Η ζωή και τα πρέπει… Τσαρλς Μπουκόφσκι…


5493 58 9cvdff435356

Γιατί, πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις να ζήσεις…

 

Κείμενο της Angelika Mavrommati, πρωτότυπος τίτλος: «Ο Bukowski, η ζωή και τα πρέπει», πηγή στο τέλος του άρθρου.

 

-Η ζωή είναι περίεργη καθώς την ζεις μονάχα μία φορά και την πληρώνεις δέκα.

-Έχεις μονάχα μία ευκαιρία για να βρεις την ιδανική συνταγή, μα αν την πετύχεις μία φορά σου είναι αρκετή.

-Για να μπορείς λοιπόν να πεις πως έφτασες στο τέρμα, πως είδες όσα ήθελες και έχεις πια χορτάσει..

-Πρέπει τουλάχιστον μία φορά να καεί η γλώσσα και η καρδιά σου.

-Πρέπει να γρατζουνιστούν τα γόνατα μα και τα σχέδιά σου.

-Πρέπει να αποτύχεις για να επιτύχεις, γιατί όσοι δεν απέτυχαν είναι όσοι ποτέ δε ρίσκαραν.

-Πρέπει να γευτείς λεμόνι και αλάτι για να σε γλυκάνει μία σοκολάτα γάλακτος.

-Πρέπει να γνωρίσεις τους λάθος ανθρώπους για να εκτιμήσεις την αξία της συντροφιάς όταν βρεις επιτέλους τους σωστούς.

-Πρέπει να χάσεις το πτυχίο γαλλικών, την θέση στη σχολή που ονειρευόσουν από παιδί ή έστω τα κλειδιά με το αγαπημένο σου μπρελόκ.

-Πρέπει να πληγωθείς μα πρέπει και να πληγώσεις.

-Να αποχωριστείς τον πρώτο σου έρωτα και να βρεις το αέναο πάθος της ζωής σου.

-Αφού το βρεις, όποιο κι αν είναι, πρέπει ολοκληρωτικά να του δοθείς.

-Πρέπει να ξυπνήσεις ένα πρωί και να αναρωτηθείς αν αντέχεις να υπομείνεις την ημέρα που ξεκινάει.

-Πρέπει να διαφωνήσεις με τους γονείς σου και να επιμείνεις στην θέση σου ακόμη κι αν δεν μιλήσετε για μερικές ημέρες.

-Να σου κλέψουν πρέπει το πορτοφόλι, την θέση parking ή έστω τη σειρά στο ταμείο.

-Να κρυολογήσεις άσχημα επειδή δεν έβαλες ζακέτα.

-Να  παρακοιμηθείς επειδή ζήτησες πέντε λεπτά ακόμη από το ξυπνητήρι σου.

-Πρέπει να πιεις για να ξεχαστείς και αντ’ αυτού να θυμηθείς γιατί αξίζει να ζεις.

-Να έρθει πρέπει η στιγμή που δεν θα ξέρεις τη σωστή απάντηση.

-Ή ακόμη και η στιγμή που δεν θα έχεις καν απάντηση.

-Πρέπει να επιλέξεις το λάθος πακέτο τηλεφωνίας και την λάθος κίνηση στο σκάκι.

-Πρέπει να δοκιμάσεις ένα παντελόνι που δεν σου κουμπώνει και να σου κάνουν δώρο μια μπλούζα δυο νούμερα μεγάλη.

-Πρέπει να απογοητευτείς από φίλους, να γελάσεις με κρύα ανέκδοτα και να υπομείνεις βαρετές ταινίες μέχρι εκείνη που ασυναίσθητα θα σε αλλάξει για πάντα.

-Πρέπει να χάσεις στα χαρτιά την ίδια μέρα που θα χάσεις και στην αγάπη.

-Να μην έχεις ούτε πίτα, ούτε σκύλο.

-Οι αντοχές σου πρέπει να σε εγκαταλείψουν πριν φτάσεις στην γραμμή του τερματισμού.

-Πρέπει να δεις το τελευταίο λεωφορείο για την θάλασσα να απομακρύνεται το πιο ζεστό μεσημέρι του καλοκαιριού.

-Πρέπει να βρεις έναν άνθρωπο για τον οποίο θα τα παρατούσες όλα και να αναγκαστείς να παρατήσεις την ιδέα του μαζί.

-Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή σου πήρε έναν δρόμο που δεν διάλεξες εσύ.

-Να ευχηθείς να ήσουν για μια στιγμή άλλου, σε εκείνο το “εκεί” που τόσο σου έχει λείψει.

-Να έρθει η μέρα που δεν θα μπορέσεις να παραδεχθείς τα συναισθήματά σου, ούτε καν στον εαυτό σου.

-Να δεις τον κόσμο σου να καταρρέει τριγύρω μα και μέσα σου.

-Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως κάποια όνειρά σου δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ και ακόμη πως ποτέ δε θα καταφέρεις να τα έχεις όλα.

-Πρέπει να αναγνωρίσεις, λόγω εμπειρίας και όχι θεωρίας, πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, αφού επιθυμήσεις κάτι που δεν μπορείς να αγοράσεις.

-Πρέπει να χάσεις το κορίτσι πριν βρεις το θάρρος να της εξηγήσεις.

-Και πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις.

-“You have to die a few times before you can really live” C. Bukowski

 

Πηγή: savoirville.gr, κείμενο: Αγγελική Μαυρομμάτη, με αφορμή μία φράση του C. Bukowski


Από:http://www.apotis4stis5.com/themata-f/24653-zwi-kai-prepei-charles-bukowski#at_pco=smlwn-1.0&at_si=59f9a5b2ddeeee4a&at_ab=per-2&at_pos=0&at_tot=1

Διάδρομοι Βρυξελλών: Η ΕΚΤ παραδίδει στα λόμπι των τραπεζών την κυκλοφορία χρήματος…


Γιώργος Βασσάλος – Βρυξέλλες
Τρεις τρέιντερς που είναι υπόδικοι για ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά σκάνδαλα της πρόσφατης ιστορίας – την παραποίηση του δείκτη Euribor που καθορίζει τα διατραπεζικά επιτόκια – ήταν μέλη της συμβουλευτικής ομάδας στην οποία η ΕΚΤ είχε αναθέσει τη διερεύνηση του σκανδάλου! Δύο δούλευαν για την Barclays κι ένας για τη Deutsche Bank. Καμία έκπληξη λοιπόν που 9 (!) χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου στον τύπο, η ΕΚΤ μόλις τώρα άρχισε να σκέφτεται μήπως τυχόν δεν είναι καλή ιδέα να υπολογίζουν οι ίδιοι οι ιδιωτικοί τραπεζίτες το δείκτη αυτό και ίσως να μπορούσε να το κάνει η ίδια.

Η υπόθεση Euribor δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Η ανεξάρτητη (από κοινοβούλια και κυβερνήσεις) ΕΚΤ περνά σημαντικό μέρος του χρόνου της – όπως θα δούμε σε αυτό το άρθρο – διαβουλευόμενη με τους εκπροσώπους των τραπεζών και των υπολοίπων χρηματοπιστωτικών κολοσσών για το πώς θα φέρει σε πέρας την εντολή της.

Συνέχεια

Fiat money …


Λέγεται πως το 1838 ο Μάγερ Άμσελ Ρότσιλντ είπε την εξής φράση, η οποία έμελλε να μείνει παροιμιώδης: «Δώστε μου την άδεια να εκδίδω και να ελέγχω τα χρήματα ενός έθνους και δεν με νοιάζει ποιος φτιάχνει τους νόμους του». Αν και, κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται περί μύθου (*), η κυνική αυτή φράση αποδίδει την πραγματικότητα, βάσει της οποίας αποδεικνύεται ότι όντως όσοι ελέγχουν το χρήμα βρίσκονται πάνω και πέρα από τους νόμους.

Σε προηγούμενα σημειώματα προσπαθήσαμε να δείξουμε την διαδικασία με την οποία φτιάχνεται το «λογιστικό χρήμα», αυτό που διεθνώς αποκαλείται Fiat Money, δηλαδή φτιαχτό χρήμα. Μπορεί για τον αδαή περί τα οικονομικά πολίτη αυτή η «δημιουργία» να είναι δυσνόητη αλλά ο γνωστός καναδοπολιτειακός οικονομολόγος Τζον Κέννεθ Γκαλμπραίηθ επιμένει ότι «η διαδικασία με την οποία φτιάχνεται το χρήμα είναι τόσο απλή ώστε το μυαλό αηδιάζει» (**). Και όπως είπαμε, η εν λόγω δημιουργία χρήματος γίνεται μέσω δανεισμού, με την δημιουργία πιστώσεων.

Νέο Δελχί, 6/11/1961: Ο πρωθυπουργός Τζαβαχαρλάλ Νεχρού υποδέχεται τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζον Κέννεντυ και
τον αντιπρόεδρο Λύντον Τζόνσον. Δεξιά του ο πανύψηλος πρέσβυς των ΗΠΑ στην Ινδία Τζον Κέννεθ Γκαλμπραίηθ.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική παρατήρηση. Παρ’ ότι αυτό το χρήμα είναι άυλο, από την στιγμή που χορηγείται ως δάνειο έναντι υλικών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων (ακίνητα, αξιόγραφα κλπ) αντιπροσωπεύει πραγματική αξία, η οποία προσμετράται στο ΑΕΠ. Συνεπώς, αν υπερτιμηθούν οι υλικές εξασφαλίσεις, τότε δημιουργείται παραπανίσια ποσότητα χρήματος άρα το ΑΕΠ εμφανίζεται διογκωμένο.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα, για να γίνουν όλα αυτά πιο κατανοητά. Έστω, λοιπόν, ότι διαθέτω ένα αναξιοποίητο ακίνητο. Το ακίνητο είναι εκεί και κάθεται και δεν επηρεάζει το ΑΕΠ όποια και νά ‘ναι η αξία του. Αν αποφασίσω να το ενεχυριάσω σε μια τράπεζα για να πάρω δάνειο, τα πράγματα αλλάζουν. Τώρα η αξία του αποκτά ενδιαφέρον. Αν αποτιμηθεί στις 500.000 ευρώ, μπορώ να πάρω 350.000 δανεικά. Με άλλα λόγια, θα δημιουργηθούν από το πουθενά 350.000 ευρώ. Αν, όμως, υπερτιμηθεί στο ένα εκατομμύριο, θα δημιουργηθούν τα διπλά. Χαράς ευαγγέλια για όλους. Αυτά τα ευαγγέλια είναι που δημιούργησαν τα αμέτρητα subrime δάνεια (***), τα οποία έπνιξαν τις ΗΠΑ, την Ιρλανδία, την Ισπανία κλπ κλπ και δημιούργησαν τις φούσκες ακινήτων που έσκασαν πριν καμμιά δεκαριά χρόνια.

Μένουμε στο παράδειγμά μας. Με ένα ακίνητο που άξιζε 500 αλλά υπερτιμήθηκε στα διπλά, πήρα δάνειο 700. Λεφτά «αέρα-πατέρα» μεν, αλλά τα νούμερα είναι νούμερα και αν δεν δώσω 700 στην τράπεζα θα χάσω το ακίνητο. Έλα, όμως, που κάπου εδώ ξεσπάει η κρίση, τα οράματα σβήνουν, τα μάτια ανοίγουν, ο πιτσιρικάς φωνάζει «ο βασιλιάς είναι γυμνός» και η αγορά αντιλαμβάνεται ότι το ακίνητό μου όχι χίλια δεν πιάνει αλλά ίσως ούτε πεντακόσια. Πόσο κορόιδο πρέπει να είμαι για να πάω να αποπληρώσω το δάνειό μου; Κρατάω, λοιπόν, τα εφτακόσια και αφήνω την τράπεζα να πάρει το ακίνητο. Τί να κάνει η τράπεζα; «Ουκ αν λάβοι παρά του μη έχοντος», οπότε καταπίνει το κουκούτσι, βολεύεται με το ακίνητο των πεντακοσίων και διαγράφει τα υπόλοιπα διακόσια της οφειλής μου. Με άλλα λόγια, «καταστρέφει» όλο το παραπανίσιο και αδικαιολόγητο χρήμα που δημιούργησε.

Παρένθεση. Στην πράξη, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αν η τράπεζα δεν θέλει να καταγράψει ζημιές, παίρνει το ακίνητο αλλά το αποτιμά στο ύψος του δανείου μου, στα εφτακόσια. Αν δεν θέλει να μειώσει το ενεργητικό της, εξακολουθεί να το αποτιμά στο εκατομμύριο και, αν καταφέρει να το σκοτώσει, καταγράφει την -ουσιαστική- ζημιά της ως απαίτηση εις βάρος μου. Όταν αυτές οι εικονικές αποτιμήσεις παραγίνουν, ψάχνει να «πουλήσει» τα «κόκκινα» δάνεια όσο-όσο και ό,τι πάρει. Αλλά όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο άλλης συζήτησης. Κλείνει η παρένθεση και πάμε λίγο παρακάτω.

Λέγαμε προχτές ότι υπάρχουν κάποιοι κανόνες για το πόσο λογιστικό χρήμα μπορεί να φτιάξει κάθε τράπεζα. Προ αμνημονεύτων ετών, οι τράπεζες μπορούσαν να δίνουν δάνεια ίσα με το δεκαπλάσιο των χρημάτων που είχαν στα συρτάρια τους. Σήμερα, η κατάσταση είναι λίγο πιο χαλαρή. Στην Ευρωζώνη, οι τράπεζες μπορούν να δίνουν όσα δάνεια θέλουν αρκεί να καταθέτουν ως εγγύηση το 2% αυτού του ποσού στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ένα προς πενήντα, δηλαδή. Λόγος που από του χρόνου θα μεγαλώσει σε ένα προς τριάντα τρία (3%), με βάση την συμφωνία Βασιλεία ΙΙΙ. Πάνω σ’ αυτό θα κάνουμε τρεις παρατηρήσεις και θα κλείσουμε για σήμερα.

(α) Όταν βούλιαζε η Λέμαν Μπράδερς τον Σεπτέμβριο του 2008, τα δάνεια που είχε χορηγήσει ήσαν τριάντα τρεις φορές περισσότερα από τις καταθέσεις της.

(β) Όταν μια τράπεζα ασφαλίζει τα δάνεια που χορηγεί (με τα περίφημα CDS, ασφάλιστρα κινδύνου), τότε τα δάνεια αυτά δεν περιλαμβάνονται στον κανόνα του 2%. Με δεδομένο ότι τα CDS συνιστούν χρηματοοικονμικό προϊόν (άρα, εμπορεύσιμο από τις τράπεζες), ουσιαστικά δεν υπάρχει φραγμός στο πόσο λογιστικό χρήμα θα εκδώσει κάποια τράπεζα.

(γ) Το 2009, λίγο πριν αναλάβει την πρωθυπουργία ο Γιώργος «λεφτά υπάρχουν» Παπανδρέου, οι γαλλικές τράπεζες κατείχαν ελληνικά ομόλογα ύψους περίπου 75 δισ. δολλαρίων (τα στοιχεία είναι της BIS, γι’ αυτό δίνονται σε δολλάρια), οι γερμανικές 43, οι αγγλικές 12 κλπ. Δηλαδή: Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία είχαν «κόψει» για πάρτη μας 130 δισ. «φτιαχτών» δολλαρίων, δικαίωμα που απέκτησαν καταθέτοντας στην ΕΚΤ 2,6 δισ. μόνο. με άλλα λόγια: έβαλαν από τα συρτάρια τους 2,6 και εισέπρατταν τόκους για 130. Pas mal!

Ίσως κάποιος να αναρωτηθεί, διαβάζοντας όλα τούτα: «αφού οι τράπεζες μπορούν όποτε θέλουν να εκδώσουν χρήμα, γιατί αντιμετωπίζουν προβλήματα και ζητούν βοήθεια με μέτρα όπως οι έλεγχοι κεφαλαίων (capital control) ή οι ανακεφαλαιοποιήσεις;». Η απορία έχει ενδιαφέρον γι’ αυτό θα την συζητήσουμε αύριο.

————————————-
(*) Ιστορικά, έχει καταγραφεί μια παρόμοια φράση του σκωτσέζου πολιτικού και λογοτέχνη Άντριου Φλέτσερ, κάπου 150 χρόνια πρωτύτερα: «αν κάποιος είχε την άδεια να γράφει όλα τα τραγούδια, δεν θα χρειαζόταν να νοιάζεται για το ποιοι θα έφτιαχναν τους νόμους ενός έθνους».

(**) «The process by which money is created is so simple that the mind is repelled» (J.K.Galbraith, «Money: Whence it came, where it went» – Στα ελληνικά: «Το χρήμα», εκδόσεις Παπαζήση, 1976).

(***) Περισσότερα για τα subprime δάνεια στο «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού – 73. Η φούσκα των ακινήτων σκάει«.

_________________________________________________________

Ο γενικός φετιχισμός των αδελφών Μαρξ …


του Πέτερ Σέντυ

 Το σύντομο άρθρο περί φετιχισμού που δημοσιεύει το 1927 ο Φρόιντ διαπερνάται από προβληματισμούς σχετικά με την όραση και την ορατότητα[1]. Έτσι, η πρώτη «περίπτωση» που αναφέρεται είναι εκείνη «ενός νέου άντρα ο οποίος είχε αναδείξει σε προϋπόθεση του φετίχ μια ορισμένη λάμψη πάνω στη μύτη, δηλαδή στα γερμανικά: Glanz auf der Nase. Πράγμα που η ανάλυση κατάφερε να αναμεταφράσει στην ξεχασμένη μητρική γλώσσα του ασθενούς, ήτοι τα αγγλικά, ως ένα «βλέμμα (glance) πάνω στη μύτη». Παρακάτω, μπορούμε να διαβάσουμε έναν μεταξύ των γραμμών διάλογο με τον Γάλλο ψυχίατρο Ρενέ Λαφόργκ για το θέμα της «κοκκοποίησης», η οποία δηλώνει τη δημιουργία ενός τυφλού σημείου στην όραση[2]. Αν λοιπόν το ορατό και το αόρατο είναι μοτίβα που επανέρχονται στο κείμενο, αυτό που εντούτοις πρέπει να συγκρατήσει την προσοχή μας είναι η σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή που δίνει ο Φρόιντ για τη γένεση του φετίχ.

Αφού παρατηρήσει ο ίδιος ότι υπάρχει κίνδυνος να «απογοητεύσει» ορίζοντας το φετίχ ως ένα «υποκατάστατο (Ersatz) του φαλλού της γυναίκας (της μητέρας) στην ύπαρξη του οποίου πίστεψε το μικρό παιδί και τον οποίο δεν θέλει να απαρνηθεί», ο Φρόιντ γράφει (σ. 314-315):

Συνέχεια