Παρρησία κι ελευθεριότητα…


Οι περισσότερες επαναστάσεις αλλά και οι περισσότερες θρησκείες που απευθύνονταν σε φτωχούς αντιπαθούν και την παρρησία και την ερωτική ελευθεριότητα. Η εύκολη ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι να πει κανείς ότι δογματικές και μονολιθικές κοσμοθεωρίες δεν ανέχονται τίποτε που επεκτείνει τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Και φυσικά τίποτε δεν επεκτείνει, εμμέσως συνήθως, τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας από την ελευθερία του λόγου και από τον έρωτα — ή τουλάχιστον αυτή είναι η πεποίθησή μας.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στην αντιπάθεια αυτή. Διαχρονικά και η παρρησία και η ελευθεριότητα υπήρξαν προνόμια πλουσίων ανδρών και, πολύ σπανιότερα, γυναικών. Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκαν σε κάποια ελίτ βρίσκονταν συστηματικά και διαρκώς αποστερημένοι και από τη δυνατότητα να μιλούν ελεύθερα (εννοείται) αλλά και από την ευχέρεια να λαγνουργούν έξω από κάποια πολύ σαφώς και στενά καθορισμένα πλαίσια. Με άλλα λόγια, να λες αυτό που σκέφτεσαι ατιμώρητα και η ερωτική ελευθερία, αυτά τα πράγματα, ήτανε για τους έχοντες.

Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί με δύο τρόπους: είτε να γίνουν αγώνες (τίποτε δεν παραχωρείται, όλα κατακτώνται) ώστε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αγαθό και δικαίωμα των πολλών, είτε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αντιληπτές ως βίτσια των προνομιούχων και άρα να επιδιωχθεί η περιστολή και η κατάργησή τους. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ξανά και ξανά η λύση που επιλέγεται είναι η δεύτερη: η παρρησία και η ελευθεριότητα καταδικάζονται και γίνονται αντιληπτές ως διαστροφές, «αστικά βίτσια», ντιλεταντισμοί, σημεία διαφθοράς και παρακμής, δανδισμός και σαπίλα…

Ας πιάσουμε πρώτα τις ήττες της ελευθεριότητας: πώς καταλήξαμε δηλαδή να γίνει πανανθρώπινη αξία ο ασκητισμός; Η απάντηση είναι απλή: πατριαρχία. Στην πατριαρχία ο γυναικείος έρωτας δεν διατίθεται αυτοβούλως παρά προσφέρεται έναντι αντιτίμου: είτε χρηματικού ποσού, είτε δέσμευσης (ή, έστω, σταθερής σχέσης), είτε και των δύο μαζί. Η γυναίκα δεν ορίζει το σώμα της, τουλάχιστον όχι πάντοτε και δίγουρα όχι πλήρως. Άρα λοιπόν η ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία προϋποθέτει είτε οι άντρες να έχουνε χρήματα και οι γυναίκες να εκπορνεύονται, είτε τη δημιουργία μιας πρόσκαιρης φούσκας που θα οροφουργούν η απόλυτη εχεμύθεια και η υποκρισία. Τώρα, όσον αφορά τους ομόφυλους έρωτες τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: διατίθενται μόνον έναντι αντιτίμου, άρα προϋποθέτουν χρήματα και γυναίκες ή άντρες να εκπορνεύονται καθώς και απόλυτη εχεμύθεια και τη σκέπη της υποκρισίας.

Σε σχέση με τα παραπάνω, που δεν ανήκουν στο παρελθόν όπως θέλουμε να καμωνόμαστε, αναλογιστείτε ότι οι εκπορνευόμενοι συνήθως δεν εκπορνεύονται προθύμως. Δεν είναι τυχαίο ότι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών: είναι οι ταπεινές και καταφρονεμένες οι οποίες υποφέρουν ακριβώς λόγω του πώς λειτουργεί η (όποια) ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία: ουσιαστικά ως μια συνθήκη εξανδραποδισμού γυναικών για το κέφι (κάποιων) ανδρών. Συνεπώς η ελευθερία των (συνήθως) ανδρών με κάποια οικονομική επιφάνεια (συνήθως) να λαγνουργούν σχετικά ανενόχλητοι γινόταν αντιληπτή ως η ελευθερία της αλεπούς μέσα σε κοτέτσι.

Στην εποχή μας λοιπόν φτάνουμε από τη μια να έχουμε δύο στοιχεία προοόδου: αφενός την αποσύνδεση του γυναικείου και του ομόφυλου έρωτα από τη λογική του αντιτίμου ή του ανταλλάγματος (όπως κι αν εξιδανικευτούν αυτά) και αφετέρου τη σχετική χειραφέτηση των γυναικών. Από την άλλη έχουμε έναν σοβαρο παράγοντα οπισθοδρόμησης: την τάση να κανονικοποιηθούν όλες οι ερωτικές αλληλεπιδράσεις ως σχέσεις και δη ως μακροχρόνιες και θεσμικά αναγνωρισμένες σχέσεις. Εννοείται πως είμαι υπέρ της επέκτασης του δικαιώματος στον γάμο, αλλά με ανησυχεί η επανερμηνεία κάθε μα κάθε ερωτικής αλληλεπίδρασης οπωσδήποτε ως σχέσης: δυνάμει σχέσης, αποτυχημένης σχέσης ή συμβίωσης.

Η υπόθεση της παρρησίας είναι μια ακόμα πιο πονεμένη ιστορία. Όχι μόνον παραδοσιακά οι ελίτ είχαν το αποκλειστικό προνόμιο της ελευθεροστομίας αλλά επιπλέον διατηρούν ακόμα τη δυνατότητα να ακούγεται ο λόγος τους δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα. Αυτό ενεργοποιεί και πάλι αντιδραστικά αντανακλαστικά, αλλά λογοκρισίας αυτή τη φορά: όπως στην πατριαρχία δεν γίνεται όλοι να λαγνουργούμε (οι άντρες· οι γυναίκες να κάτσουν να φτιάξουν χαρακτήρα κατάλληλο «για σχέση σοβαρή»), έτσι και σε οποιαδήποτε ιεραρχική κοινωνία, όσο κι αν μας παραμύθιασε κάποτε η κίβδηλη δημοκρατία των σοσιαλμήντια, οι προνομιούχοι θα ακούγονται (επαναλαμβάνω) δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα.

Πολλοί λοιπόν σκέφτονται ότι η λογοκρισία είναι η λύση για την ανισομερή κατανομή της παρρησίας μέσα σε μια κοινωνία: να ελέγξουμε την παρρησία των προνομιούχων κλείνοντάς τους το στόμα και καταστρατηγώντας την ελευθερία του λόγου. Ωστόσο η λογοκρισία είναι σαν υπερσύγχρονα όπλα: προτού φτάσει στα χέρια των (όποιων) επαναστατών, έχει ήδη στοκάρει τα οπλοστάσια των ελίτ· εάν λοιπόν ανεχόμαστε τη χρήση της λογοκρισίας, ταυτόχρονα παραδεχομάστε ότι οι ελίτ θα διαθέτουν υπεροπλία.

_____________________________________________________________

Η Διπλωματία των όπλων και τα όπλα της διπλωματίας, όψεις του ίδιου κυριαρχικού νομίσματος …


«Η εγκαθίδρυση προτεκτοράτου στην Αρμενία και η διατήρηση σχέσεων καλής γειτονίας με το βασίλειο των Πάρθων συνέδεε την Ρώμη με τα κράτη της κεντρικής Ασίας, και, μέσω αυτών, και με την Κίνα. Οι εμπορικές και οι διπλωματικές σχέσεις της Ρώμης με την Κίνα αρχίζουν από τον Ι αιώνα μ.Χ. Η κυρία αρτηρία που τις ένωνε, ήταν η λεγόμενη Σηρική οδός». Η «Σηρική οδός» άρχιζε από την Συρία, περνούσε από τις πόλεις Έδεσσα, Νίσιβι, Ράγα, Φάργα κι έφτανε ως το μεγάλο Σινικό Τείχος. Μαζί με τα καραβάνια, τη «Σηρική οδό» την ακολουθούσαν οι πρεσβείες από την Ρώμη στην Κίνα κι αντίθετα». Β. Ποτέμκιν, Η Ιστορία της Διπλωματίας

«Στα Βαλκάνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά εκπληρώνουν τις ίδιες λειτουργίες με εκείνες που επιτελούσαν η Αυστριακή και η Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές του 20ου αιώνα, διατηρούν δηλαδή την ειρήνη ιδρύοντας προτεκτοράτα που παρεμβάλλονται ανάμεσα σε εμπόλεμες εθνότητες». Henry Kissinger, ΗΠΑ Αυτοκρατορία ή ηγετική δύναμη, Για μια διπλωματία του 21ου αιώνα

Ένας πρόχειρος, αλλά και απλουστευτικός, ορισμός θέτει τη διπλωματία ως «επιστήμη και πρακτική τέχνη διαχείρισης των εξωτερικών σχέσεων ενός κράτους». Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται ακόμη για να δηλώσει το σύνολο των υπηρεσιών του εκάστοτε υπουργείου Εξωτερικών, που ασχολείται με τις υποθέσεις αυτές. Γεγονός παραμένει, ότι είναι δύσκολο κανείς να προσεγγίσει μια στοιχειώδη εικόνα της πραγματικότητα, χωρίς να δεχτεί την συγκρότηση στις μέρες μας ενός «παγκόσμιου διπλωματικού συστήματος» (universal diplomatic system).

Ο Θουκυδίδης διαπίστωνε πως σ’ ένα (διεθνές) σύστημα, που εξ ορισμού στερείται κοινωνικά νομιμοποιημένης ρυθμιστικής εξουσίας, «το δίκαιο λογαριάζεται, όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του» και πως όταν αυτό δεν ισχύει, «οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και αποδέχονται». Μ’ άλλα λόγια αποδεχόταν ότι οι λεγόμενοι διεθνείς θεσμοί είναι όργανα τάξης και υποταγής για τους ισχυρούς και όχι δικαιοσύνης.

Συνέχεια

Κοράκια μου! Καλά μου όρνεα! …


Γράφει ο mitsos175.

«Ο Δήμος Παιονίας έστειλε επιστολή σε κάτοικο της περιοχής προκειμένου να πληρώσει χαράτσι για τον τάφο του!!!

Η αποκάλυψη έγινε στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» όταν ο Κώστας τηλεφώνησε και περιέγραψε τι συνέβη. Ο Δήμος του έστειλε επιστολή με την οποία τον καλεί να πληρώσει 10 ευρώ, προκαταβολικά, για όταν φύγει από αυτόν τον κόσμο!

Η επιστολή ανέφερε ότι πρέπει να πληρώσει για να ενταφιαστεί στα όρια του Δήμου Παιονίας. Ο Κώστας είναι κάτοικος Θεσσαλονίκης και δεν έχει κλείσει τα 40 χρόνια. Σύμφωνα με τον ίδιο το δημοτικό συμβούλιο έβγαλε την απόφαση με την οποία προπληρώνουν τον τάφο τους!»

Κοράκια μου! Καλά μου όρνεα! Όταν είπα πως αυτό που γίνεται είναι χειρότερο ακόμα κι από πόλεμο, αφού στον πόλεμο «μόνο» σε σκοτώνουν, ενώ με το Μνημόνιο σε σκοτώνουν βασανιστικά και από πάνω σου λένε «χρωστάς», κάποιοι νόμισαν πως υπερβάλλω. Να λοιπόν που η λαιμαργία των πολιτικών ξεπέρνα και την πλάκα και την υπερβολή.

Αυτό που άρχισε είναι η δεύτερη φάση της λεηλασίας και πλήρως εξανδραποδισμού των ελλήνων εργαζομένων, συνταξιούχων και ανέργων. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί έχουν τώρα στόχο την ακίνητη περιουσία, όπως είχαμε πει εδώ και χρόνια, από το πρώτο Μνημόνιο. Σπίτια θα έχουν μόνο οι πολλοί πλούσιοι. Αυτοί θα έχουν και τα σπίτια των υπολοίπων, που δεν μπορούν πλέον να πληρώσουν τα μαφιόζικα εξοντωτικά χαράτσια.

Κάποιοι θα πουν «πήραν τα φράγκα, τα σπίτια, το φυσικό πλούτο, δεν έμεινε τίποτε άλλο να πάρουν». Λάθος! Μην ξεχνάμε πως για αιώνες οι σκλάβοι θεωρούνταν περιουσιακό στοιχείο. Κι αυτή είναι η τρίτη, η μακρύτερη, φάση του σχεδίου: Το σώμα δεν θα ανήκει πλέον στους φτωχούς, αλλά θα γίνει «ανταλλακτικά» για τους πλούσιους, ντόπιους και ξένους.

Αν νομίζετε πάλι πως υπερβάλλω, παρακαλώ κρατείστε αυτό το άρθρο, μην κάνετε τίποτα για να διώξετε τα αρπακτικά και ξαναδιαβάστε το σε μερικά χρόνια.

Τα «λαγουδάκια» λοιπόν ξεκίνησαν την τρίτη φάση πριν καν ολοκληρώσουν τη δεύτερη. «Έχεις λεφτά ρε; Θα σε θάψουμε όταν έρθει η ώρα σου! Δεν έχεις; Συκωταριές, νεφραμιές καρδιά, μάτια κι ότι άλλο χρήσιμο, θα στα βγάλουμε»!!! Γιατί; Γιατί μπορούν και είναι αδίστακτοι! Θα κάνουν τα πάντα για το κέδρος.
Φυσικά θα στα ζητήσουν προκαταβολικά, γιατί «μετά» σκοτίστηκες τι θα σου κάνουν…

Κάτοικοι του Δήμου να χαίρεστε το τεφαρίκι σας, όσοι τον ψηφίσατε. Σας βλέπω λίπασμα. Προεκλογικά τι σας είπε και σας έπεισε; Είμαι περίεργος. Εκτός, αν ψηφίσατε κομματικά τους «ανεξάρτητους» υποψηφίους… Πληρώστε ή αντιδράστε.

Πάντως, αν ήμουν κάτοικος του δήμου, θα απαντούσα ως εξής:
«Εις απάντηση της επιστολής σας δηλώνω αισιόδοξος, ότι δεν θα πεθάνω, αλλά θα αναληφθώ εις τους Ουρανούς, καθώς είμαι πολύ καλός άνθρωπος, αφού δεν έχω πειράξει κανένα, πράγμα που δυστυχώς δεν μπορώ να πω το ίδιο για κανένα πολιτικό απατεώνα.
Για το μόνο τάφο που ίσως τσόνταρα, αν είχα λεφτά, (δυστυχώς δεν μου αφήσατε), θα ήταν ο τάφος αυτού, που είχε την «φαεινή» ιδέα τέτοιου μακάβριου χαρατσιού. Με την προϋπόθεση φυσικά, ότι θα χρησιμοποιούνταν σύντομα»…


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/09/blog-post_952.html

Γιατί θα ψηφίσω Ναι στο δημοψήφισμα για την Καταλονία…


της Σιμόνα Λέβι

Όταν το 2010 η κεντρική κυβέρνηση απέρριψε το Καταστατικό της Αυτονομίας, παρά το γεγονός ότι υιοθετήθηκε ευρέως σε δημοψήφισμα που η ίδια η κυβέρνηση είχε επιτρέψει, δεν είπα τίποτα γιατί δεν είμαι Καταλανή[1]·

όταν ζήτησαν από το κράτος να ανοίξει διάλογο για την ομοσπονδιοποίηση και τους το αρνήθηκαν, δεν είπα τίποτα επειδή δεν ήμουν Καταλανή·

όταν ζήτησαν να συμφωνήσουν σε ένα νέο δημοψήφισμα και τους είπαν «ούτε να το σκέφτεστε», δεν είπα τίποτα επειδή δεν ήμουν Καταλανή·

όταν τους αρνήθηκαν κάθε ευκαιρία να εισακουστούν, όταν τορπίλλισαν τη δημόσια ασφάλειά τους, τα σχολεία τους, τα νοσοκομεία τους, τους φόρους και τη δημόσια διοίκησή τους, για να τα χρησιμοποιήσουν όλα αυτά ως δικαιολογίες ώστε να συγκαλύψουν τη διαφθορά τους παριστάνοντας τα θύματα, δεν είπα τίποτα γιατί δεν ήμουν Καταλανή·

όταν περιορίστηκε η ελευθερία της έκφρασης, όταν παρενέβησαν στα email και την οικονομία τους, όταν ένστολοι εισέβαλαν στα γραφεία κομμάτων, τους δημόσιους οργανισμούς και τα μέσα ενημέρωσής τους, όταν κατέσχεσαν τις δημοσιεύσεις τους, κλείσαν τις σελίδες τους στο διαδίκτυο και συνέλαβαν πολιτικούς και δημάρχους, δεν είπα τίποτα γιατί δεν το είχα διαβάσει στον Τύπο που διαβάζω, ούτε ο δήμαρχος ήταν αυτός που ψήφιζα. Μέχρι που σκέφτηκα «καλά να πάθουν αφού διαμαρτύρονται τόσο» και είπα, «ας τους συντρίψουν»·

Μόνο όταν καταργήσανε τους κανόνες της συνύπαρξης στη γειτονιά μου και το δικαίωμά μου να ελέγχω τη δράση της διοίκησης, όταν ξεπούλησαν την ασφάλεια μου και μετέτρεψαν εμένα την ίδια σε βορά των κανονιών τους, αντέδρασα, αλλά ο παραλογισμός είχε ήδη φτάσει στο έπακρο. Με το που είπαν: «αυτό που λες είναι παράνομο» όλοι σκύψαν τα κεφάλια.

Συνέχεια