The Living Room War…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

photo_op_sz

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα. Αυτόν που έκοψε το αυτί του και το χάρισε σε μια πουτάνα, αυτόν που πήρε ποντικοφάρμακο κι αυτόν που πήδησε στην προπέλα του καραβιού.

Περιφέρομαι ανάμεσα σε θαύματα που δεν τα βλέπει κανείς. Βλέπω συνοφρυωμένους ερωδιούς γύρω από μια λακκούβα να πίνουν λάσπη και να ξύνονται γαλήνια.

Χωνεμένος σ’ αυτό το είδος αλλόκοτης ονειροπόλησης βλέπω τον κόσμο να ξεδιπλώνει το δράμα του. Γίνομαι ένα με τον κόσμο που ξεδιπλώνει το δράμα του. Ψάχνω τις λέξεις που μου κλέψαν απ’ το στόμα, σαν τον τρελό που κατεβαίνει στον όρμο για να βρει τα απομεινάρια του ναυαγίου και τα κουφάρια των γλάρων, τα βότσαλα με την πίσσα και τα σκεβρωμένα κλαριά.

Ψάχνω τις εικόνες στην πλωτή όαση των θαυμάτων γύρω μου και αίφνης γίνομαι ο δαίμων που γράφει το ποίημα της λαγνείας.

Τα βλέμματα γύρω ομολογούνε πάντα την λαγνεία και ας παραμένουνε μουγκά. Και γίνομαι ο ιεροκήρυξ αυτής της υπερευαίσθητης και τόσο εύθραυστης αιωνιότητας, αισθανόμενος μέσα μου πολέμους και ολέθρους και εκστρατείες.

Όλα τα εγκλήματα του Μεγαλέξανδρου και του Χίτλερ, τους αμερικάνους να βάζουν στον κώλο τού Βιετνάμ φλεγόμενους αρουραίους, τους άντρες αθηναίους να σφάζουν βρέφη στη Μήλο και τους γάλλους στρατηγούς να κατουράνε στα λαρύγγια των αλγερινών.

Αισθάνθηκα μέσα μου όλους τους πολέμους και τα δράματα που έχουν αφήσει πίσω τους αυτό τον πολτό από ρήτορες, μίσος και ερείπια.

Αισθάνθηκα μέχρι το κόκκαλο όλα τα εγκλήματα που κόχλαζαν γύρω μου, βλέποντας να αναδύονται σε κραυγαλέους τίτλους εφημερίδων κι αισθάνθηκα τη δυστυχία που αλέθονταν με το γουδοχέρι και την παρατεταμένη μουγκή συνήθεια να στάζει πάνω σε λερά μαντηλάκια, σε λευκές σελίδες.

Ατίμωση, εξευτελισμός, ένδεια, πλήξη. Πορεία μέσα στο αίμα. Ιδέες ωχρές και λιπόσαρκες που πρέπει να παχύνουν για το σφαγείο.

Είναι στιγμές που χάνω ολωσδιόλου την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Περιφέρομαι ανάμεσα στις καθημερινές κοινοτοπίες με τον πόνο μου στα νεφρά, ίσως μόνο σκεπτόμενος κάποιους σαν εμένα.

Από τον Οιδίποδα της απώθησης στον Ίκαρο της υπεραπόλαυσης …


Ο ύστερος Λακάν ξεκαθάρισε στο 17ο Σεμινάριο ότι το Οιδίποδειο είναι ένας Μύθος, ένα Όνειρο του Φρόυντ. Πρέπει να συλλάβουμε, πέρα από μυθικές εικόνες, τις δομικές συντεταγμένες του ασυνειδήτου, αλλά και το (μη) δομικό όριό τους, το χαμένο αντικείμενο της υπεραπόλαυσης.
Αν το Οιδίποδειο ήταν ένας κατάλληλος μύθος για να εκφράσει μια κοινωνικο-ιστορική εποχή απώθησης των ορμών υπό το θεοπατριαρχικό σημαίνον, σήμερα χρειαζόμαστε μια αναδιατύπωση της δομής και της ιστορίας του υποκειμένου που θα λαμβάνει υπόψη όσα συμπτώματα υποδηλώνουν ένα Πέραν του Πατρικού Φαλλού και της απόλαυσης του γλωσσικού Νοήματος, συμπτώματα που πολλαπλασιάζονται με εκθετικό ρυθμό στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, και όχι μόνο, σήμερα. Νέα εκφραστικά μέσα που θα προσεγγίσουν όσα συμπτώματα υποδηλώνουν την άρνηση του Πατρικού Σημαίνοντος, την άρνηση του υπερβατικού Νοήματος, τον κλονισμό του Συμβολικού Νόμου, την άνοδο της υπεραπόλαυσης και του άγχους της, τους εθισμούς, τα ναρκισσιστικά φαινόμενα, την κατάσαρκη εγγραφή σημασιών-σημείων πέραν των συνεκτικών ιδεολογιών, κ.ο.κ.
Μια τέτοια μυθική αναδιατύπωση μπορεί να είναι ο Μύθος του Ικάρου και του Δαίδαλου. Αν και αυτός ο Μύθος, όπως και ο Μύθος του Οιδίποδα, δεν μπορεί να τοποθετήσει ουσιαστικά τα καθοριστικά ζητήματα του Φύλου και της Τάξης.
Ο Δαίδαλος κατασκεύασε τη συναρμογή μιας τεχνικής και μιας επιθυμητικής μηχανής, συναρμολογώντας το ανθρώπινο σώμα που εμμένει στην επιθυμία της απελευθέρωσής του με ένα ζευγάρι μηχανικά φτερά. Για να δραπετεύσουν, αυτός και ο Ίκαρος, από το Λαβύρινθο. Ο Ίκαρος όμως, παράκουσε τις οδηγίες του Πατέρα του, και έφτασε τόσο κοντά στην υπεραπόλαυσή του, που κάηκε μέσα στον Ήλιο ζωντανός.
Τα σύγχρονα τεχνικά μέσα οδηγούν τις επιθυμητικές μηχανές σε έναν ξέφρενο ρυθμό και ένταση παραγωγής, τόσο που μπορούν να οδηγηθούν στην αυτοκαταστροφή, μη μπορώντας να αποφύγουν την εξάρτηση, τον εθισμό, την απόλαυση που το υποκείμενο προσπαθεί να αγγίξει ολοκληρωτικά παραδομένο για διαλυόμενο σε αυτήν. Τα σύγχρονα τεχνικά μέσα επιτρέπουν να παρακούσουμε τις εντολές του Πατέρα. Τα σύγχρονα τεχνικά μέσα καλλιεργούν μια φαντασίωση απελευθέρωσης από τον Ολοκληρωτικό Λαβύρινθο.
Όμως η σύγχρονη επιθυμία συχνά αδυνατεί να διαχειριστεί τα σύγχρονα τεχνικά μέσα. Στο όνομα της κατάργησης κάθε Υπερβατικότητας, κάθε Πατέρα, κάθε Νόμου, συχνά δεν αναγνωρίζει τους εμμενείς στην επιθυμητική παραγωγή κανόνες χρήσης, την περιστροφική προσέγγιση της οριακής απόλαυσης δίχως την καταστροφική και φετιχιστική-πραγμοποιημένη ταύτιση του υποκειμένου με ένα αντικείμενό της.
Η πτήση και η πτώση του Ικάρου μας δείχνει πως μπορεί να υπάρξει μια ανοιδιπόδεια επιθυμία δημιουργημένη από μια τεχνική και επιθυμητική μηχανή, πώς μπορεί το υποκείμενο να πετάξει πέρα από τον Λαβύρινθο αλλά και από τον Πατέρα, πώς μπορεί, όμως, να αυτοκαταστραφεί.
Θα πρέπει το υποκείμενο της επιθυμίας να αρνηθεί τη θεοπατριαρχική και γραφειοκρατική γνώση, αλλά να αναγνωρίσει τη τεχνική γνώση των προϋποθέσεών της, τις νευροβιολογικές και κοινωνικές της προδιαγραφές, να διατηρήσει την ικανότητα, χωρίς εξαρτήσεις, να αποφασίζει συνειδητά για τη βιωσιμότητα της απόλαυσής και της απόλαυσης των άλλων, αν δεν θέλει να μετανιώσει πικρά για το ότι εγκατέλειψε τη Φυλακή και τον Πατέρα, δίνοντας δίκιο και άλλοθι σε αυτό το σύστημα εκμετάλλευσης.

Που πάντα πάνω από τα πτώματα των επαναστατών θα στήνει κυνικούς χορούς θριαμβολογώντας, για το πώς δεν αξίζει, τελικά, »να πεθάνεις για ένα Όνειρο, και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει».

Υ.Γ «Η Κύπρος πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο και κάηκε»
____________________________________________________________

Μιζαδόροι! Κακοί μου άνθρωποι…


Γράφει ο mitsos175.

Μεγάλη μίζα αθάνατη, που ’σαι μητέρα
της κονόμας του κηφήνα και του πολιτικού
Κατέβα, φανερώσου και ρίξε τα εδώ πέρα
τα μπικικίνια τα πολλά παχιού λογαριασμού.

Στα όπλα, στους εξοπλισμούς, στις αναθέσεις
Των αηθών πλουσίων κάνε τη δουλειά
Έτσι και δούμε προκοπή έμενα να με χέσεις
Έτσι και δούμε προκοπή έμενα να με χέσεις

Μισθό, σπίτι και σύνταξη έχουνε βάλει στόχο
να πάρουν ό,τι έμεινε ως και την ψυχή
Βλέπω στα ΜΜΕ των παπαγάλων λόχο
Βλέπω στα ΜΜΕ των παπαγάλων λόχο

Να μας δουλεύουν όλους μας ψιλό γαζί, ψιλό γαζί
Να μας δουλεύουν όλους μας ψιλό γαζί…

Μιζαδόροι! Κακοί μου άνθρωποι. Τι είναι πάλι; Θέλετε να ξηλωθούμε για τα αόρατα αεροπλάνα και τους πυραύλους; Δεν βγαίνουμε μάτια μου, πνιγήκαμε στα χρέη. Δεν προκάνουμε να στηρίξουμε βιομηχανίες όπλων.

Τελικά τα είδαν τα F-35 οι S-400; Γιατί άλλος λέει ναι άλλος όχι, ανάλογα ποιός είναι ο σπόνσορας. Οι Ρώσοι λεν «τους είδαμε». Οι Αμερικάνοι λένε «δε μας είδαν». Τι διάολο το έριξαν στο κρυφτό; Σε λίγο μ’ αυτούς που είναι πάνω, θα δούμε να παίζουν τσιγκολελέτα! Με την Κορέα παίζουν την κολοκυθιά: – Μας κάνατε πόλεμο – Όχι δεν σας κάναμε. Με τίποτε κουμπιά πυρηνικών μη παίξετε, θα γίνει ζημιά. Κατά τα άλλα ο Τραμπ παίζει με το πουλί του. Τον αμερικάνικο αετό εννοώ…

Οι δικοί μας εθνικιστές πάντως συμφωνούν να πάρουμε κι από τα δυο, και αεροπλάνα και αντιαεροπορικά, να δέσουμε. Ρε οδεύετε εις συνουσίαν! Με τι θα τα πληρώσουμε, που ναι πανάκριβα; Θα κάνουμε δυο τρία Μνημόνια παραπάνω; Και πως θα ξεπληρώσουμε τα δανεικά; Θα πουλήσουμε νησιά, θάλασσα, δάση, σπίτια, ανθρώπους… αυτά που υποτίθεται πως θα υπερασπιστούμε με τα όπλα!!! Γιατί να μπούμε λοιπόν σε τόσο κόπο; Για να πάρουν περισσότερα οι αξιωματούχοι της Γερμανικής Αποικίας «Η πτωχή πλην τίμια Ελλάς»; Αυτοί έχουν πολλά, εμείς δεν έχουμε.

Όποιος θέλει αεροπλανάκια και πυραύλους να ξηλωθεί ο ίδιος. Η σύνταξη κι ο μισθός μας δε φτάνουν ούτε για φαΐ. «Μα έχουμε τον Τούρκο που θα μας την πέσει». Βρε κάτσε να γλυτώσουμε από το πέσιμο των Ευρωπαίων τοκογλύφων και βλέπουμε μετά. Μας βλέπω άστεγους όχι από βομβαρδισμό, αλλά από πλειστηριασμό. Τουλάχιστο στον πόλεμο σε σκοτώνει ο άλλος και τέρμα. Με το Μνημόνιο σε βασανίζουν, σε εξοντώνουν ενώ από πάνω σου λένε «πλήρωσε μας, χρωστάς ακόμα»! Να σου φάνε και την ψυχή οι βρικόλακες…

Που λέτε δεν έχουμε, αλλά κι αν ακόμα είχαμε, σουβλάκια θα τα τρώγαμε. Απ’ το να φάνε οι δοσίλογοι, που θα παραδώσουν και τα όπλα και εμάς, πολύ καλύτερα. Γιατί, όταν οι Γερμανοί προτίμησαν τα κανόνια από το βούτυρο, οι Ρώσοι τους τα έβαλαν τελικά στον πισινό. Χωρίς βούτυρο ή άλλο λιπαντικό. Το πιάσατε ακροδεξιοί; Όποιος λοιπόν θέλει πόλεμο, να παίξει στο PC, τους άλλους να τους αφήσει ήσυχους.


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/09/blog-post_403.html

ΕΠΑΙΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΡΝΕΣ …


Τη νύχτα της 25ης προς 26 Σεπτεμβρίου του 1940, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε με μορφίνη στο Hotel de Francia, του Portbouενός παραλιακού χωριού της Καταλονίας, εγκλωβισμένος μαζί με άλλους Εβραίους που προσπαθούσαν να διαφύγουν στις ΗΠΑ, υπό την απειλή του φρανκικού καθεστώτος ότι θα τους εκδώσει στην ήδη κατεχόμενη από τους Ναζί Γαλλία. Αντί άλλου αφιερώματος, ένα μικρό απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια (μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου, Άγρα, 2005).

s51-benjamin-540x304-530x298

* * *

Στα παιδικά μου χρόνια ήμουν δέσμιος της παλιάς και της νέας δυτικής πλευράς της πόλης. Το σόι μου έμενε τότε σ’ αυτές τις δύο συνοικίες με μία συμπεριφορά ανάμεικτη από πείσμα και υπερηφάνεια, γεγονός που τους έκανε να ζουν σ’ ένα γκέτο που το θεωρούσαν φέουδό τους. Παρέμενα κλεισμένος σε αυτή τη συνοικία χωρίς να γνωρίσω άλλη. Για τα πλούσια παιδιά της ηλικίας μου οι φτωχοί ήταν μόνο ζητιάνοι. Είχα κάνει μεγάλη πρόοδο όταν ανακάλυψα πρώτη φορά ότι η φτώχεια αποτελεί το όνειδος της κακοπληρωμένης εργασίας. Ήταν σ’ ένα μικρό κείμενο, το πρώτο που συνέταξα εντελώς μόνος μου, για λογαριασμό μου. Το θέμα του ήταν ένας άνθρωπος που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια, καθώς και οι ταπεινώσεις που υφίστατο από τους περαστικούς που αδιαφορούσαν γι’ αυτά. Τότε ο φτωχός —έτσι τελείωνα— ξεφορτώνεται κρυφά το πακέτο. Σίγουρα ήταν ο πλέον αναποτελεσματικός τρόπος να τακτοποιήσει την κατάσταση. Όμως, την εποχή εκείνη δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη μορφή εξέγερσης εκτός από τη σκανταλιά. Είναι αλήθεια ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας. Κατέφευγα σ’ αυτήν όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου. Κυρίως όταν έβγαινε για ψώνια, τότε που το πείσμα μου και η επιμονή μου την έφερναν σε κατάσταση απόγνωσης. Συνήθιζα πράγματι, να μενω πάντα μισό βήμα πίσω. Σαν να μην ήθελα σε καμία περίπτωση να πηγαίνω μπροστά, ούτε ακόμα και με την ίδια μου τη μητέρα. Ο λόγος που κατά τις κοινές μας εξόδους στην πόλη αισθανόμουνα αυτή την ονειροπόλο αντίσταση, αποκαλύφθηκε αργότερα, όταν ο λαβυρινθώδης χαρακτήρας της πόλης ξανοίχτηκε στη σεξουαλική επιθυμία. Αλλά αυτή η τελευταία, κατά τις πρώτες ψηλαφήσεις αναζητούσε λιγότερο τη σάρκα και περισσότερο την εντελώς κολασμένη ψυχή, που τα φτερά της έλαμπαν σαπρά στο φως ή λαγοκοιμούνταν ακόμα, αναδιπλωμένα κάτω από τη γούνα που περιέβαλλε αυτήν τη ψυχή σαν κουκούλι.

Επωφελούμουν, λοιπόν, από ένα βλέμμα που φαινόταν να μη βλέπει το τρίτο κομμάτι από αυτό που πραγματικά παρατηρούσε. Ωστόσο, ήδη από τότε, όταν η μητέρα μου αποδοκίμαζε την απέχθεια που ένιωθα και τη νυσταλέα περιπλάνησή μου, διέβλεπα αμυδρά τη δυνατότητα να διαφύγω μια μέρα από την κηδεμονία της, χάρη στη συνωμοτικότητα αυτών των δρόμων, μέσα στους οποίους, ήταν προφανές, δεν είχα βρει το δικό μου. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίσθηση —δυστυχώς απατηλή— ότι μπορούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου από την κοινωνική της τάξη και από τη δική μου, εξηγούσε την ακατανίκητη παρόρμηση που μ’ έκανε να πλησιάζω μέσα στο δρόμο μια πόρνη. Αυτό μπορούσε να διαρκεί κάποιες ώρες πριν το αποτολμήσω. Η φρίκη που ένιωθα τότε ήταν η ίδια με αυτήν που θα ένιωθα μπροστά σε ένα αυτόματο, το οποίο αρκούσε να του θέσει κανείς ένα ερώτημα για να αρχίσει να λειτουργεί… Και τότε έριχνα τη φωνή μου μέσα στη σχισμή. Το αίμα βούιζε στ’ αυτιά μου και δεν ήμουν ικανός να συλλέξω τα λόγια που έπεφταν από αυτό το έντονα μακιγιαρισμένο στόμα. Δραπέτευα για να επαναλάβω, την ίδια νύχτα —πόσες φορές ακόμα— την τρελή αυτή προσπάθεια. Όταν, καμιά φορά χαράματα, σταματούσα σε μια αυλόπορτα και παγιδευόμουν χωρίς διέξοδο στα ασφαλτοστρωμένα δεσμά του δρόμου, δεν ήταν και τα πιο καθαρά χέρια αυτά που με απελευθέρωναν.

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου, Άγρα, Αθήνα 2005 (απόσπασμα).

Πηγή: k-m-autobiographies.blogspot.gr/


Aπό:https://dimartblog.com/2014/09/27/walter-benjamin/