ΤΙ ΑΚΟΥΕΙ Ο REBUS; …


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του Ίαν Ράνκιν, με ήρωες τον (συνταξιούχο πλέον) Τζον Ρέμπους, τον Μάλκολμ Φοξ και τη Σιβόν Κλαρκ (να μην ξεχνάμε τη Σιβόν!), Ο Διάβολος μόνο Ξέρει (Rather Be theDevil, μετάφραση: Νάντη Σακκά, Μεταίχμιο 2017) ο Ρέμπους είναι μελαγχολικός (έχει κόψει το κάπνισμα και προσπαθεί να περιορίσει το αλκοόλ), αλλά εξακολουθεί να χώνει τη μύτη του παντού, να μαζεύει κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα και να πετάει φονικές ατάκες. Και να ακούει μουσική, φυσικά.

Οι μουσικές αναφορές είναι αρκετές, όπως άλλωστε σε κάθε βιβλίο του βεβαιωμένα μουσικόφιλου Ράνκιν. Αναφέρονται «ο B.B. King στο μουσικό τηλεοπτικό σόου The Old Grey Whistle Test» (σ. 20), μια (ανύπαρκτη) διασκευή του «Back in the USSR» των Beatles (σ. 45), ο Burt Backarach (σ. 120), ο Tommy των The Who (σ. 369) και ο Hank Marvin, o κιθαρίστας των The Shadows (σσ. 278 & 457). Αναφέρονται (όχι πάντα σε σχέση με τον Ρέμπους), αλλά δεν «ακούγονται».

Αναφέρονται επίσης δύο συγκροτήματα που δεν υπάρχουν: οι Ninja Horse και οι Blacksmith. Οι πρώτοι υποτίθεται ότι είναι βαβουριάρικο ροκ συγκρότημα. Υπάρχει ένα ποπ/ροκ γκρουπάκι που το λένε Hinja Horses, αλλά δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής:

Από τα ηχεία αντηχούσε ροκ μουσική.

«Πάντα το πρωί μου αρέσει να ακούω λίγο Μπερτ Μπακαράχ [sic]», είπε η Κλαρκ.

«Είναι Ninja Horse».

«Ε, τότε κάνε τη χάρη και ξαναβάλ’ το στον στάβλο του». [σ. 120]

Όσο για τους Blacksmith, υπάρχουν δύο συγκροτήματα που λέγονται έτσι, αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν ενεργό στα 70s, όπως οι επινοημένοι Blacksmith του σταρ Μπρους Κόλιερ (ενός δευτερεύοντος χαρακτήρα στο μυθιστόρημα). Συνεπώς, ούτε ο Κόλιερ υπάρχει. Έτσι κι αλλιώς, ο Ρέμπους καθόλου δεν τους πάει:

Μόλις μπήκαν στο Saab ο Ρέμπους πέταξε τη σακούλα [με τον δίσκο των Blacksmith] στο πίσω κάθισμα.

«Ήταν καθόλου καλοί;» ρώτησε ο Φοξ.

«Σκατά», απάντησε ο Ρέμπους, βάζοντας μπρος τη μηχανή. [σ. 332]

Ο Ρέμπους δεν ακούει σκουπίδια. Ακούει 70s· κατά κανόνα, κιθάρες· από βινύλια – όταν έχει επιλογή. Ακολουθούν  τα σχετικά αποσπάσματα και τα αντίστοιχα δείγματα, κατά σειρά: John Martyn, Anne Briggs, Rory Gallagher.

Κατευθύνθηκε προς το σκοτεινό καθιστικό. Ένα μισοάδειο μπουκάλι κρασί πάνω στο τραπεζάκι. Μια λάμψη από το ηχοσύστημα του υπενθύμισε ότι δεν το είχε κλείσει. Ο τελευταίος δίσκος που έπαιζε: το Solid Air του Τζον Μάρτιν. Ένιωθε σαν να περπατούσε μέσα απ’ αυτόν ακριβώς τον συμπαγή αέρα καθώς νυχοπατούσε κατά μήκος του χαλιού μέχρι το παράθυρο. Τι περίμενε η Ντεπ να της πει; Υπάρχει κάτι σαν σκιά στον πνεύμονά μου, κι έτσι τώρα έχουμε να κάνουμε με τρομακτικές λέξεις όμως «τομογραφία» και «βιοψία»; Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται, πόσο μάλλον να το πει φωναχτά. Μια ολόκληρη ζωή με το τσιγάρο τελικά είχε κάνει τη ζημιά της μια και καλή. Ένας βήχας που δεν έλεγε να υποχωρήσει· αιμοπτύσεις στον νιπτήρα· συνταγογραφημένες εισπνοές, συνταγογραφημένος νεφελοποιητής· ΧΑΠ…

Καρκίνος του πνεύμονα.

Δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει σ’ αυτό το κακό αγόρι να εισχωρήσει στο νοερό του λεξιλόγιο. Όχι, όχι, όχι. Κράτα το μυαλό σου δραστήριο, στρέψε την προσοχή σου αλλού, μη σκέφτεσαι όλα εκείνα τα ωραία τσιγάρα που κάπνισες σε αυτό ακριβώς το σημείο, πολλά μες στη μέση της νύχτας, συνοδεία ενός βινυλίου του Τζον Μάρτιν να παίζει χαμηλόφωνα. [σελ. 22]

Και παρακάτω:

[Ο] Ρέμπους κοίταζε από το παράθυρο τη νύχτα που απλωνόταν έξω. Κατόπιν πλησίασε το πικάπ. Το Solid Air ήταν ακόμα εκεί από τότε που η Ντέμπορα Κουάντ είχε περάσει το βράδυ μαζί του. Αυτός ο δίσκος ήταν πάντα εκεί γι’ αυτόν, ανεξάρτητα από το τι βάσανα είχε στη ζωή του. Και ο ίδιος ο Τζον Μάρτιν βασανισμένος δεν ήταν; Ο Johnny Too Bad – έπινε ξίδια, τσακωνόταν και πλακωνόταν με φίλους και ερωμένες. Του είχαν πετσοκόψει το ένα πόδι στο χειρουργείο. Ποτέ όμως δεν έπαψε να κυνηγάει τη ζωή, τραγουδώντας και παίζοντας ως το τέλος.

Αυτό ήταν το καλό με τους δίσκους βινυλίου: όταν τελείωνε, μπορούσες να σηκώσεις τη βελόνα και τον ξαναβάλεις να παίξει απ’ την αρχή. [σσ. 277-278]

«Μας μένει η Ανν Μπριγκς. Όπως και ο  Όλντφιλντ, είναι από τη δυτική ακτή, γέννημα θρέμμα. Οι δυο τους επικοινωνούν με έναν κώδικα που μόνο αυτοί μπορούν να καταλάβουν. Προς τι το ειρωνικό χαμόγελο;»

«Μια τραγουδίστρια της φολκ λέγεται Ανν Μπριγκς», είπε ο Ρέμπους και έδειξε το ράφι με τους δίσκους κάτω από το ηχοσύστημά του. «Ένας δυο από τους δίσκους της είναι κάπου εκεί, αν ψάξω θα τους βρω».

«Πιθανότατα δεν είναι το ίδιο πρόσωπο», σχολίασε ο Φοξ.

«Πιθανότατα», συμφώνησε ο Ρέμπους. «Αλλά απόψε είναι η βραδιά των μουσικών για μένα». [σσ. 160-161]

«Τι είναι;» επανέλαβε ο Φοξ, μπαίνοντας στη θέση του συνοδηγού.

«Ξέρεις ποιος θα τα ’πινε σε ένα καταγώγιο σαν τον Πειρατή;»

«Ποιος;»

«Ο Κρο Σαντ».

«Που σημαίνει;»

«Που σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτώ λίγο, το οποίο με αναγκάζει να σε βάλω στο αθόρυβο – συγγνώμη γι’ αυτό».

«Να με βάλεις στο αθόρυβο;»

Ο Ρέμπους τέντωσε το χέρι του προς το ραδιόφωνο, πατώντας ένα κουμπί. Από τα ηχεία βγήκε μουσική που γέμισε το αμάξι τη στιγμή που ο Ρέμπους πατούσε γκάζι. Αν ο Φοξ είχε ιδέα από μουσική, ίσως είχε αναγνωρίσει τον ήχο της κιθάρας.

Ρόρι Γκάλαχερ, «Kickbak City». [σελ. 337-338]

[Φωτογραφία εξώφυλλου: Ο Ian Rankin στο Oxford Bar, το αγαπημένο στέκι του John Rebus. Φωτογράφος: Murdo MacLeod· πηγή: The Guardian.]

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/12/13/ti-akouei-o-rebus/

Δημοκρατία και συντήρηση ενός κοινού κόσμου…


Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ – Σκηνή σε δρόμο του Βερολίνου (1914)

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης 

Σε προηγούμενη ανάλυσή μας [1] διαπιστώσαμε ότι ο όρος «συντηρητικός» περισσότερο ταυτίζεται με συγκεκριμένους σύγχρονους φιλελεύθερους (πράγμα που είχε ισχυριστεί και ο Παναγιώτης Κονδύλης[2]), οι οποίοι το μοναδικό που καταφέρνουν να συντηρούν είναι οι ακραίες ανισότητες από οικονομική, πολιτική και πολιτισμική άποψη. To γεγονός αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την πλήρη αδιαφορία τους για τα κοινά και την προσκόλλησή τους στην ιδεολογία της προόδου, μια ιδεολογία που αποτελεί βάση της πολιτικής σκέψης του δέκατου όγδοου αιώνα, και ενθαρρύνει τη «βελτίωση» μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, όπως αναφέρει η Hannah Arendt, η Simone Weil και ο Christopher Lasch [3].

Στον 21ο αιώνα, κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του πολιτισμικού μηδενισμού, οι πραγματικοί συντηρητικοί αποτελούν είδος υπό εξαφάνιση, όντας αδύναμοι να συγκροτήσουν κάποια πολιτική οντότητα. Ποιοί είναι, όμως, αυτοί οι «πραγματικοί συντηρητικοί» και τί πρεσβεύουν; Αν εξετάσουμε ετυμολογικά τον όρο συντήρηση, αυτό που προκύπτει είναι μια σύνθετη λέξη: συν και τηρώ (τήρησις):

  1. Από τον Επίκτητο μαθαίνουμε πως η λέξη τήρησις παραπέμπει στο «τηρέω» [4]. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο αναφερόμενος στον θεϊκό νόμο, όχι όμως από κανονιστική σκοπιά, αλλά περισσότερο με στόχο να αναφερθεί σε ένα σύνολο αξιών, κοινών για όλους τους ανθρώπους, αξίες που προάγουν το «φυσικό δίκαιο», όπως αυτό κατέστη κατανοητό από τους Σοφιστές αλλά και μεταγενέστερους φιλοσόφους (βλ. Θωμάς Ακινάτης).
  2. Επιπλέον, η έννοια του φυσικού δικαίου αναφέρεται σε αυτό που αργότερα κάποιοι στοχαστές ταύτισαν με τον «κοινό νου» (senso comune), ή την κοινή σοφία (sapienza) των λαών και των εθνών [5].
  3. Το πρόθεμα συν παραπέμπει στο «μαζί», στο «συλλογικό», υποδηλώνοντας την από κοινού προσπάθεια υπεράσπισης και διαφύλαξης ενός συνόλου αξιών που προωθούν το φυσικό δίκαιο και το συνολικό συμφέρον (έναντι του ατομικού).

Στην εποχή του μηδενισμού, κάθε αξία αποτιμάται σε συσσώρευση κεφαλαιακή, κάθε νόρμα ρευστοποιείται με στόχο να μπορεί να καταναλωθεί σα να πρόκειται για αναλώσιμο υλικό. Ταυτόχρονα, η σημασία της εντοπιότητας παραγκωνίζεται κάτω από την ολοένα και αυξανόμενη πίεση για κεφαλαιακή εξάπλωση που οδηγεί στην ανάδυση ενός κίβδηλου και άεθνου κοσμοπολιτισμού (ο οποίος δεν θα πρέπει να σχετίζεται με τον κοσμοπολιτισμό των Σοφιστών, των Στωικών και των πρώτων Χριστιανών ή το λαϊκό οικουμενισμό της Weil). Την ίδια στιγμή το μοντέλο του κτητικού ατομικισμού (όρο που χρησιμοποιεί ο Macpherson [6] προκειμένου να περιγράψει τον σύγχρονο ατομικισμό – ως απόρροια του οικονομικού φιλελευθερισμού – ένας ατομικισμός που δεν πρέπει να συγχέεται με αυτόν του Ralph Waldo Emerson και David Henry Thoreau) ανάγει την ατομική ευτυχία (μέσω της κατανάλωσης) σε απώτερο στόχο και τη διευθέτηση όλων των υποθέσεων σε οικονομικούς παράγοντες, κατάλληλους για την προώθηση ευρείας κλίμακας «βελτιωτικών πολιτικών», κοινωνικών «ανοιγμάτων» και ενσωμάτωσης όλων των κοινοτήτων στο παγκόσμιο χωριό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η «συντήρηση» μετατρέπεται σε «βρώμικη λέξη»: συχνά ταυτίζεται με κάποιου είδους ψυχολογική εμμονή, δεδομένου ότι οι προοδευτικοί στοχαστές προσπαθούν να ταυτίσουν κάθε τάση ριζώματος στον παραδοσιακό τρόπο ζωής, στο οικείο περιβάλλον, με κάποια δήθεν νηπιακή νοσταλγία αυτών που -στα λόγια του Richard Hofstadter [7]- αρνούνται να εναρμονιστούν με τις αλλαγές, αυτών που, με άλλα λόγια, αρνούνται να προοδεύσουν, αφήνοντας πίσω την παλιά «παρωχημένη» μικρή κοινότητα «γεμάτη προκαταλήψεις», με στόχο να γίνουν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του παγκόσμιου χωριού που συνεχώς μεταβάλλεται και αναπροσαρμόζεται στις ανάγκες της καινοτομίας και της αγοράς.

Συνέχεια

Τρομοκράτες; …


Αν η νομιμοποίηση της κατοχής της Ιερουσαλήμ απ’ το ισραήλ μπορεί να αποδοθεί “προσωπικά” στο ψόφιο κουνάβι (λαθεμένα: πρόκειται για απόφαση του αμερικανικού βαθέος κράτους) η καταγγελία ότι η Άγκυρα και η Ντόχα χρηματοδοτούν τους “τρομοκράτες” στη συρία (τον isis και την al-Nusra) είναι, ίσως, ακόμα πιο δηλωτική του στριμώγματος του άξονα Ουάσιγκτον – Τελ Αβίβ – Ριάντ. Επειδή δεν ήταν το ψόφιο κουνάβι που την έκανε. Ήταν ο ένας απ’ τους τρεις σωματοφύλακές του (αυτούς που κυβερνούν πραγματικά), ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας αρχικαραβανάς Herbert Raymond McMaster, σε εκδήλωση στην Ουάσιγκτον πριν δυο μέρες. Κατά τον “σύμβουλο” και η σαουδική αραβία υποστήριζε τέτοιες οργανώσεις πριν δεκαετίες (!!!!! ωωωω! πως περνάει ο καιρός στο αμέρικα…) – αλλά τώρα τις υποστηρίζουν η τουρκία και το κατάρ.

Είναι αλήθεια ότι και τα δύο καθεστώτα συμμετείχαν στο αμερικανικής έμπνευσης σχέδιο για την διάλυση και την μοιρασιά της συρίας, υποστηρίζοντας αντι-Άσαντ ενόπλους, είτε θεωρήθηκαν αυτοί “τρομοκράτες” είτε “moderate”. Ωστόσο μετά την ρωσική εμπλοκή και τις πρώτες επιτυχίες της άλλαξαν «γραμμή» – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διέκοψαν κάθε σχέση με τους μισθοφόρους τους. Έγινε μάλλον αυτό: οι περισσότεροι απ’ τους proxies τόσο της Άγκυρας όσο και της Ντόχα άλλαξαν κι αυτοί στόχους· προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα.

Έχουμε υποστηρίξει ότι «ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», σαν επιλογή των ηπα υπέρ της διατήρησης της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, τέλειωσε. Όχι επειδή η «τρομοκρατία ηττήθηκε»! Αλλά επειδή τον ίδιο πόλεμο κάνουν πλέον και οι ανταγωνιστές της Ουάσιγκτον· για τα δικά τους συμφέροντα. Πράγμα που σημαίνει ότι το αμερικανικό θεώρημα κυριαρχίας «πολεμάμε τους τρομοκράτες σ’ όλο τον πλανήτη» εκπυρσοκρότησε.

Μια μορφή αυτού του τέλους είναι η γελοιοποίηση του θεωρήματος απ’ τους ίδιους τους εφευρέτες του. Η Ουάσιγκτον ανακαλύπτει πλέον «κρατικούς σπόνσορες της τρομοκρατίας» όπου ζορίζεται (Τεχεράνη, Άγκυρα, Ντόχα) και τους κουκουλώνει όπου την βουλεύουν (Ριάντ) – αλλά αυτή η ενοχοποίηση είναι πια εντελώς αδιάφορη διεθνώς. Ανακαλύπτει «σπόνσορες της τρομοκρατίας» αλλά δεν μπορεί να τους «πατάξει», όπως προσπάθησε κάποτε πρώτα εναντίον της Καμπούλ και ύστερα εναντίον της Βαγδάτης. Κρατάει ψηλά την σημαία της «αντιτρομοκρατίας», επειδή δεν έχει βρει κάτι άλλο στη θέση της· αλλά ακολουθούν ελάχιστοι…

Ο παλιός αυτοκράτορας γέρασε, «τα έχασε», και παραμιλάει…

(Υ.Γ. Η τελευταία παράγραφος ενός χθεσινού άρθρου σχετικού με τις καταγγελίες του McMaster στην καθεστωτική τουρκική daily sabah τελειώνει έτσι:

… Για χρόνια ο τουρκικός λαός αναρωτιόταν αν οι ηπα είναι ένας αξιόπιστος σύμμαχος. Τώρα η ερώτηση είναι αν οι ηπα είναι σύμμαχος καν και καν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απομόνωση της Ουάσιγκτον εντάθηκε τον τελευταίο χρόνο…)

(φωτογραφία: ισραηλινός με διδακτορικό στα παιδαγωγικά εν ώρα εργασίας…)

____________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/tromokrates-2/

 

Ηλεκτρικό χρυσάφι; …


Έχει την πλάκα του: άνθρωποι που θέλουν να θεωρούνται σοβαροί (κάποιοι, μάλιστα, “ειδικοί”) υποδεικνύουν με κάθε βεβαιότητα ότι το bitcoin (όπως και τα υπόλοιπα «κρυπτονομίσματα») είναι… «χρυσός»! Ψηφιακός βέβαια, αλλά πάντως χρυσός.

Πέρα και έξω απ’ το τεχνο-μυστήριο που καλλιεργείται γύρω απ’ τα «κρυπτονομίσματα», δεν είναι τίποτα περισσότερο από μέσα συναλλαγής. Στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών έχουν υπάρξει τα πιο παράξενα τέτοια: από πέτρες (ενδεχομένως «πολύτιμες») μέχρι τα τσιγάρα στις φυλακές. Έχει σημασία πως από ιστορική άποψη τα περισσότερα μέσα συναλλαγής δεν είχαν πίσω τους κάποια «κεντρική τράπεζα» με την έννοια που την μάθαμε στον σύγχρονο καπιταλισμό. Είχαν όμως πάντα αυτόν τον απαράβατο κανόνα: την «αξία» τους (τα μέσα συναλλαγής / νομίσματα) την αποκτούσαν απ’ τον συνδυασμό της εμπιστοσύνης στις συναλλαγές με την ποσότητα / σπανιότητά τους.

Φέρνει κάτι ρηξικέλευτα καινούργιο το bitcoin και γενικά τα «κρυπτονομίσματα» σ’ αυτήν την κοινωνική / οικονομική λειτουργία του οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί σα νόμισμα, δηλαδή σαν μέτρο της αξίας; Απολύτως τίποτα. Η «τεχνολογική υπόστασή» του(ς) είναι, απλά, σημάδι της εποχής και καθόλου ένας νεωτερισμός. Αυτό που κάνει η τεχνολογία των «κρυπτονομισμάτων» είναι να εξασφαλίζει (;) την περιορισμένη ποσότητά του(ς)· δηλαδή την σπανιότητά του(ς). Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Όπως συμβαίνει με κάθε άλλο εμπόρευμα, έτσι και τα νομίσματα, όταν γίνονται τα ίδια εμπορεύματα, υπόκεινται στους κανόνες «προσφοράς και ζήτησης». Το bitcoin δεν είναι εξαίρεση. Επειδή είναι «σπάνιο», στο βαθμό που υπάρχει μεγάλη ζήτηση γι’ αυτό, θα ανεβαίνει η τιμή του (σε σχέση με άλλα νομίσματα / μέτρα της αξίας / μέσα συναλλαγών).

(φωτογραφία: Η αναπαράσταση των «κρυπτονομισμάτων» με την μορφή χρυσών λιρών είναι εξόφθαλμη απάτη. Που πιάνει στους επιεικώς ηλίθιους· δυστυχώς γι’ αυτούς είναι πολλοί, έτσι ώστε να σιγουρεύονται μεταξύ τους ότι είναι τέρατα ευφυίας…)

____________________________________________________________
Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/12/ilektriko-chrysafi/

Βολταίρος: «Είμαι ελεύθερος;» …


από 

Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet, 21 Νοεμβρίου 1694 – 30 Μαΐου 1778), ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος, διάσημος για το πνεύμα του, τις επιθέσεις του εις βάρος της Καθολικής Εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Θεωρείται κεντρική μορφή και ενσάρκωση του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Υπήρξε επίσης δοκιμιογράφος και κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού.

Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet, 21 Νοεμβρίου 1694 – 30 Μαΐου 1778), ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος
Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet, 21 Νοεμβρίου 1694 – 30 Μαΐου 1778), ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος

«Είμαι ελεύθερος;»

(Σύμμικτα, έκδοση pleiade)

Κείμενο: Βολταίρος

μετάφραση Δ. Ο. Θοιβιδόπουλου

Ας μη βγούμε ακόμα απ’ τον κύκλο της ύπαρξής μας ας εξακολουθήσουμε να αυτοεξεταζόμαστε όσο γίνεται, θυμάμαι πως μια μέρα, προτού θέσω όλα τα προηγούμενα ερωτήματα, ένας σοφολογιότατος θέλησε να με παρασύρει σε φιλοσοφική συζήτηση. Με ρώτησε αν ήμουν ελεύθερος· του απάντησα πως δεν ήμουν φυλακισμένος, πως το κλειδί του δωματίου μου το είχα στην τσέπη μου, πως ήμουν απόλυτα ελεύθερος. «Δε σας ρωτώ αυτό, μου αποκρίθηκε· νομίζετε πως η θέλησή σας έχει την ελευθερία να θέλει ή να μη θέλει να πέσετε απ’ το παράθυρο; Νομίζετε, όπως ο κορυφαίος σχολαστικός φιλόσοφος, πως η ελεύθερη βούληση είναι μια δύναμη επιθυμητική και πως η αμαρτία είναι ο θάνατός της;». Κοίταξα τον άνθρωπό μου κατάματα, προσπαθώντας να διαβάσω στα μάτια του μήπως τα ‘χε χαμένα, και του αποκρίθηκα πως για μένα αυτό που μου ‘λεγε ήταν ακαταλαβίοτικα.

Ωστόσο αυτή η ερώτηση για την ελευθερία του ανθρώπου, κίνησε ζωηρά το ενδιαφέρον μου· διάβασα τους σχολαστικούς, κι όπως αυτοί, βρέθηκα κι εγώ στο σκοτάδι· διάβασα τον Locke όπου διέκρινα μερικές αναλαμπές· διάβασα την Πραγματεία του Collins, που μου φάνηκε τελειοποιημένος Lock󠎇 κι από τότε τίποτα απ’ ό,τι διάβασα δεν προχώρησε τη γνώση μου σ’ αυτό το σημείο. Να τι ο αδύνατος νους μου μπόρεσε να συλλάβει, με τη βοήθεια αυτών των δυο μεγάλων σοφών, που μόνοι, κατά τη γνώμη μου, κατάλαβαν τι θέλαν να πουν πάνω σ’ αυτό το θέμα, και που έδωσαν να το καταλάβουν και οι άλλοι.

Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς αιτία. Ένα φαινόμενό χωρίς αιτία είναι λόγος χωρίς νόημα. Η κάθε μου θέληση δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο απ’ την καλή ή κακή κρίση μου· η κρίση αυτή είναι αναγκαία, άρα και η θέλησή μου είναι αναγκαία. Γιατί θα ήταν πολύ περίεργο, όλη η φύση, όλα τ’ άστρα να υπακούουν σε αιώνιους νόμους, και να υπάρχει ένα ζωάκι, πέντε πόδια ύψος όλο κι όλο που, περιφρονώντας αυτούς τους νόμους, να μπορούσε να ενεργήσει πάντα όπως του κάπνιζε, με μόνο γνώμονα την ιδιοτροπία του. θα ενεργούσε στην Τύχη, που όπως ξέρουμε δε σημαίνει τίποτα. Φτιάξαμε αυτή τη λέξη για να εκφράζουμε το γνωστά αποτέλεσμα κάθε άγνωστης αιτίας.

Οι ιδέες που σχηματίζονται στο μυαλό μου είναι γέννημα μιας αναγκαιότητας· πώς λοιπόν η βούλησή μου, που εξαρτάται απ’ αυτές, θα μπορούσε να είναι συγχρόνως εξαναγκασμένη και απόλυτα ελεύθερη; Υπάρχουν χιλιάδες περιπτώσεις που νιώθω πως αυτή η βούληση είναι εντελώς ανήμπορη· όπως, λόγου χάρη, όταν η αρρώστια με καταβάλλει, όταν το πάθος με συνεπαίρνει, όταν η κρίση μου αδυνατεί να συλλάβει το αντικείμενό της κλπ.· πρέπει λοιπόν να δεχτώ πως, μια κι οι φυσικοί νόμοι είναι πάντα οι ίδιοι, η βούλησή μου τόσο στα πράγματα που μου φαίνονται αδιάφορα, όσο και σε κείνα που αισθάνομαι τον εαυτό μου υποταγμένο σε μια ακαταμάχητη δύναμη, είναι εξίσου δέσμια.

Είμαι πραγματικά ελεύθερος, σημαίνει μπορώ. Η δυνατότητα να κάνω αυτό που θέλω, να η ελευθερία μου!Υπάρχει όμως μια αναγκαιότητα στη βούλησή μου· αλλοιώτικα θα ήθελα χωρίς λόγο, χωρίς αιτία, πράγμα αδύνατο. Ελευθερία σημαίνει να περπατάω όταν εγώ έχω όρεξη για περίπατο και αν, φυσικά, δεν είμαι πιασμένος.

Είμαι ελεύθερος σημαίνει να μην κάνω μια κακή πράξη αν ο νους μου τη φαντάζεται αναγκαστικά τέτοια· να δαμάσω ένα πάθος αν ο νους μου μου κάνει αισθητό τον κίνδυνό του, και η φρίκη αυτής της πράξης αντιμάχεται με δύναμη την επιθυμία μου. Μπορούμε να καταστείλουμε τα πάθη μας, αυτό όμως δε μας κάνει πιο ελεύθερους απ’ ό,τι είμαστε όταν αφηνόμαστε στις φυσικές μας ροπές: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ακολουθούμε ακατανίκητα την τελευταία μας ιδέα, κι η τελευταία αυτή ιδέα είναι αναγκαία· συνεπώς κάνω από αναγκαιότητα αυτό που εκείνη μου υπαγορεύει. Είναι περίεργο πως αυτό το ποσοστό ελευθερίας, η δύναμη δηλαδή που τους έδωσε η φύση να κάνουν σε αρκετές περιπτώσεις αυτό που θέλουν, δεν ικανοποιεί τους ανθρώπους· τα άστρα δεν την έχουν: εμείς όμως την έχουμε, και κάποτε μάλιστα η έπαρσή μας είναι τόση που μας κάνει να πιστεύουμε πως η ελευθερία μας είναι μεγαλύτερη απ’ αυτή που πραγματικά διαθέτουμε. Φανταζόμαστε πως έχουμε αυτό το ακατανόητο και παράλογο δώρο να ασκούμε τη βούλησή μας, χωρίς άλλο λόγο, χωρίς άλλη αιτία απ’ αυτή την άσκηση.

Όχι, δεν μπορώ να συγχωρέσω στο δόκτορα Clarke ότι πολέμησε κακόπιστα αυτές τις αλήθειες, αν κι αισθανόταν τη δύναμή τους, επειδή δεν καλοταίριαζαν με τα συστήματά του. Όχι, δεν επιτρέπεται σ’ έναν φιλόσοφο της ολκής του, να επιτεθεί στον Collins με σοφιστείες, και να διαστρέφει το όλο ζήτημα, ψέγοντάς τον γιατί αποκάλεσε τον άνθρωπο «αναγκαίως δρώντα». Δρων ή πάσχων, τι σημασία έχει; Δρων όταν κινείται θεληματικά, πάσχων όταν δέχεται ιδέες. Κατά τι το όνομα επηρεάζει το πράγμα; Ο άνθρωπος στο σύνολό του είναι ένα εξαρτημένο ον, καθώς κι ολόκληρη η φύση, και δεν μπορεί να εξαιρεθεί απ’ τ’ άλλα όντα.

Ο ιεροκήρυκας Samuel Clarke έπνιξε μέσα του το φιλόσοφο· διακρίνει δυο αναγκαιότητες, τη φυσική και την ηθική. Και τι θα πει ηθική αναγκαιότητα; Το να μη βγάλει μια βασίλισσα της Αγγλίας, πάνω στην τελετή της στέψης της τα βασιλικά της ενδύματα για να ξαπλωθεί ολόγυμνη πάνω στην Αγία Τράπεζα, όπως διηγούνται πως έγινε με μια βασίλισσα του Κόγκο, το βρίσκετε σωστό. Και το λέτε προκειμένου για μια βασίλισσα που ανήκει στα κλίματά μας, ηθική αναγκαιότητα· όμως στο βάθος είναι μια φυσική αναγκαιότητα, αιώνια, σύμφωνη με την τάξη των πραγμάτων. Είναι τόσο βέβαιο πως αυτή η βασίλισσα δε θα κάνει αυτή την τρέλα όσο βέβαιο είναι πως μια μέρα θα πεθάνει. Η ηθική αναγκαιότητα δεν είναι παρά μια λέξη, ό,τι γίνεται είναι απόλυτα αναγκαίο. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο μεταξύ αναγκαιότητας και τύχης· κι όπως το ξέρετε, η τύχη είναι ανύπαρκτη: άρα ό,τι συμβαίνει είναι φυσικά αναγκαίο.

Για να δυσκολέψουν ακόμα πιο πολύ το πράγμα, σοφίστηκαν τη διάκριση μεταξύ αναγκαιότητας και καταναγκασμού· αλλά, στο βάθος, τι άλλο είναι ο καταναγκασμός παρά μια αναγκαιότητα που γίνεται αντιληπτή, κι η αναγκαιότητα ένας καταναγκασμός που περνάει απαρατήρητος; Στην ίδια αναγκαιότητα υπακούει ο Αρχιμήδης είτε όταν υποχρεώνεται, επειδή τον έχουν κλείσει, να μείνει στο δωμάτιό του, είτε όταν το κάνει όχι από υποχρέωση αλλά γιατί κάποιο πρόβλημα τον έχει απορροφήσει σε σημείο που να μην του ‘ρχεται η ιδέα να βγει. «Ducunt volontem fata, nolentem trahunt».* Ο ανίδεος που σκέπτεται έτσι δεν ακολούθησε πάντα αυτό το δρόμο, όμως είναι τώρα υποχρεωμένος να το παραδεχτεί.

*Η μοίρα οδηγεί όποιov εκούσια την ακολουθεί, σέρνει όποιον αντιστέκεται (Σενέκας).

Πηγή: Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές. ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1979.


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/12/12/%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82/