επίσης ο οποίος ισοπεδωτικά και κουτοπόνηρα εξομοιώνει την ‘ανάγκη’ του προνομιούχου δυτικού να πιει μιλκ σέηκ με γεύση μπέηκον, με το να βρεθεί, λ.χ., η θεραπεία για Αλτσχάιμερ μετά από πειράματα σε ζώα), για πολλούς από αυτούς τους άνδρες – και πάλι το τονίζω- η κρεατοφαγία φαίνεται να βρίσκεται στον πυρήνα της (ηγεμονικής/μάτσο) ανδρικής τους ταυτότητας, και ενίοτε μιας τοξικής αρσενικότητας που εδώ υπερτερεί της αριστερής τους ταυτότητας, και θεωρεί μαλθακότητα ή εκθήλυνση (και άρα υποβιβασμό σε κατώτερη θέση στο ετεροπατριαρχικό πλαίσιο) το να επιλέγει κάποιος (αριστερός) άνδρας να μην τρώει κρέας. Βλέπουμε λοιπόν πώς το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται άμεσα και της θεωρίας φύλου.

Γιατί να μην μπορεί κάποιος ή κάποια να είναι μαρξιστής ή μαρξίστρια και να μη θέλει να προκαλεί αναίτιο πόνο σε άλλα έμβια όντα; Γιατί δεν μπορεί να αγωνίζεται για δικαιοσύνη τόσο για τα ανθρώπινα, όσο και για τα μη-ανθρώπινα ζώα ; Η απάντηση είναι: μπορεί. Για την ακρίβεια, σοσιαλιστές έχουν μιλήσει για αυτά τα ζητήματα τουλάχιστον εκατό και πλέον χρόνια πριν. Και ενώ είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει ηθική κατανάλωση στον καπιταλισμό, ωστόσο αυτό δεν μάς δίνει λευκή κάρτα για να συμπεριφερόμαστε όσο πιο ανήθικα γίνεται. Κοινώς, μπορεί το iphone μας να το έχουν φτιάξει ανήλικα παιδιά σε κάποια χώρα του αναπτυσσόμενου Κόσμου, ωστόσο δεν χρειάζεται ταυτόχρονα να αγοράσουμε και σακάκι που έχει τμήματα γούνας από ζώο που έχει πεθάνει μετά από ηλεκτροσόκ στον πρωκτό. Επίσης, επειδή δεν έχει γίνει ακόμα Επανάσταση, δεν μάς κάνει πιο μαρξιστές να φάμε ένα μωρό γουρουνάκι, αντί για ένα μπιφτέκι σόγιας—και εν πάση περιπτώσει εάν επιλέξουμε το πρώτο, εγείρεται πάντοτε ηθικό ζήτημα, είτε το θέλουμε είτε όχι. Και εάν σε κάποιους όλα αυτά (λανθασμένα) φαίνονται ηθικιστικοί προβληματισμοί μιας εκφυλισμένης μπουρζουαζίας, να θυμίσω ότι αν και ο Μπρεχτ στην Όπερα της Πεντάρας έλεγε ‘‘πρώτα φαϊ, μετά ηθική’’, α) αφενός έκανε αναφορά στην ηθική, και β) δεν διευκρίνιζε για τι φαγητό μιλάει.


Από:http://www.nostimonimar.gr/milontas-gia-tin-ithiki-ke-ta-zoa-apo-aristeri-skopia/

Αφεντικών πλυντήρια, γραφειοκρατίας παραμύθια …


Διηγείται ο/η: Vectrum

Η υπάλληλος της επιθεώρησης εργασίας έκπληκτη με ρώτησε: «Είστε σίγουρη πως θέλετε να κάνετε καταγγελία; Είστε σίγουρη πως δε θέλετε τα ένσημα; Θα τα χρειαστείτε για τη σύνταξή σας.» Ένιωσα περιττό να απαντήσω «στην ποια;». Στην κατάθεση της καταγγελίας δύο υπάλληλοι της επιθεώρησης συζητάνε χωρίς καμιά ντροπή που ακούγονταν.

«Βλέπεις αυτό εδώ στην παλάμη μου;» της δείχνει μια γρατσουνιά που άνετα θα την είχε κάνει και μια γάτα.«Μας κάλεσαν σε ένα ξερόνησο για καταγγελία. Και πήδηξα από την βάρκα και κοίτα σχίστηκα στα βράχια.» «Απαπαπαα, αν είναι δυνατόν. Τι καταγγελία ήταν;» «Άκου δω, κατήγγειλαν τον εργολάβο σε μια οικοδομή ότι χρώσταγε 30 ευρώ. Ακούς; Για τ30 ευρώ πληρώσαμε βενζίνες, τραβηχτήκαμε στο νησί και σχίστηκε και το χέρι μου.» «Τς,τς, τι σκατόψυχοι, για 30 ευρώ. Έλα να στα δώσουμε εμείς που μας τρέχουν, για 30 ευρώ στα κατσάβραχα. Αν είναι δυνατόν!»

Αυτά ήταν η εισαγωγή ενός θεατρικού που έμελλε να ακολουθήσει. Για την ακρίβεια, ένα θεατρικό σουρρεαλισμού και καφκικής γραφειοκρατικής παράνοιας…

Μια μέρα ανακάλυψα πως στη δήλωσή μου για το 2016 φαινόταν πως είχαν πληρωθεί 3700, για το διάστημα που δούλεψα voucher. Μόνο που αυτό το ποσό δεν ήταν στα χρωστούμενα του προγράμματος. Ο λογιστής με καθησύχασε με αοριστολογίες τύπου

«Έτσι φαίνεται σε όλους των voucher. Θα τα πάρεις, άγνωστο πότε.»

«Μα δεν είναι αυτό το ποσό του προγράμματος!»

«Αυτό είναι, δε μπορεί να είναι κάτι άλλο».

Ένας λογιστής που, όπως μαθεύτηκε, ως «αφεντικό» σε άλλη επιχείρηση πλαστογραφούσε υπογραφές εργαζομένων για να τις απολύει την επόμενη της πρόσληψης και έτσι να απασχολεί άτομα «μαύρα», χωρίς τα ίδια να το γνωρίζουν.

Ήταν ξεκάθαρο ότι ο τύπος στον οποίο δούλεψα με voucher είχε δηλώσει πως με πλήρωσε 3700 για τις 420 ώρες του προγράμματος. Όπως επίσης, ότι είχε κολλήσει και ένσημα ως «πρακτική άσκηση από ΤΕΙ».

Στο ΙΚΑ:

«Ο συγκεκριμένος λογιστής (του αφεντικού) δεν έχει δώσει ποτέ κακό δείγμα. Είσαι σίγουρη πως δεν έκανες πρακτική άσκηση από ΤΕΙ;»«Πρακτική άσκηση, σε καφετέρια, από ένα ΤΕΙ που διέκοψα πριν δέκα χρόνια, στη διετία πανω, ας πούμε. Είστε σίγουροι πως τεκμηριώνεται από τον εντιμότατο φίλο σας λογιστή;» «Λυπούμαστε, δε μπορούμε να σε βοηθήσουμε.»

Δε ξέρω αν μπορείτε να το εικονοποιήσετε το σκηνικό αυτού του διαλόγου αλλά η καλύτερη λύση που σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή ήταν να γίνω ο Τaz των Looney Tunes και να διαλύσω φύλλα, ντοσιέ, τις δυο μηχανές που μου αποκρινόταν γραφειοκρατικά και βρώμικα. «Βρώμικα» με τηνλίγδα της λαδωμένης μηχανής που φροντίζει να δουλεύουν όλα στο παρασκήνιο ρολόι και να φαίνονται επίσης λειτουργικά, έτσι που τίποτα να μη διαταράσσει την ομαλή λειτουργεία του αεικίνητου μηχανισμού.

Ένας μηχανισμός που σε σφυρηλατεί από όταν γεννιέσαι και όταν αποπειραθείς να τον αμφισβητήσεις, να τον απορρίψεις, να του αντιπαρατεθείς, τα γρανάζια του επιστρατεύονται να σε καταπιούν, να σε φιμώσουν, να σε περάσουν στην λίστα των αποκλεισμένων.

Με λίγα λόγια, η παρούσα ιστορία έχει να πει πως ακόμα κι όταν τολμήσεις να σηκώσεις την φωνή σου απέναντι σε ένα αφεντικό, ο κρατικός μηχανισμός, πρώτα θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα υπεράσπισής του και παράλληλα τις αντοχές σου. Σε καμιά περίπτωση όμως μην πιστέψεις ποτέ πως το να έχεις αδικηθεί και να παλεύεις για αυτό, εξισώνεται αυτόματα με το ότι «έχεις το δίκιο με το μέρος σου». Στην κυριαρχία το «δίκιο», που νανουρίζει ως έννoια τα μυαλά των καταπιεσμένων πως υπάρχει, ανήκει αποκλειστικά σε όσους τη συντηρούν. Στο κράτος, στην γραφειοκρατία, στα αφεντικά, σε κάθε εξουσιαστή. Ο αγώνας λοιπόν για να διεκδικήσεις μια δίκαιη λύση απέναντι στην καταπίεσή σου, είναι πολύ πιο επίπονος, πολύ πιο δύσκολος από όσο ποτέ φαντάστηκες ένα πρωί που ένιωσες μέσα σου μια δύναμη προερχόμενη από την αίσθηση του να ξέρεις πως έχεις δίκιο. Αυτή η ιστορία δε στοχεύει στην απογοήτευση και την παραίτηση…

Κάπως έτσι, στήθηκε το σκηνικό του θεατρικού που αναφέρθηκε και στην εισαγωγή…

Ο διευθυντής της επιθεώρησης.

Πολλά βαρύς, παλαιοπασόκος «συνδικαλιστής» που φουσκώνει σαν παγώνι όταν δηλώνει (παιδικό στιχάκι) δυνατά πως σε αυτή την πόλη κανένα αφεντικό δεν τολμά να κουνηθεί γιατί τρέμουν όλοι το άγρυπνο γερακίσιο μάτι του άμεμπτου κα αδέκαστου επιθεωρητή. «Τότε εμείς ζούμε σε άλλο παράλληλο γαλαξία…» Δε μου απάντησε, με κοίταξε με απορία. Ίσως η ερώτηση ήταν «Γιατί διακόπτεις το λογύδριό μου έτσι;» ή «Με ειρωνεύτηκε τώρα;». Όμως, έχει παιδιά στην ηλικία μας και «καταλαβαίνει γιατί γινόμαστε πνεύμα αντιλογίας». You know, είναι η στιγμή που μια ολοκληρωμένη μηχανή κοιτάζει μία που αντιστέκεται και λέει «Ε, θα στρώσει, που θα πάει.»…

Ο αθώος εργοδότης.

Εμφανίζεται με φάτσα απορημένη. Συννεφόπτωση. «Δε γνωρίζω τίποτα. Αλήθεια πιστεύεις πως είχα εγώ λόγο να σου κάνω κάτι τέτοιο;» Σουρρεαλιστική ερώτηση αφεντικού ήταν αυτή. Αλλά εδώ έρχεται η συνέχεια.

«Εγώ δεν μπορώ να προσλάβω άτομα κα να τα πληρώνω. Εγώ της έκανα την χάρη να την πάρω με voucher γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα του προγράμματος. Δεν έχω ιδέα για τα 3700. Πρόκειται για λάθος.»

Και συνεχίζει «Μου είπες πως έπαθες τενοντίτιδα και σταμάτησες να έρχεσαι για service άρα δεν έπρεπε να πληρωθείς από το πρόγραμμα. Και αλήθεια, δεν καταλαβαίνω γιατί έκοψες κάθε επαφή μαζί μου από όταν τέλειωσε το πρόγραμμα! Διατηρούμε φιλική σχέση*  από παλιά. Δεν το καταλαβαίνω όλο αυτό.»

* Φιλική σχέση εννοεί πως είχα ξαναδουλέψει σε άλλο μαγαζί του πριν πολλά χρόνια, από το οποίο παραιτήθηκα όταν μου ζήτησε να διπλασιάσω την ταχύτητα της εργασίας μου, αφού του είχα ήδη βγάλει το πρωινό service σε περίοδο Χριστουγέννων μόνη μου και είχα φτάσει στη λιποθυμία 3 φορές. Το γιατί πήγα εκεί για voucher έγκειται στο ότι είχα να επιλέξω από τις επιχειρήσεις που είχαν μείνει διαθέσιμες, ανάμεσα σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που δε γνώριζα σε τι συνθήκες θα δούλευα και σε καφέ με χαριτωμένες ονομασίες όπως «τα καλά κορίτσια» κλπ. Guess what, γνώριζα ήδη πως πάω να δουλέψω σε ένα αφεντικό όπως όλα τα αφεντικά. Οκ, δε γνώριζα πως θα πλήρωνα γιατρούς και φυσιοθεραπευτές για τενοντίτιδες και γόνατα, ούτε πως θα ξεπλενόταν πάνω μου 3700 ώστε να πέσει φορολογική κλίμακα ο «αθώος εργοδότης» δηλώνοντας 3700 ως έξοδα μισθοδοσίας. Επίσης, με τα 3700 αέρα και τα 300 της θεωρίας του προγράμματος, δε ξεπέρασα το αφορολόγητο όριο, οπότε δεν κλήθηκα να πληρώσω, άρα ήταν πιθανό και να μη δώσω και πολύ σημασία, να το θεωρήσω απλά ένα λάθος…

Στο σημείο αυτό, ο αδέκαστος επιθεωρητής αγνοώντας την σύμβαση του προγράμματος που ξεκαθάριζε πως δε πρόκειται να πληρώνομαι ή να ασφαλίζομαι από τον «αθώο εργοδότη», τα αποδεικτικά της τράπεζας που έδειχναν πως δεν έλαβα ποτέ τέτοια χρήματα το 2016, αλλά και αγνοώντας να ζητήσει πίνακα εργαζομένων της επιχείρησης, και αφού έκανε επίδειξη δύναμης για το τι μπορεί να κάνει στον εργοδότη κατέληξε στο «Έλα με το λογιστή σου στην επόμενη συνάντηση. Στο μεταξύ κάνε αίτηση σε ΙΚΑ και Εφορία να γίνουν οι αντίστοιχες τροποποιητικές που χρειάζονται για να μην φαίνονται τα 3700 και τα ένσημα που έβαλες. Έχω γνωστό στην επιτροπή του ΙΚΑ θα του μιλήσω κι εγώ να το κάνει γρήγορα.»

Στην επόμενη συνάντηση εμφανίζεται ο αθώος εργοδότης και ο «γαμώ και δέρνω» λογιστής, που χαιρετάει όλους τους υπαλλήλους της επαρχιακής επιθεώρησης. Ο λογιστής ισχυρίζεται πως η κοινοπραξία του προγράμματος τον υποχρέωσε να δηλώσει αυτό το ποσό και να κολλήσει αυτά τα ένσημα και όταν πάω να μιλήσω και λέω το απλό, ότι λέει ψέματα, ο αδέκαστος επιθεωρητής λήγει τη συνάντηση κα του δίνει εκ νέου διορία να φέρει τις τροποποιητικές. Στην τελευταία συνάντηση, έρχεται νωρίτερα και καταθέτει τις αιτήσεις για τροποποιητική σε ΙΚΑ και εφορία. Ο  επιθεωρητής μου δείχνει να υπογράψω πως το συμβάν θεωρείται λήξαν. «Δεν υπογράφω τίποτα, άλλωστε δε συμφωνώ με το πώς έγινε η διαδικασία». «Δεν κατάλαβες – θίχτηκε ο αδέκαστος – εδώ εγώ αποφασίζω κι είμαι το τελευταίο ανάχωμα των εργαζομένων απέναντι στην αδικία».

«Εσύ δεν κατάλαβες. Είσαι ένας υπάλληλος του κράτους που υπερασπίζεται τα αφεντικά και τίποτα παραπάνω. Την καταγγελία την έκανα εγώ και δεν σου υπογράφω τίποτα».

Εκεί παίζει μια μανούρα για το αν θα δώσει τα πρακτικά, αλλά στο τέλος τα δίνει κι αρχίζει το μοιρολόι πως τον αδικώ και πως αυτός νοιάζεται για τα δικαιώματα των εργαζομένων και προσθέτει πως του αρέσει που τον κοιτάω εξοργισμένη και έτοιμη να του σπάσω το κεφάλι.

Σε αυτή την υπόθεση δεν ήμουν μόνη μου.

Δίπλα μου ήταν αλληλέγγυα συντρόφισσες και σύντροφοι. Ήταν οι φωνές που παρεμβαίνουν και ονοματίζουν την εκμετάλλευση, όταν οι εκμεταλλευτές τη στολίζουν και τη σερβίρουν ως μια κοινωνική τυπική διαδικασία. Είναι σίγουρα διαφορετική αίσθηση να αγωνίζεσαι ατομικά με το να αγωνίζεσαι συλλογικά. Για μένα προσωπικά, που όλη αυτή η διαδικασία υπήρξε πολύ ψυχοφθόρα και αγχωτική, το γεγονός ότι δεν ήμουν μόνη μου, μου έδωσε ακριβώς τη δύναμη που χρειαζόμουν.

Η υπόθεση στην συνέχεια κόλλησε στα γρανάζια της εφορίας και του ΙΚΑ.

Όπως έμαθα μετά, υπήρξαν κι άλλα άτομα από voucher -όχι απαραίτητα στην ίδια επιχείρηση- ακόμη και σε άλλες πόλεις που οι εργοδότες τους έκαναν ακριβώς το ίδιο.

Οι εργοδότες που νοικιάζουν τζάμπα σκλάβο, αποφάσισαν πως μπορούν να κάνουν και ένα μίνι πλυντηριάκι πάνω στο σκλαβάκι, να γλυτώσουν και κάμποση φορολόγηση.

Γιατί κι αυτοί δε βγαίνουν με τόσους φόρους. Πλέον είναι στάνταρ η καραμέλα που θα ακούς από τα αφεντικά, πριν γίνει η λαμογιά. Το ένα είναι η γκρίνια που «δεν έχει κίνηση», δηλαδή λεφτά στο ταμείο. Το δεύτερο είναι, τα παράπονα για το πόσο τους αδικεί το κράτος. Δε με νοιάζει τόσο δα πώς τη βγάζεις. Είσαι αφεντικό και τη βγάζεις από τη δική μας εκμετάλλευση έτσι κι αλλιώς, οπότε το λιγότερο, απλά σκάσε.

Σε αυτό το σημείο θυμάμαι δύο περιπτώσεις αριστερών αφεντικών.  Ένας που είναι και χρόνια κομματόσκυλο, αν δεν είχε κίνηση η βραδιά έλεγε «Δε θα σε πληρώσω μεροκάματο αφού οι εισπράξεις δε ξεπέρασαν το ποσό που σου αναλογεί». Και ένας που μου θύμιζε συνεχώς πώς δεν έχει να πληρώσει το ΤΕΒΕ του, άρα πώς θα ασφαλίσει εμένα; Ακόμη, υπήρξαν πολλές παρόμοιες περιπτώσεις πριν από μένα που κάναν το βήμα να απευθυνθούν στην επιθεώρηση και οι υποθέσεις κατέληξαν με μικροδιαφοροποιήσεις στα ίδια με μένα. Επαρχία γαρ, όπου όλοι γνωρίζονται και τα μικροσυμφέροντα διαπλέκονται γλοιώδικα.

Ένα μικρό ιστορικό για το συγκεκριμένο αφεντικό της ιστορίας

Αφιερωμένο σε όλα εκείνα τα άτομα που δούλεψαν στον ίδιο αλλά δε μίλησαν

Είναι γνωστό σε μια μικρή κοινωνία πως όλα μαθαίνονται και πως δεν είναι το ίδιο με το να καταγγείλεις ένα αφεντικό στη Δραπετσώνα και μετά να βρεις δουλειά στου Ζωγράφου, χωρίς να μαθευτεί πως είσαι από τα άτομα που καταγγέλλουν αφεντικά. Είναι γνωστή η αίσθηση του φόβου να μιλήσεις, όταν ξέρεις πως δεν θα ξαναβρείς δουλειά. Άλλωστε, σε αυτό ποντάρουν και τα αφεντικά και μας εκμεταλλεύονται και μας εκβιάζουν ταυτόχρονα.

Όταν ήρθε η «κρίση», ο τύπος έπαψε να ασφαλίζει. Τα μαύρα σερβιτόρια έπρεπε να παριστάνουν τους πελάτες στους ελέγχους του ΙΚΑ. Τα μαύρα σερβιτόρια έπρεπε να είναι κάθε μέρα σε αναμονή για το αν θα δουλέψουν ή όχι. Συνήθως έπαιζε το

«Μπορείς να είσαι σε δέκα λεπτά εδώ; Αν δε μπορείς θα πάρω άλλον».

Τα τελευταία χρόνια συνηθίζει να «κάνει χάρη» σε άτομα από voucher. Δηλαδή να απασχολεί τζάμπα σκλάβους, που φυσικά και έπρεπε να τρώνε στη μάπα τα νεύρα της γυναίκας του, αφού χάρη τους κάνανε… Την προηγούμενη καφετέρια του, την έκλεισε το ίδιο ΙΚΑ που «Δεν είχε δει δείγματα» από τον «γαμώ και δέρνω λογιστή», καθώς ανακαλύφθηκε πως αναδρομικά επί πάρα πολλά χρόνια και συστηματικά οι σερβιτόροι δηλώνονταν μπουφετζήδες (= μισό ένσημο), ενώ υπέγραφαν συμβάσεις ως σερβιτόρες/οι. Μάλιστα είχε καλέσει πρώην σερβιτόρια να τον υπερασπιστούν στην επιτροπή του ΙΚΑ. Μετά όμως δήλωνε πως μετακόμισε την καφετέρια (και έκανε έναρξη νέας επιχείρησης) γιατί είχε κουραστεί από το φοιτητόκοσμο. Πήγε σε μια κατεξοχήν αστική περιοχή, από αυτές που οι κάτοικοί τους δε βλέπουν το σερβιτόρι όταν παλεύει να αλλάξει τασάκι ή να συνεννοηθεί στην παραγγελία. Είναι ο κόσμος που κάθε σερβιτόρι θέλει να στραγγαλίσει κοινώς.

Φυσικά ο ίδιος έχει να λέει για τα ταξίδια του σε τριτοκοσμικές χώρες και τον πόνο που νιώθει για τη φτώχεια. Επίσης, είναι ο κλασσικός εναλλακτικός τύπος της κουλτούρας και της ιδεολογίας. Για αυτό κι αν σε μια παρέα 5 ατόμων δεν παραγγείλουν οι 3 τουλάχιστον, τους διώχνει. Για αυτό και του τρέχουν τα σάλια αν μια παρέα πιει από τρία ποτά. Για αυτό και θα χρεώσει 1 ευρώ έξτρα αν βάλει φυσικό πορτοκάλι στο ποτό. Για αυτό και τα σερβιτόρια είναι τα σκουπίδια τους. Απλά λαϊκά πράγματα και εναλλακτικά.

Είναι μια τυπική ιστορία που αφορά την εργασία.

Είναι μια ιστορία που αφορά την πραγματικότητα και φυσικά δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι μια ιστορία μες στις χιλιάδες για την εργασιακή εκμετάλλευση από πλευράς των αφεντικών είτε μικρών, είτε μεγάλων, είτε εναλλακτικών και την αγκαλιά που βρίσκουν στο κράτος και τους μηχανισμούς του.

Τέλος, είναι μια ιστορία που δεν σταματάει εδώ…

Vectrum

Προπαγάνδα…


Μιας που γράφουμε εδώ και κάτι καιρούς για τον σε εξέλιξη 4ο παγκόσμιο πόλεμο, θα μπορούσαμε, άραγε, να πάρουμε την αρθρογραφία (και το εξώφυλλο!!!) του καθεστωτικού newsweek σαν «απόδειξη»;

Όχι βέβαια!!! Πρώτον, επειδή το newsweek μιλάει, στα τέλη Δεκέμβρη του 2017, για «3ο» – έχει μείνει έναν παγκόσμιο πόλεμο πίσω. Και ύστερα επειδή το σχετικό άρθρο δεν λέει σχεδόν τίποτα σχετικό με τον τίτλο του!!! Πρόκειται για ένα (μάλλον φτηνό) παράδειγμα πρωτοκοσμικής προπαγάνδας: βάζουμε στο μπλέντερ διάφορα σχετικά και άσχετα, τα λιώνουμε, και τα σερβίρουμε χωρίς καμία συνοχή κάτω από έναν εντυπωσιακό τίτλο.

Δεδομένου ωστόσο ότι το newsweek είναι ευρείας κυκλοφορίας, η προπαγάνδα του έχει μια αξία, αν θεωρηθεί σαν αυτό που είναι: σκόπιμη παραπληροφόρηση.

Υπάρχει μέσα στον χυλό ένα πραγματικό γεγονός που θα μπορούσε να έχει σημασία· και ένα είδος απολογισμού που ομολογεί έμμεσα αλλά καθαρά την “ενόχληση” της Ουάσιγκτον. Το γεγονός είναι ότι πριν ένα μήνα, στα τέλη Νοέμβρη, ο Πούτιν ζήτησε (πράγματι) απ’ τις στρατηγικές ή απλά μεγάλες ρωσικές βιομηχανίες να έχουν σχέδια και ετοιμότητα να αυξήσουν την στρατιωτική τους παραγωγή· με μια διαταγή. Αυτό μοιάζει με προετοιμασία· αλλά όχι υποχρεωτικά με μεθόδευση!

Σ’ ότι αφορά τον απολογισμό; Το καθεστωτικό αμερικανικό περιοδικό βάζει μια φράση στο στόμα “ανώνυμου άγγλου αξιωματικού ασφαλείας”: …Η ρωσία δαπάνησε ένα πολύ μικρό ποσοστό αίματος και εξόδων σε σχέση μ’ αυτά που επένδυσαν οι ηπα και οι σύμμαχοί τους στο ιράκ· και κέρδισε σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο εκεί… Μ’ άλλα λόγια: ο ρωσικός ιμπεριαλισμός έχει επιτυχίες (έως και καθαρές νίκες) στη μέση Ανατολή με ελάχιστα έξοδα σε σχέση με τον αντίπαλο αμερικανικό. Αυτό, πράγματι, μπορεί να είναι απειλητικό γενικά!!!

Που έγκειται, ακριβώς, η απειλή; Για δεκαετίες, τόσο στη διάρκεια του 3ου (ψυχρού) παγκόσμιου πολέμου όσο, ακόμα περισσότερο, μετά την λήξη του, η αμερικανική αυτο-επιβεβαίωση της απόλυτης παγκόσμιας στρατιωτικής υπεροχής προπαγανδιζόταν με βάση όχι μόνο (ή όχι τόσο) την “τεχνική πολεμική ανωτερότητα” αλλά την μεγάλη διαφορά στα ποσά που πηγαίνουν άμεσα και έμμεσα στον στρατό, στη συντήρησή του, στις πολεμικές βιομηχανίες, κλπ. Συγκρίνοντας τέτοια μεγέθη η Ουάσιγκτον ήταν σίγουρη νικήτρια. Και εξακολουθεί να αυτο-προβάλλεται έτσι, όχι μόνο απέναντι στη Μόσχα αλλά απέναντι και στο Πεκίνο.

Εκείνα που παραβλέπουν σκόπιμα τέτοιες συγκρίσεις είναι πολλά. Για παράδειγμα οι μόνιμες υπερκοστολογήσεις των όπλων που αυξάνουν θεαματικά τα κέρδη των αμερικανικών πολεμικών βιομηχανιών· κάτι που δεν ισχύει αλλού, αν τα αντίστοιχα εργοστάσια και ερευνητικά γραφεία είναι κρατικής ιδιοκτησίας. Ή τις μεγάλες διαφορές στο “κόστος εργασίας”, ανειδίκευτης, ειδικευμένης ή υπερειδικευμένης. Ή, ακόμα, το είδος (και το πραγματικό κόστος) των ερευνών που γίνονται στα πεδία των νέων τεχνολογιών.

Η σχέση, λοιπόν, “κόστους – αποτελέσματος” είτε στην “ειρηνική” καπιταλιστική παραγωγή είτε στη στρατιωτική, ακόμα και στα πεδία μάχης, δεν είναι αυτή που θα βόλευε τις ηπα και τους συμμάχους τους: ανεβαίνει το πρώτο άρα θα ανέβει και το δεύτερο!!! Αντίθετα, πρώτα στο αφγανιστάν και μετά στο ιράκ ξαναείδε μπροστά της η Ουάσιγκτον (αλλά και οι σύμμαχοί της) εκείνο που είχε μάθει στο βιετνάμ, και προτιμούσε να απωθεί: ότι, δηλαδή, αντίπαλοι με χαμηλό έως πολύ χαμηλό budget, χρησιμοποιώντας πιο έξυπνα και πρακτικά το μυαλό τους, μπορούν όχι απλά να ζορίζουν μια “υπερδύναμη” αλλά ακόμα και να την αναγκάζουν σε ήττες. Στο κάτω κάτω αυτό ακριβώς έπαθε (και) η σοβιετική ένωση στο αφγανιστάν (απέναντι στη cia)!…

Όχι μόνο η Μόσχα· όχι μόνο το Πεκίνο· αλλά ακόμα και η Τεχεράνη είναι (ή μπορεί να αποδειχθεί) πολύ σκληρότερος αντίπαλος για τον αμερικανικό στρατό, αν χρειαστεί, απ’ ότι θα ήθελαν να πιστεύουν τα αμερικανικά μούσκλια…

Αυτός είναι ο κρυφός (;) φόβος της Ουάσιγκτον: ότι ενόσω βρυχάται και επιδεικνύει το οπλοστάσιό της δεν φοβίζει και δεν αποτρέπει πια τους αντιπάλους της!!! Και ότι ίσως αναγκαστεί τελικά να κάνει εκείνο το βήμα που θα την φέρει αντιμέτωπη με το ομολογημένα απρόβλεπτο αλλά και αναπότρεπτα επίφοβο: ένα δεινό καθολικό στραπάτσο…

___________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/propaganda/

  

Καουλούν: Η αυτόνομη γειτονιά του Hong Kong…


Αποτέλεσμα εικόνας για Καουλούν: Η αυτόνομη γειτονιά του Hong Kong

Πολύ λίγα μέρη στον κόσμο παραμένουν άναρχα, καθώς ακόμα και οι μικρότερες δομές κοινωνικής οργάνωσης λειτουργούν με βάση συγκεκριμένους κανόνες και υπό την εποπτεία κάποιων αρχών.

Εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα είναι η περίπτωση του περιτοιχισμένου οικισμού της Καουλούν, που μέσα στον 20ο αιώνα συγκέντρωσε ένα τεράστιο αριθμό κατοίκων οι οποίοι ζούσαν αυτόνομα με βάση τις αρχές της αυτοργάνωσης.

Πρόκειται για μια έκταση 20,7 στρεμμάτων στην περιοχή Καουλούν του Hong Kong που στα τέλη του προηγούμενου αιώνα έφτασε να γίνει το περισσότερο πυκνοκατοικημένο σημείο στον πλανήτη, με συνολικά 50 χιλιάδες κατοίκους.

Η ιστορία της γειτονιάς ξεκινά από την περίοδο της Δυναστείας Σονγκ, όταν χτίστηκε εκεί ένα μικρό οχυρό για να φιλοξενήσει στρατιώτες που φρουρούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες της περιοχής. Όμως, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το οχυρό μετατράπηκε σε μικρή στρατιωτική πόλη με μερικές εκατοντάδες κατοίκους. Η Σύμβαση του 1898 για την Επέκταση του Hong Kong δεν περιελάμβανε την έκταση του Καουλούν, με αποτέλεσμα η περιοχή να εξελιχθεί σύντομα σε άναρχη γειτονιά, καθώς καμία διοίκηση δεν έδειχνε ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τους λίγους αρχικά κατοίκους της.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή προσέλκυσε πολλούς που θέλησαν να την καταλάβουν και σταδιακά κατασκευάστηκαν τα πρώτα μόνιμα κτίρια. Μέχρι το 1950 οι κάτοικοι της γειτονιάς είχαν φτάσει τις 5 χιλιάδες, αριθμός που είχε διπλασιαστεί το 1973. Από τότε η δόμηση άρχισε να γίνεται ανεξέλεγκτη. Η γειτονιά ήταν γεμάτη αρκετά ψηλά κτίρια με μικρά διαμερίσματα-δωμάτια και πολύ στενά δρομάκια ανάμεσά τους. Ο ήδη μεγάλος αριθμός μόνιμων κατοίκων και το μυστήριο που επικρατούσε σχετικά με τη γειτονιά, δημιούργησε για την Καουλούν τη φήμη της γειτονιάς με μεγάλη εγκληματικότητα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπολογίζεται ότι στην Καουλούν ζούσαν περίπου 50 χιλιάδες κάτοικοι που συγκροτούσαν τη δική τους ανεξάρτητη κοινωνία.

Καουλούν

Το ενδιαφέρον στην περίπτωση της Καουλούν, πέραν του τεράστιου αριθμού κατοίκων σε μια τόσο μικρή έκταση, βρίσκεται στους τρόπους συμβίωσης των ανθρώπων της γειτονιάς. Διαχρονικά η περιοχή εξακολουθούσε να έχει τη φήμη της αποκομμένης και γκετοποιημένης γειτονιάς με έντονη εγκληματικότητα, αλλά στην πραγματικότητα οι κάτοικοι ήταν ιδιαίτερα παραγωγικοί.

Εκατοντάδες μικρά εργαστήρια που λειτουργούσαν στην Καουλούν κατασκεύαζαν προϊόντα που μεταφέρονταν σε όλο το Hong Kong, ενώ συναντούσε κανείς πολλές μικρές κλινικές και οδοντιατρεία. Το κόστος διαβίωσης ήταν τόσο μικρό, γιατί  η περιοχή δεν εντασσόταν στις εκτάσεις που όφειλαν φορολογία στην αποικιοκρατική κυβέρνηση. Γι’αυτό και πολλοί κάτοικοι του Hong Kong επέλεγαν να επισκεφθούν την Καουλούν, λόγω των προσιτών τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών της.

Η ποικιλία των δραστηριοτήτων ήταν τόσο μεγάλη που επέτρεπε στη γειτονιά να λειτουργεί πράγματι αυτόνομα. Είχαν δημιουργήσει μια ομάδα εθελοντών πυροσβεστών και οργάνωναν μόνοι τους τη συλλογή των απορριμμάτων. Σε περίπτωση τεχνικών προβλημάτων τις επισκευές αναλάμβαναν κάτοικοι της γειτονιάς. Οι κάτοικοι της γειτονιάς ζούσαν ανεξάρτητα.

Το τέλος της Καουλούν ήρθε με την ολική κατεδάφισή της το 1993. Ήδη από το 1987 η διοίκηση του Hong Kong είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της να ανακατασκευάσει την περιοχή και έκανε έξωση στους κατοίκους. Μετά την κατεδάφιση, στην έκταση της πρώην περιτοιχισμένης πόλης δημιουργήθηκε ένα μεγάλο πάρκο.

Το παρακάτω γράφημα του Visual Capitalist αναπαριστά ένα τυπικό σύμπλεγμα κτιρίων της γειτονιάς της Καουλούν:

Καουλούν


https://info-war.gr/kaouloun-i-aftonomi-gitonia-tou-hong-kong/Από: