«Coda»: Μπορεί μία μικρού μήκους να συνοψίσει μια ολόκληρη ζωή; …


Μία μικρή ταινία που χωράει μέσα ολόκληρη τη ζωή. Ένας άνδρας πεθαίνει. Ο Χάρος ακολουθεί την ψυχή του και υπακούει στην τελευταία της επιθυμία «Δείξε μου και άλλα».

Mια μικρού μήκους ταινία, που κατάφερε να ξεχωρίσει το 2013 στα κινηματογραφικά φεστιβάλ, να διεκδικήσει πολλά βραβεία και να κερδίσει αρκετά από αυτά. Το «Coda» όμως είναι πολλά παραπάνω.

Η ιστορία αφορά ένα μεθυσμένο άντρα, ο οποίος βγαίνοντας από ένα μπαρ, φανερά κατεβεβλημένος από την μέθη του, σκοτώνεται ακαριαία σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Χάρος δεν αργεί να εμφανιστεί πάνω από το άψυχο κορμί του και στην συνέχεια να διεκδικήσει την αχόρταγη ψυχή του.

Tο πολυβραβευμένο «Coda» του Αλαν Χόλι έκανε μία εξαιρετική φεστιβαλική πορεία, ήταν το καλύτερο animation του Vimeo για το 2015 και βρέθηκε στη λίστα των φιναλίστ για το Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους.Πέρα όμως από τους επαίνους, είναι μία ταινία μικρής διάρκειας που τολμά να μιλήσει για τα μεγάλα και βρίσκει την ιδανική ισορροπία μέσα από μία ιστορία «τέλους» που σηματοδοτεί μία «αρχή».

——-


   Πηγή: cinemagazine.gr


Από: http://antikleidi.com

Ο τελευταίος ιερέας του ανείπωτου …


Τα πάντα αλλάζουν και τίποτα δεν μένει ίδιο, είχε πει ο σκοτεινός σοφός.

Οι πολλοί νομίζουν ότι ο θάνατος είναι το τέλος. Μα όποιος έχει δει το μεγάλο υφαντό γνωρίζει ότι ο θάνατος είναι μεταρσίωση.

Χρειάζεται να αιωρηθείς για να μπορέσεις να καταλάβεις τα σχέδια του υφαντού. Τότε όλα εκείνα που σου φαίνονταν άσκοπα, παράλογα και χαοτικά αποκτούν νόημα.

Κάποιοι το καταφέρνουν ν’ αφυπνιστούν μόνο την τελευταία στιγμή. Λίγοι είναι αυτοί. Οι περισσότεροι πεθαίνουν έτσι όπως έζησαν, υπνοβατώντας.

~~

Ο Γκιέν έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε απ’ το καλύβι του γέρου και τράβηξε βόρεια. Ουδείς προφήτης στον τόπο του δεν γίνεται πιστευτός. Κι οι μάγοι οφείλουν να κάνουν το ίδιο.

Στάθηκε για λίγο στην Ελευσίνα, αλλά η αποφορά της προόδου επηρέαζε τη δύναμη του. Συνέχισε και βρήκε απάγκιο στα Μετέωρα. Εκεί ένιωθε αρκετά ισχυρός για να εξασκήσει την αρκανική τέχνη του.

Εγκαταστήθηκε σ’ ένα εγκατελειμμένο μητάτο και περίμενε τους ντόπιους να τον αναζητήσουν. Προμήθειες δεν είχε μαζί του. Οι μάγοι δεν χρειαζόταν να κοπιάζουν. Οι λαϊκοί τους τάιζαν, απ’ την αρχή του χρόνου.

Πέρασαν λίγες μέρες, πέρασαν και βδομάδες, όμως κανείς δεν τον γύρεψε. Ο Γκιέν το πήρε απόφαση να πάει ως το κοντινό χωριό, να μάθουν ότι υπήρχε μάγος τρανός στην περιοχή τους.

Στη μέση της διαδρομής συνάντησε έναν καλόγερο απ’ τα μοναστήρια των βράχων.

«Τι ‘σαι ‘συ;» τον ρώτησε ο καλόγερος, πριν καν τον χαιρετήσει.
«Κάποιος παλιότερος από σένα», αποκρίθηκε ο Γκιέν.
«Παλιότερος απ’ τον θεό ποιος είναι;»
«Το ανείπωτο», είπε ο Γκιέν.

Ο καλόγερος κατάλαβε. Προτού οι άνθρωποι λατρέψουν εκείνον που λεγόταν Ιησούς, προτού οι άνθρωποι πιστέψουν εκείνον που λεγόταν Γιαχβέ, προτού οι άνθρωποι προσκυνήσουν εκείνη που λεγόταν και Δοάμνα, προτού οι άνθρωποι φοβηθούν τον κεραυνό, προτού οι άνθρωποι δώσουν όνομα στο θεό, υπήρχαν ιερείς του ανείπωτου.

Ο μόνος τρόπος να μιλήσεις για εκείνο, που υπήρξε πριν να υπάρχουν τα ονόματα, ήταν η σιωπή.

Μόλις ακούστηκε για πρώτη φορά ένα όνομα γι’ αυτό, ξεκίνησαν οι άνθρωποι να χωρίζονται.

Το λέει κι ο μύθος για τον Πύργο της Βαβέλ. Οι άνθρωποι πλησίαζαν το ανείπωτο, τη θέωση, όλοι μαζί. Αλλά ξεκίνησαν να το ονομάζουν, κι είχαν πολλά ονόματα να πουν, ο καθένας στη γλώσσα του. Τότε έχασαν την ευκαιρία, τότε αρχίσανε να σφάζονται εις το όνομα του θεού τους.

Γιατί τα ονόματα περιορίζουν, παγιώνουν, αποκλείουν όλες τις άλλες δυνατότητες. Το ανείπωτο δεν μπορεί να ειπωθεί γιατί δεν υπάρχει ως είναι, αλλά μόνο ως γίγνεσθαι.

~~

«Είσαι μάγος», είπε ο καλόγερος.
Δεν υπήρχε φόβος ή περιφρόνηση στα λόγια του. Μόνο απορία.
«Ένα όνομα είναι κι αυτό», είπε ο Γκιέν.

Περπάτησαν λίγο ακόμα, χωρίς να μιλήσουν. Μετά ο καλόγερος είπε:
«Και τι γυρεύεις;»
«Να με γυρέψουν.»

Ο καλόγερος γέλασε.
«Κακόμοιρε», είπε. «Κακόμοιρε παλιέ. Κανείς δε μας γυρεύει πια. Ούτε εμάς καν. Δεν το ξέρεις; Υπάρχουν νέοι θεοί, με όνομα κι επίθετο. Τον Κάρολο τον Μαρξ τον έχεις ακουστά; Σαν τον Χριστό, αλλά χωρίς πατέρα κι άγιο πνεύμα. Κι οι πιστοί του πεθαίνουν γι’ αυτόν.»
«Γιατί;»
«Γιατί υπόσχεται τον παράδεισο στη γη. Τι ψέμα! Αλλά κι εσύ είσαι άχρηστος, γιατί δεν υπόσχεσαι τίποτα.»

Ο Γκιέν δεν τον πίστεψε. Ονόματα πολλά είχαν δοθεί στο ανείπωτο. Οι θεοί και οι θνητοί έρχονταν και φεύγαν. Το ανείπωτο συνέχιζε να υπάρχει.

Πριν χωρίσουν ο καλόγερος του φώναξε:
«Καλή τύχη, μάγε».
«Δεν υπάρχει τύχη», απάντησε ο Γκιέν.
«Χαχα, δεν υπάρχει τύχη, δεν πιστεύεις στο θεό, καλά να πάθεις τότε.»

~~

Στο χωριό κατάλαβε τι του έλεγε ο καλόγερος. Κανείς δεν του έδωσε σημασία, πέρα απ’ τα σκυλιά που τον γαβγίζανε και τα παιδιά. Εκείνα τον ακολούθησαν φοβισμένα στην αρχή και μετά τον πήρανε στις πέτρες. Ο Γκιέν έκανε μια αστραπιαία μεταμόρφωση και τα ‘διωξε.

Στήθηκε στην αγορά για να τον δουν. Απέναντι στεκόταν πάνω σ’ ένα καφάσι ένας νέος ρήτορας.
«Αγρότη, αδελφέ μου, σύντροφε», έλεγε ο νέος και πολλοί είχαν μαζευτεί να τον ακούσουν. «Πόσο καιρό θα δέχεσαι να σου κλέβουν τον ιδρώτα του προσώπου σου; Πόσο καιρό θα δέχεσαι να είσαι δουλοπάροικος; Πόσο καιρό θα δέχεσαι να δουλεύεις για να πλουτίζουν οι τσιφλικάδες; Τι έχεις να χάσεις πέρα απ’ τις αλυσίδες σου;»

Και κάπως έτσι συνέχιζε, ο κόσμος χειροκροτούσε, μέχρι που φάνηκαν οι χωροφύλακες με τους παλικαράδες κι όρμηξαν στο πλήθος. Έγινε συμπλοκή, έπεσαν ντουφεκιές, οι γυναίκες σκλήριζαν, τα παιδιά έκλαιγαν, τα σκυλιά φώναζαν τη φωνή τους.

Μετά από λίγο δεν είχε μείνει κανείς στην αγορά. Μόνο δυο νεκροί αγρότες κι ο μάγος. Κι εκείνος, αφού στάθηκε για λίγο ακόμα μόνος, ανήμπορος, αχρείαστος, πήρε δρόμο.

Όπου κι αν πήγε, όπου κι αν βρέθηκε το ίδιο συνέβαινε. Κανείς δεν του ‘δινε σημασία, κανείς δεν του φιλούσε το χέρι, κανείς δεν του ζητούσε ένα ξόρκι, κανείς δεν τον φίλευε. Ώσπου πείνασε, πείνασε πιο πολύ απ’ όσο είχε πεινάσει, κι αναγκάστηκε ν’ απλώσει το χέρι του. Όχι για να μαγέψει, αλλά για να ζητιανέψει.

~~

Στην πόλη τον είδε να επαιτεί ένας που δούλευε σε τσίρκο.
«Ξέρεις να κάνεις κόλπα;» τον ρώτησε.
«Όχι, κόλπα δεν ξέρω.»
«Τι ξέρεις τότε; Γιατί είσαι έτσι ντυμένος;»
«Ξέρω το παν, τα πάντα, το όλον κι ό,τι λείπει απ’ αυτό, κι όλα όσα θα μπορούσαν να», ξεκίνησε να λέει ο Γκιέν.
«Καλά, καλά», τον έκοψε ο τσιρκολάνος. «Αν θυμηθείς κάνα κόλπο έλα στο μαχαλά, γιατί τ’ αφεντικό ψάχνει για ταχυδακτυλουργό».

Ο Γκιέν θύμωσε, σκέφτηκε να του ρίξει κατάρα. Αλλά σαν πείνασε ξανά πήγε στο μαχαλά.

~~

Εμφανιζόταν πριν τον Καραγκιόζη και μετά την αρκούδα που χόρευε. Τα παιδιά γελούσαν μαζί του και θαμπώνονταν όταν έβγαζε φωτιές απ’ τα χέρια του. Εκείνος ένιωθε για λίγο ότι έχει δύναμη, μέχρι που ακουγόταν το χασαποσέρβικο, έβγαινε ο Καραγκιόζης με τα Κολλητήρια στο πανί να χορέψουν, κι ο Γκιέν έφευγε γρήγορα απ’ τη μέση.

Έτσι γυρίσανε όλη την επαρχία, μέχρι που φτάσανε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, μια μέρα που ο Γκιέν τα ‘πινε στην τέντα, τον πλησίασε ένα παιδί.

«Είσαι στ’ αλήθεια μάγος;» τον ρώτησε.
«Είμαι», είπε ο Γκιέν.
«Και γιατί είσαι φτωχός;»
Ο Γκιέν φορούσε τρύπια παπούτσια και το ξυπόλητο πιτσιρίκι τα ‘χε δει.
«Έτσι είναι οι μάγοι», είπε ο Γκιέν.
«Τότε καλύτερα να μην ήσουν», του είπε το παιδί.

Άδικα τον περίμεναν εκείνη τη μέρα να βγει, μετά την αρκούδα που χόρευε.

~~

Ο Γκιέν γύρισε πίσω, στο χωριό του. Αλλά πριν πάει στο πατρικό πέρασε απ’ το καλύβι του γέρου που κάποτε ήταν μάγος.

Τον βρήκε στο κρεβάτι, ετοιμοθάνατο. Ήταν άδειος σαν σκέλεθρο, σχεδόν επίπεδος. Κι η σκιά του κρεμόταν απ’ το ταβάνι.

«Γιατί μου το ‘δωσες αυτό;» είπε στον γέρο.
«Για να το ξεφορτωθώ», ψιθύρισε εκείνος τόσο απαλά που δεν τον άκουσε κανείς.
«Μου είπες ότι είμαι γεννημένος για να γίνω μάγος.»

Ο γέρος τον κοίταξε καλά.
«Είσαι», του είπε. «Δεν είσαι;»
«Τι κι αν είμαι; Κανείς δεν μ’ έχει ανάγκη πια. Κανείς δε με γυρεύει. Μόνο τα παιδιά.»
«Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολλά», είπε ο γέρος.

Ο Γκιέν αγανάκτησε και σήκωσε το ραβδί του.
«Λύτρωση δεν ζητούσες, γέρο; Θα στη δώσω εγώ.»
«Τώρα δεν τη χρειάζομαι», είπε ο γέρος. «Είναι εδώ, ήρθε να με πάρει.»

Μόνο τότε ο Γκιέν κατάλαβε ότι η σκιά στο ταβάνι δεν ήταν του μάγου, αλλά ενός κοριτσιού. Ήταν η σκιά της Τιερού που ‘χε έρθει να συνοδέψει τον πατέρα της στο ανείπωτο.

Ο Γκιέν πέταξε το ραβδί του και γύρισε προς την πόρτα.
«Δε θα σε λυτρώσει αυτό», του είπε ο γέρος. «Με ραβδί και χωρίς ραβδί ίδιος μένεις. Μόνο να την ξεφορτωθείς μπορείς, να ξεφορτωθείς την κατάρα σε κάποιον άλλον.»

~~

Γύρισε στο σπίτι του. Η μάνα του, γριά πλέον, τον καλοδέχτηκε. Ο πρωτότοκος αδελφός, που ‘χε πάρει το σπίτι και τη γριά μετά τον θάνατο του πατέρα τους καθόλου δεν χάρηκε. Αλλά αναγκάστηκε, αφού έτσι έλεγαν οι παραδόσεις κι η μάνα, να του παραχωρήσει την μονοσάνιδη παράγκα που ‘χαν δίπλα στο πετρόχτιστο, εκείνη που χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη κι ως χοιροστάσιο.

Εκεί τον συνάντησε η γιαγιά του γράφοντος, όταν ήταν ακόμα παιδούλα. Όλοι τον ήξεραν ως τον τρελό του χωριού, τον μάγο -που δεν μπορούσε να κάνει μαγικά. Ήταν το φόβητρο των παιδιών, το μορμολύκειο. Λέγαν ιστορίες γι’ αυτόν τα βράδια. Τα πιο θαρραλέα πήγαιναν να πετάξουν πέτρες στην παράγκα του, για να τον κάνουν να βγει έξω και να τρέξουν μακριά ουρλιάζοντας και γελώντας: «Ο μάγος, ο μάγος».

Κι ο Γκιέν, στο κατώφλι της παράγκας, εκλιπαρούσε για τη λύτρωση.

~~

Όταν πέθανε κι η μάνα, ο αδελφός πείστηκε με τα λόγια της γυναίκας του, κι έφερε νοσοκόμους για να τον κλείσουν στο σανατόριο της Τρίπολης, που λειτουργούσε σαν άσυλο φυματικών κι ανίατων τρελών.

Ο Γκιέν, που κάποτε ήξερε μέχρι και την ένατη μαγική επίκληση, εκείνη που δεν έχει όνομα, άδειασε ξανά.

Κυκλοφορούσε στην αυλή μ’ ένα σκουπόξυλο κι οι άλλοι τρελοί τον αποκαλούσαν μάγο. Εκείνος τους ευλογούσε με τη δύναμη της σκούπας.

Το τελευταίο που ειπώθηκε από τον Γκιέν, έτσι όπως το έγραψε στην αναφορά του η νοσοκόμα υπηρεσίας, ήταν μια φωνή: «Πάρε με στο Περού!»

Ο ασθενής είχε ξεγυμνώσει ένα καλώδιο, κι αφού φώναξε για το Περού, το δάγκωσε και κάηκε απ’ το ηλεκτρικό ρεύμα.

Τον έθαψαν έξω απ’ το χριστιανικό νεκροταφείο του χωριού, γιατί ήταν αυτόχειρας.

~~

Έτσι τέλειωνε τη διήγηση η γιαγιά μου. Τόσο μακάβρια και τετελεσμένα. Μα εγώ, μικρό παιδί τότε, ήθελα να μάθω περισσότερα.

«Κι η Τιερού; Ο μάγος; Ο Γκιέν; Τι έγιναν μετά;»
«Τίποτα δεν έγιναν. Τι να γίνουν; Πέθαναν. Τι γίνονται οι νεκροί;»
«Μα μιλάμε γι’ αυτούς ακόμα. Κάτι άλλο πρέπει να γίναν.»
«Έγιναν παραμύθια», έλεγε η γιαγιά και πετούσε μια ψείρα στη φωτιά. «Τράβα τώρα. Πήγαινε να δεις τηλεόραση.»

Έφευγα ανικανοποίητος. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι όλα τελειώνουν με τον θάνατο. Ίσως γιατί ήμουν μικρός, ίσως γιατί είχα κι εγώ την κατάρα -αλλά αυτό το κατάλαβα αρκετά χρόνια μετά.

~~

Ήταν μια αιφνίδια φώτιση, τη μέρα που θάβαμε τον παππού μου.

Στο νεκροταφείο, πριν ακόμα τελειώσει η τελετή, είχαν πιάσει την κουβέντα για τις σοδειές και τον καιρό. Ο παππούς είχε τρελαθεί πολλά χρόνια πριν, έτσι κανείς απ’ τους χωριανούς δεν έδωσε σημασία, σαν να μην ήταν άνθρωπος αυτός που ‘χε πεθάνει.

Ούτε ο παπάς το ‘χε πάρει στα σοβαρά. Μουρμούριζε τα λόγια για το χώμα και τη στάχτη, ενώ κοιτούσε τον ουρανό για σύννεφα βροχής.

«Καλύτερα που πέθανε», έλεγε ο πατέρας μου στον κουνιάδο του, γιο του εκλιπόντα. «Τζάμπα βασανιζόταν, τζάμπα σας βασάνιζε κι εσάς.»
«Ναι, αλλά χάσαμε τη σύνταξη.»
«Τη μισή. Την άλλη μισή θα»
«Γιατί λίγα είναι κι αυτά;»

Μίλησαν λίγο για την ανομβρία και τις ελιές που ‘χαν κοκκινίσει πριν γεμίσουν.

«Είδες, σαν τον θείο του κατάντησε κι αυτός», άκουσα έναν γέρο να λέει από δίπλα. «Το ‘χουν στο αίμα τους».
«Ποιον θείο;» ρώτησε η γυναίκα τον γέρο.
«Τον μάγο», είπε εκείνος κι έδειξε με το κεφάλι έξω απ’ το νεκροταφείο.

Τότε σταμάτησα ν’ ακούω και ν’ ανασαίνω και να σκέφτομαι. Μόνο περίμενα. Περίμενα να θάψουν τον παππού και να φύγουν όλοι. Είπα ότι ήθελα να μείνω λίγο μόνος. Και περίμενα.

Σαν χάθηκαν στη στροφή βγήκα απ’ το νεκροταφείο κι άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στ’ αγριόχορτα. Κάποια στιγμή σκόνταψα. Ξερίζωσα τις τσουκνίδες και φανερώθηκε μια πλάκα. Δεν υπήρχε σταυρός. Στην πλάκα έγραφε: Γιάννης Δόγκας. Το επίθετο της μητέρας μου και το όνομα του μάγου.

Στ’ αυτιά μου βούισαν τα λόγια του γέρου: «Το ‘χουν στο αίμα τους».

Το παραμύθι που μου διηγιόταν η γιαγιά ήταν η ιστορία της οικογένειας μου.

Τι γίνονται οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν, γιαγιά; Γίνονται παραμύθια, γίνονται ιστορίες, και μένουν στο αίμα μας.

Και τότε ξεκίνησε να βρέχει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η αρχή της ιστορίας εδώ https://sanejoker.info/2017/11/wizard-gien.html

 ____________________________________________________________

Αμερικανική αντιτρομοκρατία 3.0 …


Αποτέλεσμα εικόνας για Αμερικανική αντιτρομοκρατία

Το ψόφιο κουνάβι, εκλεκτός της Αθήνας (για να μην ξεχνιόμαστε), αποφάσισε να κηρύξει την Πγιονκγιάνγκ “κράτος σπόνσορα της τρομοκρατίας”. Η mainstream δημαγωγία θα προσπεράσει το ζήτημα σαν ένα ακόμα τρικ, με σκοπό την επιβολή ακόμα περισσότερων κυρώσεων κατά του βορειοκορεατικού καθεστώτος.

Η ταπεινή μας εργατική κριτική σκέψη καταλαβαίνει άλλα. Καταλαβαίνει ότι το αμερικανικό βαθύ κράτος έχει ένα πολύ σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα. Πριν 16 χρόνια κήρυξε τον «προληπτικό πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» κάνοντας την εκτίμηση ότι αυτό το ασαφές πράγμα που ονόμασε «τρομοκρατία» ήταν αρκετό για να του εξασφαλίσει πλήρη πρωτοβουλία κινήσεων (άρα και στιβαρά κέρδη) στον παγκόσμιο ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Δεκαέξι χρόνια μετά, και ενώ «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» κάνουν και οι αντίπαλοί του, και μάλιστα πιο πετυχημένο (Μόσχα και Τεχεράνη σε ιράκ και συρία), ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να εφεύρει κάποια καινούργια νομιμοποίηση των σχεδίων και της δράσης του. Ενώ στην πραγματικότητα χάνει στο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», με την έννοια ότι έχασε το μονοπώλιο της διεξαγωγής του και, σαν φυσιολογική συνέπεια, ο «πόλεμος κατά τη τρομοκρατίας» που κάνουν άλλοι είναι σε βάρος των αμερικανικών συμφερόντων, τραβάει απ’ τα μαλλιά την «αντιτρομοκρατία» σαν επιχείρημα… Μόνο που τώρα το πράγμα έχει γίνει γελοιογραφία.

Το 2001 και το 2002 και το 2003 η τότε νεοσυντηρητική κυβέρνηση Μπους του Β είχε «ξεγράψει» τόσο το ιράν όσο και την βόρεια κορέα, (όπως και την συρία και τη λιβύη), εντάσσοντάς αυτά τα κράτη στον θρησκοληπτικής έμπνευσης «άξονα του κακού». Εκείνη την σύντομης ιστορικής διάρκειας περίοδο, ακόμα κι αν κανείς δεν έτρωγε τα αμερικανικά παραμύθια, δεν υπήρχε σοβαρό εμπόδιο αν η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να κτυπήσει στρατιωτικά όπου ήθελε.

Κόλλησε στην κατοχή του ιράκ και αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε. Μετά από τόσα χρόνια το να ανακηρύσσεται το ιράν ή η βόρεια κορέα σαν «κράτη που προωθούν την τρομοκρατία» δεν είναι απλά γελοίο. Αποκαλύπτει πια την αμερικανική αδυναμία. Γιατί η Ουάσιγκτον συνεχίζει, σαν κολλημένος δίσκος, με πιο φρέσκιες και εμφατικές κατηγορίες το «πάτερ ημών» του «άξονα του κακού»· αλλά τώρα πια είναι πολύ πιο δύσκολο να απειλεί ότι θα φέρει σε πέρας σαν υγιεινό περίπατο την ιερή αποστολή του «καλού». Γαυγίζει, αλλά οι αντίπαλοί της βγάζουν την γλώσσα περιπαικτικά.

Υπάρχει ηθικό δίδαγμα; Ναι, και αφορά το ελληνικό βαθύ κράτος / κεφάλαιο. Συμπυκώνεται στη φράση πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι…

_______________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/11/amerikaniki-antitromokratia-3-0/

Μια παράξενη σιωπή για τα Paradise Papers…


Μετά την αποκάλυψη πως στα Paradise Papers υπάρχουν -εκτός από τη Μαρέβα Μητσοτάκη- και τα ονόματα πολλών Ελλήνων ολιγαρχών και καναλαρχών, έχει πέσει μια παράξενη σιωπή. Ή μήπως δεν είναι παράξενη;

 Άνθρωποι που έχουν ξεσκιστεί να μας πείσουν πως για την χρεοκοπία της χώρας ευθύνονται τα τυροπιτάδικα που δεν έκοβαν αποδείξεις, δεν έχουν να πουν ούτε μια κουβέντα για τους ολιγάρχες που αποφεύγουν τη φορολόγηση.

«Πνευματικοί άνθρωποι» και «άνθρωποι της Τέχνης» που βρίζουν όλη μέρα τον Τσίπρα, τον Καμμένο, τον Πολάκη και τα άλλα παιδιά -με τα πιο χυδαία και απαξιωτικά σχόλια- δεν έχουν να πουν ούτε μια κουβέντα για τον Γιάννη Αλαφούζο και τα άλλα παλικάρια των Paradise Papers.

Όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι που προσπαθούν να μας πείσουν πως η Ελλάδα χρεοκόπησε το 2015 που έγινε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ -και όχι το 2010 όπως έγινε στην πραγματικότητα- κάνουν συστηματικά γαργάρα όλα τα εγκλήματα των ολιγαρχών.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Μήπως τους έχουν αγορασμένους;

Αυτό πρέπει να συμβαίνει. Δεν βλέπω άλλη εξήγηση.

Καταλαβαίνω πως πολλοί «πνευματικοί άνθρωποι» και πολλοί δημοσιογράφοι έχασαν την πρόσβαση στη μάσα.

Η πρόσβαση στη μάσα ήταν εγγυημένη με τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ αλλά με τον ΣΥΡΙΖΑ την έχασαν.

Και έχουν λυσσάξει γιατί θέλουν να αποκτήσουν και πάλι πρόσβαση στη μάσα.

Για να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στη μάσα, πρέπει να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στη μάσα τα αφεντικά τους.

Για να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση στη μάσα τα αφεντικά τους, πρέπει να γίνει ξανά κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία.

Γιατί δεν λένε ευθέως την αλήθεια -ότι θέλουν να αποκτήσουν πρόσβαση στη μάσα- και έχουν ξεσκιστεί στα κηρύγματα μίσους κατά των συριζαίων;

Δηλαδή, εγώ λέω πως οι συριζαίοι είναι απατεώνες αλλά αφενός δεν περιμένω τίποτα από τους συριζαίους -και από κανέναν άλλον- και αφετέρου λέω πως και οι νεοδημοκράτες είναι απατεώνες.

Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω ότι Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ οδήγησαν τη χώρα στην χρεοκοπία και πως κανένας δεν οδηγήθηκε στην Δικαιοσύνη και να κάνω υστερίες μόνο εναντίον των συριζαίων;

Είναι δυνατόν να είσαι άνθρωπος του πνεύματος -ή έστω ένας αξιοπρεπής άνθρωπος- και να δέχεσαι να πηγαίνεις σε κανάλια ανθρώπων που έχουν offshore για να αποφύγουν την φορολογία;

Επίσης, είναι δυνατόν να πιστεύεις πως μπορεί να το κάνεις αυτό και να σε πάρει κάποιος στα σοβαρά;

Αντί να τεθεί ευθέως το θέμα πως άνθρωποι που έχουν τα χρήματά τους σε φορολογικούς παραδείσους δεν μπορούν να είναι ιδιοκτήτες καναλιών, οι «πνευματικοί άνθρωποι» πάνε σε αυτά τα κανάλια και μας λένε πόσο χαζός είναι ο Τσίπρας.

Ενώ εσείς που, από την απελπισία σας να ξαναπέσετε στη μάσα, στηρίζετε το ζαβό παιδί του Μητσοτάκη και τον Άδωνι, τον ηγέτη των ηλιθίων, είστε πάρα πολύ έξυπνοι.

Βέβαια, η Ελλάδα είναι η λούμπεν χρεοκοπημένη χώρα που λούμπεν κάφροι γίνονται στρατός των λούμπεν ολιγαρχών και των μαφιόζων που έχουν ποδοσφαιρικές ομάδες.

Αυτό είναι το «κοινό». Σε αυτούς απευθύνονται.

Στα Paradise Papers -και σε όλα τα ανάλογα Papers- δεν έχουν βρεθεί ακόμα ονόματα συριζαίων.

Έχουν βρεθεί ονόματα νεοδημοκρατών και ολιγαρχών που στηρίζουν με λύσσα το σύστημα Μητσοτάκη.

Αυτό επιτρέπεται να το λέμε ή είναι επικίνδυνο;

Μοιάζει πολύ επικίνδυνο πια στην Ελλάδα να μην είσαι με κανέναν.

Μοιάζει επικίνδυνο να λες την γνώμη σου, χωρίς να έχεις από πίσω σου έναν ολιγάρχη, την κυβέρνηση ή ένα κόμμα.

Ακόμα, μοιάζει επικίνδυνο να έχεις αρνηθεί τα λεφτά τους ή τις «προσφορές» τους.

Το σύστημα που χρεοκόπησε τη χώρα -και απαρτίζεται από πολιτικούς, ολιγάρχες, δικαστές, δημοσιογράφους και «πνευματικούς ανθρώπους»- είναι ακόμα πάνω στη σκηνή.

Και πλασάρεται ως «νέο» και «ελπιδοφόρο».

Δεν είναι.

Είναι καταστροφικό. Για τη χώρα και τους πολίτες.

Κι εγώ θεωρώ πως πρέπει να το πω.

Και το λέω.

Πηγή: Πιτσιρίκος


Aπό:http://vathikokkino.gr/archives/112853

Β. Ραφαηλίδης – Η δημοκρατία γεννήθηκε κατά λάθος …


Το ιδανικό του Σόλωνα, που έζησε από το 639 μέχρι το 559, δηλαδή 80 χρόνια, ήταν η ευνομία. Όπως όλοι οι καλοπροαίρετοι ιδεαλιστές, έτσι και ο Σόλωνας πίστευε πως αρκεί να υπάρξουν καλοί και δίκαιοι νόμοι για να πάει, αν όχι καλά, τουλάχιστον καλύτερα ο κόσμος. (Όλα τα επίθετα είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται στο συγκριτικό βαθμό: Δεν υπάρχει καλό καθαυτό, υπάρχει όμως καλύτερο, που σημαίνει καλύτερο σε σύγκριση με κάτι άλλο που είναι λιγότερο καλό. Η διαλεκτική αρχίζει με την κατανόηση της σημασίας του συγκριτικού βαθμού των επιθέτων).

Ωστόσο, είναι φανερό πως δεν αρκεί να υπάρχουν καλοί νόμοι, όταν δεν ισχύουν εξίσου για όλους. Αυτό το ιδανικό, της ισότητας όλων απέναντι στους νόμους, ο Σόλων δεν το γνωρίζει και τόσο καλά. Εντούτοις, η έννοια της ισονομίας (της ισότητας απέναντι στο νόμο) θα προκόψει από την ευνομία: Η ισότητα όλων απέναντι σε κακούς νόμους δεν έχει νόημα. Με τους διαδόχους, τρόπον τινά, του Σόλωνα, τον Πεισίστρατο, τον Κλεισθένη και τον Θεμιστοκλή, η ιδέα της ισονομίας θα εδραιώνεται ολοένα και περισσότερο, και διά της ισονομίας που αρχίζει με τη σολώνεια ευνομία, οι Αθηναίοι θα καταλήξουν στη δημοκρατία.

Βέβαια, η ισονομία δεν παρέχει στέρεα βάση για μια δημοκρατία διάρκειας. Διότι η έννοια της ισονομίας εμπεριέχει γερή δόση ιδεαλισμού: Η ισότητα απέναντι στους νόμους είναι κάτι το αφηρημένο, που είναι δύσκολο να παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα, αν δεν υπάρξουν θεσμοί που να κάνουν τους νόμους όντως σεβαστούς από όλους. Αλλά και οι θεσμοί είναι κάτι το αφηρημένο: Αλλάζουν όταν αλλάζουν οι πραγματικές, υλικές συνθήκες μιας κοινωνίας και συμπαρασύρουν στην αλλαγή και τους νόμους που πρέπει να αλλάξουν. Και άλλαξε και ξανάλλαξε τους νόμους για να τους προσαρμόσεις στις αλλαγμένες συνθήκες, τους κάνεις τελικά φυσαρμόνικα, που παίζει στο σκοπό που σφυράν οι συνθήκες.

Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι οι νόμοι που αλλάζουν τον κόσμο, είναι ο αλλαγμένος κόσμος που αλλάζει τους νόμους. Παρά ταύτα, ο νομικισμός, δηλαδή η ιδεαλιστική πίστη στη αξία και τη σημασία του νόμου, πιστεύει ακράδαντα πως ο κόσμος δεν πάει καλά διότι οι νόμοι δεν είναι καλοί, ή διότι δεν εφαρμόζονται καλά. Παρά τις τιτάνιες προσπάθειες της σπουδαίας νομικής επιστήμης, οι καλοί νόμοι συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα σ’ έναν κακό κόσμο, που μόλις και μετά βίας τον φέρνουν σε λογαριασμό διά του καταναγκασμού και της ποινής.

Συνέχεια