PRISENCOLINENSINAINCIUSOL …


DJ της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

To 1972 o Adriano Celentano έγραψε και κυκλοφόρησε ένα τραγούδι με τίτλο «Prisencolinensinainciusol». Οι στίχοι ακούγονται σαν αγγλικά, αλλά δεν είναι. Πρόκειται για κλασικό «συναξάρισμα» (συνονθύλευμα από ανύπαρκτες λέξεις). Ο Celentano είχε δηλώσει ότι με αυτό το πείραμα επιχειρούσε να διερευνήσει τους φραγμούς στην επικοινωνία: «Ως μουσικός, είμαι επηρεασμένος από την αμερικανική μουσική και κουλτούρα. Έτσι, κάποια στιγμή, επειδή μου αρέσει η αμερικανική αργκό –η οποία, για έναν τραγουδιστή, είναι πολύ πιο αβανταδόρικη από τα ιταλικά– σκέφτηκα να γράψω ένα τραγούδι με θέμα την αδυναμία επικοινωνίας. Για να γίνει αυτό, έπρεπε οι στίχοι του τραγουδιού να μην σημαίνουν τίποτα».

Βαρύ το σκεπτικό του, αναμφίβολα. Ο Jacques Derrida, ένας εξαίρετος χιουμορίστας (δεν ειρωνεύομαι, σοβαρά το λέω: ήταν!), θα είχε πολλά να πει επ’ αυτού. (Δεν αποκλείεται να έχει όντως πει κάτι σχετικό. Θα έβγαζε άνετα μία διάλεξη 90 λεπτών μιλώντας για το «Prisencolinensinainciusol». Και η πλάκα είναι ότι μερικά από αυτά που θα έλεγε θα ακούγονταν α-νοήτως σημαντικά. Το «τίποτα» κάνει συνήθως εύηχη φασαρία· ενίοτε, δε, είναι επιτελεστικά χρήσιμο.)

Ας δούμε (και, στην ανάγκη, ας ακούσουμε) το πρωτόγονο ραπ του Celentano όπως παρουσιάστηκε σε εκπομπή της ιταλικής τηλεόρασης της εποχής. (Έχει και μια εισαγωγή όπου ο δημιουργός εξηγεί τα ανεξήγητα – στα ιταλικά, βέβαια· «γλώσσα σου είναι, ό,τι θες πες», ασούμε.) Μπορούμε παράλληλα να βάλουμε μόνοι μας νόημα στους στίχους. Αυτό είναι το ωραίο με την ασυναρτησία: ακριβώς επειδή δεν σημαίνει τίποτα, μπορεί να σημαίνει τα πάντα. (Αυτό μου θυμίζει κάτι που ξεχνάω πως θυμάμαι. Prisencolinensinainciusol!)

__________________________________________________________

Ουμπέρτο Έκο – Το κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας…


Το κείμενο αποτελεί κεφάλαιο του βιβλίου Κήνσορες και θεράποντες. Έχουν αφαιρεθεί η βιβλιογραφικές υποσημειώσεις.

Το κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας

του Ουμπέρτο Έκο

Τα κατηγορητήρια εναντίον της μαζικής κουλτούρας, όταν υποστηρίζονται από οξυδερκείς και προσεκτικούς συγγραφείς, έχουν διαλεκτική λειτουργία μέσα σε μια συζήτηση για το φαινόμενο. Έτσι, τα pamphlets κατά της μαζικής κουλτούρας μπορούν να διαβαστούν και να μελετηθούν ως ντοκουμέντα που πρέπει να συμπεριληφθούν σε μια ολόπλευρη έρευνα, ωστόσο θα πρέπει να έχουμε συνείδηση των ασαφειών που συχνά βρίσκονται στη βάση τους.

Κατά βάθος, η πρώτη τοποθέτηση για το πρόβλημα αυτό έγινε από τον Νίτσε, που εντόπισε την «ιστορική ασθένεια» και μια από τις περίοπτες μορφές της, τη δημοσιογραφία. Μάλιστα, ο γερμανός φιλόσοφος είχε ήδη μέσα του το σπέρμα του πειρασμού, που ενυπάρχει σε κάθε τέτοια πολεμική: τη δυσπιστία απέναντι στην εξίσωση, τη δημοκρατική άνοδο των πλειοψηφούν, τις ομιλίες που γίνονται από τους αδύναμους για τους αδύναμους, το σύμπαν που δεν δομείται στα μέτρα του υπεράνθρωπου, αλλά του κοινού ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι και η πολεμική του Ορτέγκα υ Γκάσετ έχει κοινή ρίζα, και θα ήταν σκόπιμο, στα θεμέλια της αποστροφής για τη μαζική κουλτούρα, να ψάξουμε για μια αριστοκρατική μάζα, μια έλλειψη εκτίμησης που μόνο φαινομενικά στρέφεται εναντίον της μαζικής κουλτούρας, ενώ στην πραγματικότητα κατευθύνεται εναντίον των μαζών και μόνο φαινομενικά κάνει τον διαχωρισμό της μάζας σε όχλο και κοινότητα υπεύθυνων ατόμων, η οποία υφίσταται μαζικοποίηση και αγεληδόν αφομοίωση: διότι στο βάθος επιζεί η νοσταλγία μιας εποχής, τότε που οι πολιτιστικές αξίες αποτελούσαν ταξικό κληροδότημα και δεν βρίσκονταν σε αδιάκριτη κοινή διάθεση.

Συνέχεια

Οι αντιδικτατορικές οργανώσεις και το ζήτημα της πολιτικής βίας…


Του Κώστα Σταύρου

Εισαγωγή

Η αναθεώρηση αποτελεί ένα εγγενές φαινόμενο της πολιτικής επιστήμης και της ίδιας της ιστορίας. Σε οποιαδήποτε απόπειρα να εξεταστεί το παρελθόν με τα δεδομένα του παρόντος, τίθενται νέα ερωτήματα και αναπτύσσονται νέες μέθοδοι προσέγγισης ιστορικών περιόδων και φαινομένων. Η ιστορία αποτελεί ένα ευρύ πεδίο εντός του οποίου μπορούν να αναπτυχθούν πολιτικές συγκρούσεις, αντιθέσεις αναθεωρήσεις και ανασυνθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί που αποτυπώνονται σε κάθε συγκυρία, είναι καθοριστικοί για τον τρόπο που μελετάται το παρελθόν, για τα ερωτήματα που τίθενται και για την κατεύθυνση των ιστορικών ερευνών. Ακόμη, σε πολλές ιστορικές μελέτες και έρευνες η υποκειμενικότητα του ερευνητή, οι παραλείψεις ή οι εμφάσεις σε ιδιαίτερα σημεία, η αναπόφευκτη επιλογή στρατοπέδων που προκαλείται από την επιλεκτικότητα που έχει καθένας στα ιστορικά γεγονότα, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται και κατανοείται η ιστορία σε κάθε ιστορικό παρόν.

Η εξάρθρωση και η δίκη της Επαναστατικής Οργάνωσης της 17ης Νοέμβρη το 2002, οι βίαιες επιθέσεις νέων οργανώσεων του ευρύτερου αναρχικού χώρου, τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, αλλά και κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας που παίρνει έντονα συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, αποτελούν για τις εκάστοτε πολιτικές δυνάμεις ευκαιρία για να ανοίξει ένας κύκλος συζήτησης για τα φαινόμενα πολιτικής βίας. Ένας κύκλος συζήτησης που τις περισσότερες φορές ανοίγει, για να κλείσει αμέσως μετά, μέσα από τις ιαχές των κυρίαρχων συγκροτημάτων του Τύπου, που αντί να διαφωτίσει, συσκοτίζει, αντί να ερμηνεύσει, καταδικάζει. Σήμερα, μετά και την έξαρση δράσεων από τη μεριά του ακρο-δεξιού χώρου και υπό το θεωρητικό σχήμα των δύο άκρων, επιχειρείται ένα χοντροκομμένο «τσουβάλιασμα» κάθε βίαιης μορφής διαμαρτυρίας, από την μαχητική δράση έως την τρομοκρατία και αρκετές φορές κιόλας ταυτίζοντας τον ευρύτερο αριστερό χώρο με την ακρο-δεξιά, μη διακρίνοντας μορφές, ιδεολογικές αφετηρίες, κίνητρα, την ηθική που υπακούει η καθεμιά, προκειμένου να ανασυντεθεί η πολιτική εκπροσώπηση με βάση νέους πόλους, όπως το συνταγματικό ή το δημοκρατικό τόξο πολιτικών δυνάμεων. Η δημόσια συζήτηση, έτσι όπως διεξάγεται και με τις πολιτικές σκοπιμότητες που πιθανότατα εξυπηρετεί, αρνείται να αναγνωρίσει την πολιτική διάσταση του φαινομένου των βίαιων μορφών πολιτικής δράσης, προκειμένου μέσα από τη νομική του απο-πολιτικοποίηση, ο κρατικός μηχανισμός, που πάσχει από την εγγενή σε κάθε εξουσία τάση προς τον ολοκληρωτισμό,1 να θέσει τις βάσεις για την επανίδρυση της δημοκρατίας σε αυταρχικότερο πλαίσιο.

Συνέχεια

Η πρωτοπόρος κομπίνα…


Αποτέλεσμα εικόνας για κόκκινα δάνεια

Ξέρω ότι έχω υποσχεθεί ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά είπα να ξεκινήσω με ένα διήγημα οικονομικής φαντασίας έτσι για προθέρμανση.

Ήταν λοιπόν που λέτε σ’ ένα μακρινό βασίλειο ένας λαός που ευημερούσε. Κι όταν ο λαός ευημερεί παίρνει δάνεια για να υλοποιήσει τα όνειρά του, για να χτίσει το μέλλον, να κατακτήσει το παρόν. Αλλά όπως και στην παλαιά διαθήκη μετά τα πρώτα επτά τέρμινα ευημερίας, ξεκίνησαν άλλα επτά τέρμινα δυστυχίας και πολλοί από τους ονειροχτίστες σταμάτησαν να πληρώνουν τα δάνειά τους.

Παρά τη μυθική διάσταση του διηγήματος, οι τράπεζες σε αυτό το μακρινό βασίλειο ήταν αναγκασμένες αν δεν εξυπηρετείται το δάνειο για 90 μέρες να το καταχωρούν στα κόκκινα ή αλλιώς NPL (non performing loans). Αυτό είναι πολύ προβληματικό για την τράπεζα, διότι είναι αναγκασμένη να πάρει το σύνολο του δανείου και να το μεταφέρει από τις τοκοφόρες επενδύσεις της στις ζημιές. Δεν έχει σημασία αν ο ιδιοκτήτης είναι ζάμπλουτος και τελικά μπορεί να πληρώσει, όσο το πρόβλημα του δανείου δεν λύνεται, για την τράπεζα έχει καταγραφεί ως ζημιά στο 100%.

Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, ήταν μερικοί φίλοι που όπως και οι υπόλοιποι είχαν σταματήσει να αποπληρώνουν τα δάνειά τους. Κι έτσι αυτά τα δάνεια είχαν καταγραφεί ως ζημιά για την τράπεζα. Ας πούμε ότι τα δάνεια αυτά είχαν αξία 110 χρυσά νομίσματα. Η τράπεζα τους τα ζητούσε, αλλά οι φίλοι δεν ήθελαν να συνεχίσουν να πληρώνουν. Κι έτσι η κακομοίρα τράπεζα αναγκάστηκε να πάρει λεφτά από το κράτος για να καλύψει τις ζημιές· στο μακρινό μας βασίλειο είναι αμαρτία μεγάλη να κλείνεις μια τράπεζα.

Πέρασε ο καιρός, ο λαός δυστυχούσε και μια μέρα ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική αποφάσισε να δράσει. Η κακιά μητριά του βλέπετε ήταν μεγαλο-μέτοχος της τράπεζας και ο νέος δεν άντεχε την αδικία που η μητριά του έφερνε στον κόσμο. Έφτιαξε λοιπόν μια εταιρία και αποφάσισε να βάλει σε λειτουργία το πολυμήχανο πλάνο του.

Συνέχεια

Ερνστ Μπλοχ: Το πνεύμα της ουτοπίας…


Του Γιάννη Γεράσιμου

«H πιο τραγική μορφή απώλειας δεν είναι η απώλεια του αισθήματος ασφάλειας, αλλά η απώλεια της ικανότητας να φανταστούμε πως τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν διαφορετικά».

Για τον μεγάλο Γερμανό ουτοπικό μαρξιστή φιλόσοφο και κριτικό του πολιτισμού Έρνστ Μπλοχ, η ικανότητα του ανθρώπου να διευρύνει μέσα από την αναστοχασμό και την πολιτισμική ανοηματοδότηση της ανθρώπινης ύπαρξης τον ασφυκτικό ορίζοντα του υπάρχοντος αποτελεί βασική συνθήκη και όρο ύπαρξης και εξέλιξης της ίδιας της ιστορικής και της κοινωνικής πραγματικότητας και φωτεινό φάρο ελπίδας και χειραφέτησης από τα δεσμά των σχέσεων εξουσίας και καταπίεσης.

Γεννημένος στις 8 Ιουλίου του 1885 σε μια μικρή βιομηχανική πόλη της Γερμανίας κοντά στον ποταμό Ρήνο ο Έρνστ Μπλοχ θα σπουδάσει φιλοσοφία, φυσική και μουσική στο Μόναχο, στο Βύρτσμπουργκ και στο Βερολίνο ερχόμενος σε επαφή με τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, τον Μπένγιαμιν, τον Αντόρνο, τον Μπέρτολτ Μπρεχτ και τον Γκέοργκ Λούκατς με τον οποίο και θα συνδεθεί με σχέση βαθιάς φιλίας συχνάζοντας μαζί του την περίοδο του μεσοπολέμου στο σπίτι του Μαξ Βέμπερ στη Χαϊδελβέργη.

Μετά τη συγγραφή του πρώτου του φιλοσοφικού πονήματος: «Το πνεύμα της ουτοπίας» το 1918 ο Έρνστ Μπλοχ θα καταφύγει στη Ζυρίχη, στη Βιέννη και στη συνέχεια στις ΗΠΑ όπου και θα συγγράψει τα κυριότερα έργα του («Η αρχή της ελπίδας» και «Φυσικό δίκαιο και ανθρώπινη αξιοπρέπεια») αναπτύσσοντας παράλληλα μαχητική αντιπολεμική και αντιφασιστική αρθρογραφία κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου και εμπλεκόμενος σε φιλοσοφικές συζητήσεις για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική. Μετά την επιστροφή του στην Ευρώπη το 1948 θα αναλάβει την έδρα φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Λειψίας και θα ασκήσει κριτική στην πολιτική της Ανατολικής Γερμανίας τονίζοντας την ανάγκη φιλοσοφικής και επιστημονικής ανανέωσης και κατακρίνοντας την οικοδόμηση του τείχους του Βερολίνου. Ο Έρνστ Μπλοχ θα πεθάνει στις 4 Αυγούστου του 1977 στην Τυβίγγη της Δυτικής Γερμανίας.

Βαθύς γνώστης της ιστορίας των ιδεών και συστηματικός μελετητής των πολιτισμικών ρευμάτων, παραδόσεων, θρησκειών και φιλοσοφίας, ο Έρνστ Μπλοχ θα αναζητήσει μέσα από το έργο του και ιδιαίτερα μέσα από τα βιβλία του το «Πνεύμα της Ουτοπίας» και η «Αρχή της Ελπίδας» την αξερίζωτη ουτοπία των ονειροπόλων της ιστορίας και την καταπιεσμένη κραυγή αγωνίας και διεκδίκησης ενός εναλλακτικού μέλλοντος κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης των υποτελών κοινωνικών τάξεων που καταστέλλονται στο όνομα της επίσημης εκδοχής της ιστορικής προόδου. Στον πυρήνα της φιλοσοφίας και της οντολογικής πρόσληψης της ανθρώπινης ιστορίας ως ενός ανοιχτού και υπό συνεχή διαμόρφωση πειράματος ανάδυσης του Όχι ακόμα Συνειδητού και Όχι ακόμα Υπαρκτού που καθίσταται εφικτή μέσω της στοχαστικής ιχνηλάτησης της φιλοσοφίας βρίσκεται η βαθιά πίστη του Μπλοχ σε μια ανοιχτή και μη τελικά προκαθορισμένη ανθρωπολογία και κοσμολογία, τα όρια της οποίας τελούν υπό διαρκή διεύρυνση μέσω της αρχής της ελπίδας ως υλικού προσδιορισμού του Είναι.

Η οντολογία του Όχι- ακόμη και η αντίληψη της ανθρώπινης ιστορίας ως ενός ανοιχτού και διαρκούς πεδίου ανάδυσης και αντιπαράθεσης κοινωνικών και πολιτικών αναγκών, διεκδικήσεων και αιτημάτων δεν υποπίπτει όμως σε μια εύκολη βουλησιαρχία, καθώς λαμβάνει ως σημείο εκκίνησης της τη διαλεκτική σχέση της αριστοτελικής εντελέχειας της ύλης στο πλαίσιο της φυσικής επιστήμης με το δυναμικό και υπό συνεχή διαμόρφωση ανθρώπινο πολιτισμό που στηρίζεται στο δυνάμει Είναι του ιστορικού γίγνεσθαι που δε μπορεί να εξαντικειμενικοποιηθεί πλήρως υπαγόμενος στους φυσικούς καταναγκασμούς των πορισμάτων των φυσικών επιστημών. Ο ανθρώπινος πολιτισμός τελεί υπό συνεχή διαμόρφωση και ο άνθρωπος καθίσταται ο μοναδικός αυτόνομος δημιουργός της ιστορίας του και του πολιτισμού του διευρύνοντας διαρκώς μέσω του κριτικού αναστοχασμού και του κοινωνικού του αγώνα τα όρια που θέτουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί δυνάμεων του παρόντος.

Από αυτή την άποψη ο Έρνστ Μπλοχ συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους τους διανοητές που ανέδειξαν την απελευθερωτική και χειραφετητική διάσταση της κοινωνικής ουτοπίας και τη σημασία της διαρκούς αναζήτησής της. Όπως χαρακτηριστικά θα πει ένας σύγχρονος συγγραφέας: «Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα. Όποτε όμως την πλησιάζω δυο βήματα, εκείνη απομακρύνεται δυο βήματα. Όσο κι αν προχωρήσω ποτέ δεν θα την φτάσω. Τότε, σε τι χρησιμεύει; Μας βοηθά να προχωράμε».


Από:http://www.nostimonimar.gr/ernst-bloch-to-pnevma-tis-outopias/