ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ…


Billy Collins

—μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος—

Αν αυτό εδώ ήταν μυθιστόρημα,
θα ξεκινούσε μ’ έναν χαρακτήρα,
έναν άντρα μόνο του σ’ ένα τρένο που κατευθύνεται στον νότο
ή ένα νεαρό κορίτσι σε μια κούνια έξω από μιαν αγροικία.

Και καθώς θα γυρνούσαν οι σελίδες, θα διάβαζες
ότι ήταν πρωί ή ήταν μαύρα μεσάνυχτα
κι εγώ, ο αφηγητής, θα περιέγραφα για χάρη σου
τα πολλά και διαφορετικά σύννεφα πάνω απ’ την αγροικία

και τι φορούσε εκείνος ο άντρας στο τρένο
μέχρι και το κόκκινο καρώ του κασκόλ
και το καπέλο που το ‘χε ρίξει στη σχάρα πάνω από το κεφάλι του,
ακόμα και τις αγελάδες που γλιστρούν έξω από το παράθυρο του.

Τελικά –γιατί κανείς δεν διαβάζει τόσο αργά–
θα μάθαινες πως το τρένο ή πήγαινε τον άντρα
πίσω στον τόπο που γεννήθηκε
ή κατευθυνόταν προς το απέραντο άγνωστο

κι όλα αυτά θα τα ανεχτείς πιθανότατα
καθώς θα περιμένεις υπομονετικά ν’ ακουστούν οι πυροβολισμοί
μέσα σ΄ εκείνη τη ρεματιά όπου κρύβεται αυτός ο άντρας
ή να φανεί στην εξώπορτα μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα.

Αυτό εδώ όμως είναι ποίημα, όχι μυθιστόρημα
και οι μόνοι χαρακτήρες εδώ είσαι εσύ κι εγώ,
μόνοι μέσα σ’ ένα φανταστικό δωμάτιο
που θα εξαφανιστεί κι αυτό μετά από λίγους στίχους ακόμα,

έτσι που δεν έχουμε χρόνο να σημαδέψουμε ο ένας τον άλλο με το όπλο μας
ή να πετάξουμε τα ρούχα μας μες στο αναμμένο τζάκι.
Και σε ρωτώ: ποιος τον χρειάζεται τον άντρα μες στο τρένο
και ποιος νοιάζεται τι έχει μέσα εκείνη η μαύρη του βαλίτσα;

Εμείς έχουμε κάτι καλύτερο απ’ όλη αυτή τη φασαρία
που σέρνεται μπας και φτάσει σε κάποιο ολέθριο αποτέλεσμα.
Εννοώ τον ήχο που θ’ ακούσουμε

μόλις σταματήσω να γράφω κι ακουμπήσω κάτω αυτό εδώ το στυλό.

Άκουσα κάποτε κάποιον να τον συγκρίνει
με τον ήχο που κάνουν τα τριζόνια σ’ ένα χωράφι με σιτάρι
ή, πιο σωστά, με τον άνεμο στο ίδιο χωράφι
που κάνει να σαλεύουν τα πράγματα που ποτέ δεν θα δούμε.

window


Aπό:https://dimartblog.com/2017/04/30/the-great-american-poem/

Μαδρίτη: Κινήματα Πόλης, Αστικός Σχεδιασμός & Δημόσιος Χώρος…


Raphaël Besson*
Μετάφραση: Δημήτρης Πλαστήρας

Από την οικονομική κρίση του 2008, η Μαδρίτη έχει γίνει το επίκεντρο μεγάλων πολιτικών και αστικών αλλαγών. Οι Indignados της πόλης επέστρεψαν, διεκδικώντας το δικαίωμα των κατοίκων της στην πόλη καθώς και στην «κατοικία, εργασία, πολιτισμό, υγεία, παιδεία, πολιτική συμμετοχή, ελευθερία της προσωπικής ανάπτυξης και το δικαίωμα σε αγαθά πρώτης ανάγκης», όπως αναφέρουν στο μανιφέστο του κινήματος ¡Democracia real YA!1. Αυτοί και άλλες ομάδες έχουν αναγεννήσει έτσι ένα παραδοσιακό κίνημα των Μαδριλένων πολιτών, το οποίο βασίζεται εν μέρει στην αυτοδιαχείριση.

Αυτό συναντάται σήμερα στο φαινόμενο των laboratorios ciudadanos (εργαστήρια πολιτών) που δημιουργήθηκαν σε κενούς αστικούς χώρους. Χωρίς να αποτελούν αποτέλεσμα κάποιου στρατηγικού αστικού σχεδιασμού, μοιάζουν να υλοποιήθηκαν από την αυθόρμητη παρόρμηση καθημερινών ανθρώπων και εξειδικευμένων ομάδων που εργάζονται μαζί σε τομείς όπως η συνεργατική οικονομία, η ψηφιακή τεχνολογία, η αστική οικολογία ή η κοινωνική αστικοποίηση. Αυτά τα εργαστήρια αποτελούν το γόνιμο έδαφος για έναν αστικό σχεδιασμό ανοιχτού κώδικα (urbanismo de codigo abierto) και για να ξανασκεφτούν συλλογικά τα αστικά κοινά. Η πρόκληση είναι να (ξανα)φτιάξουν την πόλη in situ2, χρησιμοποιώντας πόρους της γειτονιάς αντί του να λειτουργούν σαν δημόσιες υπηρεσίες ή σαν καθιερωμένες δημοτικές οργανώσεις.

Χακεύοντας: ένα Κοινό Μαδριλένικο Παραγωγικό Μοντέλο

Τα εργαστήρια των πολιτών χρησιμοποιούν ψηφιακά εργαλεία και τη «χάκερ δεοντολογία» για να ανακτήσουν και να συνδημιουργήσουν στους άδειους χώρους της Μαδρίτης. Περίπου 20 laboratorios ciudadanos έχουν ξεπηδήσει τα τελευταία χρόνια, ανάμεσά τους τα La Tabacalera3, Esta es une plaza4και Campo de la Cebada5. Κάθε ένα από αυτά ειδικεύεται σε ένα συγκεκριμένο πεδίο, όπως η γεωργία και η αστική οικονομία, η κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωση, η συλλογική τέχνη ή η ψηφιακή οικονομία.

Συνέχεια

Ορθοδοξίες κτλ…


Λοιπον αρκετά με την Ορθοδοξία μας και και την Ορθοδοξία σας. Αρκετά.

Η Ορθοδοξία χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο. Η Ορθοδοξία είναι αδρανές, άκαμπτο και κακοποιητικό δόγμα. Το μόνο που έχει πια να συνεισφέρει στη ζωή αυτού του τόπου είναι όμορφο και οργανωμένο φολκλόρ, καθώς και το παραμύθι της για το τι ωραία που ήτανε τότε που, και καλά, επιστήμη και τέχνη ήταν οι λήροι αντιγραφέων και οι φρεναπάτες ασκητάδων, τότε που κυβερνάγαν αιμοβόροι θεοστεπτοι βασιλείς ενώ όλοι καλλιεργούσαμε ρεβύθια και κριθάρι. Μόνο που ποτέ δεν καλλιεργούσαμε όλοι ρεβύθια και κριθάρι.

Η Ορθοδοξία ντύνει στο χρυσαφικό τον άγαμο κλήρο της και στα μάρμαρα και τα μαλάματα τους ναούς της για να αντανακλά τη δόξα της Βασιλείας λες και είμαστε τίποτε μαλάκες και δεν έχουμε πάρει πρέφα ότι η Βασιλεία εντός ημών εστί κτλ. Η Ορθοδοξία κουμαντάρει τις ζωές μας ήσυχα και ταπεινά, εκτός όταν δεν μπορεί και αναγκάζεται, η τάλαινα, να δείξει τους κυνόδοντές της και να σείσει τη βαρειά της ράβδο με τα φίδια.

Αρκετά λοιπόν με τη μέριμνα για «το καλό της Εκκλησίας» και για την απήχησή της ή τον ρόλο «που καλείται να παίξει» στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος της Εκκλησίας επιτελείται επιτυχώς και στο ακέραιο, και τώρα και πάντοτε: αντίδραση, συντήρηση, ηθικός πανικός, φοβικότητα — είτε πρόκειται για το θέατρο, είτε για τους νερόμυλους, είτε για τις φυσικές επιστήμες, είτε για την προστασία αδύναμων μειονότητων. Μην προσπαθείτε να την αναμορφώσετε: ούτε το χρειάζεται, ούτε το μπορούμε.

Βεβαίως, το πρόβλημα πάει πολύ πιο μακριά από τη μοχθηρή μα ψευτοαφελή Ορθοδοξία, πέρα απότον δεσποτικό Καθολικισμό, πέρα από τους κουτοπόνηρους Αγγλικανούς και τους άτεγκτους λοιπούς Προτεστάντες. Πάει πέρα από το ασυνάρτητο και αντιδραστικό Ισλάμ και τον ψυχαναγκαστικό αρτηριοσκληρωμένο Ιουδαϊσμό. Όπως λέει ο Γκορ Βιντάλ, το πρόβλημά μας είναι ο ίδιος ο μονοθεϊσμός, αυτό το ανομολόγητο έγκλημα στην καρδιά του πολιτισμού μας. Η λύση λοιπόν είναι άλλη, και είναι δύσκολη:

Κατεδαφίστε το στερέωμα του Ενός Λογιστή Θεού. Του Θεού που κλαδεύει το καυλί σου και μισεί το μουνί σου· που τσεκάρει αν φας τσιζμπέργκερ ή αν ανάψεις φωτιά το Σάββατο· που πικάρεται αν δεν δεσμεύεσαι να τον προσκυνάς εδαφιαίως πεντάκις κάθε μέρα· που αγκαλιάζει τη δυστυχία και τη στέρηση φτωχών με την επαγγελία μελλόντων αγαθών όπως αγκαλιάζει στοργικά τους μεγάλους δωρητές των υπαλλήλων Του· που τάζει κόλαση στους αδύναμους και αγιότητα ή πιλάφια σε όσους δολοφονούν στο Όνομά Του· που ευνουχίζει και εκβαρβαρώνει· που από παιδιά μάς ντρεσάρει στο ψέμα, στην αυταπάτη, στο να νιώθουμε εκλεκτοί και καλύτεροι γεμίζοντάς μας ταυτόχρονα ενοχές και νεύρωση· που μισεί την ομορφιά που δεν ελέγχει και στραγγαλίζει χαρά και τέχνη.

Α σιχτίρι Ορθοδοξία κι εσύ μονοθεϊσμέ. Ναι, είσαι μέρος του πολιτισμού μου αλλά μέρος του πολιτισμού μου είναι και οι βιασμοί κι οι πλεκτάνες ανύπαρκτων αρχαίων θεών και των μπάσταρδων  ηρώων τους. Α σιχτίρ λοιπόν.

Δεν αναμορφώνεστε, δεν εξανθρωπίζεστε, δεν εκσυγχρονίζεστε: μόνο παραγκωνίζεστε.

Η εικόνα είναι ο ‘Ίκαρος’ του Dan Hillier. 
 ____________________________________________________________

φορητά, φορετά, υποδόρεια: το σώμα σαν motherboard …


το σώμα σαν motherboard

Όταν η σουηδική Epicenter (“φυτώριο / θερμοκήπιο” για περισσότερες από 100 startups στη Στοκχόλμη) ξεκίνησε στις αρχές του 2017 να φυτεύει παθητικά μικροτσίπ (RFID: Radio Frequency IDentification) στους εργαζόμενούς της, εθελοντικά βέβαια (ένας μάλλον εκβιαστικός εθελοντισμός· αλλά αυτό είναι ζήτημα που θέλει την δική του ανάλυση…), ήταν και δεν ήταν πρωτοπόρα. Ήταν πρωτοπόρα απ’ την άποψη πως αυτή ήταν η πρώτη δημόσια γνωστή μαζική εμφύτευση μικροτσίπ σε ανθρώπους σε σχέση με τον χωρο/χρόνο εργασίας τους.
Δεν ήταν πρωτοπόρα, απ’ την άλλη μεριά, επειδή οι biohackers, σαν άτομα και σαν “κίνημα”, μετρούν κάμποσα χρόνια ύπαρξης. Το biohacking, φαινόμενο των αρχών του 21ου αιώνα, έχει ανοίξει τον δρόμο· και οι biohackers έχουν καταθέσει τα επιχειρήματα υπέρ της εμφύτεψης κυκλωμάτων στο σώμα (τους). (Περισσότερα στο DIYbio: η βελτίωση του εαυτού στον 21ο αιώνα, σ’ αυτό το τεύχος).
Συνεπώς, ορισμένες απ’ τις δηλώσεις των “ηλεκτρονικά εμβολιασμένων” της Epicenter (το συγκεκριμένο rfid εισάγεται στην υποδόρεια θέση του με σύριγγα…) είναι, απλά, η ηχώ των πανηγυρικών τόνων διάφορων παλιότερων biohackers:

– Για μένα το ζήτημα αφορά ότι θέλω να μαθαίνω καινούργια πράγματα και να γίνω παράδειγμα και για άλλους δηλώνει, για παράδειγμα, ο 47χρονος Fredric Kaijser, στέλεχος της εταιρείας.
– Θέλω να γίνω μέρος του μέλλοντος λέει, γελώντας, η 25χρονη Sandra Haglof, εργαζόμενη σε μια απ’ τις startup της Epicenter.

Είναι, πράγματι, εθελοντικό το “χακάρισμα”. Για τον συνιδρυτή της εταιρείας Patrick Mesterton, είναι και βολικό: μπορείς να κάνεις ένα σωρό πράγματα χωρίς να χρησιμοποιείς άλλες συσκευές επικοινωνίας λέει. Και μπορεί να το αποδείξει: αυτό ήταν, άλλωστε, το βασικό επιχείρημα της Epicenter όταν πρότεινε στους / κάλεσε τους υπαλλήλους της να ενσωματώσουν το μικροτσίπ.
Ούτε λόγος ότι τέτοιου είδους εργοδότες θα πολλαπλασιαστούν γρήγορα. Η αμερικανική Three Square Market ήδη το πρότεινε, και οι εργαζόμενοί της το αποδέχτηκαν με ενθουσιασμό…

Συνέχεια