THOMAS PIKETTY, Για τον αξιοκρατικό εξτρεμισμό…


Για τον αξιοκρατικό εξτρεμισμό[1]

Bal du Moulin de la Galette (Χορός στο Μύλο της Γαλέττας). Pierre-Auguste Renoir, 1876.

Η Τζαίην Ώστεν ειδικότερα αναφέρεται λεπτομερώς στη λειτουργία της ζωής την εποχή εκείνη: στους πόρους που έπρεπε να διαθέσει κάποιος για να τραφεί, να επιπλώσει το σπίτι του, να ντυθεί, να μετακινηθεί. Το θέμα είναι ότι χωρίς την σύγχρονη τεχνολογία όλα κοστίζουν πολύ ακριβά και απαιτούν χρόνο, και προπάντων προσωπικό. Οι υπηρέτες χρειάζονται για την προμήθεια και την ετοιμασία του φαγητού (που δεν είναι εύκολο να συντηρηθεί). Το ντύσιμο κοστίζει (το απλούστερο φόρεμα μπορεί να αξίζει όσο το μέσο εισόδημα μηνών, ή και ετών). Οι μετακινήσεις απαιτούν άλογα, πληρώματα, που και αυτά χρειάζονται προσωπικό για να τα φροντίζει, τροφή για τα ζώα κ.ο.κ. Ο αναγνώστης εισάγεται σε μια κατάσταση όπου διαπιστώνει ότι κάποιος ζει αντικειμενικά πολύ άσχημα αν διαθέτει μόνο τρεις ή πέντε φορές το μέσο εισόδημα, με την έννοια ότι πρέπει να περνά τον περισσότερο χρόνο του ασχολούμενος με την καθημερινότητα. Και ότι αν θέλει να προσφέρει στον εαυτό του βιβλία ή μουσικά όργανα, ή ακόμα και κοσμήματα ή φορέματα χορού, τότε είναι απαραίτητο να έχει τουλάχιστον είκοσι ή τριάντα φορές το μέσο εισόδημα της εποχής του.

Σημειώσαμε ήδη στο πρώτο μέρος πόσο δύσκολο και απλοϊκό είναι το να συγκρίνει κανείς αγοραστικές δυνάμεις στην πολύ μακρά περίοδο, καθώς η διάρθρωση των τρόπων ζωής και των τιμών έχει μεταβληθεί ριζικά και πολυδιάστατα. Είναι συνεπώς αδύνατη η συνόψιση τέτοιων εξελίξεων σε έναν μόνο δείκτη. Μπορούμε να υπενθυμίσουμε πάντως ότι η αγοραστική δύναμη του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο ή τη Γαλλία γύρω στο 1800 ήταν περίπου το ένα δέκατο εκείνης που ίσχυε το 2010. Με άλλα λόγια με είκοσι ή τριάντα φορές το μέσο εισόδημα του 1800, ασφαλώς δεν ζούσε κανείς καλύτερα από ό,τι με δύο ή τρεις φορές το μέσο εισόδημα στον σημερινό κόσμο. Με πέντε ή δέκα φορές το μέσο εισόδημα του 1800, βρισκόταν σε μια ενδιάμεση κατάσταση, ανάμεσα στον κατώτατο και τον μέσο μισθό του σημερινού κόσμου.

Γεγονός παραμένει ωστόσο ότι οι ήρωες του Μπαλζάκ και της Ώστεν διόλου δεν ντρέπονται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες δεκάδων υπηρετών που γενικά δεν ξέρουμε ούτε το όνομά τους. Μερικές φορές οι μυθιστοριογράφοι ειρωνεύονται τις αξιώσεις και τις υπερβολικές ανάγκες των χαρακτήρων τους, όπως όταν η Μάριαν, που φαντάζεται κιόλας τον εαυτό της κομψό ζευγάρι με τον Γουίλλομπυ, εξηγεί κοκκινίζοντας ότι κατά τους υπολογισμούς της δύσκολα θα μπορούσε να ζήσει με λιγότερα από 2.000 λίρες το χρόνο (πάνω από εξήντα φορές το μέσο εισόδημα της εποχής): «Είμαι σίγουρη ότι δεν ζητάω κάτι υπερβολικό: αρκετούς υπηρέτες, μία άμαξα, δύο ίσως, και άλογα για το κυνήγι, ένα τέτοιο ποσό είναι απαραίτητο για να καλυφθούν τα έξοδα»[2]. Η Εληνόρ δεν μπορεί να συγκρατηθεί και λέει στην αδελφή ότι είναι σπάταλη. Ομοίως, ο Βοτρέν εξηγεί ο ίδιος ότι χρειάζεται ένα εισόδημα 25.000 φράγκων (περισσότερο από πενήντα φορές το μέσο εισόδημα) για να ζήσει με στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Επιμένει μάλιστα παραθέτοντας πλήθος λεπτομέρειες στο κόστος των ενδυμάτων, των υπηρετών και των μετακινήσεων. Κανείς δεν του λέει ότι υπερβάλλει, ο Βοτρέν είναι όμως τόσο κυνικός ώστε να είναι προφανές για τους αναγνώστες[3].  Ανάλογοι είναι οι χωρίς ενδοιασμούς υπολογισμοί, με τις ίδιες τάξεις μεγέθους ως προς την αντίληψη για την ευμάρεια, στις ταξιδιωτικές αφηγήσεις του Άρθουρ Γιανγκ[4].

Όσο υπερβολικές και να είναι οι αξιώσεις των χαρακτήρων τους, οι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα μας περιγράφουν έναν κόσμο όπου η ανισότητα είναι κατά κάποιον τρόπο αναγκαία: αν δεν υπήρχε μια μειονότητα με περιουσία, κανείς δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί με κάτι άλλο πέρα από την επιβίωσή του. Αυτή η εικόνα για την ανισότητα έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα να μην την περιγράφει ως αξιοκρατική. Επιλέγεται με έναν κάποιο τρόπο μια μειονότητα ώστε να ζει στο όνομα των άλλων, κανείς όμως δεν ισχυρίζεται ότι αυτή η μειονότητα αξίζει περισσότερο ή είναι πιο ενάρετη από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Στον κόσμο εκείνο είναι, άλλωστε, απόλυτα προφανές ότι μόνον η ιδιοκτησία μιας περιουσίας παρέχει επαρκή άνεση για αξιοπρεπή ζωή: η κατοχή ενός διπλώματος ή μιας εξειδίκευσης δίνει ασφαλώς σε κάποιον τη δυνατότητα να παράγει, άρα και να κερδίζει πέντε ή δέκα φορές περισσότερο από το μέσο όρο, όχι πολύ παραπάνω όμως. Η σύγχρονη αξιοκρατική κοινωνία, ιδίως στην Αμερική, είναι πολύ πιο σκληρή για τους χαμένους, γιατί θέλει να θεμελιώσει την υποδεέστερη θέση τους στη δικαιοσύνη, την αρετή και την αξία, και ακόμα και στην ανεπαρκή παραγωγικότητά τους.[5]

Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι οι πιο ένθερμες αξιοκρατικές πεποιθήσεις προβάλλονται συχνά προκειμένου να δικαιολογήσουν τις πολύ μεγάλες μισθολογικές ανισότητες, τόσο μεγαλύτερες όσο πιο δικαιολογημένες φαίνονται έναντι των ανισοτήτων που απορρέουν από την κληρονομιά. Από τον καιρό του Ναπολέοντα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκουμε στη Γαλλία ένα μικρό αριθμό πολύ υψηλόβαθμων αξιωματούχων οι οποίοι αμείβονται εξαιρετικά καλά (κάποτε μέχρι πενήντα ή εκατό φορές το μέσο εισόδημα της επόχης), αρχίζοντας από τους υπουργούς. Αυτό πάντοτε δικαιολογείται – και μάλιστα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα που καταγόταν από την κατώτερη αριστοκρατία της Κορσικής – με την ιδέα ότι οι πιο ικανοί και άξιοι θα έπρεπε να ζουν θα έπρεπε να ζουν από το μισθό και την εργασία τους με την ίδια αξιοπρέπεια και άνεση που απολαμβάνουν οι πλουσιότεροι (μία εκ των άνω απάντηση στον Βοτρέν, κατά κάποιο τρόπο). Όπως παρατηρούσε ο Αδόλφος Θιέρσος το 1831 από το βήμα της Βουλής των Αντιπροσώπων: «Οι νομάρχες πρέπει να μπορούν να στέκουν στην ίδια σειρά με τους επιφανείς κατοίκους της νομαρχίας όπου διαμένουν»[6]. Το 1881, ο Πολ Λερουά – Μπολιέ εξηγούσε ότι, αυξάνοντας μόνο τις χαμηλές αμοιβές, το κράτος έχει υπερβεί το ανεκτό. Με ζέση υπερασπιζόταν τους υψηλούς αξιωματικούς του καιρού του, οι περισσότεροι από τους οποίους έπαιρναν μόλις «15.000 ή 20.000 φράγκα το χρόνο, «αριθμοί που μοιάζουν πελώριοι για τον απλό άνθρωπο», αλλά που στην πραγματικότητα «δεν επιτρέπουν μια ζωή με άνεση και τη δημιουργία κάποιας αξιόλογης αποταμίευσης»[7].

Το ποιο ανησυχητικό ίσως να είναι ότι τον ίδιο τύπο επιχειρηματολογίας τον συναντάμε ξανά στις πλουσιότερες κοινωνίες, εκεί όπου δυσκολότερα κατανοείται το επιχείρημα της Ώστεν για την ανάγκη και την αξιοπρέπεια. Στις ΗΠΑ των δεκαετιών του 2000 και του 2010 ακούμε συχνά δικαιολογίες τέτοιου είδους για τις υπέρογκες αμοιβές των υπερ-στελεχών (κάποτε πενήντα ή εκατό φορές το μέσο εισόδημα, ή και υψηλότερες): προβάλλεται η άποψη ότι χωρίς τέτοιες αμοιβές μόνο οι κληρονόμοι θα επιτύγχαναν την αληθινή άνεση, κάτι που θα ήταν άδικο, εντέλει, ότι τα εισοδήματα αρκετών εκατομμυρίων ή δεκάδων εκατομμύριων ευρώ που χορηγούνται στα υπερ-στελέχη οδηγούν σε μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη[8]. Εδώ βλέπουμε πώς θα μπορούσαν να εδραιωθούν συνθήκες για μιαν ανισότητα πιο ισχυρή και πιο βίαιη από εκείνην του παρελθόντος. Είναι πολύ πιθανό στο μέλλον οι στρεβλώσεις των δύο κόσμο να συνδυαστούν, από τη μία πλευρά με την επάνοδο των πολύ ισχυρών ανισοτήτων στο κληρονομημένο κεφάλαιο, και από την άλλη με οξύτατες μισθολογικές ανισότητες που θα δικαιολογούνται με επιχειρήματα για την αξία και την παραγωγικότητα (τα οποία, όπως είδαμε, ελάχιστα θεμελιώνονται στην πραγματικότητα).  Ο αξιοκρατικός εξτρεμισμός μπορεί έτσι να οδηγήσει  σε έναν αγώνα δρόμου ανάμεσα στα υπερ-στελέχη και τους προσοδούχους, εις βάρος όσων δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε επίσης ότι η σημασία των αξιοκρατικών πεποιθήσεων για να δικαιολογηθούν οι ανισότητες στη σύγχρονη κοινωνία δεν αφορά μόνο την κορυφή της ιεραρχίας, αλλά και τις διαφορές που αντιπαραθέτουν τις λαϊκές και τις μεσαίες τάξεις.  Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η Μισέλ Λαμόντ διεξήγαγε εκαντοντάδες συνεντεύξεις βάθους με εκπροσώπους των «ανώτερων μεσαίων τάξεων» στις ΗΠΑ και στη Γαλλία, στις μεγάλες μητροπόλεις (Ινδιανάπολις, Κλερμόν – Φεράν), ρωτώντας τους για τις σταδιοδρομίες τους, για το πώς αντιλαμβάνονται την κοινωνική τους ταυτότητα, τη θέση τους στην κοινωνία, και τι τους διαφοροποιεί από άλλες ομάδες  και από τις λαϊκές κατηγορίες. Ένα από τα κύρια συμπεράσματα είναι ότι οι «μορφωμένες ελίτ» των δύο χωρών επέμεναν προπάντων στην αξία τους και στα προσωπικά ηθικά προτερήματά τους, τα οποία διατύπωναν ιδίως με κατηγορήματα όπως αυστηρότητα, υπομονή, εργασία,  προσπάθεια κ.ο.κ. (αλλά και ανεκτικότητα, ευγένεια, κ.λ.π)[9]. Οι ήρωες και οι ηρωίδες της Ώστεν και του Μπαλζάκ ουδέποτε θα ένοιωθαν την ανάγκη να περιγράψουν με τέτοιο τρόπο τα προσωπικά τους προτερήματα σε σύγκριση με το χαρακτήρα  των υπηρετών τους (οι οποίοι, είναι αλήθεια, δεν αναφέρονται διόλου).

[1] Thomas Piketty (2014) Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα, Αθήνα: Πόλις, σελ. 513 – 517.
[2] Βλ. Τζαίην Ώστεν, Λογική και ευαισθησία,
[3] Ο κυνισμός του θα πείσει ωστόσο τον Ραστινιάκ, ο οποίος στον Οίκο Νυσενζέν (μυθιστόρημα του Μπαλζάκ όπου επανεμφανίζονται χαρακτήρες από τον Μπαρμπα-Γκοριό – σ.τ.μ.), θα κλείσει μια συμφωνία με τον [τραπεζίτη] σύζυγο της [πρώην ερωμένης του] Δελφίνης για να βάλει ο ίδιος χέρι σε μια περιουσία 400.000 χιλιάδων φράγκων.
[4] Τον Οκτώβριο του 1788, καθώς ετοιμάζεται να αποχωρήσει από την Νορμανδία, ο Young σημειώνει: «Η Ευρώπη έχει πλέον τόσο ενοποιηθεί ώστε αν πάμε σε ένα σπίτι με πλούτο μεταξύ 15.000 και 20.000 λιβρών το χρόνο, θα βρούμε στον τρόπο ζωής πολύ μεγαλύτερη ομοιότητα από όση θα φανταζόταν ποτέ ένας ταξιδιώτης.» [Arthur Young’s Travels in France, Cambridge, Cambridge University Press 2012, σελ. 145] (αναφέρεται σε τουρνέζιες λίβρες, ισοδύναμες με το φράγκο ζερμινάλ. Το ποσό αντιπροσωπεύει περίπου 700-900 λίρες στερλίνες και αντιστοιχεί σε τριάντα έως πενήντα φορές το μέσο γαλλικό ή αγγλικό εισόδημα της εποχής). Πιο κάτω διευκρινίζει τη σκέψη του: με ένα τέτοιο εισόδημα μπορεί κανείς να έχει «έξι άντρες υπηρέτες, πέντε υπηρέτριες, οκτώ άλογα, κήπο και ανοικτό τραπέζι». Σε αντίθεση, με μόνο 6.000-8.000 λίβρες, μόλις που μπορεί κάποιος να πληρώνει για «2 υπηρέτες και 3 άλογα». Σημειώνουμε ότι τα ζώα αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος του κεφαλαίου και των δαπανών. Το Νοέμβριο του 1789 , ο Young πουλάει στην Τουλόν το άλογό του προς 600 τουρνέζιες λίβρες (όσο απαιτείται για έναν «κανονικό υπηρέτη» επί τέσσερα χρόνια). Η τιμή είναι αντιπροσωπευτική για την εποχή. Βλ. τεχνικό παράρτημα.
[5]Το φόβο αυτό είχε εκφράσει ήδη το 1958 ο M. YOUNG στο The Rise of the Meritocracy, Thames & Hudson.
[6] Στο ζήτημα του μισθολογίου της δημόσια διοίκησης αποκρυσταλλώνονταν τότε αναρίθμητες πολιτικές συγκρούσεις. Οι επαναστάτες είχαν επιχειρήσει το 1792 να καθιερώσουν μιαν ενάρετη και συμπιεσμένη κλίμακα μισθών από το 1 έως το 8 (η οποία θα ετίθετο τελικά σε εφαρμογή το 1948 για να παρακαμφθεί πολύ γρήγορα από τα αδιαφανή επιδόματα για τους υψηλότερους αξιωματούχους, τα οποία εξακολουθούν  να ισχύουν). Ο Ναπολέων δημιούργησε ένα μικρό αριθμό πολύ υψηλών αμοιβών, τόσο λίγων ώστε ο Θιέρσος το 1831 δεν έβλεπε το λόγο να μειωθούν («Με τρία εκατομμύρια περισσότερα ή λιγότερα, που θα δίναμε ή θα αφαιρούσαμε από τους νομάρχες, τους στρατηγούς, τους δικαστές, τους πρεσβευτές, έχουμε αντίστοιχα την πολυτέλεια της αυτοκρατορίας ή την αμερικάνικη απλότητα», συμπλήρωνε στην ίδια αγόρευση). Το γεγονός ότι οι Αμερικάνοι υψηλοί αξιωματούχοι αμείβονταν  πολύ πιο μετρημένα από τους Γάλλους το σημειώνει και ο Tocqueville, θεωρώντας το ένα από τα αδιάψευστα σημάδια του δημοκρατικού πνεύματος που κυριαρχεί στην Αμερική. Παρότι πέρασε ένα πλήθος περιπέτειες, αυτή η δράκα των πολύ υψηλών αμοιβών διατηρήθηκε στη Γαλλία μέχρι την πρώτη παγκόσμια σύρραξη (άρα μέχρι την πτώση των ραντιέρηδων). Για τις εξελίξεις αυτές βλ. τεχνικό παράρτημα.
[7] Βλ. T. PIKETTY, Les Hauts Revenus en France au  XXe siècle, όπ. παρ. σελ. 530.
[8] Εγκαταλείπεται η λογική της ανάγκης υπέρ μιας λογικής της έλλειψης μέτρου και της επιδεικτικής κατανάλωσης. Ο Thorstein Veblen δεν έλεγε κάτι διαφορετικό όταν έγραφε το 1899 το The Theory of the Leisure Class: το αμερικάνικο όνειρο της ισότητας βρισκόταν ήδη μακριά.
[9] Βλ. M LAMONT, Money, Morals and Manners. The culture of the French and American Upper- Middle Class, University of Chicago Press, 1992. Τα πρόσωπα που ρώτησε η Michele Lamont είναι ασφαλώς πιο κοντά στο 90ο ή 95ο εκατοστημόριο της εισοδηματικής ιεραρχίας (ή και στο 98ο ή 99ο σε μερικές περιπτώσεις) παρά στο 60οή 70ο εκατοστημόριο. Βλ. επίσης J.NAUDET, Entrer dans l’ elite. Parcours de reussite en France, aux Etats-Unis et en en Inde, Presses Universitaires de France, 2012.

____________________________________________________________

Aπό:http://www.respublica.gr/2017/09/column/thomas-piketty-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B5%CE%BE%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s