LINUX STORIES: ΤΟ LINUX, ΤΑ WINDOWS ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ…


Σε συνέχεια των προσωπικών Linuxο-ιστοριών, μια ακόμα προσωπική διαδρομή μετάβασης από τον Σταμάτη:

Zero Stam

Το είχα ετοιμάσει το 2015. Για διάφορους, προσωπικούς κυρίως λόγους,δεν το έστειλα. Τώρα που είμαι πιο “χαλαρός” και με την ευκαιρία της συζήτησης για το Unity το θυμήθηκα.

Να είστε καλά και να είστε πάντα “εκεί”.

Το Linux, τα Windows και η Κρίση.

Κάποτε είχαμε μια μικρή εταιρεία που κουτσά – στραβά έδινε δουλειά σε δέκα – έντεκα ανθρώπους. Υπήρχαν, λοιπόν, έντεκα θέσεις εργασίας με ένα pc στημένο μπροστά τους, φυσικά με Windows (ξεκινώντας από τα Win95).

Επειδή έπρεπε σε μια εταιρεία όλα να είναι απόλυτα σύννομα, έπρεπε και όλο το S/W να είναι αγορασμένο με τιμολόγια, γιατί σε τυχαίο έλεγχο από την Εφορία ή την BSA, κάθε μη τιμολογημένο πρόγραμμα (ακόμα και ανάγνωσης pdf αρχείων) επέφερε απίστευτα πρόστιμα: π.χ. 2000 ευρώ σε τιμές του 2008.

Αυτό σήμαινε ότι, η κάθε θέση εργασίας, μας κόστιζε σε S/W (με όλα τα απαραίτητα προγράμματα αγορασμένα) το λιγότερο 1500 ευρώ, και έως 3000 ευρώ για το στήσιμό της, και 300 με 450 ευρώ για τις ετήσιες ανανεώσεις Αδειών Χρήσης. Και αυτό όταν οι άνθρωποι που κάθονταν μπροστά στα pc, το 2008, έπαιρναν στο χέρι 600 ευρώ τον μήνα και έκαναν ήδη θορυβώδεις συγκεντρώσεις στο κέντρο χαρακτηρίζοντας τον εαυτό τους “γενιά των 700”.

Αυτό, σε συνδυασμό με την αστάθεια και το ευπρόσβλητο των Windows, τις παταγώδεις αποτυχίες αναβαθμίσεών τους (όπως με τα “θρυλικά” Windows 2000) και την φρενήρη αναβάθμιση του H/W που απαιτούσαν τα ίδια και οι εμπορικές εφαρμογές που έτρεχαν επάνω τους, έκαναν ασύμφορη την ίδια την δουλειά.

Όλο αυτό ήταν ένας παραλογισμός. Ήταν σαν να έπρεπε να πληρώνουμε “προστασία” στην Microsoft, τρία με πέντε μηνιάτικα ανθρώπων για να μας επιτρέπει να έχουμε πρόσβαση στα αρχεία μας και να κάνουμε την δουλειά μας. Ήταν επίσης σαν να χρηματοδοτούσαμε με το ζόρι, τα διάφορα Software Houses για να μπορέσουν, στην επόμενη αναβάθμισή τους, να μας αποκλείσουν από το ίδιο μας το αρχείο, αφού η κάθε νέα τους έκδοση αρνιότανε πεισματικά να διαβάσει τα projects της προηγούμενης, “εκτός κι αν μας δώσετε κάτι τις να σας στείλουμε τον πρέποντα convectora”.

Κάναμε λοιπόν τότε την εξής τρομερή “σκέψη”: Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν προτιμότερο, η δουλειά, να πληρώνει τους ανθρώπους που δουλεύουν, και όχι τα μηχανήματα και την κάθε Microsoft.

Αποφασίσαμε λοιπόν να απαγκιστρωθούμε όσο γίνεται από το εμπορικό λογισμικό και να δοκιμάσουμε σιγά-σιγά το Ελεύθερο Λογισμικό. Εξάλλου, σαν “παλιοσειρές” γνωρίζαμε τα “τερματικά” του Unix και του Dos και είχαμε τρυπήσει χιλιόμετρα καρτέλες παλιότερα.

Κατά ευτυχή συγκυρία εκείνη την εποχή κυκλοφόρησαν οι πρώτες “ώριμες” εκδόσεις του Ubuntu (6.04). Μέσα σε δύο χρόνια όλες οι θέσεις εργασίας (εκτός από 2) έτρεχαν πια Ubuntu (8.04) με gnome 2 και μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ικανοποιητικότατα την δουλειά. Οι δύο θέσεις εργασίας που κράτησαν τα Windows, έτρεχαν τα προγράμματα ειδικών επιλύσεων (π.χ. στατικά κλπ) που δεν υπήρχε τρόπος να αντικατασταθούν από αντίστοιχα Ελεύθερου Λογισμικού.

Το περιβάλλον ήταν φιλικό και εύχρηστο και το κάθε παιδί που ερχόταν στην εταιρεία και καθότανε μπροστά σε μία θέση εργασίας (και παρά το ότι ήταν εξοικειωμένο, από την Σχολή του, μόνο με τα “κλεμμένα” Windows), μπορούσε μέσα σε λίγο χρόνο και με λίγη βοήθεια από κάποιον από εμάς να ξεκινήσει να δουλεύει αποτελεσματικά.

Δούλεψε εύρυθμα το σύστημα έως το 2010, παρ’ ότι η κρίση είχε ήδη διαφανεί το 2009. Το Ubuntu 10.04 ήταν σχεδόν “τέλειο” και τα προγράμματα εφαρμογών, του Ελεύθερου Λογισμικού, δεν είχαν να ζηλέψουν και πολλά πράγματα από τα αντίστοιχα εμπορικά και σε αρκετές περιπτώσεις ήταν και πολύ καλύτερα. Τέλος, ο nautilus ήταν “πολιτισμός”, αφού στο δεξί του κλικ το μόνο που δεν μπορούσες να τον βάλεις να κάνει ήταν το να ψήσει καφέ. Και αφού δεν υπήρχε ανάγκη αναβάθμισης σε H/W και S/W, μπορούσαμε να κρατάμε τις θέσεις εργασίας χωρίς να φθίνει η αποζημίωση που μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε για τους ανθρώπους.

Το 2011 άρχισαν να επιβαρύνουν την δουλειά διάφορα παράλογα έξοδα με τα οποία φόρτωνε στα καλά καθούμενα, το κράτος, ανθρώπους και νομικά πρόσωπα. Αλλά αφού είχαμε κρατήσει σχεδόν μηδενικό το κόστος εξοπλισμού και το κόστος αναβαθμίσεων για 5 χρόνια, μπορούσαμε να δώσουμε μια παράταση ζωής στην εταιρεία κρατώντας τις περισσότερες από τις θέσεις εργασίας παρ’ ότι η εργασία η ίδια άρχισε να φθίνει.

Τα πράγματα έδειχναν ότι με λίγη παραπάνω προσπάθεια θα μπορούσαμε να κρατηθούμε, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, αφού είχαμε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και στα εργαλεία μας.

Όμως τότε ακριβώς συνέβησαν δύο καταπληκτικά πράγματα:

1) Το Ubuntu (δηλαδή η Canonical) αποφάσισε να αλλάξει γραφικό περιβάλλον και να μας φορτώσει εκείνο το σπάνιο Unity.

2) Το Gnome (με κύριο επιχείρημα τον “κουρασμένο κώδικα” του gnome 2) αποφάσισε να εγκαταλείψει το gnome 2 και να μεταβεί στο gnome 3, στέλνοντάς μας στην κουρτίνα 2 το GnomeShell.

Οι διαμαρτυρίες μας στην Canonical δεν είχαν, έτσι κι αλλιώς, κανένα νόημα.
Οι διαμαρτυρίες μας στην κοινότητα του Gnome απλώς μας απέδειξαν ότι οι “διαδικτυακές δημοκρατίες” ήταν άλλη μια αφέλεια του εικοστού πρώτου αιώνα αφού οι απαντήσεις δεν διέφεραν και πολύ από εκείνο το παλιό “Read The Fucking Manul” (RTFM) των περήφανων, για την άγνοια των υπολοίπων χρηστών, διαδικτυακών μεντόρων του Unix, των μέσων της δεκαετίας του ’90.

Έτσι, μέσα σε λίγο καιρό, βρεθήκαμε να έχουμε να διαλέξουμε:

α) Ή εκείνο το σπάνιο Unity που γονάτιζε τα, παλιά πια, μηχανήματα με τον ίδιο εφιαλτικό τρόπο που το έκαναν και τα Windows.
β) Ή ένα νέο, βαρύ και άγνωστο gnome, με “ξεκούραστο” πια κώδικα, στο οποίο όμως για να βρεις αυτό που ήθελες χρειαζόσουνα ένα τσιγάρο αναζήτηση και δυο ερωτήσεις στον “από πάνω σου”, με κρυμμένο τον nautilus και αρχηστευμένα τα scirpt-άκια του.
γ) Ή να μείνουμε στην παλιά διανομή και να αρχίσουμε να ψάχνουμε σιγά – σιγά την επόμενη με άλλο γραφικό περιβάλλον.

Όλα αυτά μας έλεγαν ότι σε λίγο καιρό τα μισά μας μηχανήματα θα ήταν άχρηστα (αφού δεν σήκωναν πια και μεγάλη αναβάθμιση στο H/W) ή/και ότι η εμπειρία των ανθρώπων θα πήγαινε χαμένη.

Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν τα μηχανήματα. Υπήρχαν πάντα διανομές που μπορούσαν να τρέξουν σε χαμηλότερου hardware μηχανήματα. Το πρόβλημα ήταν οι άνθρωποι που έπρεπε να συνηθίσουν από την αρχή τα νέα περιβάλλοντα, με άλλους χειρισμούς και με άλλες διαδικασίες, χωρίς να αποσπώνται από την ίδια την δουλειά και να χάνουν τον χρόνο τους και τον ρυθμό τους.

Με την κρίση να τρέχει λοιπόν, εμείς έπρεπε να βρούμε ένα σεβαστό ποσό για να αναβαθμίσουμε τα μηχανήματα και μπόλικο χρόνο και υπομονή για να εξοικειωθούν εκ νέου οι άνθρωποι.

Το 2012 όμως η ίδια η εργασία είχε αρχίσει να γίνεται “είδος υπό εξαφάνιση”. Και οποιοδήποτε χάσιμο χρόνου και οποιοδήποτε έξτρα έξοδο έστελνε την εταιρεία στο κόκκινο.

Αναγκαστικά αποσυρθήκαμε μόνοι μας, πριν μας “αποσύρει”, με επώδυνο τρόπο, η Εφορία.

Τώρα λοιπόν, και αφού δεν μπορώ πια να δώσω δουλειά σε δέκα-έντεκα ανθρώπους, και αφού δεν χρειάζεται πια να παρακολουθήσω την φρενήρη αναβάθμιση του H/W ώστε να μπορεί να εκτελεί τα ακροβατικά του Unity, και αφού στο τέλος έμεινα και εγώ ο ίδιος χωρίς δουλειά, μπορώ, με κάποιο από τα παλιά μου μηχανήματα, φτιαγμένο από μένα όπως ακριβώς το θέλω (με το λίγο δύστροπο αλλά σταθερό σαν βράχο και “ιδεολογικά καθαρό” Debian και με ένα “πειραγμένο” και πανάλαφρο Mate), να κάτσω και να απολαύσω με την ησυχία μου το “πώς κάνει η Αλίκη Βουγιουκλάκη όταν φιλάει τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ”.

Παρακολουθώ λοιπόν, από μακρυά, την φιλότιμη προσπάθεια της Microsoft να καταφέρει επί τέλους να φτιάξει μηχανήματα που θα είναι “κλειδωμένα” μόνο για τα Windows, τα οποία θα καταφέρουν επί τέλους να τρέξουν, με οχτώ πυρήνες i7 και 16G ram, πράγματα που έτρεχε “ξεκούραστα” το Linux, χρόνια πριν, σε μονοπύρηνα pentium IV με 2G ram.

Microsoft … άργησες !

Παρακολουθώ επίσης, στενά, την αγωνιώδη προσπάθεια του Ubuntu να γίνει το κυρίαρχο λειτουργικό στα “διασυνδεδεμένα ψυγεία” του μέλλοντος και την εργώδη του προσπάθεια να καταφέρει επί τέλους την ενοποίηση των λειτουργικών, της σιδερώστρας, της τοστιέρας και της ηλεκτρονικής οικιακής ραπτομηχανής της κόρης μου.

Ubuntu πορεύσου εν ειρήνη …

Παρακολουθώ τέλος την αταλάντευτη πορεία του Gnome προς την αιώνια “ξεκούραση” του κώδικά του, με το “ειδικό τμήμα γυναικών” να μου θυμίζει ήδη εκείνες τις “μαυροφορούσες επαγγελματίες μοιρολογίστρες” της Μάνης, που τηρούν πιστά την παράδοση: οι άντρες μπορεί και να δακρύσουν στην “εξόδιο ακολουθία” αλλά οι γυναίκες είναι που θα τον μοιρολογήσουν τον μακαρίτη.

Gnome αναπαύσου εν ειρήνη …

Υ.Γ.

Η Microsoft δυσκολεύεται να καταλάβει ότι τα προϊόντα της πρέπει κυρίως να εξυπηρετούν τους πελάτες της, και όχι την ίδια. Και τα μαγαζιά, που δεν εξυπηρετούν τους πελάτες τους, στο τέλος κλείνουν …

Όμως… και κάποιες από τις κοινότητες του Ελεύθερου Λογισμικού δυσκολεύονται να καταλάβουν ότι οι εφαρμογές τους και τα προγράμματά τους, υπάρχει πιθανότητα, εκτός από “αντισυστημική επαναστατική άσκηση”, να είναι για κάποιους και εργαλεία δουλειάς. Και όταν δεν υπάρχει δουλειά, η “επαναστατική άσκηση” είναι συνήθως άλλη…


Από:http://osarena.net/linux-stories-linux-ta-windows-kai-i-krisi

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s