πελαργός …


Ακούω μια άσχετη ιστορία και μου μένει μόνο μια εικόνα. Μια γυναίκα καπνίζει στον απορροφητήρα. Είναι όρθια, φυσάει τον καπνό προς το σημείο που κάνει θόρυβο και ρουφάει τον αέρα. Ακούει ας πούμε Ronettes ή κάτι αντίστοιχο, παλιό και γλυκό. Η μπαλκονόπορτα είναι ελάχιστα ανοιχτή, ένα σωρό κρύο όμως μπαίνει μέσα. Τη στιγμή που θα μπορούσε να είναι ακριβή, χαλάει ο ήχος από μέσα. Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις, ο σύντροφος ενημερώνεται, όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το κοινωνικό μέρισμα. Στήνει αυτί, να κάνουμε Χριστούγεννα, βήμα 1, βήμα 2 και πάει λέγοντας. Κάπου στο βήμα 5 ή βήμα 6 το χάνει. Το έντυπο Α21 με έχασε. Ξέρω ένα σωρό άλλα, Ε1, Ε3, Ε9, ΦΠΑ – βιες, αλλά το αυτό το Α21 απλά παραείναι, είναι το όριο, το ξεπέρασμα του οποίου για μένα σημαίνει παραίτηση. Δε γαμιέται και το koinwnikomerisma.gr , λέει σχεδόν δυνατά και πως στο διάολο γίνεται και ο σύντροφος την ακούει ανάμεσα στον Αντ1 και τις Ronettes και κάτι ψελλίζει, έτσι κάνεις και μετά δεν παίζει φράγκο. Δεν παίζει τίποτα και ενώ αυτή συνεχίζει να καπνίζει το ένα τσιγάρο καπάκι στ’ άλλο, τρία πρεζάκια σήμερα το πρωί στην οδό Καποδιστρίου κοιτάζουν ένα χαρτί κάποιας δημόσιας υπηρεσίας, είναι κάτι που πρέπει να καταλάβουν, αλλά είναι και οι τρεις χάλια, είναι εμφανές ότι κάτι δεν μπορούν να καταλάβουν και είναι εμφανές ότι προσπαθούν, αλλά κανείς δε σταματάει να ρωτήσει τι έγινε ρε παιδιά να βοηθήσω, κανείς δε σταματά κι είναι λογικό γιατί είναι τρία πρεζάκια, είναι τρεις άνδρες απόλυτα υπεύθυνοι για την κατάστασή τους, υπεύθυνοι και πιθανώς επικίνδυνοι. Εντωμεταξύ έχει δίκιο ο ζητιάνος στην Σταδίου όταν λέει μη με εγκαταλείπετε, αυτή είναι η σωστή φράση, όχι βοηθείστε, όχι ό,τι έχετε ευχαρίστηση, όχι σας παρακαλώ, η σωστή φράση είναι αυτή. Μη με εγκαταλείπετε. Τον είχαμε, τον είχατε, τον είχαν κάποιοι τέλος πάντων, τον κρατούσαν, ήταν εκεί κοντά και τώρα ζητάει απλά λίγη γαμημένη επιμονή και να παραμείνουν αυτοί οι κάποιοι στην αρχική τους θέση, εκεί που τους τοποθέτησε της ζωής και της κοινωνίας η αίσθηση καθήκοντος, για να μη μιλήσω για αγάπη. Με με εγκαταλείπετε. Ξεκινάει ένα παιχνίδι, γέρνω προς το γκρεμό και κάποιος, εσείς, με κρατάτε απ’ το γιακά και ξαφνικά αυτό το χέρι βαρέθηκε, κουράστηκε, εξαφανίστηκε τέλος πάντων και τώρα που αιωρούμαι όλο και πιο κοντά στην άβυσσο, λέω απλά ε, που είναι αυτό το χέρι, μη με εγκαταλείπετε. Αλλά εγώ ο ζητιάνος κάνω προφανώς λάθος, αφού ειδικά στις περιπτώσεις των αποτυχημένων, των εντελώς χαμένων είναι που πριμοδοτείται στην ερμηνεία και στην νομιμοποίηση της καταδίκης, η χρήση της απόλυτης προσωπικής ευθύνης. Φταις, πέσε.Και η γυναίκα συνεχίζει να καπνίζει, ελαφρά απογοητευμένη, αλλά όχι ιδιαίτερα, έτσι πάνε αυτά τα πράγματα, καλύτερα να μην περιμένεις πολλά κι ας είσαι τόσο όμορφη, τόσο ελαφροπάτητη, τόσο ταιριαστή στο κάδρο του κόσμου. Σκέφτεται να κάνει ένα διάλειμμα απ’ το πάφα πούφα, αλλά και τι να κάνει; Ειδήσεις; καλύτερα να πηδήξει απ’ τον τέταρτο όροφο με το κεφάλι. Λίγο φέισμπουκ; Αλλά δεν αντέχει, δεν αντέχω να δω ξανά τη φάση πόσο καλοί οι μετανάστες που βοηθάνε τους Έλληνες πλημμυροπαθείς, πόσο συγκλονιστικοί οι παλιοί Έλληνες αριστεροί που μες στη βροχή και το χαλασμό υψώνουν τη γροθιά, και δε φταίνε φυσικά ο μετανάστες ούτε οι παλιοί αριστεροί, αλλά όλοι εμείς που το παρόν εξαντλείται στους συμβολισμούς και τις επετείους και τις προσπάθειες να αποδειχθεί με ένα φωτογραφικό ενασταντανέ ότι οι ξένοι είναι καλοί άνθρωποι, όπως κι εμείς. Αλλά δε χρειάζεται οι ξένοι να είναι καλοί άνθρωποι, πόσο μάλλον που δεν είμαστε κι εμείς καθόλου τέτοιοι, κάτι αρχίδια είμαστε, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να το παραδεχτούμε. Δεν έχει νόημα η ηλίθια επιμονή στην απονομή του τροπαίου του καλού ανθρώπου, ό,τι μπορούμε κάνουμε, ό,τι μας έμαθαν από παλιά, να μισούμε κανά ξένο, να παρελαύνουμε με τη γαλανόλευκη κι αν κανένας απ’ αυτούς μας αποδείξει πόσο φιλότιμος (και φτηνός) είναι, ε ας πάει και το παλιάμπελο, εμείς τις εξαιρέσεις είμαστε έτοιμοι να τις επισημάνουμε σε πολλά συνεχόμενα οικογενειακά τραπέζια. Ξανά τσιγάρο στον απορροφητήρα, ο σύντροφος κάνει ζάπινγκ πριν βάλουμε σειρά, στα ριάλιτι και στα σπορ έχουμε την βασιλική επιστροφή του θεού. Σαν πελώριο τανκ, εισβάλει στο σαλόνι μας, στ’ αυτιά μας, η επίκληση στη βοήθειά του, είναι φοβερό αυτό, να το λες δημόσια, να το λες μπροστά στην κάμερα χωρίς ίχνος αστεϊσμού ή σεμνότητας, να ζητάς τη βοήθεια του θεού. Να δώσει ο μεγαλοδύναμος να ανοίξουν οι άλλοι χριστιανοί 15 μπουκάλια τσόνι μπλακ στα μπουζούκια που τραγουδάς και να βάλεις εκείνο το κρίσιμο τρίποντο και να δίνει γενικώς, να σε αγαπάνε τα παιδιά σου και μάλιστα εσύ να τους το ανταποδίδεις και να συγκινείσαι ενθυμούμενος το πρώτο πολυβόλο που τους πήρες απ’ τα τζάμπο. To the first of many guys. Φέρνε τσιγάρα, βάλε τον απορροφητήρα στο 4, κι ας πάει μέχρι το 3. Βάλε κάτι να ακούμε, κάτι ειλικρινές, κάτι που να μη θυμίζει τίποτα, κάτι που να μη βασίζεται στο άλλοθι του παλιού αριστερού ηθικού μεγαλείου ή στην κακομοιριά της δεξιάς ηθικολογίας.

Η γυναίκα αγνοεί τις φωνές του συντρόφου απ’ το σαλόνι, χέσε μας κι εσύ ρε μαλάκα, δε βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα;. Στέκεται στο ένα πόδι, πελαργός, που μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο συνειδητοποίησε όση πραγματικότητα μπορεί να χωρέσει στο μικρό του κεφάλι. Και τώρα απομένει δίπλα στον απορροφητήρα – όρθια στο ένα πόδι – και καπνίζει κοιτώντας το στενό άπειρο της κουζίνας, την άκρη του χαρτιού κουζίνας που πάλλεται απαλά κρεμασμένο στον λευκό τοίχο.


Από:https://tovytio.wordpress.com/2017/11/23/pelargos/

Ασιατικοί, και βαλλιστικοί, και πύραυλοι…


Πάλι έκανε την αταξία του το βορειοκορεατικό χουντοπαλιόπαιδο. Εκτόξευσε πιο αναβαθμισμένο ως τώρα βαλλιστικό πύραυλο· και το ψόφιο κουνάβι απάντησε με τους γνωστούς γρίφους του: “θα το κανονίσουμε”.

Τα κακά νέα, ωστόσο, για τις ηπα έρχονται όχι απ’ την Πγιονγκγιάνγκ, αλλά απ’ το Πεκίνο. Στις αρχές της επόμενης χρονιάς το κινεζικό καθεστώς θα “αναπτύξει” τους DF-41 διηπειρωτικούς πυραύλους του. Το είδος θεωρείται το ίδιο καλό με τα πιο advanced του είδους των ηπα και της ρωσίας. Έχει ένα βεληνεκές από 12 μέχρι 15.000 χιλιόμετρα και μπορεί να κουβαλήσει μέχρι 10 πυρηνικές κεφαλές. Πράγμα που σημαίνει ότι απ’ τις αρχές του 2018 το Πεκίνο θα μπορεί να κτυπήσει το αμερικανικό έδαφος με 250 πυρηνικές βόμβες ταυτόχρονα.

Αυτή η «δύναμη πυρός» έχει σχέση και με το «θάρρος» του βορειοκορεάτη Kim Jong-Il. Ειδικά για όσους θυμούνται την δηλωμένη θέση του Πεκίνου για την όξυνση της κόντρας Ουάσιγκτον –Πγιονγκγιάνκ: αν, μεν, επιτεθεί πρώτη η βόρεια κορέα η κίνα θα μείνει ουδέτερη· αν, όμως, επιτεθούν πρώτες οι ηπα, τότε θα «χωθεί».

Το βορειοκορεατικό καθεστώς δεν θα κάνει το πρώτο βήμα· δεν το χρειάζεται, και θα ήταν αυτοκτονία. Οπότε το αμερικανικό έχει (ή νομίζει ότι έχει) και το καρπούζι και το μαχαίρι. Αυτός είναι ένας κόμπος που δεν μπορεί να τον λύσει με «κυρώσεις», ψοφιοκουναβικά τιτιβίσματα και δηλώσεις του είδους «σηκώνω τα μανίκια μου». Μπορεί να χρειάζεται ένα αποφασιστικό τεχνολογικό πλεονέκτημα… Όχι, πάντως, υπομονή.

(φωτογραφία: σχεδόν σαν πίνακας του Magritte…)


Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/11/asiatiki-ke-vallistiki-ke-pyravli/

Ο Τσαρλς Μάνσον και η ανωνυμία του κακού…


Οταν ο Τσαρλς Μάνσον γεννήθηκε είχε αρχικά το όνομα «No name Maddox». Η μάνα του, αλκοολική μικροεγκληματίας, και ο πατέρας του, εργάτης χαμένος από προσώπου γης, δεν μπήκαν στον κόπο να τον ονοματίσουν.
Οταν πέθανε, το όνομα Τσαρλς Μάνσον είχε ήδη κατοχυρωθεί στα ληξιαρχεία ως συνώνυμο της φρίκης.
Ενα brand που θα περιγράψει την ενσάρκωση του κακού, την τυφλότητα της βίας, το πρόσωπο του θηρίου εντός των αστικών κοινωνιών, κάτι πολύ ευρύτερο του ονοματεπώνυμου ενός και μόνου ανθρώπου.
Ο ίδιος ο απολεσθείς ψυχάκιας θα περιγράψει«Ο πατέρας μου είναι η φυλακή. Πατέρας μου είναι το σύστημά σας… Είμαι μονάχα αυτό που με κάνατε να είμαι. Είμαι μόνο η αντανάκλασή σας».
Από το 1969 μέχρι και την ημέρα θανάτου του ο Μάνσον θα περάσει τη ζωή του στη φυλακή. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία του και η μορφή του θα βρουν χώρο σε τηλεοπτικές και έντυπες συνεντεύξεις, αφιερώματα, ντοκιμαντέρ και ταινίες.
Ο Μάνσον θα γίνει ένα ποπ σημείο που θα συνεχίσει να τροφοδοτεί το κοινωνικό φαντασιακό με φρίκη ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.
Οι Guns Ν’ Roses θα διασκευάσουν ένα από τα κομμάτια που έγραψε κατά τη διάρκεια της σύντομης και αποτυχημένης καριέρας του, ο σκηνοθέτης John Waters θα παρακολουθήσει τη δίκη του, ο Marilyn Manson θα βαφτίσει το μισό του όνομα με αναφορά σε αυτόν.
Μια σειρά από αντίστοιχες επιλογές θα δώσουν στον Μάνσον μια διάσταση πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλο εγκληματία στη σύγχρονη ιστορία και θα τον καταχωρίσουν στο αμερικανικό φολκλόρ.

Ο Μάνσον υπήρξε ένας συγκροτητικός μύθος, η ενσάρκωση του κακού ή πιο σωστά το κακό που αποδεικνύει τον εαυτό του. Ενα κακό που αρνείται να εκλογικευτεί, που δεν εξηγείται στα κίνητρα και στις προθέσεις του παρά μόνο από τον ίδιο τον εαυτό του.
Ο ίδιος ο δολοφόνος δεν απολογήθηκε ποτέ. Δεν ένιωσε ποτέ τύψεις και δεν ζήτησε συγχώρεση. Δεν τοποθετήθηκε στο άκρο της ηθικής κλίμακας αλλά πέρα από αυτήν.
Ο Τσαρλς Μάνσον υπάρχει ως μόνιμη υπενθύμιση αυτού που η κοινωνία μονίμως απορρίπτει και απωθεί. Κινούμενος απέναντι στους πρωταγωνιστές του θεάματος και τους ανθρώπους του πλούτου κατάφερε τελικά να γίνει και ο ίδιος θέαμα, σαν ήρωας που ξέφυγε από την προβολή κάποιας ταινίας τρόμου.
Βγαλμένος μέσα από την εποχή που τον ανέθρεψε, έγινε η ενσάρκωση της βίας σε μια περίοδο που οι δέκτες της τηλεόρασης εισήγαν τη βία του Βιετνάμ σε κάθε αμερικανικό σπίτι.
Παρεμφερής και βγαλμένος μέσα από τις κοινότητες των χίπηδων, θα σκορπίσει το τυφλό μίσος ως απάντηση στην άνευ όρων αγάπη τους.
Αυτό που ξεχνάμε είναι πως ο ίδιος ο Μάνσον δεν σκότωσε κανέναν. Ηταν αυτός που κατέστρωσε το σχέδιο δολοφονιών με την ονομασία Helter Skelter και διέταξε τις δολοφονίες.
Συχνά επίσης ξεχνάμε πως το σχέδιο εντάσσεται στην Ακροδεξιά και τα εγκλήματα του νεοναζισμού, αφού ως στόχο είχε έναν φυλετικό πόλεμο ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους, έναν πόλεμο από τον οποίο μόνο η οικογένεια Μάνσον θα επιβίωνε. Ενας ξάδελφος χρυσαυγιτών καμένος από την κατάχρηση και τη σχιζοφρένεια.
Γιατί ο επώνυμος Μάνσον ήταν το κακό στην ανώνυμη φάση του. Οχι η τυφλή δύναμη πίσω από το χτύπημα, η μανία που καταλαμβάνει το σώμα και το σπρώχνει στον φόνο, αλλά η εντολή που μεταδίδεται, το κακό που περνάει από το άτομο και διαχέεται σε πράξεις άλλων σαν μεταδοτική αρρώστια και σκορπάει σαν αίμα σε λευκό πουκάμισο.
Γι’ αυτό ίσως η φιγούρα του παρέμεινε τρομακτική μέχρι και σήμερα. Εορταστική στην περιφρόνηση της λογικής και φρικτή ταυτόχρονα.
Μια γιορτή αίματος από αυτούς που ακόμα και το περιθώριο απαρνήθηκε.
Και ακόμα και μετά τον θάνατο του δολοφόνου, αυτό το κακό ακόμα πλανιέται πάνω από τις μεγαλουπόλεις. Συμπαγές, τυφλό και ανώνυμο.
(στην Εφημερίδα των Συντακτών)
____________________________________________________________
Από: http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/11/blog-post_62.html

Αμερικανική πολιτική …


Μπορεί το ψόφιο κουνάβι να “υποσχέθηκε” τηλεφωνικά στον Ερντογάν ότι θα σταματήσει τον οπλισμό των ypg την περασμένη Παρασκευή, αλλά το Πεντάγωνο έχει άλλη άποψη. Θα συνεχίσει να τις υποστηρίζει ανακοίνωσε, και έχουμε εξηγήσει στην τουρκία ότι τα όπλα που δίνουμε είναι για συγκεκριμένο σκοπό. O.K. Αλλά οι σκοποί αλλάζουν, έτσι δεν είναι; (Και η προέλευση των όπλων μπορεί να διαφοροποιείται, ε;)

Δεν είναι ηλίθιο του τουρκικό καθεστώς. Όπως ακριβώς κάνει η Μόσχα και το Πεκίνο έτσι και η Άγκυρα «επιδιώκει» την «καλωσύνη» του ψόφιου κουναβιού (που περιορίζεται στο εξής απλό: δηλώσεις χωρίς πρακτικό αντίκρυσμα) για να μην αναγκάζεται να δηλώσει ανοικτά και εφ’ όλης της ύλης αντιαμερικανισμό· αλλά, αντί γι’ αυτό, να παριστάνει ότι προβληματίζεται για το «ποιος κυβερνά πραγματικά τις ηπα».

Η τουρκική εκδοχή αυτής της παράστασης άρχισε αμέσως μετά τις ψοφιοκουναβικές υποσχέσεις. Κατά την τουρκική καθεστωτική daily sabah χτες:

… Η Άγκυρα λέει ότι ο τερματισμός του εξοπλισμού των ypg, θυγατρικών του pkk στη συρία, δεν είναι αρκετός. Τονίζουν την σημασία που θα έχει η ανάκληση των όπλων που έχουν δοθεί ήδη στην τρομοκρατική οργάνωση. Οι ειδικοί λένε ότι η αμερικανική κίνηση [σ.σ.: ένας πιθανός τερματισμός της προμήθειας όπλων] δεν είναι εντελώς πειστική και πρέπει να ελεγχθεί…

Στις υποσχέσεις περί «ειρήνης» και «σταθερότητας» είναι large η Ουάσιγκτον, ήταν τέτοια και επί δημοκρατικών και Ομπάμα· έχει γίνει ακόμα χειρότερη πια, καθώς ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός οξύνεται παγκόσμια. Όσοι δεν έχουν αυταπάτες το πολύ πολύ να παριστάνουν ότι τις παίρνουν στα σοβαρά.

Όσοι, απ’ την άλλη μεριά, τις παίρνουν όντως στα σοβαρά, προσπαθούν να πιαστούν απ’ τα μαλλιά τους. Με φτηνότερα ή και δωρεάν show περνάει ο καιρός· αλλά ο πνιγμός γίνεται όλο και πιο βέβαιος.

(φωτογραφία: μπροστά πηγαίνει ο αρχηγός…)


Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/11/amerikaniki-politiki/

«Lucky» ή ένας διαλογισμός για την αξία της ζωής …


Κατά παράδοξο τρόπο αυτός ήταν και ο τελευταίος ρόλος του Χάρι Ντιν Στάντον, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 91 ετών στις 16 Σεπτέμβρη 2017. Σαν να προέβλεπε το τέλος, αποφάσισε να είναι πρωταγωνιστής σε μια ταινία με αναφορά, ουσιαστικά, τον ίδιο.

Η ται­νία, που έχει σκη­νο­θε­τή­σει ο Τζον Κάρολ Λιντς, είναι μια κο­με­ντί βαθιά φι­λο­σο­φη­μέ­νη πάνω στο νόημα της ζωής και του θα­νά­του, όμως με μη­νύ­μα­τα αγά­πης για τη ζωή και τις αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις.

Ο 90χρο­νος Λάκι είναι ένας ηλι­κιω­μέ­νος που απο­λαμ­βά­νει τη μο­να­χι­κό­τη­τα και την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του, ζώ­ντας σε ένα αγρό­κτη­μα σε κά­ποια κω­μό­πο­λη των ΗΠΑ. Η ζωή του κυλά ήρεμα, απλά και αργά. Με το που ξυπνά το πρωί, ανά­βει αμέ­σως τσι­γά­ρο και κα­τό­πιν κάνει τη γυ­μνα­στι­κή του, ακού­γο­ντας μου­σι­κή. Αμέ­σως μετά ξε­κι­νά τη βόλτα του. Πη­γαί­νει για καφέ στο κο­ντι­νό κα­φε­στια­τό­ριο, μιλά με τους θα­μώ­νες και λύνει το σταυ­ρό­λε­ξό του. Μετά, στον γυ­ρι­σμό, αγο­ρά­ζει τσι­γά­ρα και γάλα, πα­ρα­κο­λου­θεί παι­χνί­δια γνώ­σε­ων στην τη­λε­ό­ρα­ση και το βράδυ πάει βόλτα για ένα ποτό στο μπαρ της πε­ριο­χής, κου­βε­ντιά­ζο­ντας με τους φί­λους του. Επί­σης, είναι σαρ­κα­στι­κός, βρί­ζει αρ­κε­τά, και κατά πως φαί­νε­ται, είναι άθεος.

Όμως, αυτή την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα έρ­χε­ται να δια­τα­ρά­ξει μια ξαφ­νι­κή λι­πο­θυ­μία. Οι εξε­τά­σεις δεν δεί­χνουν να έχει κάτι πα­θο­λο­γι­κό. Από ότι φαί­νε­ται, αυτή η αδια­θε­σία οφεί­λε­ται στα γη­ρα­τειά. Ακόμη και τί­πο­τα να μην έχεις, «κά­ποια στιγ­μή το σώμα θα κα­ταρ­ρεύ­σει», του λέει ο για­τρός, υπεν­θυ­μί­ζο­ντάς του ότι «Όλα είναι μέρος της δια­δι­κα­σί­ας. Είναι φυ­σιο­λο­γι­κό να σε εγκα­τα­λεί­πουν οι δυ­νά­μεις σου. Το θέμα είναι να το απο­δε­χτού­με».

Αυτό, βάζει τον Λάκι να σκε­φτεί κάτι που μέχρι εκεί­νη τη στιγ­μή δεν έδινε ση­μα­σία. Δη­λα­δή, ότι δεν έχει μόνο γε­ρά­σει, αλλά βρί­σκε­ται και στην αντί­στρο­φη μέ­τρη­ση. Γε­γο­νός που γί­νε­ται η αφορ­μή για να φι­λο­σο­φή­σει επάνω στο θέμα της θνη­τό­τη­τας.

«Φο­βά­μαι», εξο­μο­λο­γεί­ται ο Λάκι στη νεαρή κο­πέ­λα, η οποία ερ­γά­ζε­ται στο κα­φε­στια­τό­ριο, όταν εκεί­νη πη­γαί­νει να τον δει. Και είναι λο­γι­κό. Διότι, κατά βάθος, ο φόβος των γη­ρα­τειών είναι ο φόβος για το θά­να­το. Η μέση ηλι­κία, τα γη­ρα­τειά και η ανη­συ­χία για τον θά­να­το είναι ένα υπαρ­ξια­κό ζή­τη­μα, το οποίο δεν αφή­νει κα­νέ­να ανέγ­γι­χτο.

«Τα γε­ρά­μα­τα είναι από τα πλέον απροσ­δό­κη­τα πράγ­μα­τα που συμ­βαί­νουν στον άν­θρω­πο», έγρα­φε ο Τρό­τσκι στο Ημε­ρο­λό­γιό του, στις 8 Μαϊου 1935. Και να σκε­φτείς κα­νείς ότι τότε ήταν μόνο 56 ετών. Γι’ αυτό, «Θα πρέ­πει οπωσ­δή­πο­τε να έχου­με ως στόχο όλοι στο νου μας να γε­ρά­σου­με χα­ρι­τω­μέ­να», όπως λέει ο Τι­μό­θε­ος Φάρος. Όμως, αυτό δεν λύ­νε­ται με ευ­χο­λό­για, αλλά από το πώς αντι­με­τω­πί­ζου­με τη μέση ηλι­κία. Η διε­γερ­τι­κή εμπει­ρία μιας καλής προ­σω­πι­κής σχέ­σης, η ευ­ρύ­τη­τα δη­μιουρ­γι­κών εν­δια­φε­ρό­ντων, οι πνευ­μα­τι­κές ανα­ζη­τή­σεις, και γε­νι­κά οι καλές και ου­σια­στι­κές αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις είναι τα απα­ραί­τη­τα προ­πα­ρα­σκευα­στι­κά στοι­χεία για την έλευ­ση των γη­ρα­τειών.

Η ται­νία με χιού­μορ δια­λο­γί­ζε­ται την ζωή, της οποί­ας την αξία και το πραγ­μα­τι­κό νόημα, αλλά και την αση­μα­ντό­τη­τα πολ­λών προ­βλη­μά­των, μπο­ρεί να τα κα­τα­λά­βει κά­ποιος/-α, μόνο μπρο­στά στο θά­να­το ή φι­λο­σο­φώ­ντας πάνω σε αυτόν. Είναι ακρι­βώς αυτή την ανα­πό­φευ­κτη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που αντι­λαμ­βά­νε­ται με ανα­πά­ντε­χο τρόπο ο Λάκι, την οποία προ­σπα­θεί να αντι­με­τω­πί­σει ρε­α­λι­στι­κά. «Ο ρε­α­λι­σμός είναι η απο­δο­χή μιας κα­τά­στα­σης όπως έχει», λέει ο ίδιος.

Και, κάπως έτσι, προς το τέλος της ται­νί­ας, μι­λώ­ντας με τους φί­λους του, στο μπαρ, για το θέμα της θνη­τό­τη­τας, δίνει το δικό του στίγ­μα για τη ζωή: «Όλα θα χα­θούν και δεν θα μεί­νει τί­πο­τα. Σκο­τά­δι». «Και τι κά­νου­με με αυτό;», τον ρω­τά­νε οι φίλοι του. Όταν, λοι­πόν, τα πράγ­μα­τα δεν είναι όπως τα θέ­λου­με, «χα­μο­γε­λά­με». Αυτή είναι η απά­ντη­ση που δίνει ο Λάκι: Χα­μο­γε­λά­με!! Όπως λέει ο Osho, «…αν δεν μπο­ρείς να γε­λά­σεις μ’ αυτό, αν δεν μπο­ρείς να εξα­φα­νι­στείς μέσα στο αιώ­νιο, αφή­νο­ντας ένα γέλιο πίσω σου, δεν έχεις ζήσει σωστά». Χα­μο­γε­λά­με, λοι­πόν, ή έστω προ­σπα­θού­με.

Η ται­νία, όχι τυ­χαία, τε­λειώ­νει με το τρα­γού­δι του Τζόνι Κας, το «I see a darkness».

____________________________________________________________

Aπό:https://rproject.gr/article/lucky-i-enas-dialogismos-gia-tin-axia-tis-zois