Φράνσις Φουκουγιάμα: Κοινωνικές τάξεις και λαϊκισμός – Δημοκρατική και φιλελεύθερη πτυχή του πολιτικού συστήματος…


Εισαγωγή: Ο νέος Εγελιανός Φουκουγιάμα, οι νέοι αριστεροί και οι νέοι φιλελεύθεροι.
Ο Φράνσις Φουκουγιάμα υπερασπίζεται την παγκοσμιοποίηση: «Άν την κρίνουμε συνολικά, λειτούργησε πολύ καλά», λέει. Η βελτίωση της ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων εδώ και 20-30 χρόνια σε χώρες με αναδυόμενες οικονομίες, ασιατικές κυρίως, και ιδίως στο μεγαλύτερο έθνος του κόσμου, το κινεζικό, είναι πολύ ισχυρό επιχείρημα υπέρ της άποψής του. Και μολονότι έχει ανακαλέσει την περιβόητη γνωμάτευσή του, ότι με την κατάρρευση του λεγόμενου σοσιαλιστικού στρατοπέδου το 1989 επήλθε το (κατά Χέγκελ) «τέλος της ιστορίας» και εκπληρώθηκε ο «σκοπός» της, ο Ιαπωνοαμερικανός πολιτικός επιστήμονας είναι πάντα ένθερμος υποστηρικτής της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όμως, τώρα πια, σε αντίθεση με το 1989, αυτό το συνδυάζει με τοΑριστοτελικό επιχείρημα περί της φύσης του ανθρώπου ως πολιτικού όντος. Το κατά Χάγιεκοικονομικό (εν πρώτοις) όν, του είναι πιά σαφώς πολύ ξένο. Αντίθετα από τους οπαδούς του Χάγιεκ, τον ενδιαφέρει πολύ να διερευνήσει άν το σύστημα είναι ακόμη αντιπροσωπευτικό και αισιόδοξα υποστηρίζει, «ναί είναι». «Αλλά όχι πλήρως», λέει. Θα δούμε στη συνέχεια τι σημαίνει αυτό.
Οι ιδέες του πολιτικού επιστήμονα Φουκουγιάμα έχουν πάντα πίσω τους πολύ ισχυρό φιλοσοφικό φορτίο. Άς επιχειρήσουμε, παράλληλα με τα άκρως πολιτικά που λέει και πάλι τώρα (τα διαφορετικά από τα άκρως πολιτικά του 1989), να δούμε ποιές φιλοσοφικές αρχές στηρίζουν αυτόν τον πολιτικό λόγο.
Ως ορθολογιστής και Εγελιανός, αναλύοντας την άνοδο του λαïκισμού μπορεί να διακρίνει μεταξύ της πορείας της πραγματικότητας (ή του αντικειμενικού πνεύματος, όπως θα έλεγε ο παλαιός μεγάλος μέντοράς του) και του τρόπου που την αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι. Βλέπει επίσης πως τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα, όπως το σύστημα της δημοκρατίας, είναι πολύ περίπλοκα και έχουν εγγενώς πτυχές που μπορεί και να συγκρούονται μεταξύ τους: Η δημοκρατική πτυχή εναντίον της φιλελεύθερης πτυχής.
Παράλληλα, ο «τωρινός» Φουκουγιάμα, ως φιλοσοφικά ρεαλιστής και «Αριστοτελικός», βλέπει και πέρα από τα Καθ’ Έκαστον πράγματα (τα άτομα ή, το πολύ, τις οικογένειες), προς τις μεγάλες πραγματικότητες: Προς τις καθολικές έννοιες – τα Καθ’ Όλον πράγματα ή universalia. Η ανάλυσή του για την κρίση του φιλελευθερισμού και για τον λαïκισμό περιστρέφεται γύρω από ένα τέτοιο «Καθ’ Όλον πράγμα»: Την κοινωνική τάξη. Η εργατική τάξη στη Δύση, αυτή που παράγει, αντίθετα με τιςκοινωνικές ομάδες «ταυτότητας», είναι η μερίδα της κοινωνίας που βγήκε χαμένη στα χρόνια τούτα, λέει. Πέραν της οικονομικής υποβάθμισης, πλήττεται «από κοινωνικά δεινά, όπως την μάστιγα των ναρκωτικών και τις διαλυμένες οικογένειες». Στις ΗΠΑ και αλλού, κανείς δεν την εκπροσωπεί και κανείς δεν κατανοεί τα προβλήματά της. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και για μεγάλα κομμάτια μεσαίων τάξεων.
Κατά παράδοξο τρόπο, ο συντηρητικός ορθολογιστής  Φουκουγιάμα, διακρίνει καθαρά ό,τι δεν μπορούν να δουν οι αριστεροί και «πολύ» αριστεροί στοχαστές που στράφηκαν στον μεταδομισμό ή σε άλλους μεταμοντέρνους ανορθολογισμούς. Η πραγματική πολιτική πραγματικότητα δεν αποτελείται μόνον από «αφηγήσεις», «μικροφυσικές της εξουσίας», «συμβάντα», σύμβολα και«σημαίνοντα» (κενά ή γεμάτα κοπανιστό αέρα), αλλά κυρίως από τον ρεαλιστικό σκληρό πυρήνα της. Στο επίπεδο της δημοκρατίας, αφενός υπάρχει η λαϊκή βούληση και η αντιπροσώπευσή της, αφετέρου οι θεσμοί και το κράτος δικαίου με τα ατομικά δικαιώματα και τα «όρια που θέτει στην εξουσία». Και το υποκείμενο κίνητρο, που προκαλεί τη σύγκρουση μεταξύ τους, είναι η κοινωνική-ταξική δυσαρέσκεια, η οποία είναι εύλογη και νόμιμη, λέει ο Φουκουγιάμα. «Ο λαϊκισμός είναι σε τελευταία ανάλυση συνέπεια της ανισότητας· το υποκείμενο φαινόμενο είναι η ανισότητα».
Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να τα δουν οι τωρινοί φιλελεύθεροι, είτε ακραίοι μαθητές του Χάγιεκ που προσπαθούν να εξορκίσουν το Αριστοτελικό πολιτικόν ζώον, είτε μετριοπαθείς που απλώς θέλουν «δημοκρατία προσαρμοσμένη στις αγορές» (άν και σαφώς ταέβλεπαν άλλοτε, μερικοί φιλελεύθεροι παλαιομοδίτικου τύπου, σαν τον Ραλφ Ντάρεντορφ). Τα δε σοσιαλφιλελεύθερα υβρίδια χώνουν διαρκώς το κεφάλι στην άμμο – ενδεικτικό αποτέλεσμα είναι και η διαφαινόμενη τραγική κατάληξη του Μάρτιν Σουλτς. Σ’ όλους αυτούς, ο Φουκουγιάμα υπενθυμίζει: Οι καιροί ου μενετοί. Βρισκόμαστε ενώπιον «δοκιμασίας της σταθερότητας των δημοκρατικών θεσμών, δοκιμασίας της νομιμοποίησης που διαθέτουν», και το κρίσιμο διακύβευμα είναι «αν μπορούν πραγματικά να αυτο-διορθωθούν».
Γ. Ρ.

Francis Fukuyama – © Liberal Culture

1. Ο Τραμπ και η επιστροφή της κοινωνικής τάξης

 

© OpenDemocracy – Donald Trump and the return of class, an interview with Francis Fukuyama – μια συζήτηση του Francis Fukuyama με την Natalia Koulinka, 20.1.2017

 

Το 1989, o πολιτικός επιστήμονας Φράνσις Φουκουγιάμα έγραψε το δοκίμιο«Το Τέλος της Ιστορίας;» για το περιοδικό National Interest. Τότε, διακήρυξε ότι η δυτικού τύπου φιλελεύθερη δημοκρατίας θριάμβευσε: «Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μόνον το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ούτε μια παροδική και ιδιαίτερη περίοδος της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά είναι και το τέλος της ιστορίας ως τέτοιας. Δηλαδή, το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και η καθολίκευση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της διακυβέρνησης των ανθρώπων». Ωστόσο, τώρα, η εκλογική ήττα της Χίλαρι Κλίντον από τον Ντόναλντ Τραμπ για τον Φουκουγιάμασηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής λαϊκιστικού εθνικισμού
«Είναι ένα ορόσημο όχι μόνο για την αμερικανική πολιτική, αλλά για ολόκληρη την παγκόσμια τάξη πραγμάτων».
Η ανάλυση του Φουκουγιάμα συμμετέχει στη χορωδία των εμπειρογνωμόνων που επιχειρούν να εξηγήσουν το αποτέλεσμα της προεδρική εκλογής στις ΗΠΑ εμπλέκοντας δυναμικά την έννοια της κοινωνικής τάξης. Ο Φουκουγιάμα, σε αρκετές περιπτώσεις μετά τις αμερικανικές εκλογές, τόνισε χωρίς επιφυλάξεις ότι η ταξική διαίρεση έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων διαιρέσεων που σχετίζονται με την «ταυτότητα» των ανθρώπων. 
Σε ένα πρόσφατο άρθρο για την εφημερίδα Financial Times, γράφει
«Η διαίρεση σε κοινωνικές τάξεις, οι οποίες σήμερα ορίζονται από το επίπεδο της εκπαίδευσης των ατόμων, φαίνεται να έχει γίνει η μία και η πιο σημαντική κοινωνική διαχωριστική γραμμή σε αναρίθμητες κοινωνίες των βιομηχανικών χωρών και των χωρών που συμμετέχουν στις “αναδυόμενες αγορές». Εν τω μεταξύ, το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ έχει γίνει τώρα «το κόμμα που προβάλλει τις πολιτικές της ταυτότητας: Έγινε ένας συνασπισμός των γυναικών, των Αφρο-Αμερικανών, των ισπανόφωνων, των οικολόγων και της κοινότητας των ομοφυλοφίλων· έγινε κόμμα που έχει χάσει την εστίασή του στα οικονομικά θέματα».
Fukuyama (©Outside the Beltway)

[Η «ταυτότητα», υπό την μορφή της ιθαγένειας ή εθνικότητας ή φυλής έχει γίνει «εντολοδόχος» και «πληρεξούσιος» της κοινωνικής τάξης]

Natalia Koulinka: Έχει άραγε η έννοια της κοινωνικής τάξης την ευκαιρία να επιστρέψει τώρα νικήτρια τόσο στην ακαδημαϊκή όσο και στην ευρύτερη δημόσια συζήτηση;
Francis Fukuyama: Το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο. Το επιχείρημά μου είναι ότι η κοινωνική τάξη καθορίζει πράγματι τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται για την πολιτική. Η οργή εναντίον των ελίτ που αισθάνονται οι άνθρωποι, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση έχουν φοιτήσει μόνον στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και αυτά τα χρόνια δεν τα πήγαν τόσο καλά από οικονομική άποψη, έχει βάση αντικειμενική. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς δεν αυτοκατανοούνται ως μέρος του προλεταριάτου. Οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους υπό οικονομικό πρίσμα εν γένει, αλλά, μάλλον υπό «ταυτοτικό» πρίσμα και κυρίως υπό το πρίσμα της φυλετικής ταυτότητας. Έτσι, αυτό που συμβαίνειιδιαίτερα στην πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά πιστεύω επίσης και σε άλλες χώρες, είναι το εξής: Η «ταυτότητα», υπό την μορφή της ιθαγένειας ή εθνικότητας ή φυλής έχει γίνει ένας «εντολοδόχος», ένας «πληρεξούσιος» της κοινωνικής τάξης. Με λίγα λόγια, αυτές οι μορφές «ταυτότητας» είναι υποκατάστατα ταξικής ταυτότητας. 
Έτσι, σε πολλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αρέσει η Χίλαρι Κλίντον και το Δημοκρατικό Κόμμα επειδή, όπως λένε αυτοί οι άνθρωποι, είναι ένα κόμμα των μειονοτήτων – των Αφρο-Αμερικανών και ισπανόφωνων, των ομοφυλοφίλων και ούτω καθεξής. Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί και να πιστεύουν πως «όλες αυτές οι ομάδες έχουν μεγάλα πλεονεκτήματα που δεν έχω εγώ. Το σύστημα προσφέρει σ΄ αυτούς ειδική μεταχείριση, αλλά όχι σ’ εμένα, γιατί είμαι λευκή ή λευκός». Μέσω αυτής της συλλογιστικής, οι άνθρωποι αυτοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι ίδιοι έχουν γίνει η μειοψηφία που υφίσταται καταπίεση και διακρίσεις. Με άλλα λόγια, υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της βασικής πραγματικότητας, που είναι η κοινωνική τάξη, και του τρόπου που οι άνθρωποι σκέφτονται στην πράξη. Βέβαια, αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο. Θυμηθείτε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1914 οι Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές ήλπιζαν ότι όλοι οι εργαζόμενοι του κόσμου θα ενωθούν· αντ’ αυτού όμως, όλοι βάδισαν προς τα μέτωπα του πολέμου ως αντίπαλοι, ως Άγγλοι ή ως Γάλλοι ή ως Γερμανοί.Αυτό είναι ένα παράδειγμα της δύναμης που ασκεί η εθνική ταυτότητα, μολονότι η ταξική διαίρεση ασκεί επίσης μια πολύ ισχυρή δύναμη. 
   
ΝΚ: Μια εξήγηση για τη μεγαλύτερη ελκυστικότητα της εθνικής ταυτότητας μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι προσφέρεται πιο εύκολα για «μυθιστορηματικά» αφηγήματα «ρομαντικού» τύπου. Ο σοσιαλισμός ως το δόγμα της κοινωνίας με την όσο γίνεται μεγαλύτερη ισότητα, είναι πολύ πιο ανθεκτικός σε αυτό.
FF: Συμφωνώ.NK: Θα μπορούσατε να μας πείτε περισσότερα σχετικά με το ρόλο που αποδίδετε στο επίπεδο της εκπαίδευσης ως προς την ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος στις ΗΠΑ; Θέλετε να πείτε ότι είναι το χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και όχι, για παράδειγμα, οι υλικές συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων, αυτό που ευθύνεται για το εκλογικό αποτέλεσμα;
FF:  Όχι, όχι! Οι υλικές συνθήκες διαβίωσης είναι σημαντικές. Ωστόσο, το πώς τα πάει κανείς από οικονομική άποψη, το τι είδους δουλειά μπορεί κανείς να βρεί στη σημερινή αμερικανική οικονομία, είναι κάτι που εξαρτάται απολύτως από το επίπεδο της εκπαίδευσής του. Το πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδίως σε τομείς των θετικών επιστημών και των μαθηματικών, είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε μια καλή και καλά αμειβόμενη εργασία, ενώ άν δεν έχεις τέτοια μορφωτικά προσόντα δεν έχεις πολλές ελπίδες, επειδή το μεγαλύτερο μέρος των καλών θέσεων εργασίας έχει περάσει πια στον τεχνολογικό τομέα. Για να επιστρέψουμε στην συζήτηση περί πολιτικής: η εκπαίδευση επιδρά στην πολιτική στάση των ανθρώπων έμμεσα, μέσω της οικονομίας, για να διαμορφώσει τον τρόπο που οι άνθρωποι τελικά ψηφίζουν.

[Η πραγματική κρίση δημοκρατικής αντιπροσώπευσης: Κανείς δεν αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη. «Πολιτικοί επιχειρηματίες» αδράχνουν ευκαιρίες, αναλαμβάνουν ρίσκα].

ΝΚ: Πολλοί ειδήμονες συνδέουν την «Brexit» με το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως, μια πιο εμπεριστατωμένη ματιά πίσω στο παρελθόν, αποκαλύπτει και άλλα παρόμοια γεγονότα που είχαν συμβεί πολύ ενωρίτερα. Για παράδειγμα, το 1994, οι προσπάθειες για την εφαρμογή μιας νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής στη Λευκορωσία συνάντησαν τόσο ισχυρή αντίσταση, η οποία επίσης ήταν καθοριστική για το αποτέλεσμα των πρώτων προεδρικών εκλογών στη χώρα. Στο λιγότερο μακρινό παρελθόν, έρχονται επίσης στο μυαλό οι προεδρικές εκλογές στη Βουλγαρία και στη Μολδαβία. Όλες αυτές οι περιπτώσεις μας λένε την ίδια ιστορία, αλλά για κάποιο λόγο, είχαμε επιλέξει να τις αγνοήσουμε. Φαίνεται πως εσείς υποδεικνύετε ένα παρόμοιο πρόβλημα. «Το πραγματικό ερώτημα», γράφετε στους Financial Times, «δεν θα ‘πρεπε να είναι γιατί ο λαϊκισμός γνώρισε άνοδο το 2016, αλλά γιατί χρειάστηκε τόσος πολύ καιρός για να γίνει πρόδηλος» Πώς θα απαντούσατε σεις ο ίδιος σ’ αυτό το ερώτημά σας;
FF:  Στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει ένας πολιτισμός του «πολιτικώςεπιχειρείν», που απαιτεί από τους πολιτικούς να πείθουν τους ανθρώπους ότι οι πολιτικοί είναι σε θέση να τους εκπροσωπούν, ότι κατανοούν τα προβλήματα τους και ότι θα διορθώσουν αυτά τα προβλήματα. Μέσα σε τούτο το πλαίσιο,αυτό που επισήμανα ήταν το εξής: Κανένας υποψήφιος, είτε από το ένα κόμμα, είτε από το άλλο, δεν το έκανε αυτό πραγματικά για την εργατική τάξη. Οι Δημοκρατικοί είχαν χάσει την επαφή με την εργατική τάξη εδώ και πολύ καιρό.Όσο για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, αυτό ουσιαστικά κυριαρχείται από την Αμερική των μεγάλων εταιριών.

Αυτό που συμβαίνει στην πολιτική, για να το πούμε με απλά λόγια, είναι το εξής. Οι «επιχειρούντες πολιτικώς» αδράχνουν την εκάστοτε ευκαιρία για να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα. Αρχίζουννα απευθύνονται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, και τότε, εντελώςξαφνικά, ολόκληρη αυτή η ομάδα συνειδητοποιεί ότι «ναι, είμαστε θύματα του συστήματος! Ναι, οι ελίτ συνωμοτούν εναντίον μας!». Νομίζω Αυτό έκανε, νομίζω, ο Ντόναλντ Τραμπ. Το ίδιο πράγμα είχε συμβεί, για παράδειγμα, στη Σερβία. Γιατί η Σερβία εξελίχτηκε με πολύ χειρότερο τρόπο σε σύγκριση μεάλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης; Νομίζω ότι ο Μιλόσεβιτς ήταν και αυτός ένας «πολιτικός επιχειρηματίας» που διέκρινε τη μεγάλη ευκαιρία [και ανέλαβε το αντίστοιχο ρίσκο] να εμφυσήσει θυμό στους ανθρώπους για την κατάσταση των Σέρβων και να τους κάνει όλους να κινητοποιηθούν. Έτσιανήλθε στην εξουσία. Ωστόσο, αυτό δεν είναι καθόλου αναπόφευκτο. Μερικές φορές τα γεγονότα εξελίσσονται προς αυτή την κατεύθυνση, άλλες φορές όχι.

[Δεν τους νοιάζει που ο Τραμπ είναι πλούσιος, όπως κανείς δεν σκεφτόταν την αριστοκρατική καταγωγή του Ρούσβελτ και μετρούσε μόνον το New Deal].

ΝΚ: Δεν είναι μια τραγωδία για τους ανθρώπους της εργατικής τάξης το να αποδέχονται έναν δισεκατομμυριούχο ως εκπρόσωπό τους;

FF: Δεν νομίζω ότι αυτό μετράει. Πολύ περισσότερο μετράει το μήνυμα. Δεν νομίζω ότι τους νοιάζει αν ο ίδιος ως πρόσωπο είναι πλούσια. Θέλω να πω, ότι στο θέμα αυτό είναι ακριβώς όπως ήταν το 1930, όταν ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ (Franklin Roosevelt) τέθηκε επικεφαλής ενός λαϊκίστικου κινήματος για να δημιουργήσει το σύγχρονο κράτους πρόνοιας και επιτέθηκε εναντίον της Wall Street και όλων αυτών των μεγάλων τραπεζών. Και ταυτόχρονα, αυτός ο ίδιοςήταν μέλος της αριστοκρατίας, καταγόταν από πλούσια οικογένεια, είχε λάβειπάρα πολύ καλή ανατροφή και μόρφωση. Παρ’ όλα αυτά άρεσε στον λαό, επειδή όλοι σκέφτηκαν ότι κατανοεί τα προβλήματά τους και τουςεκπροσωπούσε πραγματικά. Να το επαναλάβω: δεν νομίζω ότι τους νοιάζειπραγματικά η προσωπική περιουσία του Τραμπ.
Ντόναλντ Τραμπ, Βίκτορ Ορμπάν (© Hungarian Free Press)
[Λαϊκή βούληση και λαϊκές επιλογές, θεσμοί και κράτος δικαίου, στρέβλωση της δημοκρατίας, μη πλήρης αντιπροσώπευση].
ΝΚΓράφετε το εξής: «Στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Ευρώπη και μια σειρά από άλλες χώρες, η δημοκρατική πτυχή του πολιτικού συστήματος σηκώνει κεφάλι εναντίον της φιλελεύθερης πτυχής, και απειλεί να χρησιμοποιήσει την εμφανή της νομιμοποίηση για να σπάσει τους κανόνες που μέχρι τώρα περιορίζουν τις πολιτικές συμπεριφοράς και σταθεροποιούν έναν κόσμο ανοικτό και ανεκτικό». Εννοείτε ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι δημοκρατίας;
FF: Όχι, όχι δύο τύπους δημοκρατίας, αλλά δύο μεγάλες συνιστώσες της, δύο συστατικά στοιχεία της. Η δημοκρατική πτυχή της έχει να κάνει με τις εκλογές και γενικά τις λαϊκές επιλογές, ενώ η φιλελεύθερη συνιστώσα της αφορά το κράτος δικαίου, την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, και άλλα τέτοια πράγματα. Πεποίθησή μου είναι, ότι για να έχουμε πλήρη φιλελεύθερη δημοκρατία, πρέπει να έχουμε και τις δύο αυτές συνιστώσες. Για να το θέσωδιαφορετικά: οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να επιλέγουν, όμως οι επιλογέςτους πρέπει να περιορίζονται από το νόμο και από μια ορισμένη κοινά αποδεκτή κατανόηση των ορίων της πολιτικής. Βλέπω ότι ο λαϊκισμός πιέζει ενάντια σ’ αυτό. 
Δείτε, για παράδειγμα, τις περιπτώσεις με τα μέσα ενημέρωσης. Σ’ όλες αυτές τις χώρες όπου επικρατεί ο λαϊκισμός, ένας από τους πρώτους στόχους του είναιο Τύπος. Το πρώτο πράγμα που θέλουν να κάνουν κυβερνήσεις, κατά τα άλλα εκλεγμένες από τον λαό με το ένα ή με το άλλο είδος  δημοκρατικής πλειοψηφίας, είναι να κλείσουν τις επικριτικές φωνές των μέσων ενημέρωσης.Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί εξαίρεση. Στη συνάντησή του με την εφημερίδα New York Times, άρχισε να μιλά για στρεβλωμένα μέσα ενημέρωσης. Μου φαίνεται πολύ παρόμοιο με όσα κάνει ο Ερντογάν στην Τουρκία, ο Πούτιν στη Ρωσία και ο Ορμπάν στην Ουγγαρία.
ΝΚ: Άν τη συγκρίνουμε με την φιλελεύθερη συνιστώσα, πόσο μεγάλη είναι η δημοκρατική πλευρά της «φιλελεύθερης δημοκρατίας»;
FFΝομίζω ότι οι εκλογές απέδειξαν πως η φιλελεύθερη δημοκρατία είναιβασικά δημοκρατική, μολονότι έχουμε σοβαρό πρόβλημα με το χρήμα στην πολιτική, πράγμα που, νομίζω, οι πολλοί Αμερικανοί το βλέπουν όντως ωςπρόβλημα. Ωστόσο, εάν το χρήμα θα μπορούσε πραγματικά να καθορίσει τοαποτέλεσμα των εκλογών, τότε ο Τζεμπ Μπους (Jeb Bush) θα έπαιρνε το χρίσμα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών, ενώ ο Μπέρνι Σάντερς (Bernie Sanders), δεν θα είχε καμία πιθανότητα ενάντια στη Χίλαρι Κλίντον. Ωστόσο, ο Σάντερς τα πήγε εξαιρετικά καλά και θα μπορούσε κάλλιστα να νικήσει στην εσωκομματική αναμέτρηση την Χίλαρι Κλίντον, ενώ τελικά εξελέγη πρόεδρος ο Ντόναλντ ΤραμπΑυτό το τελευταίο δεν συνέβη επειδή ο Τραμπ ξόδεψεμεγάλο μέρος της προσωπικής περιουσίας του για την προεκλογική εκστρατεία.Στην πραγματικότητα ξόδεψε σχετικά λίγα. Όλα αυτά αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, ότι, σε τελευταία ανάλυση, αυτός που αποφασίζει ακόμη είναι οΑμερικανικός λαός. 
Ταυτόχρονα έχω να πω ότι το χρήμα στην πολιτική διαστρεβλώνει την εκπροσώπηση της λαϊκής βούλησης, δίνοντας σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες περισσότερη πολιτική επιρροή από άλλες. Όμως αυτό ισχύει στις περισσότερες χώρες. Θέλω να πω, οι φτωχοί άνθρωποι στις περισσότερες χώρες έχουν πολύ μικρή πολιτική δύναμη, επειδή δεν ξέρουν πώς να οργανωθούν και πώς να πιέσουν για τα δικά τους συμφέροντα. Αντίθετα, οι εταιρείες, τα εργατικά συνδικάτα και πολλές άλλες ομάδες, είναι καλά οργανωμένες και ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν το πολιτικό σύστημα προς όφελός τους. Αυτό ακριβώςτεκμηριώνει την επιχειρηματολογία μου ότι το σύστημα δεν είναι πλήρως αντιπροσωπευτικό. Παρ όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου εξακολουθεί να παραμένει δημοκρατικό.
Η Ναταλία Κούλινκα παρακολουθεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Σάντα Κρουζ). Σπούδασε στη Σχολή Δημοσιογραφίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Λευκορωσίας, στο οποίο δίδαξε για αρκετά χρόνια. Το 2008 έλαβε την υποτροφία Knight για μεταπτυχικές σπουδές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ – Καλιφόρνια, όπου είναι συνιδρύτρια του Ερευνητικού Κέντρου Stanford Post-Soviet Post.
________________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s