Miss American Dream Ή Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

missamarica

Βλέπω νέους και γέρους και κόρες της ντροπής να διαβάζουν τη γραπτή τους ύλη σε ιδρύματα πλουσίων, σε καφέ της πόλεως των Αθηνών κουλτουριάρικα και νεοφιλελέ.

Βλέπω το τελετουργικό της δημιουργικής ασάφειας όσων θέλουν τη μούρη τους μπροστά απ’ τα ποιήματα, σ’ ένα περιβάλλον μικροανταγωνισμού και αυτολύπησης στολισμένο με καταραμένους της οκάς που διαθέτουν χοντρούς μικρούς ποιητικούς αδένες, φυτρωμένους κάτω απ’ το λαιμό σαν αρχίδια σκύλου.

Έχουν μια μούρλια σχέση όλοι αυτοί, με τη θεότητα που ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις στα εκδοτικά σαλονάκια, ξέροντας ακριβώς πώς να την καλοπιάσουν με γαλιφιές και μαλαγανιές και ξέροντας ακόμα πώς να της αποσπάσουν με κολακείες μερικές πενταροδεκάρες. Σε αντάλλαγμα για τις γαλιφιές τους, μπροστά στο φιλολογικό ερμάρι, παίρνουν τη μερίδα τους από αναγνώριση πολλά υποσχόμενης ποιητικής φωνής.

Ο ντενεκές αρχίζει να βγάζει ήχο από σαξόφωνο, στριτζώνεται και συσπάται, παίρνει πόζα νομπελίστα διαβάζοντας με συγκατάβαση το αλήτικο ποίημα του που είναι σίγουρα πασπαλισμένο με Λακάν και κορακίστικο στόμφο.

Οι τοίχοι των μεγάρων είναι κατάμεστοι από φωτογραφίες ποιητών. Κάθε φιλημένος από ματαιοδοξία ανήρ περιμένει τη σειρά του.

Ω! διάβολε, τα μέλη του γενεαλογικού δέντρου των ποιητών που δείχνουν την προίκα τους και τα κάλλη τους στην αγορά μοιάζουνε με μαραμένα φύλλα.

Οι γυναίκες φαίνονται ασθενικές με τρομαγμένο βλέμμα και οι άντρες μαγκωμένοι στον αρπαχτικό τους λήθαργο, σαν καλοεκπαιδευμένοι χιμπατζήδες.

Κλείνονται δουλειές και συμφωνίες. Υπογράφονται συμβόλαια έρωτος και ανακωχής.

Είναι όλοι τους εδώ, με τις σβουνιές τους και τα κοκαλιάρικα πόδια τους. Με τα παλιομοδίτικα ματογυάλια τους και τις γκομενοπαγίδες τους.

Στο βάθος διακρίνεις τα απομεινάρια ενός αετώματος, αγάλματα με στρεβλωμένα χέρια, ανθρώπους από άλλους τόπους σπασμένους στην πλατεία Ομονοίας, τεχνουργήματα του γερμανικού ιμπεριαλισμού και του αμερικάνικου κλιματιζόμενου εφιάλτη, σαν ανθρώπινες σαρανταποδαρούσες που ξερνάνε.


Aπό:https://dromos.wordpress.com/2017/09/24/miss-american-dream-%CE%AE-%CF%86%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BD%CF%8E%CE%BD/

Ο άσχημος Καναδός…


Για τους περισσότερους κατοίκους αυτού του πλανήτη –και ιδίως για τους Αγγλοσάξονες– ο Καναδάς αποτελεί μια μάλλον βαρετή χώρα με καλούς -πλην ιδιαίτερα αγαθούς- πολίτες. Οι Μόντι Πάιθον παρουσίαζαν τον βόρειο γείτονα των ΗΠΑ σαν μια χώρα ξυλοκόπων (αν και με ομοφυλοφιλικές τάσεις), για τον Μάικλ Μουρ αποτελούσε το πρότυπο του κράτους πρόνοιας, ενώ το South Park παρουσιάζει μια γκροτέσκα καρικατούρα των Καναδών που ζουν σε μια χώρα που δεν συμβαίνει τίποτα σημαντικό.

Την εικόνα αυτή επιχείρησε να ανατρέψει πριν από μερικά χρόνια ο συγγραφέας, Ιβς Ενγκλερ, στο βιβλίο του The Ugly Canadian («Ο άσχημος Καναδός»), το οποίο υποθέτουμε αποτελεί λογοπαίγνιο του περίφημου «Ησυχου Αμερικανού» του Γκράχαμ Γκριν.

Μεταξύ άλλων θεμάτων, ο Ενγκλερ εστίαζε στη στήριξη που παρείχε η κυβέρνηση του τότε πρωθυπουργού Στίβεν Χάρπερ στο κράτος του Ισραήλ, τον ενεργό ρόλο της χώρας στην εισβολή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στη Λιβύη, την αποδοχή του πραξικοπήματος στην Ονδούρα και τη στενή συνεργασία με ορισμένα από τα πιο αιμοσταγή καθεστώτα της Μέσης Ανατολής.

Συνέχεια

Μα… θέλετε να έρθει ο Κούλης; …


Του Σπύρου Αλεξίου

Μα... θέλετε να έρθει ο Κούλης; Του Σπύρου Αλεξίου

Σε κάθε πολιτική συγκυρία υπάρχουν κυρίαρχα διλήμματα. Κάποτε αληθινά γεννήματα της κίνησης της κοινωνίας κι άλλοτε κατασκευασμένα με στόχο τον εγκλωβισμό της στο πλαίσιο που ορίζει το σύστημα.

 Από το «Καραμανλής ή τανκς» (για μην πάμε πιο πίσω, σε Παπάγους και Πλαστήρες…) μέχρι το «ΠΑΣΟΚ ή Δεξιά» η πολιτική ζωή του τόπου κινήθηκε γύρω από αυτά τα διλήμματα με την Αριστερά να τα καταγγέλλει ως ψευτοδιλήμματα αλλά να αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει και συχνά να γίνεται μέρος τους, με κορυφαίο παράδειγμα το αλήστου μνήμης 1989.

Την τελευταία επταετία, των «μνημονίων», η κατάρρευση του ενός πόλου του δικομματισμού και η εξασθένιση του άλλου αδυνάτισε την επίδραση των διλημμάτων, μέχρι τη δυναμική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η πλήρης υποταγή του και ο διασυρμός κάθε έννοιας έστω πολιτικής εντιμότητας (ας μη μιλάμε για Αριστερά) μετά το καλοκαίρι του 2015 έδειξε να μετατρέπει σε ανέκδοτο κάθε δίλημμα καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοζε καλύτερα κι από τη Δεξιά την πολιτική της. Αυτή η αίσθηση δείχνει να αλλάζει το τελευταίο διάστημα καθώς δειλά και ντροπαλά στην αρχή, όλο και πιο έντονα στη συνέχεια διαχέεται στην πολιτική ζωή το ερώτημα: «Και τι θέλετε όσοι παλεύετε κατά της αντιλαϊκής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ; Να έρθει ο Κούλης;» Μάλιστα δείχνει πως θα αποτελέσει το κυρίαρχο θέμα της μακρόσυρτης προεκλογικής περιόδου.

Ποιοι ανησυχούν «μην έρθει ο Κούλης»;

Είναι απαραίτητο να ξεχωρίσουμε όσους θέτουν αυτό το «δίλημμα».

Η πρώτη κατηγορία είναι φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ, ολόκληρος ο μηχανισμός του. Έχοντας αναδειχτεί σε κύριο εκφραστή της στρατηγικής του κεφαλαίου στην Ελλάδα, παίρνει τα εύσημα της ΕΕ και του ΔΝΤ για την επιτυχία του να περνά αναίμακτα μνημόνια και εφιαλτικά μέτρα. Δεν έχει όμως τα εύσημα της κοινωνίας που ζει την κατακρήμνιση του επιπέδου ζωής, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και τον εφιάλτη της ανεργίας, την κατάλυση ακόμα και κάθε έννοιας δημοκρατίας, την υποταγή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Τα φληναφήματα για ανάπτυξη, κοινωνικό κράτος, έξοδο από μνημόνια προσφέρουν μόνο υλικό για ανέκδοτα ενώ οι όποιες –δειλές πια- προσπάθειες καπηλείας των συμβόλων και των αγώνων της Αριστεράς διογκώνουν απλά την οργή.

Συνέχεια

Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο…


από 

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Ας το πάρουμε απόφαση: κερδίζει ο οργανωμένος εγωισμός. Σκίτσο του Αλτάν

Κείμενο: Παναγιώτης  Κονδύλης*

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί με αφετηρία την εχθρότητα του προς τη γαλλική Επανάσταση, αλλά ότι το καλύτερο είναι να ξεκινήσουμε από την αντιπαράθεση του με ορισμένα ειδοποιά γνωρίσματα των Νέων Χρόνων εν γένει, τα οποία οι συντηρητικοί θεώρησαν ως επαναστατικά. Ακόμα όμως κι αν επικρατούσε συμφωνία πάνω σε τούτη τη διπλή θέση, έτσι χοντρικά διατυπωμένη, και πάλι δεν θα είχαμε κερδίσει πολλά πράγματα από άποψη περιεχομένου, εφ’ όσον δεν θα έχουν προσδιορισθεί με την αναγκαία σαφήνεια τα κρίσιμα για τον προβληματισμό μας χαρακτηριστικά της εποχής, μέσα στην οποία ο συντηρητισμός διαμορφώνεται, δραστηριοποιείται και τελικά αποσυντίθεται —και επί πλέον, εφ’ όσον δεν θα έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι έσχατες πηγές της συντηρητικής σκέψης μέσα στην ιστορία της κοινωνίας και των ιδεών.

Γιατί η διαπίστωση, ότι μόνον μέσα από την αντιπαράθεση με ορισμένα γνωρίσματα των Νέων Χρόνων συμπυκνώθηκαν ορισμένες ιδεολογικές θέσεις για να συγκροτήσουν ό,τι εκ των υστέρων ονομάσθηκε «συντηρητισμός», δεν εξυπονοεί eo ipso ότι αυτές γεννήθηκαν ex nihilo και αναγκαστικά μέσα σε τούτη την αντιπαράθεση και εξ αιτίας της. Πράγματι, η ένταση του αγώνα στο προσκήνιο έκαμε να λησμονηθεί το παρασκήνιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, έτσι ώστε εύκολα μπορούσε να δημιουργηθεί η οπτική απάτη ότι ο συντηρητισμός —όχι απλώς ως συνεκτικά εκλογικευμένη και εκσυγχρονισμένη κοινωνικοπολιτική στάση, αλλά ήδη ως στοιχειωδώς δομημένος κύκλος ιδεών— δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την αντιστροφή της (ιδεολογικής και πολιτικής) επανάστασης, άρα κάτι εν τέλει παράγωγο. Ας πούμε ωστόσο προκαταβολικά ότι η καθ’ εαυτήν ευπρόσδεκτη και κατά τα φαινόμενα ήδη επικρατούσα τάση να τοποθετείται χρονικά η απαρχή του συντηρητισμού όχι στην εχθρότητα απέναντι στη γαλλική Επανάσταση, αλλά ήδη στην απόρριψη του ορθολογισμού του Διαφωτισμού, από μόνη της δεν επαρκεί καθόλου, αν θέλουμε να εξαντλήσουμε το ιστορικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο· γιατί αφ’ ενός το χρονικό διάστημα, για το οποίο πρόκειται, είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο συνήθως νομίζεται και αφ’ ετέρου έτσι στενεύει κατά τρόπο ολέθριο —ιδιαίτερα σε σχέση με τούτο το πρόβλημα— η προοπτική της κοινωνικής ιστορίας.

Συνέχεια