Γιατί ο Μαζόχ είναι επίκαιρος …


Λίγα λόγια για τη ζωή του Μαζόχ (αλιευμένα από το διαδίκτυο). Ακολουθεί ένας σύντομος σχολιασμός. 
O Λεοπόλντ φον Ζάχερ-Μαζόχ (Leopold Ritter von Sacher-Masoch, Λέμπεργκ, Γαλικία, 27 Ιανουαρίου 1836 – 9 Μαρτίου 1895) ήταν ουτοπιστής σοσιαλιστής και ανθρωπιστής. Το 1848, η οικογένειά του μετακόμισε στην Πράγα όπου ο δωδεκάχρονος Λεοπόλντ άρχισε να μαθαίνει γερμανικά φοιτώντας σε νομικά, ιστορία και μαθηματικά στα Πανεπιστήμια της Πράγας και του Γκρατς και μετά την αποφοίτησή του επέστρεψε στο Λέμπεργκ όπου διορίστηκε καθηγητής ιστορίας. Τα πρώτα του βιβλία ήταν καθαρά ιστορικά. Κατόπιν άρχισε να γράφει αφηγήματα όπου περιγράφει με εκπληκτική ζωντάνια τους γραφικούς ανθρώπινους τύπους και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γενέθλιας Γαλικίας. Πολύ σύντομα εγκατέλειψε τη θέση του καθηγητή για να ζήσει από την πένα του. Ο Μαζόχ θεωρήθηκε ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ρεαλισμού και αναγνωρίστηκε ως μεγάλος συγγραφέας τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο κι από τους ομότεχνούς του. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονταν ο Εμίλ Ζολά, ο Ερρίκος Ίψεν και ο Βίκτωρ Ουγκό. Τα πρώτα του συγγραφικά έργα ήταν εθνικές μικρές ιστορίες με τίτλους παρμένους από το θέμα όπως «Γαλικιανές Μικρές Ιστορίες», «Εβραϊκές Μικρές Ιστορίες», «Πολωνικές Μικρές Ιστορίες» αλλα και μια σειρά από εθνικές «Δικαστικές Ιστορίες». Αργότερα άρχισε να συντάσσει την λεγόμενη «Κληρονομιά του Κάιν» ένα έργο ημιτελές αφού τελικά γράφτηκαν μόνο οι 2 από τις 6 ιστορίες, με το σχέδιο να περιλαμβάνει θεματικές όπως ο ερωτισμός, η ιδιοκτησία, το χρήμα, το κράτος. Εκεί μέσα αναπτυσσόταν η άποψη του Ζάχερ-Μάζοχ για τον κόσμο. Εκεί μέσα βρίσκεται και το Venus im Pelz (Η Αφροδίτη με τις γούνες) και σε αυτό το σύνολο εντασσόταν και οι φετιχιστικές και μαζοχιστικές του φαντασιώσεις. Προσπάθησε στην πραγματική του ζωή να πετύχει τις φαντασιώσεις του με την γυναίκα του και την ερωμένη του, τη βαρόνη Φάννι Πίστορ.Ο Μάζοχ έκανε τεράστιες προσπάθειες στην Λειψία μέσω του μηνιαίου προοδευτικού περιοδικού Στον Κολοφώνα-Διεθνής επισκόπηση να πολεμήσει τον ντόπιο αντισημιτισμό. Επίσης καλούσε για την χειραφέτηση των γυναικών αλλά και την καθολική ψηφοφορία Σήμερα, το όνομα του μας φέρνει αυτόματα στον νου τη λέξη «μαζοχισμός», όρο τον οποίον καθιέρωσε ο αυστριακός ψυχίατρος Κραφτ-Έμπινγκ για να κατονομάσει μια σεξουαλική διαστροφή που τη συναντάμε σε αρκετά έργα του Μαζόχ. Καθώς λέγεται, του άρεσε πολύ να παίζει τον μαζοχιστικό ρόλο του σκλάβου στις ερωτικές του σχέσεις. Στις 8 Δεκεμβρίου 1869, ο Μάζοχ και η ερωμένη του βαρόνη Φανή Pistor υπέγραψαν συμβόλαιο καθιστώντας τον σκλάβο της για μια περίοδο έξι μηνών, με τον όρο ότι η βαρόνη θα φορά γούνες όσο το δυνατόν συχνότερα, ειδικά όταν ήταν σε σκληρή διάθεση. Ο Λεοπόλδος πήρε το ψευδώνυμο «Γκρέγκορ» το όνομα ενός στερεότυπου αρσενικού υπηρέτη, και υποδυόταν τον υπηρέτη της βαρόνης. Οι δύο ταξίδεψαν με τρένο για την Ιταλία. Όπως και στην Αφροδίτη με τις Γούνες, ταξίδεψε στην τρίτη θέση, ενώ η Βαρόνη στην πρώτη. Ο Μάζοχ πίεζε την πρώτη σύζυγό του, Αουρόρα φον Ρύμελιν, την οποία παντρεύτηκε το 1873, να ζήσουν την εμπειρία του βιβλίου, ενάντια στις προτιμήσεις της. Ο ίδιος τελικά βρήκε την οικογενειακή ζωή τους να είναι βαρετή, τελικά πήρε διαζύγιο και παντρεύτηκε την βοηθό του. Στο τέλος της ζωής του έπασχε από ψυχικά προβλήματα, κλείστηκε σε άσυλο όπου κάποιοι ισχυρίζονται ότι εκεί και πέθανε. Αντίθετα με τον αντίποδά του, τον μαρκήσιο ντε Σαντ, ο Μαζόχ τα πήγαινε μια χαρά με τον κοινωνικό του περίγυρο. Διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις στο σπίτι του, όπου συμμετείχε και ως ερασιτέχνης ηθοποιός, κι έπαιρνε ενεργό μέρος στη ζωή της πόλης. Ποτέ του δεν εκδήλωσε φανερά και δημόσια τις κρυφές σεξουαλικές του προτιμήσεις, τον «μαζοχισμό» του ή την -κατά ορισμένους μελετητές- ασυνείδητη ομοφυλοφιλία του. Ίσως γιατί το βασικό του πρόβλημα ήταν το να είναι αρεστός: λέγεται πως οι τελευταίες του λέξεις καθώς πέθαινε (1895) ήταν «να με αγαπάτε».

Η συλλογή «Σκληροί Έρωτες» περιέχει εκτεταμένα διηγήματα που ο Λεοπόλδος Μαζόχ έγραψε καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του ζωής. Στις ιστορίες του πρωταγωνιστούν άντρες αλλοτινών εποχών, αριστοκράτες και πληβείοι διαφόρων ιστορικών περιόδων της Γηραιάς Ηπείρου, οι οποίοι ρίχνονται -τις περισσότερες φορές με τη θέληση τους- στα δόντια αδηφάγων γυναικών που θέλουν και, κυρίως, μπορούν να τους καθυποτάξουν. Γυναίκες της υψηλής κοινωνίας, των βασιλικών δυναστειών και αρτίστες, μεταξύ άλλων, παρελαύνουν από το βιβλίο, δοκιμάζοντας τα όρια του έρωτα και της σκληρότητας του στον απόλυτο βαθμό. Ο Σαίξπηρ και η Βασίλισσα Ελισάβετ, Βιεννέζοι θεατρικοί συγγραφείς, λόρδοι και αρχηγοί φυλών των τότε αυτοκρατοριών εμφανίζονται κι εξαφανίζονται, προκειμένου ν’ αποδείξουν ότι ο μαζοχισμός δεν πήρε τυχαία το όνομα του από τον Μαζόχ. Βάσανα, βασανιστήρια, πόλεμοι και μονομαχίες – αλλά, παντού και πάντα, παρούσα η ανάγκη του ανθρώπου να αγαπηθεί.
Σχόλιο : Ο Μαζόχ, παρατηρεί ο Ντελέζ στο βιβλίο του για το Μαζοχισμό, Ψυχρότητα και Ωμότητα, είναι σε σχέση με τον Σάντ παραγνωρισμένος. Όλοι όσοι ασχολούνται με τον Σάντ ασχολούνται και με το λογοτεχνικό έργο του, δείχνοντας την ενότητα της δομής της επιθυμητικής και της δομής της λογοτεχνικής του παραγωγής. Αντίθετα, στην περίπτωση του Μαζόχ, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η τομή του Ντελέζ έγκειται στην ανάδειξη της λογοτεχνικής και επιθυμητικής μαζοχιστικής παραγωγής, καθώς και στο ότι θεωρεί τον »σαδομαζοχισμό» ένα σύνδρομο στη διασταύρωση δύο ετερογενών αιτιακών αλυσίδων, και όχι μια αναγκαία συμπληρωματικότητα. Ο σαδισμός πρέπει να συλληφθεί σε σχέση με το Υπερεγώ και το Αυτό, στη προσπάθεια σύζευξής τους, ο μαζοχισμός σε σχέση με το Εγώ και το Αυτό, το Εγώ στην πρωτογενή σύστασή του. 
 
  Η κάμψη της συμβολικής αποτελεσματικότητας των παραδοσιακών ηθικών κωδίκων στις ζώνες »υπερπαγκοσμιοποίησης» του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους στο να κλείνουν διαπροσωπικά »συμβόλαια» στη ρύθμιση των απολαυσιακών, φιλικών και ερωτικών τους σχέσεων, αντί να επικαλούνται και να επιβάλλουν το δίκαιο του ενός ή του άλλου υπερβατικού κώδικα συμπεριφοράς. Αυτά τα διαπροσωπικά »συμβόλαια» θέτουν τα ίδια νόμους περιορισμού της απόλαυσης, νόμος εξαρτημένους την κάθε στιγμή από την επιθυμία και τη συναίνεση των συμβαλλόμενων μερών, άρα νόμους μη νόμους, »νόμους» εύθραυστους, κανόνες του παιχνιδιού που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν, ανοιχτούς προς το άγχος των ανεξέλεγκτων, αποκωδικωμένων ροών της επιθυμητικής παραγωγής. 
  Σε αυτή τη συνθήκη, ο σαδισμός και ο μαζοχισμός αναδύονται ως ένα ολοένα και εντονότερο ερώτημα των ανθρώπινων σχέσεων. Η σύναψη ενός ερωτικού συμβολαίου θέτει ένα Νόμο που συνιστά εξ ορισμού περιορισμό της μοναδικότητας της κάθε απόλαυσης, με αποτέλεσμα την τάση κατάλυσης, από τα ίδια τα μέρη, αυτού του συμβολαικού Νόμου που εξ ορισμού παραβιάζει, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, την επιθυμία καθενός και καθεμιάς συμβαλλομένου/συμβαλλομένης ξεχωριστά. Όπως είπε και ο αγαπημένος φίλος Α.Κ, »κάθε σχέση και ένα συμβόλαιο, κάθε συμβόλαιο και μια θυσία». Άρα, καλείται καθένας και καθεμία σε ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι, να διαλέξει τί είδους θυσία, ποιά δομική θέση θα έχει στον θυσιαστικό μηχανισμό, μετατρέφοντάς τον σε τρόπο απόλαυσής του. Σαδιστική ή μαζοχιστική θέση. Σε ένα τεταμένο »παιχνίδι εξουσίας» μεταξύ των μερών. 
Σε αυτό το μοριακό επίπεδο, τίθεται συμπυκνωμένα και μικροσκοπικά το ερώτημα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Η επινόηση συμμεταβαλλόμενων με την επιθυμία κανόνων, ή ή διάλυση του κοινωνικού και ερωτικού δεσμού. Η θεμελίωση του νεωτερικού κράτους στη »λαική κυριαρχία», με τη σύναψη ενός »κοινωνικού συμβολαίου» στις κλασικές θεωρίες δικαιολόγησής τους, μπορεί να ιδωθεί ως θεωρητική εκλογίκευση αυτής της εθελόδουλης, ομαδικής μαζοχιστικής επιθυμίας και φαντασίωσης. 
 
Τί επιδιώκει, τελικά, ο μαζοχιστής? Στη πραγματικότητα, αρθρώνει και αυτός, με το δικό του, αυτοτραυματικό τρόπο, το αίτημα για αγάπη. Και αποκαλύπτει ένα βαθύ αίνιγμα της οικονομίας του ανθρώπινου ψυχισμού, αυτό που ο Φρόυντ αποκάλεσε »ενόρμηση του θανάτου». Άλλωστε, ο μαζοχιστής, θέτοντας τον εαυτό του στη θέση του »θύματος», αναγνωρίζεται από τον Άλλο, γίνεται επιθυμητός, ως αντικείμενο, από την επιθυμία του Άλλου. Κατά αυτό το τρόπο, όμως, ο μαζοχιστής αποκαλύπτει, μέσω της παράδοξης αυτο-νομίας του, πως θέμελιο του Νόμου, και του Κράτους, είναι οι συνθήκες που διαμορφώνουν την επιθυμία για αυτοπεριορισμό, για αυτοαλλοτρίωση, για Νόμο και Κράτος. 
Κλείνουμε αυτή την ανάρτηση με ένα παράρτημα, που περιέχεται στην εργασία μας »Η παραγωγή επιθυμίας στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό», και περιλαμβάνει αποσπάσματα του Λακάν για το διαστροφικό φετιχισμό και την υποκατηγορία μαζοχισμό, μαζί με ένα απόσπασμα για το σαδισμό
 
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
 
Lacan, Φετιχισμός, Μαζοχισμός, Σαδισμός (ανθολόγιο), 2015: 18 και επ.:
Για το Φετιχισμό:
[…] Να διακρίνουμε το φοβικό αντικείμενο ως σημαίνον που κάνει τα πάντα για να αναπληρώσει την έλλειψη του Άλλου, από το θεμελιώδες φετίχ κάθε διαστροφής ως αντικειμένου που γίνεται αντιληπτό στη ρήξη με το σημαίνον.
Όλες οι διαστροφές παίζουν πάντοτε, από κάποια πλευρά, με αυτό το σημαίνον αντικείμενο, στο βαθμό που το αντικείμενο είναι, εκ φύσεως και αφ’εαυτού, ένα πραγματικό σημαίνον, δηλαδή κάτι που επ’ουδενί δεν μπορεί να εκληφθεί με την αξία όψεώς του. Όταν βάζουμε το χέρι πάνω στο αντικείμενο, όταν το βρίσκουμε και προσδενόμαστε σ’αυτό οριστικά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της διαστροφής των διαστροφών, αυτής που ονομάζεται φετιχισμός-είναι στ’αλήθεια αυτή που δείχνει, όχι μόνο πού είναι πραγματικά το αντικείμενο, αλλά τι είναι-το αντικείμενο είναι ακριβώς ένα τίποτα. Είναι ένα παλιό μεταχειρισμένο ρούχο, ένα κουρέλι […] Όταν εμφανίζεται, όταν αποκαλύπτεται πραγματικά, είναι το φετίχ.
Στο φετιχισμό, το ίδιο το υποκείμενο λέει ότι βρίσκει επιτέλους το αντικείμενό του, το αποκλειστικό του αντικείμενο-αντικείμενο λίαν ικανοποιητικό στο βαθμό που είναι άψυχο. Έτσι τουλάχιστον το υποκείμενο θα είναι ήσυχο, σίγουρο ότι δεν θα απογοητευτεί από αυτό. Το να αγαπάς μια παντούφλα, είναι να έχεις πράγματι στο χέρι το αντικείμενο της επιθυμίας σου. Ένα αντικείμενο απαλλαγμένο από κάθε ιδιότητα υποκειμενική, διυποκειμενική, και δη υπερυποκειμενική, είναι πιο ασφαλές. Σε ό,τι αφορά τη πραγμάτωση της συνθήκης της έλλειψης ως τέτοιας, η φετιχιστική λύση είναι αδιαμφισβήτητα μία από τις πιο καταληπτές, και τη βλέπουμε στ’αλήθεια να πραγματώνεται.
 
Για το Mαζοχισμό:
«Η μαζοχιστική διέξοδος […] τοποθετείται στο σημείο σύζευξης του φαντασιακού και του συμβολικού. Σε αυτό το σημείο τοποθετείται, στη πρωτογενή του μορφή, αυτό που αποκαλούμε γενικά πρωτογενή ναρκισσισμό. Εκεί πρέπει επίσης να τοποθετήσουμε αυτό που αποκαλούμε ένστικτο θανάτου, συστατικό στοιχείο της θεμελιώδους θέσης του ανθρώπινου υποκειμένου […] Καθώς το σύμβολο επιτρέπει αυτή την αντιστροφή, ακυρώνει δηλαδή το υπάρχον πράγμα, ανοίγει το δρόμο προς τον κόσμο της αρνητικότητας, η οποία συγκροτεί ταυτόχρονα το λόγο του ανθρώπινου υποκειμένου και τη πραγματικότητα του κόσμου ως ανθρώπινου. Ο πρωτογενής μαζοχισμός πρέπει να τοποθετηθεί πέριξ αυτής της πρώτης αρνητικοποίησης, αυτού του πρωτογενούς φόνου του πράγματος (21 ). Ο Φρόυντ αρθρώνει με τον πλέον στέρεο τρόπο ότι, στις απαρχές της σαδο-μαζοχιστικής ενόρμησης, ο πόνος δεν παίζει κανένα ρόλο. Πρόκειται για μια Herrschaft [κυριαρχία], για μια Bewältigung [διαχείριση], για μια βία […] που το υποκείμενο ασκεί, με στόχο την κυριαρχία, πάνω στον εαυτό του (22 ). Η πλέον ριζική από τις διαστροφικές θέσεις της επιθυμίας, αυτή που τίθεται από την αναλυτική θεωρία ως το πιο αρχέγονο σημείο στη βάση της εξέλιξης και ως το τερματικό επίσης σημείο των πιο ακραίων παλινδρομήσεων, δηλαδή ο μαζοχισμός […] Είναι κοινός τόπος η προσπάθεια αναγωγής του μαζοχισμού, στις διάφορες μορφές του, σε μια σχέση η οποία στο ύστατο όριό της θα παρουσιαζόταν ως σχέση εντελώς ριζική, ως το υποκείμενο στη σχέση του με την ίδια του τη ζωή […] Δεν βλέπουμε άραγε, εάν επιστρέψουμε στο σχήμα μας και στα γράμματα που τοποθετούν την επιθυμία σε μια διχασμένη σχέση του υποκειμένου με το λόγο, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο ίδιο το εσωτερικό του φαντασιωτικού ορίζοντα του λεγόμενου μαζοχισμού-και που είναι άδικο να το παραβλέπουμε; […] Για να αναγνωρίσουμε μιαν ουσιώδη διάσταση της μαζοχιστικής απόλαυσης, η οποία συνδέεται με
αυτό το είδος ιδιαίτερης παθητικότητας που βιώνει και από την οποία παίρνει απόλαυση το υποκείμενο: να φαντάζεται την τύχη του να παίζεται στα ζάρια πάνω από το κεφάλι του, από έναν αριθμό ανθρώπων που τον περιτριγυρίζουν, κυριολεκτικά χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την παρουσία του, συζητώντας ενώπιόν του ό,τι προετοιμάζουν για τη μοίρα του χωρίς να τον υπολογίζουν στο ελάχιστο; […] Ιδού εν ολίγοις κάτι που μας επιτρέπει να αδράξουμε […] ότι στη συγκρότηση του υποκειμένου ως υποκειμένου, και στο βαθμό που η συγκρότηση αυτή είναι σύμφυτη με το λόγο, και στο βαθμό που η δυνατότητα εξωθείται στα άκρα, ο λόγος ως τέτοιος, που εδώ αποκαλύπτεται, που φωτίζεται μέσα στη φαντασίωση, το καθιστά αυτό, το υποκείμενο, ένα τίποτα […] Η θέση του μαζοχιστή, για τον οποίο η ενσάρκωση από τον ίδιο του αντικειμένου αποτελεί τον δηλωμένο στόχο-είτε γίνεται ένα σκυλί κάτω από το τραπέζι είτε εμπόρευμα, ένα item που διαπραγματεύονται με συμβόλαιο την πώλησή του μεταξύ άλλων αντικειμένων για να το ρίξουν στην αγορά. Αυτό που αναζητά, με λίγα λόγια, είναι η ταύτισή του με το κοινό αντικείμενο, το αντικείμενο της συναλλαγής […] Προσέξτε το καλά, δεν είπα ότι ο μαζοχιστής φτάνει στην ταύτισή του με το αντικείμενο. Όπως και στο σαδιστή, αυτή η ταύτιση δεν εμφανίζεται παρά μόνο πάνω στη σκηνή […] Όταν η επιθυμία και ο νόμος βρίσκονται μαζί, αυτό που ο μαζοχιστής εννοεί να καταστήσει εμφανές-και προσθέτω, πάνω στη μικρή σκηνή του, διότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε αυτή τη διάσταση-είναι ότι η επιθυμία του Άλλου κάνει το νόμο […] Ποιά είναι η θέση του μαζοχιστή; Τί κρύβει από τον ίδιο η φαντασίωσή του ότι είναι το αντικείμενο μιας απόλαυσης του Άλλου;-που είναι ακριβώς η δίκη του βούληση απόλαυσης, γιατί στο κάτω κάτω ο μαζοχιστής δεν συναντά υποχρεωτικά τον παρτενέρ του. […] Τί κρύβει αυτή η θέση αντικειμένου; -αν όχι το να συναντήσει κανείς τον εαυτό του, να τοποθετηθεί στη λειτουργία του ανθρώπινου ράκους, αυτού του πενιχρού, αποκομμένου, σωματικού απορρίμματος που βλέπουμε εμείς στον καμβά. […] Αυτό που αναζητά είναι η απάντηση του Άλλου σε αυτή την ουσιαστική πτώση του υποκειμένου στην ύστατη αθλιότητά του, και η απάντηση αυτή είναι το άγχος. Πού είναι αυτός ο Άλλος περί του οποίου πρόκειται; Αυτό το άγχος, που είναι ο τυφλός στόχος του μαζοχιστή γιατί η φαντασίωσή του τον κρύβει, δεν είναι κάτι λιγότερο, πραγματικά, απ’ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε άγχος του Θεού […] Άγχος που δεν βρίσκει τον αληθινό του κύκλο παρά στο επίπεδο αυτού για τον οποίο καθιερώθηκε η θυσία, δηλαδή στο επίπεδο του Πατρός».
 
Για το Σαδισμό:
 
«Στο σαδιστή το άγχος είναι πιο εμφανές [απ’ό,τι στο μαζοχιστή]. Είναι μάλιστα τόσο εμφανές ώστε προβάλλεται στη φαντασίωση, η οποία καθιστά το άγχος του θύματος απαιτούμενη προϋπόθεση. Μόνο που αυτό ακριβώς πρέπει να μας κάνει δύσπιστους. Τι ψάχνει ο σαδιστής στον Άλλο; Είναι πασιφανές ότι, για αυτόν, ο Άλλος υπάρχει […] Ο Άλλος είναι απολύτως ουσιαστικός […] Αυτό που αναζητά είναι τρόπον τινά η άλλη όψη του υποκειμένου […] Αυτό που είναι πιο καλά κρυμμένο βγαίνει προς τα έξω. […] Το λίγο φως που ρίχνουν πάνω στη πραγματικά σαδιστική σχέση τα επεξηγηματικά κείμενα, αυτά δηλαδή που απομακρύνονται από τη φαντασίωση, υποδηλώνουν ένα πράγμα, ήτοι τον εργαλειακό χαρακτήρα στον οποίο συρρικνώνεται η λειτουργία του τελεστή-κάτι που του υπεξαιρεί την επιδίωξη της πράξης του. Το εγχείρημά του έχει το χαρακτήρα ενός έργου που συνδέεται με το Θεό. […] Μπαίνει σ’έναν κόπο εξωφρενικό, τεράστιο, εξαντλητικό, μέχρι του σημείου να χάνει το στόχο του […] να πραγματώσει την απόλαυση του Θεού»
___________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s