Η Ζωίτσα και ο λεοντόκαρδος Θανατούλης…


Γράφει ο Αντώνης Αντωνάκος

laskari.jpeg

Ο παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν ούτε παλιός ούτε καλός. Ήταν απλά αντιδραστικός.

Τα μετεμφυλιακά δόγματα της κομμουνιστοφάγου δεξιάς έλαβαν σάρκα και οστά στο σινεμά που πιπίλιζε την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μεγαλεία.

Καρικατούρες ανθρώπων, σπίτια με δούλες και υπηρέτες, αφεντικά δύστροπα αλλά με κρυμμένη ανθρωπιά και ευαισθησίες, σεμνοκαυλωμένες κοπέλες και άλλα σημεία και τέρατα της εποχής.

Στο πανί έπαιζε δράμα ή κωμωδία μα στο διπλανό δρόμο γινόταν μια δολοφονία. Ο λαός γελούσε ή έκλαιγε, διασκεδάζοντας την φτώχεια του με λατέρνα και φιλότιμο μα στην ασφάλεια βασάνιζαν ανθρώπους.

Ήταν η εποχή που το πρωτόγονο λάιφ στάιλ με τους χασάπηδες παραγωγούς και τους παρδαλούς σκηνοθέτες τρύπωνε μια και καλή στη λαβυρινθώδη λαϊκή συνείδηση που δεν μπορούσε να συνέλθει απ’ τις φονικές σφαλιάρες και τη βαρβαρότητα των πολέμων.

Ο κόσμος και ο κοσμάκης ξαναγινόταν νοικοκύρης και το πρότυπο του πρωτευουσιάνου μεσουρανούσε στον καθημερινό μπερντέ κάτω απ’ τον οποίο κάποιοι έκρυβαν και ξέπλεναν τα εγκλήματά τους.

Έκτατα στρατοδικεία και πολιτικές δολοφονίες, φτώχεια και κακομοιριά. Χωριά παρατημένα στους χίτες κι ένας κρατικός μηχανισμός παραδομένος στην αναίσχυντη ελληνική αστική τάξη.

Ο φτωχός, πλην τίμιος νέος, που με τη δουλειά θα προχωρήσει μπροστά. Ο καλός και ο κακός. Ο όμορφος και ο άσχημος. Τα δίπολα της συμφοράς και της χαζοχαρούμενης αμερικανιάς που φυσούσαν μέσα απ’ τα κλιματιζόμενα επιχορηγούμενα πάνσεπτα δώματα.

Χορηγίες και ιδρύματα που ο θείος Σαμ με άκρως χειρουργικό τρόπο διακονούσε στην ελληνική μπανανία.

Το δολάριο και τα ναυτάκια. Η πουτανιά σε όλο της το μεγαλείο. Οικογένειες, παπάδες και χωροφύλακες.

Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε το κινίνο του λαού στα χρόνια της χούντας. Το μεγάλο σχολείο που έθρεψε γενιές νεοελλήνων που τα’ χουν παντελώς χαμένα. Τέκνα της κλαδικής του πασόκ, νοσταλγοί του Μεταξά, αριστεροί που αυτομόλησαν στο κέντρο, κεντρώοι που γέμισαν τη μπάκα τους και έγιναν στρατιώτες της ελεύθερης αγοράς, σάπιοι διανοούμενοι νεοορθόδοξοι έτοιμοι να πουλήσουν τη μάνα τους για τα μαγαρισμένα φράγκα.

Σαββόπουλοι και λοιποί που πουλούσαν με την οκά επαναστατικό ρομαντισμό σε νέους που νόμιζαν επανάσταση το να μη φοράς σουτιέν.

Σαββόπουλοι και Δοξιάδηδες που μπορούσαν εν μια νυκτί να εκτελέσουν καλλιτεχνικά και ηθικά μια Φρίντα Λιάπα ή ένα Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Μα στο τέλος, οι εργάτες αυτού του σινεμά ξεψυχούν μες στα καθιστικά μας.

Ζωίτσες πρησμένες απ’ τα μπότοξ, Αλίκες βυθισμένες στην κατάθλιψη, Δημήτρηδες αλκοολικοί κι οι Μπάρκουλοι εκμηδενισμένοι, μακριά απ’ τα κορίτσια, ξερνάνε μέσα στην χέστρα της τηλεόρασης όλη τους την κακοζωία και όλους τους κλασμένους μύθους και τα παραμύθια της παραμυθιασμένης μας ζωής.


Aπό:https://dromos.wordpress.com/2017/08/19/%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BF%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7/

Η κόλαση είναι άδεια κι όλοι οι διάβολοι είναι εδώ* …


Με αφορμή τις συγκρούσεις στο Σάρλοτσβιλ των ΗΠΑ μια αναφορά στον αμερικανικό ναζισμό και στο πώς γεννήθηκε κι έχασε τη μάχη από το εργατικό κίνημα τη δεκαετία του ‘30

* «Τρι­κυ­μία», Σέξ­πιρ

Οι αμε­ρι­κα­νοί ναζί που χτύ­πη­σαν την αντι­φα­σι­στι­κή δια­δή­λω­ση στο Σάρ­λο­τσβιλ, αφή­νο­ντας πίσω τους νε­κρούς και τραυ­μα­τί­ες, δεν ήρθαν από το που­θε­νά. Είναι σάρκα από τη σάρκα της πιο “σκο­τει­νής” και συ­ντη­ρη­τι­κής Αμε­ρι­κής, ζυ­μω­μέ­νοι με το ρα­τσι­στι­κό και φυ­λε­τι­κό μίσος που επι­βιώ­νει ακόμα και σή­με­ρα στον Νότο, ενά­μι­ση και πλέον αιώνα μετά τον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Πρό­κει­ται για τον πό­λε­μο στον οποίο  συ­ντρί­φτη­καν στρα­τιω­τι­κά οι νό­τιες Πο­λι­τεί­ες και ανα­γκά­στη­καν να απε­λευ­θε­ρώ­σουν τους μαύ­ρους σκλά­βους τους. Ο Ρό­μπερτ Λη, επι­κε­φα­λής του στρα­τού των Νο­τί­ων, φα­να­τι­κός υπο­στη­ρι­κτής της δου­λεί­ας και των προ­νο­μί­ων των γαιο­κτη­μό­νων, υπήρ­ξε έκτο­τε η ση­μαία και το σύμ­βο­λο της “λευ­κής ανω­τε­ρό­τη­τας” για τον κάθε ρα­τσι­στή. Η απο­μά­κρυν­ση, λοι­πόν, στον 21ο αιώνα του αγάλ­μα­τος του “στρα­τη­γού Λη” πυ­ρο­δό­τη­σε τα αντα­να­κλα­στι­κά των επι­γό­νων του. Οι συ­γκρού­σεις στο Σάρ­λο­τσβιλ (πο­λι­τεία της Βιρ­τζί­νια) με­τα­ξύ των νο­σταλ­γών του να­ζι­σμού και των αντι­φα­σιστ(ρι)ών, ήρθαν να υπεν­θυ­μί­σουν ότι όσο δεν ξε­μπερ­δεύ­ου­με με τις αι­τί­ες που γεν­νούν τον φα­σι­σμό, αυτός πα­ρα­μέ­νει ένα εφιαλ­τι­κά ρε­α­λι­στι­κό εν­δε­χό­με­νο.

Δεν είναι διό­λου τυ­χαίο ότι η νε­κρα­νά­στα­ση των ζόμπι του να­ζι­σμού συ­μπί­πτει με την προ­ε­δρία του Ντό­ναλντ Τραμπ. Χτύ­πη­μα στα δι­καιώ­μα­τα και τις ελευ­θε­ρί­ες, διά­λυ­ση των -όποιων- υπο­λειμ­μά­των του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, ισλα­μο­φο­βία, σε­ξι­στι­κή ρη­το­ρεία, εθνι­κι­στι­κή έπαρ­ση, κο­μπα­σμοί στρα­τιω­τι­κής υπε­ρο­χής και ανοι­χτή απει­λή επέμ­βα­σης απέ­να­ντι σε Βό­ρεια Κορέα και Βε­νε­ζου­έ­λα, οδή­γη­σαν στο ανα­με­νό­με­νο: Ανα­θάρ­ρη­ση των αμε­ρι­κα­νών ναζί και επα­νεμ­φά­νι­σή τους στον δρόμο. Στην αρχή στή­ρι­ξαν ανοι­χτά τις συ­γκε­ντρώ­σεις της δε­ξιάς υπέρ του Τραμπ και τις επι­θέ­σεις ενά­ντια σε δια­δη­λώ­σεις της αρι­στε­ράς. Μετά ήρθε η ώρα για τη δική τους αυ­τό­νο­μη πα­ρου­σία, όπως στη Βιρ­τζί­νια, με το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τίτλο “Unite the Right” (“Ενώ­στε τη Δεξιά”).

 

Συνέχεια

Η επίσημη «πρώτη» του Καραγκιόζη…


Λαϊκό θέατρο σκιών, ανατολίτικης προέλευσης, που πήρε το όνομά του από τον πρωταγωνιστή του, τον Καραγκιόζη, ένα πανέξυπνο τύπο, μόνιμα φτωχό και σαρκαστή των πάντων.

Για την καταγωγή του Καραγκιόζη έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες. Πιο πειστική είναι αυτή που τον θέλει να κατάγεται από τη μακρινή Ανατολή (Κίνα και Ινδία) και μέσω Τουρκίας να ήλθε στην Ελλάδα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο τουρκικός Καραγκιόζης (Karagöz = μαυρομάτης στα τουρκικά) διαδόθηκε σε όλες τις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από τον 17ο αιώνα, διασκεδάζοντας το κοινό με την ιθυφαλλική εμφάνισή του και την αισχρολογία του.

Πρώτη γραπτή μαρτυρία για τον Καραγκιόζη στον ελληνικό χώρο έχουμε στις 18 Αυγούστου 1841, όταν η αθηναϊκή εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη» αναγγέλλει: «Την 21 του παρόντος, θα παρουσιαστεί εις Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη, έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ-Μεϊμέτην». Το 1852 η εφημερίδα «Αθηνά» άσκησε κριτική στη διεύθυνση της Αστυνομίας Αθηνών, διότι ανεχόταν «την εν τισιν καφενείοις παράστασιν του λεγόμενου Καραγκιόζη, ενώ άλλοτε αυστηρώς εμποδίζετο αύτη». Και κατήγγηλλε ότι «αισχρών και ασέμνων πράξεων σκηναί παρίστανται δια των νευροσπάστων εις τα βωμολοχικά τοιαύτα των Ασιατών θέατρα», ώστε η διαφθορά να περνάει σε ολόκληρη την κοινωνία, αφού «απειράριθμον πλήθος διαφόρων παίδων, και πολλοί μάλιστα εκ των μαθητών των γυμνασίων και των σχολείων μας» σύχναζαν εκεί κάθε βράδυ «αδιακόπως».

Ο εξελληνισμός του Καραγκιόζη πρέπει να ξεκίνησε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, από την Ήπειρο, όταν καραγκιοζοπαίχτες της εποχής εκείνης παρουσίαζαν την παράσταση με το Μεγαλέξανδρο και το φίδι, συνδέοντας έτσι για πρώτη φορά τον Καραγκιόζη με την ελληνική λαϊκή παράδοση. Η Πάτρα ήταν το μέρος, όπου ο Καραγκιόζης εξελληνίστηκε οριστικά μέσα από τις καινοτομίες, που επέφερε σε πρόσωπα και θέματα ο καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σαραντούνη (1865-1912).

Ο Μίμαρος δημιούργησε νέους χαρακτήρες (Κολλητήρι, Σιορ Διονύσιος, Βεληγκέκας), έστρεψε τις παραστάσεις του Καραγκιόζη και προς το ηρωικό δράμα (με αναφορές στους ήρωες του ‘21), μεγάλωσε τη σκηνή, τοποθετώντας την καλύβα και το σαράι, ενώ άρχισε να φτιάχνει τις φιγούρες με χαρτόνι και όχι από τενεκέ, όπως κατασκευάζονταν μέχρι τότε. Ο μαθητής του Μίμαρου, Γιάννης Ρούλιας, δημιούργησε τον τύπο του Μπαρμπαγιώργου, ο Γιάννης Μώρος τον Σταύρακα και ο σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας (1871-1949) λιγότερο δημοφιλείς ήρωες, όπως τον Πεπόνια, τον Καικαί και τον Νώντα.

Οι παραστάσεις του Καραγκιόζη ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη χώρα μας μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσέλκυαν κόσμο κάθε ηλικίας. Σταδιακά, μετά τον πόλεμο και με την άνοδο του κινηματογράφου, ο Καραγκιόζης άρχισε να χάνει την αίγλη του και περιορίστηκε μόνο στο παιδικό κοινό. Στις μέρες μας και τα παιδιά ακόμα δείχνουν να τον εγκαταλείπουν, έχοντας ανακαλύψει νέους ήρωες από την τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Οι βασικοί ήρωες του Καραγκιόζη

  • Καραγκιόζης: Ο πρωταγωνιστής του θεάτρου σκιών. Είναι κακάσχημος και καμπούρης, μόνιμα φτωχός και σαρκαστής των πάντων. Σοφίζεται χίλια τεχνάσματα για να τα βολέψει στη ζωή και τα καταφέρνει περίφημα, μ’ όλο που φορτώνεται καρπαζιές κάθε τόσο. Σύμφωνα με το συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου «το σπουδαιότερο μήνυμά του μπροστά στην απελπισία της νεοελληνικής ζωής είναι ο αντιστασιακός αμοραλισμός του και το αιώνιο κέφι του».
  • Κολλητήρης και Κοπρίτης: Γιοι του Καραγκιόζη, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του πατέρα τους.
    • Μπαρμπαγιώργος: Θείος του Καραγκιόζη, που εκφράζει τον πρωτόγονο,  απλοϊκό, αλλά αχάλαστο Έλληνα. Ζει σε κάποιο χωριό της Ρούμελης και έρχεται στην πόλη για δουλειές ή για να βοηθήσει τον ανιψιό του.
    • Χατζηαβάτης: Φοράει τουρκική φορεσιά και σκούφια. Είναι τίμιος και σοβαρός, αλλά συχνά ενδίδει στους πειρασμούς του Καραγκιόζη και διαπράττει μαζί του διάφορες μικροαπάτες. Του αρέσει να κολακεύει τους ισχυρούς και στη νεοελληνική ζωή έχει ταυτιστεί με τον δουλοπρεπή τύπο, «τον αιώνια συμβιβαστικό και συνεργαζόμενο πάντα με τις δυνάμεις κατοχής της εξουσίας.» (Ιωάννου)
    • Σιορ-Διονύσιος ή Νιόνιος: Είναι κατά φαντασία αριστοκράτης, που δυτικοφέρνει και μιλάει με το ζακυνθινό ιδίωμα.
    • Σταύρακας: Μάγκας και ψευτοπαλληκαράς, φίλος του Καραγκιόζη, που συχνά πυκνά τον χλευάζει.
    • Βεληγκέκας: Τουρκαλβανός, εκτελεστικό όργανο του Πασά.
    • Μορφονιός: Υπερβολικά άσχημος, με μεγάλο κεφάλι και τεράστια μύτη, που θεωρεί τον εαυτό του μέγα εραστή.
    • Εβραίος: Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη και μιλάει κακά ελληνικά.
    • Μπέης: Πλούσιος αστός, που αναθέτει δουλειές στο Καραγκιόζη μέσω του Χατζηαβάτη.
    • Βεζύρης ή Πασάς: Αντιπροσωπεύει την τουρκική εξουσία.

    ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/966#ixzz3jBbA5nKX

  • _______________________________________________________
  • Από:http://www.imerodromos.gr/karagiozis/

Η Μεταμοντέρνα Αριστερά …


Του Ηλία Παπαναστασίου (*)

Ο όρος «Μεταμοντέρνος» (Post Modern) αφορά ουσιαστικά την τάση, προσπάθεια και προδιάθεση αποδόμησης – διάλυσης ουσιαστικά – όλου του «Μοντέρνου» επιστημονικού, θεωρητικού κεκτημένου, δηλαδή όλου του Πολιτιστικού Κεκτημένου της Νεώτερης εποχής από το τέλος του Μεσαίωνα και δώθε.

Θα χρειαστεί μια σειρά άρθρων για να εξηγήσουμε απλά και στρωτά την αποδομητική – δήθεν εκσυγχρονιστική -τάση των Μεταμοντέρνων Επιστημόνων και των δήθεν ανατρεπτικών τάσεών τους. Ουσιαστικά οι Μεταμοντέρνοι μάς πάνε όχι μπροστά, αλλά πίσω από τους «Μοντέρνους» ή νεωτερικούς. Όσο και να διαμαρτύρονται οι Μεταμοντέρνοι και η θεωρία τους, αποτελούν μια Επανάσταση ενάντια στη Λογική και μια ασύντακτη και πρωτόγονη επιστροφή στην Προ-Λογική ή Μυθολογική περίοδο. Καλύπτουν δε την βαθιά αντιδραστικότητά τους με κραυγές επιστημοσύνης και προχωρημένης σκέψης…

Αφήνοντας για τις μετέπειτα δημοσιεύσεις την ανάλυση των θεωριών τους, σήμερα θα ασχοληθούμε με την Μεταμοντέρνα Αριστερά (Αριστερά εντός εισαγωγικών), επικεντρώνοντας σε πέντε χαρακτηριστικά της για να τονίσουμε την ιδιαιτερότητά της.

Η Μεταμοντέρνα «Αριστερά» έχει σαν κύρια τάση τον Κοινωνιολογισμό.

Έχοντας αλλεργία και ενστικτώδη απέχθεια στην Βιολογία, οι Μεταμοντέρνοι θεωρούν την Βιολογική κατασκευή σαν Κοινωνική Κατασκευή κατά πρώτο λόγο. Με αποκορύφωμα την θεωρία του φύλου, την οποία πρεσβεύουν, θεωρούν πως τα δυο φύλα είναι κατά πρώτο λόγο «Κοινωνική Κατασκευή». Ουσιαστικά δεν γεννιέσαι βιολογικά σαν άνδρας ή γυναίκα, αλλά «δημιουργείσαι» ή «διαπλάθεσαι» από την Κοινωνία. Έχοντας σαν συνειδητό στόχο να αποδομήσουν τον Βιολογικό Πυρήνα των Φύλων υπερτονίζουν την Κοινωνική Επιρροή στην διαμόρφωση των Φύλων μειώνοντας με κάθε τρόπο τον βιολογικό πυρήνα των δυο φύλων.

Συνέχεια

Ιστορική Νομοτέλεια και Απελευθέρωση-Βασικές αρχές του νέου ιστορικού-διαλεκτικού υλισμού…


1. Ιστορική Νομοτέλεια
  Το κλειδί της ανθρώπινης ιστορίας είναι η τάση απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα προδεδομένα φυσικά δεσμά, η τάση κοινωνικοποίησης του φυσικού-βιολογικούη μετατροπή της φυσικής αναγκαιότητας σε ελευθερία και ενδεχομενικότητα. Από την κατασκευή του πρώτου εργαλείου και το πρώτο προφυλακτικό, μέχρι το ρουχισμό, την εκβιομηχάνιση και το ταξίδι στο φεγγάρι, από τον πρώτο άνθρωπο μέχρι τη δυνατότητα του μετα-ανθρώπινου cyborg, το πέρασμα από από την αναγκαιότητα στην ελευθερία είναι ολοφάνερο, αν κανείς παρατηρήσει την παγκόσμια ανθρώπινη ιστορία, ακόμη και αν λάβει υπόψη της ανισομετρίες, τις οπισθοδρομικές καταστροφές αλλά και τις πολιτισμικές ιδιορρυθμίες της κάθε κοινότηας.
  Υπό αυτή την έννοια, για παράδειγμα, η ενδεχομενοποίηση του »βιολογικού» από το »κοινωνικό φύλο», η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας από τον σκοπό της αναπαραγωγής κ.ο.κ, αποτελούν μια στιγμή αυτής της ευρύτερης λογικο-ιστορικής κίνησης. Η ιστορική επίγνωση που έφερε, λ.χ, ο Φουκώ με την »Ιστορία της Σεξουαλικότητας», ήταν κατά ένα μέρος της πρόοδος της γνώσης, στο βαθμό που
κατέστησε ορατό και ανέδειξε ως ενδεχόμενο αυτό που θεωρούνταν από την κυρίαρχη ιδεολογία ως σεξουαλικά και φυσικά αναγκαίο.
  Υπάρχει, με άλλα λόγια, στην ανθρώπινη ιστορία ένας ντετερμινισμός της επικράτησης του μη ντετερμινιστικού. Αυτή θα ήταν και η τελευταία Φιλοσοφία της Ιστορίας. Μια Φιλοσοφία της Ιστορίας που αναγνωρίζει το φυσικο-ιστορικό νόμο της κατάκτησης μιας ελευθερίας πέρα από τον φυσικο-ιστορικό νόμο. 
  Ωστόσο, θα πρέπει να προβούμε σε δύο αναγκαίες διευκρινίσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μας δεν γίνονται με σαφή τρόπο τόσο στη λογική-ιστορική διαλεκτική του Χέγκελ, όσο και στον ιστορικό-διαλεκτικό υλισμό των Μάρξ-Ένγκελς

Συνέχεια