Ο διάβολος κι ο σχοινοβάτης…


Δούλευα σ’ ένα υπαίθριο μπαρ της Νάξου, τον Κήπο. Έμοιαζε λίγο μ’ εκείνον του Επίκουρου. Απολαμβάναμε τη ζωή και αμπελοφιλοσοφούσαμε.

Πότιζα τον πελάτες μου για να τους εκμαιεύσω ιστορίες. Οι συγγραφείς είναι ανήθικα άτομα, παντού βλέπουν κείμενα. Σε συνδυασμό με την ιδιότητα του οινοχόου γίνονται επικίνδυνοι.

Οι περισσότεροι ξεκινούσαν ν’ ανοίγονται μετά το τρίτο ποτό. Στο τέταρτο τα έλεγαν όλα, όσα δεν είχαν πει ούτε στον εξομολόγο τους. Όμως ο Ντέμιαν μάλλον δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία.

Πριν να πιει, πριν καν να παραγγείλει, μου έδωσε το χέρι του και συστήθηκε, στα ελληνικά με αμερικανική προφορά. “Με λένε Ντέμιαν. Δαμιανό δηλαδή.”

Σκέφτηκα ότι ήταν πολιτικός, αυτοί κάνουν χειραψίες όπου βρεθούν κι όπου σταθούν. Όμως ήταν κάτι χειρότερο… Πωλητής. Τότε δεν το ήξερα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο σατανικό από έναν πωλητή.

Μου είπε την ιστορία των προγόνων του πριν καν τελειώσει το πρώτο ποτό.

~~

Ο παππούς του ήταν απ’ τον Πόντο. Με τη γενοκτονία βρέθηκε στον Πειραιά κι από κει πήρε ένα πλοίο για Αγγλία. Σύντομα έφτασε στην Αμερική, τη γη των πωλητών. Δαιμόνιος ως Πόντιος έκανε μια μικρή περιουσία. Παντρεύτηκε μια Ιρλανδέζα, μετανάστρια κι εκείνη, αφού πρώτα εξωμότησε κι έγινε καθολικός.

“Θα μπορούσε να ‘χε γίνει και μουσουλμάνος ή σατανιστής”, μου είπε ο Ντέμιαν. “Δεν πίστευε σε τίποτα πέρα απ’ το χρήμα.”

Όποιος πιστεύει στο χρήμα συνήθως καταφέρνει να το συσσωρεύσει. Αλλά τα λεφτά δεν βοηθάνε όταν πέφτει πάνω σου ένα αμάξι. Σκοτώθηκε νέος, λίγο μετά τη γέννηση του μοναδικού του γιου -και πατέρα του Ντέμιαν.

Ο πατέρας ήταν διαφορετικός. Ξόδεψε όλη την περιουσία του σε λίγα χρόνια και μετά έβαλε ένα όπλο στο στόμα. Ο Ντέμιαν έμεινε ξεκρέμαστος.

“Δεκαπέντε χρονών παράτησα το σχολείο. Δεν μ’ ενδιέφερε να σπουδάσω και να κλειστώ σ’ ένα εργαστήριο. Ήθελα να βγάλω λεφτά.”
“Το γονίδιο του παππού;”
“Μάλλον”, είπε ο Ντέμιαν και ζήτησε το δεύτερο ποτό. “Έτσι έγινα πωλητής.”
“Τι πουλάς;”
“ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Μπορώ να πουλήσω τα πάντα. Ξεκίνησα σε μαγαζί με συσκευές, ξέρεις, αυτές για το σπίτι.”
“Οικιακές.”
“Ναι. Αλλά δεν ήθελα να είμαι υπάλληλος. Δεν ήθελα να πουλάω τον χρόνο μου και το ταλέντο μου στους άλλους για να πλουτίζουν.”

~~

Στην αρχή πουλούσε Βίβλους πόρτα-πόρτα. Εφτάτομες, με σκληρό εξώφυλλο, με γκραβούρες και πίνακες. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν που πούλησε μία σ’ έναν Βιετναμέζο βουδιστή. Τον έπεισε -κι ίσως να είχε δίκιο- ότι αν ήθελε να προσαρμοστεί στη χριστιανική Αμερική έπρεπε να γνωρίζει τι πιστεύουν οι γείτονες του.

Μετά πέρασε στα μηχανήματα μαζικής εστίασης, στα παραϊατρικά, στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Κατέληξε στα ακίνητα.

“Real estate its real money!”

Είχε πλέον περισσότερα χρήματα απ’ όσα έβγαλε ο παππούς του, αλλά τα χρήματα είναι σαν την κινέζικη παροιμία για το ποτό:
Ένα ποτήρι είναι λίγο.
Δύο είναι αρκετά.
Τρία είναι πολύ.
Τέσσερα είναι λίγο.

~~

“Όλο το θέμα της πώλησης”, μου είπε, “δεν είναι να βγάλεις λεφτά. Τα λεφτά έρχονται αν ακολουθήσεις τον σημαντικότερο κανόνα.”
“Κι αυτός είναι;” τον ρώτησα βάζοντας το τρίτο του ποτό.
“Κάνε τους ανθρώπους χαρούμενους!”

Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.

“Χαρούμενοι επειδή αγόρασαν κάτι;”
“Μην το βλέπεις έτσι, είναι λάθος. Τους κάνεις χαρούμενους επειδή βελτιώθηκαν.”

~~

Η Πεντάτευχος της πώλησης, όπως μου την είπε ο Ντέμιαν, είναι η εξής:

  1. Κάθε άνθρωπος θέλει να νιώθει ωραία.
  2. Όταν αποκτάει κάτι που έχει ανάγκη νιώθει καλά.
  3. Αλλά όταν αποκτάει κάτι που δεν έχει ανάγκη, τότε νιώθει καλύτερα.
  4. Ο πωλητής πρέπει να πείσει τον αγοραστή να αποκτήσει ό,τι ποτέ δεν είχε φανταστεί πως ήθελε.
  5. Ο πωλητής δεν πουλάει ανάγκες, πουλάει όνειρα.

~~

“Εσύ”, μου είπε ξαφνικά. “Τι πουλάς;”
“Ποτά.”

Ο Ντέμιαν γέλασε.

“Δεν είσαι αυτό που λες”, μου είπε. “Δουλεύεις εδώ, αλλά θες να γίνεις κάτι παραπάνω. Όλοι θέλουν να γίνουν κάτι παραπάνω. Τι θες να κάνεις; Πες αυτό που θες αλήθεια να κάνεις, αυτό που θα ήθελες να κάνεις.”

Είχα πιει κι εγώ. Κανείς εξομολόγος δεν είναι αναμάρτητος, κανείς μπάρμαν δεν είναι νηφάλιος. Έτσι του είπα.

“Συγγραφέας λοιπόν”, έκανε ο Ντέμιαν. “Τι πουλάς, ξέρεις;”
“Ιστορίες.”
“Bullshit. Ιστορίες πουλάνε οι ιστορικοί. Εσύ πουλάς όνειρα.”
“Δεν νομίζω”, του είπα. “Αν πουλάω κάτι όταν γράφω, τότε είναι… ο εαυτός μου.”
“Bullshit again. Κανείς δεν νοιάζεται για τον εαυτό σου.”
“Ευχαριστώ πολύ.”
“Αλήθεια είναι. Γιατί να νοιαστεί κάποιος για σένα;”
“Γιατί;”
(Με είχε ενοχλήσει ο τρόπος του. Έτσι μιλούσα κάπως κοφτά και ειρωνικά, που σίγουρα δεν ταίριαζε σ’ έναν μπάρμαν.)
“Γιατί μέσα απ’ αυτά που γράφεις, ο αναγνώστης μπορεί να ζήσει κάτι παραπάνω απ’ αυτά που ζει. Αν του δώσεις μια ιστορία που είναι σαν τη ζωή του θ’ αδιαφορήσει. Πρέπει να του δώσεις αυτό που ονειρεύεται να ζήσει.”
“Κι η αλήθεια;”

Γέλασε.
“Ποιος πουλάει την αλήθεια; Οι παπάδες; Οι πολιτικοί; Οι επαναστάτες; Οι φιλόσοφοι; Οι επιστήμονες; Όλοι πουλάνε ένα όνειρο. Οι παπάδες το όνειρο της μεταθανάτιας ζωής. Οι πολιτικοί το όνειρο μιας λίγο καλύτερης επίγειας ζωής. Οι επαναστάτες το όνειρο μιας ουτοπικής ζωής. Οι φιλόσοφοι το όνειρο μιας απίθανης ζωής. Οι επιστήμονες το όνειρο μιας ορθολογικής ζωής. Ακόμα κι αν πουλιόταν η αλήθεια ποιος θα την αγόραζε; Truth sells but who’s buing?”

~~

Δεν θέλω να γράψω περισσότερα για τον Ντέμιαν.

Δεν μου άρεσαν αυτά που έλεγε, αλλά τα ‘νιωθα να με χτυπάνε στα μηνίγγια.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατάφερα να γίνω καλός πωλητής. Ακόμα κι όταν βρέθηκα να δουλεύω σε υπερκατάστημα ηλεκτρονικών συσκευών, προτίμησα να γίνω αποθηκάριος, παρότι θα κέρδιζα πολλά περισσότερα ως πωλητής.

~~

Ίσως να είχε δίκιο σε κάτι: Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε στο όνειρο. Αλλά -εκεί διαφωνώ με τον Ντέμιαν- λίγοι ξέρουν να το πουλάνε.

Υπάρχουν πολλοί καλοί συγγραφείς, πολλοί καλοί τεχνίτες ξύλου, πολλοί πολιτικοί (χωρίς το καλοί).

“Όμως δεν αρκεί να φτιάξεις μια όμορφη καρέκλα. Αν δεν μπορείς να την πουλήσεις τότε δεν έχεις καταφέρει τίποτα.”
Αυτό το είπε ο Ντέμιαν, δείχνοντας τις καρέκλες του μπαρ.

Κι αν δεν μπορείς να πουλήσεις αυτό που φτιάχνεις τότε αναγκάζεσαι να πουλήσεις τον χρόνο σου, τον εαυτό σου, πολύ φτηνά συνήθως.

~~

Ο διάβολος είναι πωλητής κι ίσως να ‘ναι κι ο θεός το ίδιο. Ανταγωνίζονται για τις ψυχές.

Εμείς πασχίζουμε να μείνουμε άνθρωποι. Όμως η εντιμότητα δεν πληρώνει το νοίκι. Κι οι καλλιτέχνες δεν χορταίνουν με το χειροκρότημα.

Είναι σκληρός ο αγώνας, λεπτή η ισορροπία, κι όσοι δεν τα καταφέρνουν στις πωλήσεις σχοινοβατούν. Δίχτυ ασφαλείας δεν υπάρχει. Προσηλώνεσαι στο βήμα σου κι εύχεσαι να μην φυσήξει. Γιατί τότε δεν σε γλιτώνει τίποτα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΥΓ: Αυτή η ιστορία μοιάζει να είναι φανταστική. Όμως ο Ντέμιαν υπάρχει, τον συνάντησα πριν δεκατρία χρόνια στον Κήπο, κι ίσως τώρα να είναι συνέταιρος του Μπέζος ή σύμβουλος του Τραμπ. Ο διάβολος είναι πωλητής και πηγαίνει όπου πουλάνε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/


Από:http://www.nostimonimar.gr/tightrope-walker-devil/

Η εικόνα του Ιμπεριαλισμού…


Μετάφραση-ΕπιμέλειαΣυρμακέζη Αργυρώ, Παλαιολόγος Ανδρέας

Μετάφραση από κομμάτι του βιβλίου Understanding a Photograph,

John Berger (Οκτώβρης 2013)

Την Τρίτη 10 Οκτώβρη 1967, μια φωτογραφία διαδόθηκε σ’ όλο τον κόσμο ως απόδειξη για τον θάνατο του Guevara την προηγούμενη Κυριακή κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουση μεταξύ δύο λόχων του Βολιβιανού στρατού και μιας δύναμης των ανταρτών στο βόρειο τμήμα του ποταμού Rio Grande κοντά σ’ ένα χωριό στη ζούγκλα εν ονόματι Higueras (αργότερα το χωριό έλαβε την διακηρυγμένη αμοιβή για τη σύλληψη του Guevara). Η φωτογραφία του πτώματος τραβήχτηκε σ’ έναν στάβλο στη μικρή πόλη Vallegrande. Το σώμα του τοποθετήθηκε σε φορείο πάνω σε μια τσιμεντένια σκάφη.

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δύο χρόνων, ο ‘Che’ Guevara είχε γίνει θρύλος. Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά που βρισκόταν. Δεν υπήρχαν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία από κανέναν που να τον έχει δει αλλά την παρουσία του την υπέθεταν και την επικαλούνταν. Στην αρχή της τελευταίας του επιστολής1– η οποία απεστάλη από μια αντάρτικη βάση ‘’κάπου στον κόσμο΄΄ προς την τριηπειρωτική οργάνωση αλληλεγγύης στην Αβάνα- παρέθεσε μια πρόταση από τον επαναστάτη ποιητή του 19ου αιώνα José Martí : ‘’Τώρα είναι η εποχή των καμινιών, και μόνο το φως θα πρέπει να δούμε’’. Ήταν σαν στο δικό του υπάρχον φως ο Guevara να ήταν αόρατος και πανταχού παρόν.[i]

Τώρα είναι νεκρός. Οι πιθανότητες επιβίωσής του ήταν αντιστρόφως ανάλογες  με τη δύναμη του θρύλου του. Ο θρύλος έπρεπε να καρφωθεί. Η New York Times έγραψε ότι: ‘’Αν ο Ernesto Che Guevara πράγματι σκοτώθηκε στην Βολιβία, όπως φαίνεται πιθανό, ένας μύθος και ταυτόχρονα ένας άνθρωπος αφέθηκε  να ξεκουραστεί”.

Δεν γνωρίζουμε τις συνθήκες του θανάτου του. Μπορούμε να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεση αυτών που βρήκαν το σώμα του από την μεταχείριση του σώματος του Guevara μετά το θάνατό του. Πρώτα, το έκρυψαν. Έπειτα, το εξέθεσαν. Μετά, το έθαψαν σ’ ένα ανώνυμο τάφο σε άγνωστο μέρος. Στη συνέχεια το ξέθαψαν. Τέλος το έκαψαν.  Όμως πριν το κάψουν, έκοψαν τα δάχτυλά του για μελλοντική ταυτοποίηση. Η τελευταία κίνηση υποδεικνύει ότι είχαν σοβαρές αμφιβολίες αν ήταν πράγματι ο Guevara αυτός που σκότωσαν. Εξίσου όμως μπορεί να σημαίνει ότι δεν είχαν καθόλου αμφιβολίες αλλά ότι φοβόντουσαν το πτώμα. Τείνω να πιστεύω το τελευταίο.

Ο σκοπός της φωτογραφίας της 10ης Οκτώβρη ήταν να βάλει τέλος σ’ έναν θρύλο. Ωστόσο, η επίδραση σ’ αυτούς που την είδαν θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Ποιο είναι το νόημά της; Τι σημαίνει, επακριβώς αλλά και στη σφαίρα του μη πραγματικού, αυτή η φωτογραφία τώρα πια; Όσον αφορά εμένα θα προσπαθήσω να την αναλύσω προσεκτικά.

Συνέχεια

Τραπεζικά προβλήματα και θεραπείες…


Με την υπόσχεση ότι θα την συζητήσουμε σήμερα, αφήσαμε χτες να αιωρείται η εξής απορία: «αφού οι τράπεζες μπορούν όποτε θέλουν να εκδώσουν χρήμα, γιατί αντιμετωπίζουν προβλήματα και ζητούν βοήθεια με μέτρα όπως οι έλεγχοι κεφαλαίων (capital control) ή οι ανακεφαλαιοποιήσεις;». Ας κάνουμε δυο παρατηρήσεις, που θα μας βοηθήσουν να αντιληφθούμε την απάντηση:

(α) Από την στιγμή που οι τράπεζες έχουν δικαίωμα να χορηγούν δάνεια υπερπολλαπλάσια των χρημάτων τα οποία πραγματικά υπάρχουν στα συρτάρια τους, είναι ευνόητο ότι σ’ αυτά τα συρτάρια υπάρχει ένα πολύ μικρό ποσό σε σχέση με τις πραγματικές καταθέσεις. Υπολογίζεται ότι αυτό το μικρό ποσό φτάνει στο 3% περίπου των χρημάτων που έχουν καταθέσει οι πελάτες τους. Κατά συνέπεια, αν για οποιονδήποτε λόγο ξεσπάσει πανικός (π.χ. ξέσπασμα κρίσης, φόβος για πόλεμο, φήμες για υποτίμηση κλπ) και οι πολίτες συρρεύσουν στα τραπεζικά γκισσέ προκειμένου να σηκώσουν τα χρήματά τους (bank run), οι τράπεζες αδυνατούν να ικανοποιήσουν την αυξημένη ζήτηση για ρευστό.

(β) Σε περιόδους ύφεσης ή κρίσεων, η ζήτηση για δάνεια μειώνεται κατακόρυφα και, παράλληλα, αυξάνεται η εξόφληση ή η διαμαρτύρηση των ήδη υφισταμένων δανείων. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες όχι μόνο μειώνουν ή και παύουν τελείως την παραγωγή νέου λογιστικού χρήματος αλλά υποχρεώνονται να καταστρέψουν μεγάλη ποσότητα απ’ αυτό που έχουν ήδη κυκλοφορήσει.

Στην πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις η σωτηρία έρχεται μέσω απαγορεύσεων στην κίνηση των κεφαλαίων (capital control), στην δεύτερη έρχεται με την μορφή των ανακεφαλαιοποιήσεων. Το ζήτημα είναι ότι αυτών των μορφών σωτηρία είναι δυνατή σε μικρής έκτασης προβλήματα ή όταν πλήττονται μικρής εμβέλειας τράπεζες. Την Παφ-Πουφ Μπανκ, ας πούμε, την σώζεις με τέτοια τερτίπια αλλά την Γκόλντμαν Σακς με τίποτε. Σε περιπτώσεις που κινδυνεύουν πολύ μεγάλες τράπεζες (αυτές που χαρακτηρίζουμε ως too big to fail), έρχονται αρωγοί οι κεντρικές τράπεζες των χωρών με επί μέρους βοήθεια από τις κυβερνήσεις τους. Αν, όμως, κινδυνέψουν οι ίδιες οι κεντρικές τράπεζες, χρειάζεται άλλη, ισχυρότερη θεραπεία.

Νομίζω πως εδώ πρέπει να κάνουμε μια στάση για να σημειώσουμε κάτι που όντως αξίζει τον κόπο. Όσο το σύστημα δουλεύει ρολόι, οι αυξανόμενες ποσότητες λογιστικού χρήματος δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις (νόμος προσφοράς και ζήτησης). Όταν τα πράγματα στραβώσουν και πάρει μπρος η διαδικασία καταστροφής αυτού του χρήματος, αρχίζει ο αποπληθωρισμός. Βέβαια, στα μάτια του απλού πολίτη ο αποπληθωρισμός φαίνεται ως ευλογία αφού ο πολίτης βλέπει τις τιμές του ρυζιού και του μπρόκολου να μειώνονται. Σε εθνικό επίπεδο, όμως, ο αποπληθωρισμός είναι κατάρα. Αυτό το τελευταίο το είχαμε εξηγήσει πριν δυο χρόνια σε τούτη την γωνιά, όταν γράφαμε, μεταξύ άλλων:

(…) ο χαμηλός πληθωρισμός (πόσο μάλλον ο αποπληθωρισμός) διογκώνει το πρόβλημα των κρατικών χρεών. Αν μια χώρα δανείζεται με 4% και ο πληθωρισμός τρέχει επίσης με 4%, ουσιαστικά δεν επιβαρύνεται η οικονομία της. Αν, μάλιστα, ο πληθωρισμός ανεβεί στο 5% ή στο 6%, την συμφέρει να δανείζεται. Σε συνθήκες αποπληθωρισμού, όμως, τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα. Με τον πληθωρισμό να πέφτει στο -1%, η χώρα επιβαρύνεται ουσιαστικά με 5%. Στον τόπο μας, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε το 2013 στο -0,8% και το 2014 στο -0,4%. Αυτό σημαίνει ότι μόνο ο αποπληθωρισμός επιβάρυνε το χρέος μας πάνω από μια ποσοστιαία μονάδα σε δυο χρόνια.

Ας ξαναπιάσουμε, όμως, το νήμα της αφήγησης από εκεί που το αφήσαμε πριν την στάση. Λέγαμε ότι σε σοβαρές περιπτώσεις τραπεζικών «αστοχιών» χρειάζεται ισχυρή θεραπεία. Και μια τέτοια θεραπεία μόνο ένας γιατρός υπάρχει που μπορεί να την εφαρμόσει. Το όνομα αυτού του γιατρού είναι BIS, δηλαδή Bank for International Settlements ή, επί το ελληνικώτερον, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών. Μιλάμε για την «Τράπεζα των Τραπεζών», η οποία εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας και πρωτοστατεί στην έκδοση των κανόνων λειτουργίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, γνωστούς ως Βασιλεία ΙΒασιλεία ΙΙ και Βασιλεία ΙΙΙ.

H BIS υπήρξε προϊόν μιας διακρατικής συμφωνίας μεταξύ Βρεττανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Βελγίου, Γερμανίας, ΗΠΑ, Ιαπωνίας και Ελβετίας. Άρχισε την λειτουργία της στις 17/5/1930 και απετέλεσε την υλοποίηση της ιδέας που συμπεριλαμβανόταν στο «Young Plan» (Σχέδιο Γιανγκ), το οποίο είχε υιοθετηθεί στην Συνδιάσκεψη της Χάγης στις 20/1/1930 ως αντίδραση στην βαθειά καπιταλιστική κρίση τού προηγούμενου έτους. Στην ουσία, το «Σχέδιο Γιανγκ» δεν ήταν παρά ένα σχέδιο αποπληρωμής των αποζημιώσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που είχαν καταλογιστεί στην Γερμανία με την Συνθήκη των Βερσαλλιών, το οποίο «κούρευε» τις αποζημιώσεις κατά 75%. Αυτός ήταν ο «διακανονισμός» για τον οποίο φτιάχτηκε η BIS αλλά πολύ σύντομα ο λόγος ύπαρξής της θα έπαυε να υπάρχει: το 1931 η Γερμανία, με την κατεστραμμένη οικονομία της να δέχεται και το μεγάλο πλήγμα τού κραχ, θα δήλωνε αδυναμία τήρησης των υποχρεώσεών της και θα σταματούσε την πληρωμή αποζημιώσεων.

Παρά ταύτα, η BIS θα συνέχιζε την λειτουργία της με τελείως διαφορετικό αντικείμενο. Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, είναι ένας διεθνής χρηματοπιστωτικός οργανισμός με σκοπό «να εξυπηρετεί τις κεντρικές τράπεζες στην επιδίωξή τους για νομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να προωθεί την διεθνή συνεργασία σε αυτούς τους τομείς και να λειτουργεί ως τράπεζα για τις κεντρικές τράπεζες».

Συνδιάσκεψη της Χάγης, 20/1/1930

Με την BIS θα ασχοληθούμε στο επόμενο σημείωμά μας. Για σήμερα θα κλείσουμε με δυο αποσπάσματα από το βιβλίο τού πρώην πολιτειακού προέδρου (1913-1921) Γούντροου Ουίλσον με τίτλο «The New Freedom: A Call for the Emancipation of the Generous Energies of a People», σχετικά με τον σκοτεινό ρόλο των τραπεζών, σε ελεύθερη δική μου μετάφραση. Παρ’ ότι το βιβλίο γράφτηκε πολύ πριν ιδρυθεί η BIS, τα λόγια τού Ουίλσον θα μπορούσαν να αναφέρονται και σε αυτή και, μάλιστα, με ιδιαίτερα ταιριαστό τρόπο:

– Ένα μεγάλο βιομηχανικό έθνος ελέγχεται από το πιστωτικό του σύστημα. Το πιστωτικό μας σύστημα είναι εξαιρετικά συγκεντρωμένο. Έτσι, η ανάπτυξη του έθνους και όλες οι δρστηριότητές μας βρίσκονται στα χέρια λίγων ανθρώπων. Έχουμε καταντήσει μια από τις χειρότερες, από τις πιο ολοκληρωτικά ελεγχόμενες και επικυριαρχούμενες κυβερνήσεις τού πολιτισμένου κόσμου. Όχι πλέον μια κυβέρνηση φτιαγμένη με βάση την ελεύθερη γνώμη, όχι πλέον μια κυβέρνηση φτιαγμένη με βάση την πεποίθηση και την ψήφο τής πλειοψηφίας αλλά μια κυβέρνηση φτιαγμένη με βάση την γνώμη και την πίεση μικρών ομάδων ισχυρών ανθρώπων.
– Από τότε που ασχολήθηκα με την πολιτική, έχω ακούσει τις απόψεις πολλών ανθρώπων που με εμπιστεύτηκαν προσωπικά. Μερικοί από τους μεγαλύτερους άνδρες των ΗΠΑ, στους τομείς του εμπορίου και της βιομηχανίας, φοβούνται κάποιον, φοβούνται κάτι. Ξέρουν ότι κάπου υπάρχει μια δύναμη τόσο οργανωμένη, τόσο λεπτή, τόσο παρατηρητική, τόσο διασυνδεδεμένη, τόσο πλήρης, τόσο διαδεδομένη, ώστε καλύτερα να προσέχουν όταν μιλούν εις βάρος της.

____________________________________________________________

Ο Καρλ Μαρξ για τις μπριζόλες…


κρεατοφαγία μαρξ

Άρης Χατζηστεφάνου
Λένε ότι η μόνη αναφορά που θα βρει κανείς στο έργο του Καρόλου Μαρξ για τη λέξη δίαιτα, αφορά την Ομοσπονδιακή Δίαιτα, δηλαδή το κοινοβούλιο της Γερμανίας. Οι επικριτές του μεγάλου στοχαστή υποστηρίζουν ότι ο Μαρξ δεν ασχολήθηκε επαρκώς με θέματα που αφορούν την βιομηχανία τροφίμων και κυρίως την στάση του ανθρώπου απέναντι στα ζώα με τα οποία τρέφεται.

Το οποίο δεν είναι αλήθεια, όπως εξηγεί σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο Monthly Review ο John Bellamy Fster

Σε αρκετά σημεία του έργου του συναντάμε αναφορές στην κακοποίηση των ζώων στη σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων. «Σε αυτές τις φυλακές» έγραφε ο Μαρξ αναφερόμενος στις εγκαταστάσεις εκτροφής «τα ζώα γεννιούνται και παραμένουν ακίνητα μέχρι να πεθάνουν. To ερώτημα είναι εάν αυτό το σύστημα συνδέεται με το σύστημα εκτροφής το οποίο προκαλεί ανώμαλη ανάπτυξη των ζώων προκειμένου να αυξήσει την ποσότητα κρέατος και την περιεκτικότητα σε λίπος».

Η πείνα είναι πείνα, αλλά η πείνα που χορταίνει με μαγειρεμένο κρέας που τρώγεται με μαχαίρι και πηρούνι είναι μια πείνα διαφορετική από εκείνη που καταβροχθίζει ωμό κρέας με τα χέρια, τα νύχια και τα δόντια. Η παραγωγή παράγει άρα όχι μόνο το αντικείμενο αλλά και τον τρόπο της κατανάλωσης, όχι μόνο αντικειμενικά αλλά και υποκειμενικά. Η παραγωγή δημιουργεί λοιπόν τον καταναλωτή.
Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τομ. Α’)

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα υποσημείωση στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ περιγράφει τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι

αντιμετώπιζαν τα ζώα όταν ήταν σκλάβοι και πως αυτός άλλαξε όταν έγιναν μισθωτοί σκλάβοι. Ως σκλάβοι οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα ζώα σαν όντα που υποφέρουν και αυτά καθώς τα αφεντικά τα χρησιμοποιούν σαν μέσα παραγωγής και τα υπέβαλλαν στην ίδια εκμετάλλευση με τους ανθρώπους. Όταν όμως μετατράπηκαν σε μισθωτούς εργάτες άρχισαν και αυτοί να κακοποιούν τα ζώα καθώς πίστευαν ότι οι ίδιοι είναι πλέον ελεύθεροι.

Σε κάθε περίπτωση ο Μαρξ συνέδεε την κακοποίηση των ζώων με το εκάστοτε  σύστημα παραγωγής αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο τμήμα της φύσης. Αηδίαζε με τον τρόπο που αντιμετώπιζε ο καπιταλισμός τα ζώα αλλά αναζητούσε την αιτία του προβλήματος στη λειτουργία του συστήματος και όχι σε… όσους εργάζονται σε κρεοπωλεία, όπως κάνει τμήμα του λεγόμενου μαυροπράσινου κινήματος και των ακτιβιστών βίγκαν που σπάνε τα μαγαζιά του κοσμάκη.

Η λύση που πρότεινε, δηλαδή, δεν ήταν να σταματήσουμε να τρώμε κρέας πιστεύοντας ότι έτσι θα αλλάξουμε τον κόσμο – μια ακραία (νεο)φιλελεύθερη αντίληψη, η οποία επιχειρεί να παρεισφρήσει και στα χωράφια της αριστεράς και της αναρχίας.

Η σκέψη του Μαρξ ήταν πάντα στον άνθρωπο και την ανάγκη του για τροφή, χωρίς όμως ποτέ να τον αποσπά από το φυσικό του περιβάλλον.


Aπό:https://info-war.gr/o-karl-marx-gia-tis-brizoles/