Μια ιστορία για μια θεά. Μια ιστορία Οκτώβρη…


Από το Πρόβατο όχι Αρνί

Είναι βράδυ, έχει αρχίσει να κάνει ψύχρα, δικοί μου λόγοι κάνουν την ψυχολογία μου να μοιάζει απόκομμα κακού άρλεκιν, ψιλονυστάζω αλλά έχω εκείνη την όμορφη ανάγκη να γράψω κάτι. Κι αν με τον ύπνο έχω βρει τους τρόπους μου και κάνουμε τις μοιρασιές μας, με τις λευκές σελίδες ακόμη δεν τα καταφέρνω. Τόσες χιλιάδες λέξεις μετά, τόσα άδεια στυλό, τόσα γεμάτα χαρτιά, τόσα κλικ στο πληκτρολόγιο και πάλι, κι ακόμη δυσκολεύομαι. Και να πω όλη την αλήθεια; Κάθε φορά και περισσότερο. Είναι ίσως οι απαιτήσεις μου, ίσως τα μηχανήματα που έχω πάρει και επιβάλλουν καλύτερη λείανση των προτάσεων στις γωνίες, μεγαλύτερη προσοχή στις ατέλειες, είναι μάλλον κι η σχέση που προχωράει, που δοκιμάζεται απ’ το χρόνο. Που αν θέλει να διατηρήσει τον ερωτισμό της σε κάθε αλλαγή παραγράφου, σε κάθε τσάκισμα σελίδας θα πρέπει να ξεπερνάει κάθε φορά τα στριπτίζ της Ντέμι Μούρ, το σταύρωμα ποδιών της Σάρον Στόουν, τον χορό της Σάλμα Χάγιεκ… Και όλο αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο…

Οκτώβρης όμως είναι πια. Και τον Οκτώβρη οι ιστορίες λέγονται με την ίδια ευκολία που λέγονται τον Δεκέμβρη μπροστά στη φωτιά. Η διαφορά έχει να κάνει στην αφοσίωση αυτού που τις ακούει. Τον Δεκέμβρη η φωτιά, το κρύο, τα ζεστά ποτά κάνουν τη δουλειά τους. Τον Οκτώβρη ωστόσο ο αφηγητής πρέπει να κάνει τα μαγικά του. Οφείλει να πείσει για τη βροχή που έρχεται και δεν έρχεται, για τη μπύρα ή το κρασί, για τη ζακέτα ή το κοντομάνικο, για τη μέρα που με ταχύτητα μικραίνει ή τη νύχτα που με βιάση μεγαλώνει.

Ο Οκτώβρης είναι ιδιαίτερος. Δεν είμαι παιδί του Οκτώβρη, αντίθετα με ετούτη την ιστορία. Ετούτες οι λέξεις έχουν γενέθλια απόψε. Ας τις ακολουθήσουμε από εδώ ως τον τελευταίο Βορρά. Ας τις ακούσουμε από τη σιωπή ως το θάνατο και την κυρά του, ως την άβυσσο και τα σκοτάδια της.

*****************

Συνέχεια

Καταλανισμός…


Νώντας Σκυφτούλης

Ο μαΐστρος του ρομαντισμού (λατρεία της παράδοσης, ανάμνηση της μοναδικότητας, μεγαλείο του παρελθόντος, συναίσθημα ενότητας) διασκόρπισε τον εθνικισμό σε όλη την Ευρώπη ακόμη και στα Βαλκάνια τροφοδοτώντας με τους αντίστοιχους «-ισμούς» όλα τα έθνη. Το να μιλάει ο κάθε λαός τη γλώσσα του και να διαχειρίζεται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, το σύνολο της ζωής του τελικά, δεν θα’ταν πρόβλημα. Άλλο όμως αυτό και άλλο να θέλει να τα επιβάλλει παντού, δηλαδή να κατασκευάσει εθνοκράτος.

Με τη Ζενεραλιδάδ και τον Λιουί Κομπανύς συγκυβερνήσαμε στην Ισπανία το 1936 και κανένας καταλανισμός δεν εμπόδισε τους Καταλανούς της φάλλαγγας Ντουρούτι να πέσουν υπερασπιζόμενοι τους Καστιγιάνους στη Μαδρίτη. Μα είναι απλό. Δεν υπήρχε καταλανισμός εκείνη την περίοδο και αν υπήρχε ήταν προνομιακό νόημα των ανωτέρων τάξεων. Οι εργάτες είχαν τότε το δικό τους νόημα. Ήταν αναρχικοί και σοσιαλιστές και είχαν την εμπειρία του καταλανισμού, του οποίου οι ηγέτες του συμμάχησαν λίγα χρόνια πριν με τον Ισπανό δικτάτορα Πρίμο Ντε Ριβέρα ενάντια στον κοινό κίνδυνο που ήταν το εργατικό και κοινωνικό κίνημα που απειλούσε τον ισπανικό καπιταλισμό και κρατισμό στο σύνολό του.

Αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα, παντού πανομοιότυπη της κοινοτοπίας του εθνοκρατισμού. Είναι αλήθεια ότι η Καταλονία περνώντας ιστορικά όλες τις φάσεις του φεουδαρχικού κύκλου και είτε σαν κομητεία, είτε σαν πριγκιπάτο, είτε σαν βασίλειο, είτε σαν αποικιοκρατική δύναμη, διατηρούσε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός έθνους το οποίο απαιτούσε τη μη-ενσωμάτωση του στο ευρύτερο ισπανικό πλαίσιο και αυτό τις περισσότερες το πετύχαινε, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που συγκροτούσε κρατικές δομές και ήταν μια ανάσα από την ανεξαρτησία.

Πάντα όμως την πορεία προς την ανεξαρτησία ή την αυτονομία, ακόμη και το δικαίωμα στη γλώσσα, ανέκοπταν οι δικτάτορες του Ισπανικού εθνοκρατισμού. Μόνο δικτάτορες και μόνο με δικτατορίες μπορούσε να περάσει ο ισπανικός εθνοκρατισμός και τούτο διότι η Ισπανία και οι συμπαθείς Ίβηρες δέχτηκαν ουκ ολίγες προσμίξεις και αλληλεπιδράσεις μέχρι να κατασταλάξουν να δεχτούν και αυτοί μαζί με πολλούς ευρωπαίους το αίμα και τη γη σαν ενοποιητικούς παράγοντες.

Τι να πούμε για τους Βησιγότθους, τους Άραβες ή για τα τεράστια σύνορα της μεγαλύτερης αποικιακής δύναμης που υπήρξε η Ισπανία; Ποιος Ισπανός μπορεί πράγματι να πιστέψει ότι βρίσκεται σε ένα έθνος με μία γλώσσα, με κοινό νου και με κοινές προοπτικές;

Οι λαοί και τα έθνη της Ισπανίας είναι δομημένα ιστορικά σύνολα που δεν μπορούν να συμβιβαστούν  με τις απλουστεύσεις ενός εθνοκράτους. Συνήθως ένας Φράνκο με τη βία και το αίμα επανέφερε την Ισπανία στην καστιλιάνικη κυριαρχία. Το Φρανκικό φασιστικό κράτος κράτησε πολύ αφού φρόντισε να καταστείλει και να ενσωματώσει  βίαια όλα τα έθνη της Ισπανίας. Η φασιστική δικτατορία του Φράνκο κράτησε πολύ. Οι αγώνες όμως των λαών της Ισπανίας συνέχιζαν να υποδαυλίζουν το εθνοκράτος συνέχιζαν να αντιστέκονται και κυρίως, με εκκωφαντικό τρόπο, οι Βάσκοι μεσούσης της δικτατορίας.

Με την πτώση της δικτατορίας ο καταλανισμός προσλαμβάνει διαστάσεις που ποτέ δεν είχε. Γίνεται μαζικό κοινωνικό κίνημα όπου διαπερνά καθολικά σχεδόν και τις κατώτερες τάξεις και πετυχαίνει ένα είδος αυτονομίας με κρατικές δομές.

Στο ζήτημα τώρα της ανεξαρτησίας υπάρχουν ερωτήματα τα οποία λίγο-πολύ είναι απαντημένα από την ιστορία αλλά ας τα ξαναθυμηθούμε…

1. Είναι όρος ύπαρξης για την καταλανική εθνότητα ένα εθνοκράτος όπως στην περίπτωση της Παλαιστίνης ή είναι όρος ύπαρξης ενός καθολικού νοήματος; Αν είναι το δεύτερο υπάρχουν σημαντικότερα νοήματα από την προοπτική ενός ακόμη εθνοκράτους.

2. Ο σεβασμός στην τοπικότητα είναι εκ των ων ουκ άνευ. Όταν μάλιστα η τοπικότητα αναιρεί ή αναιρείται από την ευρύτερη κοινωνία τότε δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Εδώ τι ακριβώς αναιρείται; Το κοινωνικο-οικονομικό (γιατί οι εθνικές κατοχυρώσεις ήδη απολαμβάνονται) σύστημα, δηλαδή ο καπιταλισμός; Σίγουρα όχι. Μάλιστα πολλοί λένε ότι η ανεπτυγμένη Καταλονία δεν θέλει να διαμοιράσει τον πλούτο της με τους υπόλοιπους Ισπανούς. Δεν το λέμε εμείς εδώ σαν επιχείρημα, αποτελεί όμως καπιταλιστική αρχή η διαφύλαξη και η αύξηση του πλούτου και μοιραία η Καταλονία θα ακολουθήσει αυτή την αρχή και ας μην είναι στις προσδοκίες της.

3. Όταν μια εθνότητα υψώνει τη σημαία του εθνοκρατισμού δεν συσπειρώνει και αναπαράγει τον ευρύτερο εθνοκρατισμό στο εσωτερικό των κοινωνιών;

Στην περίπτωση της Καταλονίας ο καταλανισμός από το 1934 και μετά είναι σε προοδευτική κατεύθυνση και έρχεται σε σύγκρουση με το πολύ βρώμικο ιστορικά ισπανικό κράτος, το πιο γνωστό αιματοβαμμένο εντός και εκτός της επικράτειας του.

Είμαστε δίπλα και αλληλέγγυοι στην αντίσταση των Καταλανών για περισσότερη αυτονομία αλλά θα λέγαμε «ναι σε όλα» αν αυτή η αυτονομία ανέτρεπε, αντιστρέφοντας ολοκληρωτικά, την προοπτική. Στην περίπτωση συγκρότησης εθνοκράτους ή βασιλείου -που αν επιμένουν κάποτε θα γίνει- δεν μπορούν να καμφθούν οι αντιρρήσεις, υιοθετώντας για όλες τις κοινωνίες την πολεμική προοπτική του εθνοκρατισμού.


Aπό:http://www.babylonia.gr/2017/10/05/katalanismos/

Οι πόλεμοι της μνήμης…


Είναι καμιά φορά περίεργο να ξεκινάς ένα άρθρο που έχει να κάνει με την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα με στίχους του Τ.Σ. Ελιοτ. Το βάθος του λόγου του Ελιοτ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το τετριμμένο και το φθαρμένο του πολιτικού και του δημόσιου λόγου. Είναι όμως αυτή η αντίθεση στην οποία βασιζόμαστε, αυτή η αντίθεση στην οποία ελπίζουμε. Ακριβώς γιατί ένας λόγος όπως ο ποιητικός μάς βοηθάει να βυθομετρούμε τις επιφάνειες, να ανακαλύπτουμε το φόντο σε εικόνες δύο διαστάσεων και τελικά να εμμένουμε στο γεγονός πως κάθε γεγονός έχει το δικό του βάθος.
Πώς αλλιώς άλλωστε να αναμετρηθούμε με την Ιστορία (πολύ περισσότερο με τον χρόνο); Χωρίς το βάρος του λόγου, χωρίς το λογοτεχνικό δέρμα της πραγματικότητας, κάθε μας φράση κινδυνεύει να εκπέσει στην οπαδική διατύπωση της μιας ή της άλλης πρότασης.
Ολο αυτό που ονομάζουμε μνήμη είναι μια άσκηση στο παρόν. Μια προσπάθεια να επαναφέρουμε και να κατονομάσουμε. Μια τέτοια διαδικασία –το πιο συχνό– είναι να γίνεται με συγκεκριμένες προθέσεις. Αυτό που μένει για κάθε έναν που ανακαλεί –και η ανάκληση αυτή μας αφορά– είναι να εξετάσουμε τους λόγους της ανάκλησής του και γιατί αυτοί μας αφορούν.
Οι πόλεμοι της μνήμης έχουν ξεσπάσει και κάθε στρατός διεκδικεί τη φαντασιακή του επικράτεια. Με πεδίο μάχης το παρελθόν, μάχες δίνονται στο παρόν μας. Γιατί, αντίθετα από όσα μπορούμε να θεωρούμε, το παρελθόν δεν είναι ούτε συμπαγές, ούτε στατικό, ούτε οριοθετημένο. Είναι εξίσου ρευστό με το παρόν και με το μέλλον μας.
Η ρευστότητα που έφερε η κρίση στο παρόν μας μετατόπισε βεβαιότητες, συρρίκνωσε κόμματα, άλλαξε ταυτότητες και προσδιορισμούς, στρατόπεδα και καθημερινότητες, τύχες και ατυχίες. Είναι λογικό πως σύντομα θα άλλαζε και ο τρόπος που βλέπουμε το παρελθόν. Και στη συνέχεια ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε και το επικαλούμαστε. Ο ίδιος ο τρόπος που πιστεύουμε πως θυμόμαστε.
Ο πολιτικός λόγος προσπαθεί με τον ίδιο τρόπο που διεκδικεί τον χώρο του στο παρόν να επεκταθεί και στο παρελθόν. Εάν η ισχύς είναι θέμα έκτασης επιρροής, αυτό δεν σημαίνει πως η έκταση αυτή θα περιοριστεί στον χώρο. Αντίθετα θα διεκδικήσει και τον χρόνο. Και με τον ίδιο τρόπο που κάθε πολιτική δύναμη διεκδικεί την επέκτασή της στο μέλλον, με τον ίδιο τρόπο επεκτείνεται και στο παρελθόν.
Η αρθρογραφία στην «Καθημερινή» γύρω από τον Εμφύλιο, ο τρόπος προσέγγισης του κομμουνισμού από μια σειρά από πολιτικούς και δημοσιογράφους, η αρθρογραφία του πρωθυπουργού και η διεκδίκηση της συνέχειας του «παλιού καλού» ΠΑΣΟΚ εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο πολέμων της μνήμης.

Μπορεί η Ιστορία να είναι κατασκευή και το παρελθόν ρευστό, αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι εύκολο να κάνουμε τους γύρω να ξεχάσουν. Γιατί ό,τι και να πούμε είναι πολλοί αυτοί που θυμούνται το τι ήταν και το τι δεν ήταν ο κομμουνισμός και ακόμα περισσότεροι αυτοί που θυμούνται τι ήταν και τι δεν ήταν το ΠΑΣΟΚ.
Η αίσθησή μου είναι πως όλες αυτές οι κουβέντες, που τόσο συχνά στο παρόν μας μπορεί να ακούγονται κακόηχες (ή πολλές φορές και γελοίες), δεν διεκδικούν το παρελθόν αλλά το μέλλον. Ενα μέλλον που θα επιστρέφει σε αυτές ακριβώς τις δηλώσεις και δεν θα τις βρίσκει κακόηχες. Γιατί οι πόλεμοι της μνήμης δημιουργούν αποτέλεσμα ακριβώς στο μέλλον. Αυτό που κρίνεται στο παρόν είναι το στρατόπεδο που θα επιλέξεις. Ακόμα και όταν (και ακριβώς περισσότερο τότε) όταν το μέλλον αυτό που περιγράφουν δεν σε χωράει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Aπό:http://tsalapatis.blogspot.gr/2017/10/blog-post_43.html

«Εγώ είμαι ο Κούλης ο αρχηγός»! …


Γράφει ο mitsos175.

Αφήνει γεια στην όμορφη καρέκλα του σπιτιού του,
βγαίνει, πααίνει παγανιά, για να μαζέψει ψήφους.
Βρίσκει λαμόγια που έκλεβαν, βρίσκει και τους χαχόλους.
«Καλημερίζω γίδια μου» – «Καλώς τον Κούλη που ’ρθε».

Εγώ είμαι ο Κούλης της ΝΔ, τσέλιγκας ξακουσμένος,
τι’ χω τα χίλια πρόβατα, τα τρεις χιλιάδες γίδια.
Φόρος θα φάει τα πρόβατα και Τράπεζα τα γίδια
να μείνει κι η τσέπη αδειανή.

Τι τα ρωτάς τα πρόβατα, τι τα ρωτάς γίδια;
Αφού στο τέλος και αυτά γεύμα θα καταλήξουν.
Το ένα βρίζει τους Άνεργους, το άλλο το Δημόσιο,
κι απ’ τη σωρό των καναλιών, το φασισμό ξεπλένουν.

Θα κόψει απ’ όλους το μισθό, θα φάει κι απ’ τις συντάξεις
κι οι δρόμοι θα γεμίσουνε απ’ τους απολυμένους.
«Εγώ είμαι ο Κούλης ο αρχηγός»!

Εντάξει, παραδέχομαι πως ο γαλάζιος τσοπάνης δεν έχει τρεις χιλιάδες γίδια, έχει κάτι παραπάνω. Δεν φτάνουν όμως να θρονιαστεί στην καρέκλα της εξουσίας ώστε ν’ αρχίσει το μεγάλο φαγοπότι εις βάρος μας. Σύμφωνα με τη ΝΔ 17.844 απάντησαν στο ερωτηματολόγιο του Κυριάκου. «Ο γραμματέας προγράμματος, Γιώργος Στεργίου που παρουσίασε τα αποτελέσματα εξήγησε ότι δεν συνιστά δημοσκόπηση γι’ αυτό και απάντησαν σε ποσοστά, 77% άνδρες και 23% γυναίκες».
Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα Κούλη μου. Στις τελευταίες εκλογές είπες πως στη ψήφισαν, 334.752, έτσι για να υπάρχει μια σύγκριση. Χειρότερα κι από το ΠΑΣΟΚ τα πας.

Τι ρώτησε; Καταρχήν ξέρουμε όλοι πως γίνονται οι ερωτήσεις στο Μητσοτάκη: Ο Κούλης δίνει «σκονάκι» την ερώτηση κι ο παπαγάλος απλά διαβάζει το ραβασάκι. Κάπως έτσι έγινε και αυτό το χάπενινγκ. Ο Κούλης είπε «θέλω αυτό» και το κόμμα της ΝΔ προσφέρθηκε να βρει κάποιους να κάνουν το «μπούγιο». Ότι και καλά δεν τα θέλει μόνο αυτός, οι τοκογλύφοι και τα πλούσια αφεντικά του, τα θέλει κι ο κόσμος. Τα τραβάει ο οργανισμός μας…

Τι θέλει όμως ο Μητσοτάκης; – «Φάπες» είναι η συνηθέστερη απάντηση! Μάλλον τι δεν θέλει, έπρεπε να ρωτήσω.

1) «Αναγνωρίζουν (οι νεοδημοκράτες) το σημαντικό ρόλο που παίζουν οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας». Άρα δεν θέλει δάση, θάλασσες, νησιά κοκ, αφού θα πωληθούν ή θα χαριστούν στους «επενδυτές», δηλαδή τους πλιατσικολόγους του φυσικού μας πλούτου.

2) «Αναδεικνύουν την ανάγκη ενός φιλικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις χωρίς όμως εκπτώσεις στην τήρηση της εργατικής νομοθεσίας». Άρα δεν θέλει εργαζόμενους, θέλει σκλάβους. Όπως και δεν θέλει να πληρώνουν οι πλούσιοι, μόνο οι φτωχοί. Το «χωρίς όμως εκπτώσεις» το είπαν, γιατί ακόμα και αυτοί κατάλαβαν, ότι θα τους κράξουνε.

3) «Αντιλαμβάνονται ότι δεν αρκεί η επιδοματική πολιτική προκειμένου οι άνεργοι να βρουν ξανά δουλειά». Άρα θα κόψει τα επιδόματα των φτωχών, ακόμα και τα ψίχουλα που παίρνουν. Βεβαίως η πολιτική της ΝΔ, που εφαρμόζει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πολιτική ανεργίας.

4) «Θεωρούν ως τη βασικότερη απειλή για τις θέσεις εργασίας την υψηλή φορολογία». Και τον ΕΝΦΙΑ που γέννησε η ΝΔ; Ή μήπως αυτό είναι «αξιοποίηση» όπως λέει ο Άδωνης;. Όπως είπαμε, δόγμα της ΝΔ είναι «τα λεφτά στα λεφτά κι οι φόροι στους υπόλοιπους».

5) «Θέλουν να καθορίζουν οι ίδιοι τους όρους της εργασίας τους». Αχ μπράβο, αυτό θέλουν και τ’ αφεντικά. Ένας εργαζόμενος με το boss απέναντι. Ένας εξαθλιωμένος, λαβωμένος, μόνος του απέναντι στον καρχαρία. «Δίκαια» πράματα. Άρα όχι συνδικαλισμός, εργασιακά δικαιώματα, αγώνες κοκ. Χούντα δηλαδή. Τι άλλο να πω; Μόνο πως ο Πάγκαλος ψηφίζει ΝΔ. Συμπλήρωσε κι αυτός το ερωτηματολόγιο;

Τώρα ξέρουμε επίσημα τι άλλο θέλουν οι τοκογλύφοι. Ό κόσμος πάλι έχει άλλη γνώμη.


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/10/blog-post_58.html

 

Jean Claude Michéa – Για να τελειώνουμε με την Αριστερά\Δεξιά…


Συνέντευξη του Γάλλου φιλόσοφου Jean Claude Michéa στο περιοδικό Les Inrocks  (Ιανουάριος 2017). Δημοσίευση στα ιταλικά: Nazione Indiana

Μτφρ.: Γιώργος Κουτσαντώνης

Στο βιβλίο σας Notre ennemi, le capital (Ο εχθρός μας, το κεφάλαιο), προαναγγέλλετε μια «σκέψη με την Αριστερά κατά της Αριστεράς.» Ωστόσο, πολλοί αριστεροί διανοούμενοι εξακολουθούν να είναι αδιαπέραστοι, για να μην πω σε πλήρη αντίθεση με τα γραπτά σας. Πρόκειται για την τελική ρήξη ενός πιθανού διαλόγου;

Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν οφείλεται σε δικό μου σφάλμα! Προφανώς, δεν αρνούμαι να συζητήσω με κάποιον μόνο και μόνο γιατί «δεν συμφωνεί με τα γραπτά μου.» Αλλά θα πρέπει να πρόκειται για έναν γνήσιο διάλογο και όχι για μια αστυνομική έφοδο. Το πρόβλημα αυτό –που ο André Perrin το έχει δείξει έξοχα στο Scènes de la vie intellectuelle en France– είναι ότι η αρχαία κουλτούρα του διαλόγου είναι πλέον έτοιμη να δώσει οριστικά τη θέση της στον εκφοβισμό και στο κυνήγι μαγισσών. Στο εξής ένας συγγραφέας δεν κρίνεται γι’ αυτό που πραγματικά έχει γράψει (ακόμα και όταν πρόκειται για έναν μυθιστοριογράφο όπως ο Michel Houellebecq), αλλά βάσει των σκοτεινών προθέσεων που του αποδίδονται, είτε διαμέσου της «αηδιαστικά» εργαλειακής χρήσης των έργων του. Αυτές οι ανησυχητικές τάσεις -οι οποίες δείχνουν πολλά, για να παραμείνουμε εντός θέματος, για το συναίσθημα του πανικού που έχει καταβάλει τμήμα των πανεπιστημιακών και μιντιακών βαρόνων- δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν στο να δικαιολογούνται «διανοητικά» χονδροειδέστατες παραποιήσεις καθώς και υπεραπλουστεύσεις. Και σας το λέω αυτό επειδή κάτι γνωρίζω σχετικά.

Γιατί οι «συντηρητικοί» διανοούμενοι είναι περισσότερο συντονισμένοι με τα έργα σας σε σχέση με αυτούς που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε της «Αριστεράς»;

Για τον ίδιο λόγο, υποθέτω, που ένας θαυμαστής του Chesterton ή του Bernanos συμμερίζεται πιο εύκολα ένα κείμενο του Proudhon, του William Morris και του Guy Debord απ’ ότι ένα δοκίμιο του Bernard Henry Lévy, του Raphael Glucksmann και του Alain Minc. Εδώ όμως στην ουσία τίθεται το παλαιάς κοπής ερώτημα που αφορά την ιστορική σχέση της «Αριστεράς» με το σοσιαλιστικό κίνημα. Η Αριστερά, πράγματι, πάντα καθοριζόταν ως «το κόμμα του κινήματος», «της προόδου» και της «πρωτοπορίας» σε όλα. Κόμμα του οποίου πρώτος εχθρός δεν μπορεί παρά να είναι, εξ ορισμού, η «αντίδραση» ή ο «παλαιός κόσμος». Ωστόσο, εάν αντιθέτως η αρχική σοσιαλιστική κριτική επανατοποθετούσε στο λογαριασμό της τις περισσότερες καταγγελίες του παλαιού καθεστώτος (Ancien Régime) ή της δύναμης της Εκκλησίας, θα οδηγούνταν, πριν από όλα, σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «οικονομικό νόμο κίνησης της σύγχρονης κοινωνίας».

Συνέχεια