ΒΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟ, ΤΟ ΚΕΝΟ, ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ…


—του Γιώργου Θεοχάρη—

Η Chrissie Hynde είναι ζόρικη. Μολονότι αυτό δεν φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού, όσοι παρακολουθούν την πορεία της 40 χρόνια τώρα ή έχουν διαβάσει την αυτοβιογραφία της Reckless: My Life as a Pretender (Doubleday 2015) –ή, έστω, μία οποιοδήποτε βιογραφική της σύνοψη στο Διαδίκτυο– γνωρίζουν ότι πρόκειται για προσωπικότητα με ισχυρή θέληση που δεν μασάει τα λόγια της και δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της. Είναι ζόρικη, τελεία και παύλα.

Στην ιστορία της ροκ μουσικής θα μείνει ως η ηγετική φυσιογνωμία των Pretenders και για μερικά καλά τραγούδια. Σήμερα, στα 66 της (γεν. 7/9/1951), συνεχίζει να δισκογραφεί και να εμφανίζεται με ένα σχήμα που το λένε πάντα «Pretenders», αν και τώρα πια είναι η μόνη που έχει μείνει από την αρχική σύνθεση. Αυτό ακούγεται μάλλον φυσιολογικό, γιατί η Hynde ήταν ανέκαθεν η ψυχή του συγκροτήματος: αυτή ήταν η Great Pretender.

Προσφάτως η Chrissie Hynde έπεσε στα νύχια των ταμπλόιντ για τη συμπεριφορά της σε μια συναυλία. Το συμβάν δίνει αφορμή για σκέψεις και προσφέρεται για συζήτηση. Ας δούμε πρώτα τα γεγονότα.

2017_1_The_Pretenders_The_Irish_Village_base

Οι Pretenders εμφανίστηκαν την Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017, στο Irish Village, στο Ντουμπάι. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Chrissie Hynde σόκαρε το κοινό της, βρίζοντας σκαιώς, ασχημονώντας και διακόπτοντας τη συναυλία πριν την ώρα της. Αφορμή αυτού του ξεσπάσματος ήταν η από μέρους των θεατών χρήση των κινητών κατά τη διάρκεια της ζωντανής εμφάνισης.

Εκείνο το βράδυ στο Irish Village, πριν από τους Pretenders έπαιξαν η Heather Small (η τραγουδίστρια των M People, ενός ποπ συγκροτήματος των 90s) και οι Aswad (ένα μακρόβιο βρετανικό συγκρότημα που παίζει «πειραγμένη» ρέγκε). Η ανταπόκριση του κόσμου στα ονόματα που άνοιξαν τη συναυλία ήταν θετική (πράγμα που δεν είναι αυτονόητο: όσοι ανοίγουν συναυλίες συνήθως υποφέρουν). Όλα έδειχναν να πηγαίνουν μια χαρά.

317-LOL-pretenders-poster-728x1030

Πριν βγουν στη σκηνή οι Pretenders, ακούστηκε από τα μεγάφωνα μια ανακοίνωση που ζητούσε από το κοινό να μην χρησιμοποιήσουν τα κινητά τους κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Αλλά από το πρώτο κιόλας τραγούδι που έπαιξαν, τα επίμονα κινητά εκνεύρισαν την οξύθυμη (και αθυρόστομη) Hynde τόσο ώστε να τα βάλει με το κοινό. Τους είπε: «σταματήστε να τραβάτε με τα γ#$%^&*@ κινητά σας» και «χώστε τα στον κ#$%^ σας» και «είσαστε όλοι σας παλιόμ#$%^». Μπινελίκια, όχι αστεία!

Κάποιοι από τους θεατές, είτε γιατί δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε είτε γιατί (νομίζουν πως) ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, την αγνόησαν και συνέχισαν να φωτογραφίζουν και να βιντεοσκοπούν. Ως αποτέλεσμα, η Chrissie φόρτωνε διαρκώς και μετά από κάθε τραγούδι επαναλάμβανε το υβρεολόγιο με αυξανόμενη ένταση – μάλιστα, σύντομα άρχισε να επιλέγει συγκεκριμένους κινητομανιακούς θεατές και να τους τα χώνει προσωπικά και εξατομικευμένα. Οι προσβολές είχαν πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο χυδαιότητας. Καθώς το συγκρότημα έπαιζε το τέταρτο τραγούδι, η Chrissie σταμάτησε να τραγουδάει και είπε από μικροφώνου: «Δεν είμαι η Lady Gaga, ούτε η Katy Perry· άμα θέλετε να τραβάτε με τα γ#$%^&*@ τα κινητά σας να πάτε να δείτε αυτές – εμείς είμαστε ροκ συγκρότημα!»

Ο κόσμος απόρησε. Κάποιοι το διασκέδαζαν, άλλοι εξαγριώθηκαν. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Μέσα στην αναμπουμπούλα, ο ντραμίστας πλακώθηκε στο ξύλο με έναν σεκουριτά. (Το κάνουν αυτό οι ντραμίστες, λες και είναι όρος στο συμβόλαιό τους. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για την κλινική –μουσική– ψυχοπαθολογία.) Όλα πλέον έδειχναν ότι η βραδιά δεν θα τελείωνε ομαλά.

Μετά από τις πολλές και επαναλαμβανόμενες από μικροφώνου προσβολές, ο κόσμος, ζοχαδιασμένος, άρχισε να γιουχάρει. Σε κάποια φάση, αφού πρώτα η Hynde είχε σύρει τα εξ αμάξης σε μία αμετανόητη κινητοχρήστρια, ρώτησε το κοινό εν μέσω γιουχαϊσμάτων: «Εμένα γιουχάρετε ή εκείνην εκεί;» δείχνοντας τη γυναίκα που εξακολουθούσε να βιντεοσκοπεί, αγνοώντας την επιδεικτικά. Ένα μέρος του κοινού απάντησε με σαφήνεια: «Εσένααα!»

2017_3_The_Pretenders_The_Irish_Village_base

Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε σε κάθε διακοπή μεταξύ των τραγουδιών. Πριν καν συμπληρώσει μία ώρα επί σκηνής, η Hynde φαίνεται πως βαρέθηκε να τσακώνεται με τον κόσμο και αποφάσισε να βάλει το ζήτημα σε διαβούλευση. Είπε στο κοινό: «Αν συνεχίσετε να τραβάτε με τα κινητά, θα σταματήσω να παίζω και να πάτε σπίτια σας να μας ακούσετε από δίσκους». Τα γιούχα συνεχίστηκαν, τα κινητά δεν μπήκαν στις τσέπες. Και τότε, όπως τους είχε προειδοποιήσει, σταμάτησε να παίζει, σήκωσε το πόδι της σαν σκυλί που κατουράει, και τους είπε: «Εντάξει λοιπόν, τραβήξτε μια γ#$%^&*@ φωτογραφία αυτό εδώ». Τούτου λεχθέντος, σηκώθηκε κι έφυγε από τη σκηνή, ακολουθούμενη από τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος. (Και δεν είχαν καν παίξει τη μεγάλης τους επιτυχία στα 80s, το «Brass in Pocket»!)

Οι περισσότεροι θεατές έμειναν άναυδοι, αρκετοί ανταπέδιδαν το βρισίδι μέχρι να κλείσει η φωνή τους (και κάποιοι άλλοι κατέγραφαν τη φάση με τα κινητά τους, είμαι βέβαιος), αλλά τελικά όλοι διαλύθηκαν ησύχως όταν κατάλαβαν ότι το συγκρότημα δεν επρόκειτο να ξαναβγεί στη σκηνή.

Όπως ήταν φυσικό, αμέσως άρχισαν τα παράπονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τους «πελάτες» να ζητάνε τα λεφτά τους πίσω.

Δείγμα από το Twitter: «Δεν σέβεσαι το κοινό σου. Εμείς σε πληρώνουμε, όχι εσύ εμάς. Ανεβαίνεις στη σκηνή για μας, μας χρωστάς, δεν σου χρωστάμε. Θέλω τα λεφτά μου πίσω».

Άλλο δείγμα, από την ίδια πηγή: «Απαράδεκτη ασέβεια προς το κοινό και τη χώρα που τη φιλοξενούσε».

Άρχισαν και οι κακίες: «Έχω πάει σε συναυλίες σε όλο τον κόσμο και τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί, τέτοια προσβλητική συμπεριφορά. Ίσως να φταίει το ότι όταν [οι Pretenders] είχαν την τελευταία τους επιτυχία, δεν υπήρχαν ακόμα κινητά».

Τα γνωστά, εν ολίγοις. Δεν έχει νόημα η αναπαραγωγή των σχολίων, το πήραμε το μήνυμα. Εκείνο που ίσως έχει κάποιο νόημα είναι να δούμε αν όντως η Chrissie Hynde έχει μόνο άδικο σ’ αυτή την ιστορία.

Είναι γνωστό ότι η Hynde δεν τα γουστάρει τα κινητά όταν βρίσκεται στη σκηνή. Συνήθως, στις αφίσες που προαναγγέλλουν τις συναυλίες του συγκροτήματός της, υπάρχει η εξής παραίνεση προς όποιον σκοπεύει να παρευρεθεί: «Άφησε το κινητό στην τσέπη σου για να χαρείς την παράσταση σε πραγματικό χρόνο».

DMDP0kwX0AAbHGI

Λίγο καιρό πριν, οι Pretenders έκαναν μία δεκαπενθήμερη περιοδεία στη Βρετανία για να προωθήσουν τον καινούριο τους δίσκο Alone (2016). Φαίνεται πως και τότε σημειώθηκαν παρόμοια επεισόδια, αν και όχι τέτοιας έντασης, γιατί δεν υπήρξαν σχετικά δημοσιεύματα. Πάντως, οι θεατές στο Ντουμπάι σίγουρα δεν ήταν οι πρώτοι που είδαν τη Hynde να ξεσπάει πάνω τους. Αυτό φανερώνει μία ανάρτηση της ίδιας στην προσωπική της σελίδα στο Facebook (19/10/2017 – μετά τη βρετανική περιοδεία), όπου προσπάθησε να ζητήσει συγγνώμη, επαναλαμβάνοντας την άποψής της για τα κινητά:

«Γεια σας, φίλοι κι εχθροί.

Η περιοδεία στη Βρετανία ήταν φανταστική. Τη λατρέψαμε. Γνωρίσαμε σπουδαίους ανθρώπους και είδαμε όμορφα μέρη.

Θέλω να ζητήσω συγγνώμη που ήμουν λιγάκι σκύλα σε ό,τι έχει να κάνει με τα κινητά, τις φωτογραφίες και τα βίντεο. Και για το ότι ήμουν ο εαυτός μου, γενικά. Όπως ίσως ήδη γνωρίζετε, όταν δεν είμαι στη σκηνή μού αρέσει να διατηρώ ένα φυσιολογικό προφίλ και με φέρνει σε δύσκολη θέση η προσοχή που μου δείχνουν κάποιοι στις ιδιωτικές μου στιγμές. Έτσι, αν είπα σε κανέναν «χάσου από μπροστά μου», δεν φταίω εγώ – έτσι είμαι! Ξέρω ότι μερικές φορές δεν είμαι η διασημότητα που επιθυμείτε, αργότερα έχω τύψεις για τη συμπεριφορά μου και μακάρι να ήμουν καλύτερος άνθρωπος. Αλλά δεν είμαι και δεν προβλέπεται να αλλάξω τώρα κοντά».

Hynde

Τώρα νομίζω ότι έχουμε όλα τα δεδομένα για να ανοίξουμε τη συζήτηση. Έχει κάποιο δίκιο η Chrissie Hynde; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμπεριφορά της στο Ντουμπάι ήταν αντιεπαγγελματική. Από την άλλη, το είπε μία, το είπε δύο. Το έγραψε μέχρι και στις αφίσες! Δεν θα έπρεπε το κοινό να σεβαστεί την επιθυμία της; (Ρητορικό είναι το ερώτημα· αν γινόταν πάντα αυτό που «θα έπρεπε», θα είχε αφαιρεθεί η ρητορική από τη διδακτέα ύλη.)

Πριν απαντήσω (που δεν–), να ομολογήσω δύο πράγματα. Πρώτον, συμπαθώ την Chrissie Hynde. Δεν θεωρώ τη συνεισφορά της καθοριστική στην εξέλιξη της μουσικής (γιατί δεν είναι), αλλά ακούω ευχάριστα τα τραγούδια της. Την συμπαθώ από τότε που την «ξέρω», από το 1979. Δεν αμφιβάλλω ότι είναι ενίοτε «bitch» (άλλωστε το παραδέχεται και η ίδια), λιγάκι τσούγδω, κάπως τζόρας. Όλα τα βουνά έχουν χαράδρες, έτσι πάει. Κι εδώ δεν απασχολεί ο χαρακτήρας της (σάμπως θα την κάνουμε παρέα;), αλλά η επιθυμία της να μην χρησιμοποιεί το κοινό κινητά όταν η ίδια βρίσκεται στη σκηνή. Δεν έχει αυτό το δικαίωμα; Χμ…

Δεύτερον, αντιπαθώ τα κινητά. Γενικώς, αλλά και ειδικώς – στις συναυλίες. Μου έχει τύχει να εκνευριστώ μέχρι του σημείου να φύγω (αφορμή έψαχνα, αλλά και πάλι…) όταν μυριάδες κόσμου μπροστά μου είχαν σχεδόν όλοι σηκωμένα τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τους, όχι επειδή βρίσκονταν σε έκσταση, αλλά επειδή κατέγραφαν σε βίντεο τα τεκταινόμενα στη σκηνή. Βρίσκω τη συγκεκριμένη πρακτική, που έχει πλέον γίνει κανόνας, απολύτως αφύσικη (χώρια που μου κρύβουν τελείως τη σκηνή!). Τους απασχολεί περισσότερο να καταγράψουν το τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους, παρά να το ζήσουν. Μπαίνουν στον κόπο να παρευρεθούν σε μία εκδήλωση όχι για να τη χαρούν, αλλά για να δηλώσουν (εκ των υστέρων, ανεβάζοντας βίντεο και φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) την παρουσία τους εκεί. Kilroy was here! Εικονική πραγματικότητα – κυριολεκτικά.

Μετά από τις δύο αυτές παραδοχές, είναι φανερό ότι είμαι προκατειλημμένος. Εντούτοις, δεν θα βιαστώ να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά της αγαπημένης μου Chrissie Hynde. Ρητά και κατηγορηματικά: δεν ήταν τρόπος αυτός. Από τη στιγμή που έφτασε μέχρι το Ντουμπάι η χάρη της, θα έπρεπε να υποστεί και την αγένεια των «πιστών» της. Μέρος του παιχνιδιού είναι κι αυτό. Κάτι παίρνεις (λεφτά), κάτι δίνεις (χαρά). Και όταν κάνεις ζωντανές εμφανίσεις, ξέρεις τους κανόνες του παιχνιδιού. Αυτοί είναι, βάσει αυτών συμφώνησες να παίξεις. Δεν γίνεται να τους αλλάξεις μονομερώς στην πορεία. Δεν επιτρέπεται! Αλλιώς παίζεις άλλο παιχνίδι, με κανόνες που ξέρεις μόνο εσύ. Δηλαδή, ένα παιχνίδι αυτιστικό, ένα παιχνίδι άκυρο.

Από την άλλη, συναισθηματικά είμαι με την Chrissie. Πολύ θα ήθελα να πλακώσω στα μπινελίκια όλους εκείνους που έχουν ενσωματωμένο κινητό στην άκρη του χεριού τους. Στην προσπάθειά τους να πιστοποιήσουν την παρουσία τους παντού και πάντα (αλλά και να κοινοποιήσουν αναίτια και ανούσια κάθε πτυχή της καθημερινότητάς τους) έχουν καταντήσει να ζουν μέσω εικόνων. Δεν υπάρχει πιο μάταιη ματαιοδοξία.

Θα έπαιρνα αναφανδόν το μέρος της, αν —αφού είχε κάνει όσα έκανε στο Ντουμπάι— αρνιόταν να εισπράξει την αμοιβή της και απαιτούσε να επιστραφούν τα χρήματα στους θεατές. Από τη στιγμή, όμως, που πληρώθηκε για μια δουλειά, θα έπρεπε να τη φέρει σε πέρας.

Γερνάμε, Chrissie. Η γενιά μας κολλάει τα τελευταία ένσημα για τη σύνταξη. Ε, και λοιπόν; Αφού σταθήκαμε αρκετά τυχεροί για να ζήσουμε τα γεράματά μας, πρέπει τώρα να φροντίσουμε να μην μείνουμε πίσω από τις εξελίξεις. Δηλαδή, να αποφύγουμε να πεθάνουμε εν ζωή. Ασφαλώς και θα γκρινιάζουμε όταν οι επίγονοι επιμένουν να βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο· ασφαλώς και θα τους τα χώνουμε δια ζώσης, αλλά και μέχρι να εξαντληθούν όλα τα μη αναγνώσιμα σύμβολα του πληκτρολογίου· ασφαλώς θα τους λέμε απαρέγκλιτα και όπου δει: «το κάρο πίσω από το άλογο, ρε στραβάδια!», ναι. Αλλά όχι αδιακρίτως – δεν θα γίνουμε γραφικοί, όχι! Και οπωσδήποτε όχι βάσει κανόνων που υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι μας. (Ή, ακόμα χειρότερα, απαγορεύοντας.) Πρώτος να παραδεχτώ ότι ο πελάτης σπανίως έχει δίκιο. Αν όμως θέλεις να έχεις «πελάτες», αν αποφασίσεις ότι αξίζει τον κόπο να παίξεις το παιχνίδι, θα παίξεις με τους παγκοίνως αποδεκτούς κανόνες. Με άλλα λόγια, καλά κάνεις και σιχαίνεσαι τα κινητά, δικαίωμά σου. (Και συμπάσχω, είπαμε!) Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, τέλος. Τι να κάνουμε; Το ερώτημα αυτή τη φορά δεν είναι ρητορικό· κάτι μπορούμε να κάνουμε: να προτείνουμε νέους κανόνες (λ.χ., «μην φέρνετε κινητά στις συναυλίες μου» – εσύ το κάνεις ήδη αυτό, και μπράβο σου). Αν γίνουν δεκτοί, έχει καλώς. Αν όχι (που είναι και το πιθανότερο), τότε είτε παίζουμε μπροστά στα γ#$%^&*@ τα κινητά είτε τα παρατάμε και πάμε σπίτια μας. Εκείνο το «άλογο», για να πείσει ότι δουλειά του είναι να σέρνει (και όχι να σπρώχνει) το κάρο, πρέπει να έχει λόγο· πρέπει να γίνει έλλογο.

hynde1121_12


Από:https://dimartblog.com/2017/11/07/hynde-in-dubai-ok/

Καταλονία: Πέτρινα Χρόνια… και Αξιοπρέπεια …


Καταλονία: Πέτρινα Χρόνια… και Αξιοπρέπεια

Κείμενα-Επιμέλεια: Ερρίκος Φινάλης

Όλα τα δυναμικά συστημικά κέντρα στηρίζουν τη σκληρή γραμμή Ραχόι

 

Οχτώ Καταλανοί υπουργοί στη φυλακή. Στο κατώφλι της κι η υπόλοιπη καταλανική κυβέρνηση, βουλευτές, δήμαρχοι και εκατοντάδες «απλοί» πολίτες. Όλοι τους Β΄ κατηγορίας, αφού απαγορεύεται να διεκδικήσουν με ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο είτε την αυτοδιάθεσή τους, είτε μια αβασίλευτη δημοκρατία. Καταλανοί, Βάσκοι, αντιμοναρχικοί Ρεπουμπλικάνοι, με το που θα μιλήσουν, είναι «εκτός νομιμότητας». Κι αυτή η νομιμότητα, κληρονομημένη από τον Φράνκο, έχει διδαχθεί μία μόνο γλώσσα: την καταστολή. Εδώ και δεκαετίες επιδιώκει όχι μόνο τη συνθηκολόγηση, αλλά και την ταπείνωση όσων τόλμησαν να την αμφισβητήσουν. Έχει ισχυρές πλάτες: τη μοναρχία, το στρατό, την τραπεζοκρατία, τους μαφιόζους «επιχειρηματίες», και φυσικά την ευρωκρατία. Έχει κερδίσει τη νομιμοφροσύνη ακόμη κι αυτών που μέχρι πριν 2-3 χρόνια φώναζαν ότι ήρθαν για να αλλάξουν το αβίωτο, διεφθαρμένο, καταπιεστικό ισπανικό κράτος.

Η Καταλονία, και όχι μόνο, επιστρέφει στα Πέτρινα Χρόνια. Όπως, με διαφορετικούς τρόπους και πιο αργούς ίσως ρυθμούς, όλη η Ευρώπη. Ταυτόχρονα όμως αυτό το βαθιά αντιδραστικό κατασκεύασμα που ονομάζεται Βασίλειο της Ισπανίας, χτισμένο πάνω σε αιώνες αποικιοκρατικής ληστείας (ακόμη και σήμερα φιλοδοξεί να καθοδηγήσει μαζί με τις ΗΠΑ τη νεοφιλελεύθερη παλινόρθωση στην άλλη άκρη της γης, στη Λατινική Αμερική…), παίρνει οριστικά διαζύγιο από την ανοχή –πόσο μάλλον τη συναίνεση–  εκατομμυρίων υπηκόων του. Επιπλέον, με όλες τις ψευδαισθήσεις που έτρεφαν, οι Καταλανοί ηγέτες αποδεικνύονται (σε αντίθεση με τους «δικούς μας» σφουγγοκωλάριους!) αξιοπρεπείς. Αποδεικνύουν ότι ναι, υπάρχουν κόκκινες γραμμές. Και για να μην τις παραβιάσουν είναι πρόθυμοι να συρθούν στις ισπανικές φυλακές. Το ερώτημα έχει τεθεί: αυτό το μαύρο Βασίλειο… για πόσο θα υπάρχει στη σημερινή μορφή του;

Συνέχεια

Το μάταιον της εθνικής αιματολογίας …


«Οι ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης είναι πολλοί. Ωστόσο, τρεις απ’ αυτούς ξεχωρίζουν όχι μόνο για τον ηρωισμό τους αλλά και για το ήθος τους: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Κωνσταντίνος Κανάρης και ο Δημήτριος Υψηλάντης. Δεν είναι τυχαίο που και οι τρεις στηρίζουν με νύχια και με δόντια, που λέμε, τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Τον Ιταλό την καταγωγή Κερκυραίο Καποδίστρια, που το πραγματικό του όνομα είναι Vittori. Τον «ρωσόφιλο» Καποδίστρια, που χρημάτισε υπουργός των εξωτερικών του Τσάρου. Αλλά και τον βαθειά και ουσιαστικά Έλληνα Καποδίστρια, που κατάλαβε όσο λίγοι πως ο ελληνισμός ή είναι πολιτισμός ή δεν είναι τίποτα, ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια επιμειξιών και μπερδέματος των φυλών στην εκπληκτική χοάνη των λαών που είναι η ανατολική Μεσόγειος.

Ο Καποδίστριας ήταν Έλληνας γιατί γνώριζε όσο λίγοι τον ελληνικό πολιτισμό και γιατί διαμόρφωσε ένα ήθος σύμφωνο με τον ελληνικό πολιτισμό. Πας μη Έλλην βάρβαρος, έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Και οι Βάρβαροι αυτή τη δύσκολη εποχή που διαμορφώνεται το ελληνικό κράτος, περισσεύουν.

Πρώτος και καλύτερος, ο «μορφωμένος» Αλ. Μαυροκορδάτος, ένας λυσσασμένος εχθρός και του Υψηλάντη και του Κολοκοτρώνη και του Καποδίστρια. Μάλλον αυτός ρίχνει την ιδέα περί της «γνησιότητος των Ελλήνων», για να πολεμήσει τον Καποδίστρια, τον Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, τον Κανάρη.
Όλοι αυτοί είναι «αμφιβόλου γνησιότητας» όπως αρχίζουν να λεν δώθε κείθε. Αν και Φαναριώτης, δηλαδή ετερόχθων ο Μαυροκορδάτος, αν και εχθρός και με τους κοτζαμπάσηδες (και με ποιους δεν ήταν εχθρός αυτός ο άνθρωπος) σπάνια συντάσσεται με τους μορφωμένους, κι αυτό έχει σα συνέπεια ο Καποδίστριας να τον παραγκωνίσει τελείως. Άλλωστε, είναι ο αρχηγός του αγγλόφιλου κόμματος. Και κατά πάσα πιθανότητα οι οπαδοί του δόγματος διαίρει και βασίλευε είναι που σοφίζονται τα περί γνησιότητας των γνησίων Ελλήνων. Οι μαυροκορδακίζοντες κόρακες μισούσαν τον Υψηλάντη, γιατί προερχόταν από μια πανάρχαια βυζαντινή οικογένεια που υπηρέτησε τον βυζαντινό Αυτοκράτορα, τον Σουλτάνο, τον Τσάρο και που στη διάρκεια των αιώνων ήρθε σε επιμειξία με πολλούς μη Έλληνες.

Μισούσαν τον Κολοκοτρώνη διότι το αρχικό όνομα της ιστορικής οικογένειας των επαγγελματιών πολεμιστών της Πελοποννήσου ήταν Τσεργίνης, που είναι μάλλον σλαβικό.
Αργότερα η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων υιοθέτησε το αρβανίτικο όνομα Μπιθεγκούρας, που σημαίνει χοντρόκωλος, και στη συνέχεια μετέφρασε επακριβώς το αρβανίτικο Μπιθεγκούρας σε Κολοκοτρώνης που σημαίνει, ακριβώς, χοντρόκωλος. Ήταν «γνήσιος» Έλληνας ο Κολοκοτρώνης; Γνησιότερος δε θα μπορούσε να υπάρξει, και το αιματολογικό ψάξιμο για τις ρίζες του είναι ενασχόληση για ηλίθιους.

Αμ, ο Ψαριανός Κανάρης, που δεν γνωρίζουμε το πραγματικό του όνομα, και που το επίθετό του ήταν ψευδώνυμο; Και τι είναι οι Ψαριανοί; Ένα συνονθύλευμα Θεσσαλών, Ηπειρωτών, Ευβοέων και άλλων, που κατοίκησαν το έρημο και άγονο νησί μετά την άλωση της Πόλης. Τρέχα γύρευε από πού κρατάει η σκούφια όλων αυτών των κυνηγημένων για χίλιους διαφορετικούς λόγους απ’ τους Τούρκους, που βρήκαν καταφύγιο σ’ αυτό το ηρωικό ξερονήσι».

Από το βιβλίο «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974». Β. Ραφαηλίδη

Για την αντιγραφή Mitsos175


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/11/blog-post_51.html

Η συνεργασία των ΗΠΑ με τους ναζί …


Στο προηγούμενο σημείωμα δείξαμε τον τρόπο με τον οποίο οι γερμανοί κατάφεραν να αποκτήσουν πολιτικό έλεγχο στην BIS, εξυπηρετώντας τις επιδιώξεις των ναζί. Στην προσπάθειά τους αυτή όχι απλώς δεν συνάντησαν αξιόλογα εμπόδια από την δύση αλλά, αντίθετα, οι δυτικοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βοηθήσουν τον Χίτλερ, στον βαθμό που τα σχέδια του γερμανού δικτάτορα εξυπηρετούσαν και τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Σήμερα θα παραθέσουμε μερικές άκρως ενδιαφέρουσες πληροφορίες, οι οποίες αποδεικνύουν το αληθές αυτής της αποστροφής.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Γουώλ Στρητ παρακολουθούσε γοητευμένη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την άνοδο του Χίτλερ. Ήταν γοητευμένη από τους ναζί επειδή η εμφάνιση ενός ακραία εθνικιστικού μονοκομματικού κράτους στην Γερμανία υποσχόταν την απομάκρυνση του φαντάσματος του μπολσεβικισμού. Το μόνο ερώτημα που πλανιόταν ήταν αν οι επενδυτές και οι κεφαλαιούχοι θα έπρεπε να αισθάνονται ασφαλείς με τέτοιο καθεστώς. Διακυβεύονταν τα συμφέροντα τεράστιων κεφαλαίων, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν και τα κεφάλαια μερικών από τα μεγαλύτερα πολιτειακά μονοπώλια. Αρκετά από αυτά τα μονοπώλια, μάλιστα, είχαν στενή συνεργασία με την IG Farben.

Ο γερμανικός κολοσσός λειτουργούσε στις ΗΠΑ ως GAF (General Aniline and Film). Στο διοικητικό συμβούλιο της GAF συμμετείχαν μερικά από τα πιο τρανταχτά ονόματα της πολιτειακής επιχειρηματικής σκηνής. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ουώλτερ Τηγκλ, ο πρόεδρος της πανίσχυρης πετρελαιικής εταιρείας Standard Oil. Ήταν και ο Έντσελ Φορντ, πρόεδρος της Ford Motors. Ήταν και ο Τσαρλς Μίτσελ, διευθύνων σύμβουλος της National City Bank. Ήταν και ο Πωλ Βάρμπουργκ, γόνος μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες τραπεζιτών των ΗΠΑ.

Η Standard Oil ήταν σίγουρα ο ισχυρότερος μεταξύ των συνεργατών τής GAF, καθώς οι δυο εταιρείες είχαν υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης της παραγωγής πετρελαίου. Κι αν η GAF είχε άμεση πρόσβαση στο διοικητικό συμβούλιο της BIS (μέσω του Χέρμαν Σμιτς, του διευθύνοντος συμβούλου τής IG Farben, όπως είπαμε στο προηγούμενο σημείωμα), η Standard Oil βρήκε τρόπο να αποκτήσει έμμεση αλλά ισχυρή σχέση με την «τράπεζα των ναζί»: προσέλαβε ως σύμβουλο τον Ρόμπερτ Πόρτερς, τον διοικητικό διευθυντή τής BIS.

Η Standard Oil κατείχε τα δικαιώματα της πατέντας τού συνθετικού καουτσούκ αλλά τα είχε παραχωρήσει στην IG Farben. Το 1929, o Ουώλτερ Τηγκλ είχε υπογράψει σχετική συμφωνία με την IG Farben, βάσει της οποίας «η IG θα μείνει μακρυά από κάθε δουλειά σχετική με το πετρέλαιο κι εμείς θα μείνουμε μακρυά από κάθε δουλειά σχετική με τα χημικά». Αυτή η συμφωνία-καρτέλ των δυο μονοπωλίων άνοιγε τον δρόμο για την δημιουργία μιας σειράς πανίσχυρων καρτέλ. Την απαραίτητη νομοπαρασκευαστική δουλειά για να στηθούν αυτά τα καρτέλ ανέλαβε ο -γνωστός μας και μη εξαιρετέος- Τζων Φόστερ Ντάλλες.

Εκείνη την εποχή ο Ντάλλες ήταν διευθυντής τής INCO (International Nickel Company), της μεγαλύτερης μεταλλουργικής εταιρείας του κόσμου. Το 1934, η INCO υπέγραψε μια συμφωνία-καρτέλ με την IG Farben, βάσει της οποίας οι πολιτειακοί θα προμήθευαν τους γερμανούς με νικέλιο, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τα δικαιώματα μιας καινούργιας πατέντας που βελτίωνε την διαδικασία εξαγωγής καθαρού νικελίου από το μετάλλευμα. Ο Ντάλλες αντιπροσώπευε και την SAIC (Solvay American Investment Corporation), την θυγατρική μιας βελγικής εταιρείας που ήταν συνεργάτης τής IG Farben. Η SAIC κατείχε το 25% της Allied Chemical & Dye Corporation, η οποία το 1936 υπέγραψε συμφωνία-καρτέλ με την IG Farben σχετική με την παραγωγή χρωστικών ουσιών.

Και κάπως έτσι εξελισσόταν η κατάσταση καθ’ όλη την δεκαετία τού 1930, καθώς οι πολιτειακοί οικονομολόγοι και δικηγόροι (με πρώτο και καλύτερο πάντα τον Τζον Φόστερ Ντάλλες) φρόντιζαν τα συμφέροντα των πολιτειακών επιχειρήσεων με τον καλύτερο τρόπο: διοχετεύοντας κεφάλαια, εμπορεύματα, πρώτες ύλες και πατέντες κατ’ ευθείαν στο Τρίτο Ράιχ.

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν ακόμη κάποιοι ενδοιασμοί από πλευράς πολιτειακών επιχειρηματιών. Όχι βέβαια λόγω των διώξεων που είχαν εξαπολύσει οι ναζί κατά διαφόρων μειονοτήτων (εβραίοι, τσιγγάνοι κλπ) ούτε λόγω των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας. Η κύρια πηγή αυτών των ενδοιασμών ήταν ο πλήρης τίτλος τού ναζιστικού κόμματος: Γερμανικό Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών, καθώς στις ΗΠΑ οι λέξεις «σοσιαλισμός» και «εργάτης» (πόσο μάλλον η συνύπαρξή τους) αρκούν για να δημιουργήσουν αναφυλαξία. Μια άλλη πηγή ενδοιασμών ήταν και η διαπίστωση ότι τα Τάγματα Εφόδου (οι περίφημοι «καφεπουκαμισάδες») παρέμεναν πανίσχυρα μέσα στο κόμμα. Αν αναρωτιέστε σε τι ενοχλούσε αυτό τους πολιτειακούς, ετοιμαστείτε να ακούσετε ένα ανέκδοτο που θα σας λύσει την απορία: στις ΗΠΑ θεωρούσαν ότι τα Τάγματα Εφόδου συνιστούν την αριστερή πτέρυγα του ναζιστικού κόμματος (!).

Για να ξεπεραστούν αυτοί οι ενδοιασμοί, οι τραπεζίτες και οι βιομήχανοι των ΗΠΑ χρειάζονταν έναν καθησυχασμό από πρώτο χέρι. Χρειάζονταν μια συνάντηση με τον ίδιο τον Χίτλερ. Έτσι, η Γουώλ Στρητ ανέθεσε στον Σωσθένη Μπεν να τακτοποιήσει τις λεπτομέρειες μιας τέτοιας συνάντησης.

Στις 4 Αυγούστου 1933, η New York Times ενημέρωνε τους αναγνώστες της ότι ο Χίτλερ είχε συνάντηση με «αντιπροσώπους τής πολιτειακής οικονομίας». Η εφημερίδα σημείωνε ότι «ο καγκελλάριος Χίτλερ, ο οποίος ξεκουράζεται στο ορεινό του θέρετρο στο Σάλτσμπουργκ, δέχτηκε σήμερα τον Σωσθένη Μπεν, διευθυντή της National City Ban της Νέας Υόρκης, και τον Χένρυ Μαν (…) Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι συζητήθηκε». Πληροφορίες δεν χρειάζονταν. Ο Σωσθένης Μπεν ήταν ο άνθρωπος που είχε ιδρύσει το 1920 την International Telephone and Telegraph Company, την γνωστή μας ΙΤΤ, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου εκείνη την εποχή. Η ΙΤΤ είχε κάμποσες θυγατρικές στην Γερμανία, μερικές από τις οποίες εμπλέκονταν στην παραγωγή οπλικού υλικού. Επομένως, η ΙΤΤ χρειαζόταν έναν τραπεζίτη με καλές διασυνδέσεις, ο οποίος θα φρόντιζε τις υποθέσεις της στην Γερμανία. Δεν δυσκολεύτηκε να τον βρει. Το όνομά του ήταν Κουρτ φον Σρέντερ…

____________________________________________________________

Ο Μακάρθι επιστρέφει στην Αμερική…


Μακάρθι

Η εκστρατεία που ξεκίνησε με πρόσχημα τη Ρωσία και την παρέμβασή της στις προεδρικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου στοχεύει πλέον στην καρδιά της ελεύθερης διακίνησης πληροφοριών και ιδεών στο διαδίκτυο. Οι Δημοκρατικοί είναι αυτοί που πρωταγωνιστούν, έχοντας να λύσουν και τα δικά τους εσωτερικά θέματα, ενώ ο Τραμπ ακολουθεί ενθουσιωδώς, παρότι θεωρητικά βρίσκεται στο στόχαστρο.

Στο μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών από την εποχή του Μακάρθι επιδίδονται τις τελευταίες εβδομάδες Αμερικανοί γερουσιαστές, κολοσσοί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και διωκτικές αρχές, όπως το FBI, με πρόσχημα την υποτιθέμενη παρέμβαση της ρωσικής κυβέρνησης στις προεδρικές εκλογές.

Η πρόσφατη ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στο Κογκρέσο για το θέμα αποτελεί ένα ποιοτικό άλμα προς τον σκοταδισμό, καθώς στο επίκεντρο δεν βρίσκονται πλέον μόνο οι Ρώσοι χάκερ, που υποτίθεται ότι στήριξαν την εκλογή Τραμπ, αλλά κάθε δημοσιογράφος και μέσο ενημέρωσης που προωθεί «εξτρεμιστικό περιεχόμενο». Με τον συγκεκριμένο όρο περιγράφονται ρεπορτάζ και μηνύματα που κυκλοφόρησαν στο Διαδίκτυο τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν «κοινωνικό διχασμό», όπως αναφορές στις δολοφονίες μαύρων από την αστυνομία και η περιγραφή των κοινωνικών ανισοτήτων στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συνέχεια