Η ΠΟΡΤΑ (CHUNGA’S REVENGE)…


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Η πόρτα

Άνοιξε η πόρτα και έκλεισε μετά πατάγου. Οι εντός του οικίσκου εφώναξαν «Ποιος είναι;» Βλέποντες δε ότι ουδείς είχε εισέλθει και ότι απάντησις καμιά δεν ήρχετο, οι εντός του δωματίου συνεπέραναν: ο αέρας θα βρόντηξε την πόρτα.

Και όμως η άπνοια ήτο απόλυτος. Θα έλεγε κανείς ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Παρ’ όλον τούτο, πίσω απ’ το κλειστό παράθυρο το παραπέτασμα εσάλευε σαν πέπλος που ταλαντεύεται από ριπάς ανέμου. Εις το δωμάτιον κάτι ανεκύκλιζε τον μέχρι προ ολίγου στάσιμον αέρα – σαν να κτυπούσαν, τώρα, εκεί, πτερά πελώριου πελαργού, σαν να πτερούγιζε εκεί ένας λευκός αρχάγγελος το φέγγος των ουρανών εις το κλειστόν δωμάτιον επί αιχμής ρομφαίας κομίζων.

Η οικοκυρά εκοίταξε εμβρόντητος τους άλλους. Έπειτα όλοι εκοίταξαν μαζί το ανθογυάλι, που ευρίσκετο επί μικράς κονσόλας και έμειναν όλοι άναυδοι… Τα χάρτινα λουλούδια που περιείχε το δοχείο μεγάλωναν ακαριαίως σαν άνθη κήπου αληθινά και ο ταπεινός ο χώρος ευωδίαζε εντόνως, σαν τόπος αγιότητος, σαν τόπος αγιωσύνης. 

[Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα]

Εγώ πάλι νομίζω πως από την πόρτα μπήκε ο Τσάνγκας κι έβαλε μπροστά την ηλεκτρική σκούπα που είχε αγοράσει —χωρίς να τη χρειάζεται— με τα τελευταία του χρήματα από κάποιον πλανόδιο στην Τιμισοάρα, και να που ήρθε η ώρα να τη χρησιμοποιήσει για να τους εκδικηθεί όλους, εισβάλλοντας ως αόρατος λευκός αρχάγγελος και κάνοντας με την ηλεκτρική σκούπα του τις κουρτίνες να κουνιούνται. Μόνο στο μυστήριο με τα χάρτινα λουλούδια δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη· αυτά μεγάλωσαν μόνα τους.

Εν πάση περιπτώσει, κι έτσι να μην έγινε, εγώ διαβάζοντας την «Πόρτα» ακούω το «Chunga’s revenge». Δεν ξέρω γιατί.

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/12/09/chungas-revenge/

Οι πόλεμοι του Οπίου…


Η δεύτερη φάση της σύγκρουσης Μεγάλης Βρετανίας και Δύσης με την Κίνα (1856 – 1860)

Γράφει ο Θανάσης Γάλλος

O Κλαούζεβιτς έγραψε: Ο πόλεμος είναι ένα είδος διπλωματίας (ή η συνέχιση της πολιτικής) με άλλα μέσα. Εάν ο Πρώσος θεωρητικός του πολέμου είχε μελετήσει τους Πολέμους του Οπίου που διεξήγαγε η Μεγάλη Βρετανία και η Δύση εναντίον της Κίνας, ίσως να είχε προσθέσει ότι ο καταναγκασμός στη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι μία εναλλακτική μορφή άσκησης πολιτικής, και σε πολλές περιπτώσεις, πιο αποτελεσματική από τον πόλεμο.

Οι δύο πόλεμοι, του 1839 – 1842 και του 1856 – 1860, και οι δύο γνωστοί ως οι Πόλεμοι του Οπίου, οι οποίοι ενέπλεξαν τη Βρετανική, και αργότερα τη Γαλλική Αυτοκρατορία (αλλά και τις ΗΠΑ και τη Ρωσία), σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Αυτοκρατορίας των Τσινγκ (Qing), έχουν, σήμερα, σκόπιμα ξεχαστεί ή εντελώς αγνοηθεί από τη Δύση. Αλλά για τους Κινέζους και τον υπόλοιπο κόσμο, οι συγκρούσεις αυτές εξακολουθούν να είναι ενοχλητικά σύμβολα του Δυτικού ιμπεριαλισμού, με επιπτώσεις που κρυφοκαίνε μέχρι σήμερα. Οι συγκρούσεις παραμένουν ενοχλητικά σύμβολα μιας πολιτικής της Δύσης προς την Ανατολή που διήρκεσε αιώνες. Προηγούμενα βιβλία με θέμα αυτές τις συγκρούσεις που εκδόθηκαν στη Δύση, φαίνονται να είναι φιλτραρισμένα μέσα από απόψεις ευρωκεντρικών ιστορικών, που υποβιβάζουν ή αγνοούν σημαντικά θέματα αυτών των πολέμων, οι οποίοι έληξαν νομιμοποιώντας ένα καταστροφικό ναρκωτικό και επιτρέποντας στις Δυτικές δυνάμεις να επιβάλουν μία αποικιοκρατικού τύπου κυριαρχία πάνω σε έναν προηγμένο πολιτισμό.

Παρ’ όλα αυτά, όταν οι Πόλεμοι του Οπίου διεξάγονταν πριν από ενάμισι αιώνα περίπου, τα κίνητρά τους φαίνονταν σε αξιοσημείωτο βαθμό σύγχρονα. Μολονότι το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών είναι το κεντρικό διακύβευμα του πολέμου, πρόκειται για την εξιστόρηση μιας πολιτισμικής σύγκρουσης, σύγκρουσης δύο κόσμων, ο καθένας από τους οποίους ήταν απόλυτα πεπεισμένος για τη δική του ανωτερότητα. Τα διακυβευόμενα συμφέροντα ήταν μεγάλα και, πέρα από τα καθαρά οικονομικά ή μάλλον κερδοσκοπικά, αναφέρονταν σε βασικά ηθικά, δεοντολογικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα.

Συνέχεια

Νυχτερινή καταγραφή των αστέγων στο κέντρο της Αθήνας…


Χθες τα μεσάνυχτα περίπου 70 άνθρωποι κάθε ηλικίας, αλλά κυρίως νέοι και νέες, βρίσκονταν στο δημαρχείο της Αθήνας, που ήταν ανοιχτό λόγω μίας νυχτερινής καταγραφής αστέγων στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείο.

Δεν έχουν ένα κρεβάτι για να κοιμηθούν, με τα χαρτόκουτα και τις κουβέρτες να έχουν αντικαταστήσει το στρώμα. Σε αυτή την καταγραφή αστέγων από τον δήμο Αθηναίων, μέσα στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης, συμμετέχει με δημοσιογράφο και φωτορεπόρτερ το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Συνολικά καταγράφηκαν 183 άστεγοι, αλλά η έρευνα δεν περιλαμβάνονται κάποιες περιοχές που παρουσιάζουν υψηλούς αριθμούς, οι οποίες για διάφορους λόγους, όπως για παράδειγμα η ασφάλεια, δεν προσεγγίστηκαν αυτή τη φορά.

Συμπράττουν για πρώτη φορά έξι φορείς: ΚΕΘΕΑ, ΟΚΑΝΑ, PRAKSIS, Γιατροί του Κόσμου, Θετική Φωνή και ΚΥΑΔΑ. Τα μέλη τους χωρίστηκαν σε δώδεκα ομάδες και να καταγράψουν άστεγους.

Μια ομάδα εθελοντών και η αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Πρόνοιας και Ισότητας στον δήμο Αθηναίων, Μαρία Στρατηγάκη, κατεβαίνει την Αγίου Κωνσταντίνου κοντά στην Ομόνοια.

Στα σκοτεινά στενά της Αγ. Κωνσταντίνου, συναντούν μία νεαρή κοπέλα. «Καλησπέρα, ονομάζομαι Μαρία κι είμαι εθελόντρια για τον δήμο Αθηναίων. Κάνουμε σε όλους λίγες ερωτήσεις σχετικά με την κατάσταση στέγασής σας. Τηρείται ανωνυμία. Θα θέλατε να μας απαντήσετε;» Η κοπέλα βρίσκεται δίχως στέγη εδώ και περίπου μισό χρόνο και είναι χρήστης ουσιών.

Η ομάδα αφού την ενημερώνει κατηφορίζει προς Μεταξουργείο. Κεραμεικού, Ιάσωνος, Αγησιλάου, Αχιλλέως… Άλλοτε αντικρίζεις μόνο τα απλωμένα χαρτόκουτα και τις κουβέρτες κι άλλοτε τους ίδιους τους ανθρώπους κουλουριασμένους και σκεπασμένους, προσπαθώντας να κοιμηθούν μέσα το κρύο του Δεκέμβρη.

Είναι άνθρωποι που για διάφορους λόγους δεν έχουν στέγη. Η περιπλάνηση συνεχίζεται και τα μέλη των ομάδων, συνεχίζουν με όρεξη για να βρουν και να συνομιλήσουν με όσους δεν έχουν στέγη. Να τους ακούσουν και να προσφέρουν έστω ένα χαμόγελο, ένα νεύμα κατανόησης, όχι οίκτου και λύπησης, αλλά αλληλεγγύης.

Σε ένα στενό κοντά στην πλατεία Μεταξουργείου, συνομιλούν με έναν άνδρα, λίγο κάτω από τα 40. Τον ρωτάνε αν έχει κάποιο μέρος να μείνει για σήμερα το βράδυ. Απαντά αρνητικά. Του κάνουν ενημερώσεις, του δίνουν κάποια στοιχεία τους και τον καληνυχτίζουν. Ο άνδρας τους χαιρετάει και τους ευχαριστεί για το ενδιαφέρον.

Η Αγγέλα, φοιτήτρια κι εθελόντρια στη «Θετική Φωνή» περιγράφει τις εντυπώσεις της από την εμπειρία υποστηρίζοντας ότι «η συνεργασία με άλλες ΜΚΟ ήταν αρκετά λειτουργική και ενδιαφέρουσα».

Παρά την κούραση της ορθοστασίας και του περπατήματος στο κρύο, η Εύα από το ΚΥΑΔΑ, έμεινε απολύτως ικανοποιημένη από την δράση. «Σαν εμπειρία και σαν πιλοτικό πρόγραμμα, πέρα από τη δειγματοληψία, που ήταν το στεγνό κομμάτι της έρευνας, είχε και την άμεση αλληλεπίδραση, ότι πηγαίναμε στον χώρο τους», τονίζει η ίδια.

«Παρόλο που αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις, παρά την επικινδυνότητα, ήταν προσιτοί και προσεγγίσιμοι. Ήθελαν να βοηθήσουν κι εκείνοι στην έρευνα , να μιλήσουν για την κατάσταση που βιώνουν», συνεχίζει καταλήγοντας.

Θετικές εντυπώσεις αποκόμισε και ο Μ. από τον ΚΕΘΕΑ. «Ήθελα πολύ να συμμετάσχω σε αυτή την έρευνα. Ασχολούμαι εδώ και κάποια χρόνια με το αντικείμενο στην πρώτη γραμμή. Είναι καημός μου να γίνει ένας χώρος που είναι για χρήστες άστεγους. Είναι θετικό να γίνονται συνεργασίες πολλών φορέων γιατί φαίνεται ότι πολλοί ασχολούνται με το ίδιο πράγμα, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά,» υπογραμμίζει ο νεαρός εθελοντής.

Έχει φτάσει 6 το πρωί του Σαββάτου. Η ομάδα επιστρέφει στο δημαρχείο παρουσιάζοντας τα πορίσματα της. Δεν έχει ακόμη ξημερώσει καλά καλά και διασχίζοντας την Πανεπιστημίου μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι η πόλη έχει φορέσει τα γιορτινά της.

Συνομιλώντας με την κ. Στρατηγάκη μας λέει ότι «Στόχος είναι να καταγράψουμε τους αστέγους στο κέντρο της Αθήνας και να μπορέσουμε σε ένα χρόνο να δούμε εάν οι πολιτικές που θα αναπτύξουμε έχουν αποτέλεσμα.

«Οι άστεγοι στο κέντρο της Αθήνας είναι από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα που έχουμε. Στο κέντρο συσσωρεύονται περισσότεροι άστεγοι κι είναι υποχρέωση του δήμου και δέσμευσή του να κάνει κάτι στην κατεύθυνση αυτή. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει και τη δημιουργία ενός «safe haven» στα πρότυπα της Ν. Υόρκης , δηλαδή θα δημιουργηθεί ένας χώρος-υπνωτήριο χωρίς εμπόδια και φραγμούς, που θα αποτελέσει τη μετάβαση από το δρόμο σε έναν στεγασμένο χώρο», προσθέτει.

Σύμβουλος στη συγκεκριμένη ενέργεια η Bloomberg Associates, με επικεφαλής την Linda Gibbs, που είχε διατελέσει αναπληρώτρια δήμαρχος Υγείας και Ανθρωπίνων υπηρεσιών της Νέας Υόρκης από το 2005 έως το 2013.

Τέλος, παρούσα και σύμβουλος του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς όπως ανακοίνωσε η αρμόδια υπουργός, Θ. Φωτίου, αρχές Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου, θα πραγματοποιηθεί καταγραφή αστέγων σε 6 δήμους.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Aπό:http://vathikokkino.gr/archives/113024

Ξεχαρβαλώθηκε η Ζωή: Η Γραφή, η Ανάγνωση και η Ελευθερία…


Φιλήμονας Πατσάκης

Ο τίτλος μάς πηγαίνει πολύ πίσω, στον Σαίξπηρ και τις μεγάλες τραγωδίες του, αλλά μας δίνει το στίγμα των καιρών μας τόσο μα τόσο μεστά. Η λογοτεχνία συχνά υποτιμάται ως μια απλή στιγμή τέρψης, όμως πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό. Ακολουθώντας συγκεκριμένα χνάρια στον λαβύρινθο των υπέροχων δημιουργιών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μένουμε άφωνοι από την πυκνότητα των ερωτημάτων που τα έργα αυτά εκτόξευσαν προς τον εμβρόντητο άνθρωπο. Η έννοια της χρησιμότητας δεν μπόρεσε ποτέ να απαντήσει στην τραγικότητα της ύπαρξης. Μια τραγικότητα που θέτει υπό αμφισβήτηση τα θέσφατα με τα οποία οι εξουσίες μπολιάζουν και αδρανοποιούν τη ζωή. Το χάσμα της ασυμφωνίας αυτής η εξουσία το γέμιζε με φόβους, πολέμους, ταυτότητες, αποκλεισμούς, εμπέδωση ορισμών, χρήση σκοπών και στόχων – τίποτα δεν μπόρεσε να καλύψει την έλλειψη συνοχής. Τίποτα δεν απομένει πέρα από τον δισταγμό και τον φόβο.

Στα μεγάλα έργα έχεις την αίσθηση μιας έντονης μοναξιάς αλλά και μια εξαντλητική πορεία μιας νέας συγκρότησης. Ο άνθρωπος αναλογίζεται και οριοθετεί, αλλά ταυτόχρονα μετακινεί διαρκώς τα όρια. Καθώς τα όρια που καθόρισαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η χρήση των δύο ατομικών βομβών όρισαν και τις διαστάσεις της εξουσιαστικής φρίκης και καθώς η απειλή όλων αυτών μας ξανακυκλώνει, γνωρίζουμε πλέον ότι δεν φτάνουν πια οι επικαλύψεις επιθυμιών που στηρίζονταν στις πλαστές οικονομικές ανάγκες για να απαντήσουν στο πώς να ζήσουμε και στα γιατί που μας αγχώνουν. Όλα δείχνουν να ξανατίθενται από την αρχή.

Στο υπέροχο βιβλίο του Mahi Binebine «Τα αστέρια του Σίντι Μούμεν», από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας είναι ήδη νεκρός. Διαβάζουμε λοιπόν: «Εξάλλου δεν τράβηξα μπροστά στη ζωή μου γιατί δεν υπήρχαν και πολλά να κάνω. Και θέλω να δηλώσω ευθύς εξ αρχής, δεν λυπάμαι που τελείωσα. Δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία των δεκαοκτώ βασανισμένων χρόνων της δύσκολης ζωής που μου δόθηκε να ζήσω». Το Σίντι Μούμεν είναι ένα προάστιο της Καζαμπλάνκας. Για την ακρίβεια η χωματερή της, όπου ζουν οι απόκληροι. Αυτό που ο Μπάουμαν θα πει «Ανθρώπινα απόβλητα». Οι άνθρωποι χωρίς φωνή, ο φόνος χωρίς ένοχο. Η πρόοδος που έταξαν έχει θαφτεί κάτω από αυτό το «δεν έχω την παραμικρή νοσταλγία». Η λογοτεχνία ανιχνεύει τη ζωή σε αυτή τη ρωγμή, όπως έκανε στις στιγμές όπου τα καθεστώτα επέβαλλαν τη σιωπή της λογοκρισίας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Ρωσία και την σχεδόν εξωπραγματική λογοτεχνία που βγήκε από εκεί. Οι τσάροι έπεσαν πάνω σε κάθε προϊόν ελεύθερης σκέψης με μίσος. Εκκαθαρίσεις στα πανεπιστήμια, στυγνή λογοκρισία, παντού μυστικοί πράκτορες, ρητή απαγόρευση κρίσεων και συζητήσεων στον τύπο και όπου αλλού πάνω σε ό,τι αφορούσε στο καθεστώς. Όμως έγινε φανερό ότι σταδιακά η λογοτεχνία στη Ρωσία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή της κοινωνίας, άνοιξε το λαρύγγι της, αποκατέστησε τον διαλυμένο διάλογο των ιδεών, έδωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες. Μόνο η λογοτεχνία με την ιδιόρρυθμη φύση της μπορούσε να στεγάσει τα αιτήματα της εποχής. Οι κοινωνικές ιδέες βρήκαν αμέσως θέση στα λογοτεχνικά κείμενα. Πίσω από τις μορφές που αναδείχθηκαν στη ρωσική λογοτεχνία, εύκολα ψηλαφεί κανείς τους δεσμούς με την κοινωνική συνείδηση της εποχής. Μια νέα στάση ζωής ενσαρκωνόταν μέσα από τις σελίδες της. Το ίδιο δεν συνέβη και στην Αμερική του Μακάρθι όπου άνθησε η επιστημονική φαντασία;

O άνθρωπος αναζητά και πάλι τη σκουριασμένη πανοπλία του Δον Κιχώτη. Από τη γραφή ζητάμε ένα νόημα απόλυτα παρόν, ένα νόημα που θα ανατέμνει τις μέχρι τώρα βεβαιότητες, ζητώντας τον τόπο που ακόμη δεν είναι εδώ. Η ποίηση μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ανθρώπινη άγνοια που δημιουργεί καινούργια πράγματα, την αυτοσυνείδηση που μας οδηγεί να μεταμορφωνόμαστε σε όσα έχουμε κάνει, αναλογιζόμενοι τις δυνατότητες αυτών που μπορούμε ακόμη, και στην ανάγκη για την αυτεξούσια πορεία πέρα από τη διάχυτη απελπισία. Τα έργα δεν είναι ούτε ψυχές ούτε πράγματα ούτε ανανεώσιμα αρχέτυπα σε ένα γλωσσικό σύμπαν προς μελέτη. Είναι αμυντικές διεργασίες σε συνεχή μεταβολή. Αυτά υπάρχουν ως δυνατότητες μέσα σε μια προσπάθεια ελέγχου τόσο της γραφής όσο και της ανάγνωσης.

Ένα παιχνίδι παλλόμενων αντιθέσεων βρίσκεται στη βάση της εναλλασσόμενης παρόρμησης προς την ασφάλεια ή την εξέγερση. Σήμερα αισθανόμαστε να ασφυκτιούμε μέσα στη λογική των νόμων. Υπάρχει μέσα μας κάτι παθιασμένο, γενναιόψυχο και ελεύθερο, που υπερβαίνει τις παραστάσεις της λογικής. Χάρη σε αυτή την υπέρβαση είμαστε ανθρώπινοι. Αυτό γίνεται, στη σημερινή σήψη, αντικείμενο ποινικής αντιμετώπισης. Τι γίνεται τώρα που η ευτυχία εξαφανίζεται από τον πυρήνα της ανθρώπινης επιδίωξης; Οι ορισμοί και οι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η σημερινή δομή καταρρέουν και η αυτεξουσιότητα προβάλλει ως μια στιγμή που θα κάνει την αλληλεγγύη κάτι πολύ πέρα από μια προσωπική στιγμή: θα την κάνει μέρος μιας συνολικής αλλαγής παραδείγματος.

Η τέχνη έχει από καιρό φύγει από τη σφαίρα του όποιου φορμαλισμού, σήμερα μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο να υποσκάψει και να υπονομεύσει τις συνήθειες και τις αυτοματοποιημένες αντιλήψεις. Θα το κάνει; Καθώς ο αυταρχισμός του μονολογισμού υποχωρεί, προτείνοντας μια βίαιη καταστολή, μένουμε κοιτώντας τις εμπειρίες της πολυφωνικότητας, τις πολλές φωνές που συνθέτουν το ανθρώπινο. Οι μονοφωνικοί περιορισμοί υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη μιας νέας ανακουφιστικής συλλογικότητας, το υποκείμενο αναγνωρίζει δειλά δειλά την ανάγκη για την επικύρωση της αλληλεγγύης, για μια πληθυντική επένδυση στο σώμα, για μια διαρκή υπέρβαση των κατατεθειμένων ορίων.

Άλλο ένα σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι η δυνατότητα της αφήγησης να υπερβαίνει τη λήθη, την επικύρωση της εξουσίας. Σε αυτή την ανάγκη εμπλέκονται αρχικά οι μαρτυρίες για το Άουσβιτς και η σιωπή γύρω από το Γκουαντάναμο. Τι παρήγαγε το Άουσβιτς; Στη βάση ποιας λογικής δομήθηκε ως δυνατότητα; Κάθε εξουσία φέρνει εντός της αυτή τη δυνατότητα. Η γραφή μπορεί να απομακρύνει την ύβρη της λήθης που λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός και που εμφανίζει τέτοιες δομές ως λογικές. Καθώς παρακολουθούμε τα πτώματα που ξεβράζονται στις ακτές της Δύσης, αισθανόμαστε μια ροή συνέχειας των εποχών. Άνθρωποι οι οποίοι πολλές φορές δεν ταυτοποιούνται, των οποίων ο χώρος ταφής μένει άγνωστος, αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί των οποίων η αφήγηση συντρίφθηκε, στων οποίων την υπόσταση έχει συντελεστεί μια σημαντική αλλοίωση Ξέρουμε αρκετά για να μπορούμε να πούμε ότι κάθε ολοκληρωτισμός θέλησε να δομήσει μια αξιολογική γλώσσα, μια γλώσσα του αποκλεισμού. Ο ορισμός του τι μπορεί να νοηθεί ως σωστό και λάθος, καλό και κακό, καλύπτει τότε το σύνολο της ζωής. Πολλά νοήματα αποκτούν στην ουσία μια ποινική διάσταση.

Η γραφή που μας ενδιαφέρει κινείται στους αντίποδες μιας τέτοιας λογικής. Διαλύει τη συνενοχή και ορίζει τις στιγμές που βγαίνουμε έξω από την αλλοτρίωση. Είναι στιγμές που η λογοτεχνία αποβλέπει στη διάρρηξη της ιεραρχίας μέσα στην επικράτεια των γεγονότων. Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει η αξία χρήσης μιας κοινωνίας που θέλει να δει το έξω, αυτό υπάρχει στη φύση της ως δυνατότητα, όπως αντίστοιχα υπάρχει και η δυνατότητα να παίξει τον ρόλο της επικύρωσης του υπάρχοντος.

Στην ανθρωπότητα, το αίτημα για εξέγερση τίθεται εκ νέου ως αντίθεση στη διογκούμενη καταπίεση και τον αυξανόμενο δεσποτισμό. Η φαντασία αρχίζει πάλι να αναζητά την αυτοτελή ενέργεια και την ορμή, οσμίζεται την αναδυόμενη ανάγκη για αξιοπρέπεια και κινείται να τη συναντήσει σε νέα εδάφη. Σε αυτή τη διάλυση όλων των παραγωγών ταυτοτήτων, η λογοτεχνία βρίσκει και πάλι τον χώρο για να κινηθεί και να διηγηθεί. Είναι δύσκολο να γράφεις ξέροντας πως η ζωή σου ξεγλιστρά, την ώρα που ο χρόνος χάνει τη δύναμη για απόφαση, ξέροντας ότι με αυτό τον τρόπο τίποτα δεν μπορεί να αρχίσει. Είναι εξαιρετικά εύκολο να αποδυθείς στον αγώνα του εμπορεύματος, της συνήθειας, του κοινού και κατασκευασμένου γούστου· όμως, από μακριά έρχεται μια συνειδητοποίηση της γραφής ως μέρος μιας επώδυνης αυτογνωσίας, ως συστατικό στοιχείο του αναστοχασμού.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

image_pdfimage_print
____________________________________________________________