Επτά μερόνυχτα με μια αγαπημένη και μανιοκαταθλιπτική γειτόνισσα …


Αποτέλεσμα εικόνας για λιμνη των ιωαννινων

Υπάρχει μια βασική αρχή την οποία τηρώ πάντα και μου βγαίνει πάντα σε καλό.

Σύμφωνα με αυτήν την σοφή αρχή αν πηγαίνεις με το ρεύμα,  θα σε ξεβράσει πνιγμένο στη θάλασσα.

Έτσι , λοιπόν, όταν οι άλλοι  φεύγουν για τριήμερο εγώ έρχομαι.

Όταν οι άλλοι έρχονται ξεθεωμένοι από διακοπές εγώ πάω.

Όταν οι άλλοι τρώνε ψητό  αρνί εγώ τρώω κόκορο παστιτσάδο.

Όταν οι άλλοι πάνε στο βουνό εγώ πάω στην θάλασσα.

Επιδιώκω συνειδητά να είμαι στην απέναντι λωρίδα από τους «άλλους»  (που ως γνωστόν φταίνε για όλα) .

Οι «άλλοι» σιχαίνονται τους βατράχους.

Αυτός είναι και ο λόγος που βρίσκομαι καλοκαιριάτικα σε ένα νησάκι στη μέση μιας λούμπας που οι Γιαννιώτες την λένε «λίμνη».

Σε αυτό το νησάκι (χωρίς αυτοκίνητα), κάτω από τα πλατάνια βρίσκομαι μπροστά σε μια πιατέλα με τηγανιτά βατραχοπόδαρα , χέλια και καραβίδες του γλυκού νερού με συνοδεία παγωμένου ηπειρώτικου τσίπουρου.

Στην υπόλοιπη Ήπειρο τρώνε κοντοσούβλια και παϊδάκια πρωί μεσημέρι βράδυ.

Στη μέση τσι λούμπας ισχύουν άλλοι νόμοι.

Γι αυτό ήρθα.

Εδώ κόψανε το κεφάλι του Αλή Πασά και φαίνεται ότι από τότε έχει μείνει ως έθιμο να αποκεφαλίζουνε καρλάκους και να τηγανίζουνε τα ποδάρια τους.

Από μικρός είχα να φάω καρλακοπόδαρα. Ο Πατέρας μου τα έπιανε στο ποτάμι με πιρούνι (δεμένο σε καλάμι)  και μου τάψηνε σαν σουβλάκι.  Φοβερός μεζές. Τηγανισμένα με αλεύρι χάνουν πολύ. Ποιός κάθετε όμως να ψήνει;

Σκέφτομαι ότι μια καλή μπίζνα θα ήταν να φτιάξει κάποιος που έχει όρεξη μια ψαροταβέρνα στο Μέτσοβο.

Να τηγανίζει μαρίδες και να λέει ότι τις ψάρεψε στη γέφυρα της Μπαλτούμας.

Η ακόμα να ανοίξει ένα μαγαζί και να πουλάει είδη θαλάσσης  . 

Να γίνει, λέει,  μόδα στους ορεσίβιους και να βλέπεις να κάθονται στην πλατεία του Μετσόβου αρειμάνιοι μυστακοφόροι κτηνοτρόφοι με αγκλίτσες   που αντί για τα άβολα και χοντροκομμένα τσαρούχια τους να φοράνε βατραχοπέδιλα.

Τα Γιάννενα την Κυριακή του καλοκαιριού είναι μια πόλη φάντασμα . 

Οι  Ηπειρωτοπούλες λιάζονται με στρίγκ  στις αμμουδιές του Μούρτου και της Πρεβέζης (εκεί που ξέβρασε το κύμα τον Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει στα αλήθεια).

Τις καλλίγραμμες Ηπειρωτοπούλες μοιραία ακολουθούν πειθήνια ιδρωμένοι Ηπειρώτες μεταφέροντας αγόγγυστα ομπρέλες καρεκλάκια καπέλα και ταπεράκια με κοντοσούβλια.

Λίγο πιο πέρα είναι η Αχερουσία λίμνη αλλά κανείς ζωντανός δεν θέλει να την σκέφτεται.

Άλλωστε η Αχερουσία λίμνη δεν υπάρχει πια. Μόνο στην μέση μια λίμνης με καλαμπόκια υπάρχει ένας λοφίσκος όπου οι αρχαίοι υμών πρόγονοι (λέμε τώρα) είχανε στήσει μια φοβερή μπίζνα.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει ένα «Ιερό» και από κάτω ένα πέτρινο και σκοτεινό υπόγειο.

Ερχότανε οι πλούσιοι Αρχαίοι κουτοαθηναίοι  και κλείνανε ένα ξύλινο και πανάκριβο μπαγκαλόους  στις πλαγιές του μικρού αυτού νησιού για να μιλήσουν με τους νεκρούς τους.

Τους αφήνανε είκοσι μέρες νηστικούς στην αναμονή και λίγο πριν αφήκουνε την αποξυλή τους εκεί τους κατεβάζανε στο σκοτεινό υπόγειο όπου  τους κερνούσαν ένα σφηνάκι νερό με μια άσπρη σκόνη μέσα.

Υπό αυτάς τα συνθήκας, όχι τους νεκρούς σου βλέπεις,  αλλά και το Χριστό φαντάρο.

Περιμένω καρτερικά  στην ουρά του ταμείου του μουσείου της Αχερουσίας.

Στο τζάμι είναι κολλημένο ένα χαρτί όπου με ενημερώνει ότι  το εισιτήριο κάνει δεκαπέντε ευρώ (εκτός από τα «μικρά παιδιά και τους άνω των εξήντα πέντε» όπου εκεί πέφτει όλο με μίας στα οχτώ).

Ζητάω εισιτήριο των οχτώ.

Με κοιτάει καχύποπτα.

-«Πόσο ετών είστε κύριε;»

-«Εξηναέξι» απαντώ.

-«Δεν φαίνεστε»

-»Μικροδείχνω»

Χαμογελάει  
-«Από πού είστε;»

-«Κερκυραίος»

-« ..Και ήρθατε από την Κέρκυρα καλοκαιριάτικα εδώ!;»

-« Να ξέρω το δρόμο… μην ψάχνουμε την τελευταία στιγμή.»

Βάζει τα γέλια  και μου δίνει εισιτήριο των οχτώ.

-«Παλιά για να περάσεις την Αχερουσία ήθελες έναν οβολό.  Πως ακρίβυνε έτσι η ζωή!» Μονολογώ και ο ταμίας συνεχίζει τα γέλια.

Όταν λέμε «κόντρα στο ρεύμα» το εννοούμε.

Έτσι ξεκίνησα να ανέβω τον Αχέροντα  με το σακίδιο μου  πάνω από το κεφάλι ωσάν τον Συλβέστερ Σταλόνε στο «Χαμηλό Βαρομετρικό».

Όλα πήγαινα καλά μέχρι που μουπεσε το κινητό στο νερό και αναγκάστηκα να ρίξω μακροβούτι.

Μέχρι και κάτι Σκανδιναβοί τουρίστες με κοιτάζανε με ανυπόκριτο θαυμασμό να βγαίνω  μελανιασμένος από τα παγωμένα νερά του Αχέροντα.

Στο Γλυκή είχε πανηγύρι το βράδυ και ο δρόμος ήτανε γεμάτος ψησταριές με κοντοσούβλια.

Έβαλα το κινητό μου στη σχάρα να στεγνώσει και παρήγγειλα καφέ.

Εκεί απέναντι στην Γέφυρα του Γλυκή τα παλιά χρόνια οι Σουλιώτες ειχανε στήσει μια χοντρή μπίζνα που καθιερώθηκε παντού μέχρι τις μέρες μας.

Σταματάγανε τα καραβάνια του Αλή Πασά που πηγαίνανε στα Γιάννενα φορτωμένα με εμπορεύματα και τους παίρνανε διόδια.

Ο Πόλεμος του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες έγινε λόγω της αύξησης των διοδίων.

Εκείνα τα χρόνια ο δρόμος ήταν Πάργα- Γλυκή- Παραμυθιά- Δωδώνη-Γιάννενα.  

Λίγο που τον εκλέβανε οι Παργινοί στο Τελωνείο. Λίγο που του τα παίρνανε χοντρά στα διόδια στο Γλυκή, ο Αλή Πασάς αντιμετώπιζε πρόβλημα αύξησης στις τιμές των προϊόντων χωρίς να φάει χωρίς να πιει.

Έτσι λοιπόν έκανε μια συμφωνία με τους Άγγλους τσι «Κέρκύραςμας». Ξαπόστειλε τσου Παργινούς τσου Κορφούς και εξασφάλισε επίσης να μην πουλήσουνε ούτε βόλι  οι Άγγλοι τσου Σουλιώτες.

Οι Σουλιώτες έχασαν τα διόδια και κατάντησαν να έρθουν και αυτοί τσου κορφούς και να κλέβουν κοτέτσια.

Αν έμπαινες τότες ντυμένος στο Αρβανιτοκάναλο,  έβγαινες από την άλλη μεριά ξεβράκωτος.

Τα παραμύθια με χορούς του Ζαλόγγου είναι για εθνικές επετείους.

Αν διαδοθεί τώρα στο Λιστόν ότι «έρχονται οι Τούρκοι να μας γαμήσουν» ,   πρώτες θα κατέβουν στη Σπηλιά να πιάσουν θέση οι μεταμοντέρνες Σουλιωτοπούλες που σουλατσάρουν με τον κώλο έξω τσι Κάρτελάκουες.

Στέγνωσε το κινητό. Ψηθήκανε και τα κοντοσούβλια. Βάζω την κάρτα και αρχίζει να τηλεφωνάει μόνο του.

Πάμε για άλλο κινητό .

Θα χάσω και τις πολύτιμες επαφές μου.

Το πανηγύρι μόλις αρχίζει.

Στην Ήπειρο παίζουν ένα είδος κλαρίνου (δική τους πατέντα μάλλον) που παίζει μόνο μινόρε.

Και το Τζάκ Πότ στο Λόττο να έχεις κερδίσει σούρχεται να βάλεις τα κλάματα.

Αυτή η αξιαγάπητη γειτόνισσα κλαίει ασταμάτητα υπάρχει δεν υπάρχει λόγος.

Κλαίει σε γάμους .

Κλαίει σε βαφτίσια .  

Κλαίει σε κηδείες.

Κλαίει σε πανηγύρια.

Κλαίει σε δεξιώσεις.

Κλαίει στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Κλαίει όταν έχει λεφτά.

Κλαίει και αδέκαρη.


Δεν μοιάζουμε. Είναι αλήθεια. Αλλά δύσκολα την αντιπαθείς.


Από:http://iltrovator.blogspot.gr/2017/07/blog-post.html

Μνήμη και νοσταλγία: Χαρτογραφώντας το παρελθόν…


«Ε­σύ που γιορ­τά­ζεις το πα­ρελ­θόν,
που ε­ξε­ρεύ­νη­σες το πε­ρί­γραμ­μα,
την ε­πι­φά­νεια των φύλ­λων, την εκ­δή­λω­ση της ζω­ής,
που α­ντι­με­τώ­πι­σες τον άν­θρω­πο ως δη­μιούρ­γη­μα
της πο­λι­τι­κής, του πλή­θους, των νο­μο­θε­τών και των ιε­ρέ­ων.
Ε­γώ, κά­τοι­κος της Alleghanies, βλέ­πο­ντάς τον ό­πως εί­ναι με τα δι­κά του δί­καια,
πα­τώ­ντας στον σφυγ­μό της ζω­ής που σπά­νια εκ­δη­λώ­θη­κε (η με­γα­λειώ­δης πε­ρη­φά­νια του αν­θρώ­που στον ε­αυ­τό του),
Υ­μνη­τής της Προ­σω­πι­κό­τη­τας,
σχε­διά­ζω ό­σα εί­ναι να γί­νουν,
προ­βάλ­λω την ι­στο­ρί­α του μέλ­λο­ντος».

Walt Whitman, Σ’ έναν ιστορικό (1860)

Έχουμε πολλές φορές επισημάνει την αξία της μνήμης για την ανάδειξη της αλήθειας (μη λήθη) μέσα σε μια αναρχική προοπτική. Θα θέλαμε να περάσουμε, όμως, και σε μια άλλη διάσταση της μνήμης, τη νοσταλγία, γιατί θεωρούμε ότι είναι μια διαφορετική λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού, αλλά και γιατί μπορεί να έχει και εναλλακτικές λειτουργίες για τους καλοθελητές τής εξουσίας. Η νοσταλγία εκκινεί πολλές φορές από ατομικές αναμνήσεις. Η ίδια η ουσία της λέξης, τα συστατικά της, ο νόστος (=επιστροφή) και το άλγος (=πόνος) φανερώνουν το πόσο επίπονη διαδικασία είναι η επιστροφή σε ένα προσωπικό σύμπαν που, σχεδόν πάντα, έχει με το πέρασμα του χρόνου, μεταβληθεί. Σα να ξαναβρίσκουμε μέσα σε ένα ξεχασμένο ντουλάπι παλιά μας παιχνίδια, που μας θυμίζουν όσα πέρασαν ανεπιστρεπτί. Γι’ αυτό, η επιστροφή έχει τόσο πόνο· ακριβώς για τη μοναδικότητα της εμπειρίας.

Προσωπική και συλλογική νοσταλγία

Η προσωπική νοσταλγία συχνά προσθέτει και στοιχεία που νιώσαμε και δεν είναι απαραίτητο να συνέβησαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως τα ανακαλούμε. Αν οι αναμνήσεις μας ήταν ζυμάρι, η νοσταλγία θα τις είχε ζυμώσει, αφαιρώντας ό,τι δεν ταιριάζει στην προσωπική μας αφήγηση και θα είχε πετάξει όσα δεν ταίριαζαν, για να φτιάξει το δικό της ψωμί. Το περιττό υλικό που πετιέται, όμως, συνέβη, ακόμη κι αν εμείς θέλουμε να το αρνούμαστε. Αν κάποιος επιλέγει να προτιμά τις προσωπικές του αυταπάτες, εφ’ όσον αυτό δεν το κάνει, για να εκμεταλλευτεί ανθρώπους και καταστάσεις, είναι ένα προσωπικό ζήτημα, που αφορά τον ίδιο και το στενό του κοινωνικό περιβάλλον. Πολλές φορές βοηθάει να βρει ο καθένας μέσα από τη νοσταλγία τις προσωπικές του ισορροπίες. Ίσως, να λειτουργεί εξισορροπητικά, ομοιοστατικά, όπως λένε και οι ψυχολόγοι, στις εξωτερικές απειλές.

Όταν όμως η νοσταλγία, ως διαδικασία, γίνεται ομαδική, τότε προκύπτουν συλλογικές αυταπάτες, που δεν είναι τόσο αθώες. Κι αυτό γιατί η συλλογική νοσταλγία, τις περισσότερες φορές, προσθέτει και αφαιρεί στοιχεία, που βοηθούν μια εξουσία να εξισορροπήσει στον θρόνο της. Σε νοσταλγικές διαθέσεις βασίστηκαν τα σύγχρονα εθνικά κράτη (συγκέντρωσαν στοιχεία από το παρελθόν, συρράπτοντας πλαστές ομοιότητες σε ομάδες ανθρώπων), αλλά και νοσταλγικές διαθέσεις οδήγησαν στους εθνικισμούς του 20ου αιώνα, που θέλησαν να ανακαλέσουν μία κατά φαντασία ανώτερη φυλή. Έτσι, η νοσταλγία μετατρέπεται σε συλλογική ψύχωση. Παίρνει τις διαστάσεις της επανόρθωσης. Μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να ανακτήσει την χαμένη της τιμή μέσα από διάσπαρτες μνήμες, που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν να σταθεί πάλι στα πόδια της· συμβάλλει σε ένα είδος ανάστασης. Η κατεστραμμένη ολοκληρωτικά Γερμανία μετά την πρώτη παγκόσμια ανθρωποσφαγή νοστάλγησε ακόμη και το μυθικό της παρελθόν, προκειμένου να αντιστρέψει το παιγνίδι και από τα συντρίμμια ν’ αναδειχτεί ως μεγάλη αυτοκρατορία.

Συνέχεια

Καπιταλισμός και προκατάληψη…


Οταν όμως τα χαρτονομίσματα είχαν αρχίσει να γεμίζουν την αγορά, η Κεντρική Τράπεζα θυμήθηκε ότι η φράση ανήκει στην Κάρολιν Μπίνγκλεϊ, την ηρωίδα της Τζέιν Οστεν η οποία μισούσε την ανάγνωση αλλά περιφερόταν στα πάρκα με ένα βιβλίο στο χέρι για να «τυλίξει» τον πάμπλουτο κύριο Ντάρσι και να τον παντρευτεί.

Αν βέβαια ο Αγγλος κεντρικός τραπεζίτης είχε διαβάσει με σχετική σοβαρότητα τα βιβλία της Τζέιν Οστεν, θα είχε ακόμα ένα λόγο να ανησυχεί, καθώς ενέκρινε την κυκλοφορία του νέου χαρτονομίσματος. Η εποχή που περιγράφει στο έργο της η Βρετανίδα συγγραφέας χαρακτηρίζεται από γιγαντιαίες οικονομικές ανισότητες, οι οποίες δυστυχώς επιστρέφουν όχι μόνο στη Γηραιά Αλβιώνα αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Στο βιβλίο του «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα» ο οικονομολόγος Τομά Πικετί χρησιμοποιεί τα έργα της Τζέιν Οστεν, όπως και του Μπαλζάκ, για να συγκρίνει τη δομή και τη λειτουργία του κεφαλαίου από τις αρχές του 18ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας.

Αντί να εστιάζει όμως στις δαντέλες, τις πολυτελείς επαύλεις και τις ρομαντικές περιπέτειες των χαρακτήρων, παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία της εποχής καταγράφει με ακρίβεια ορκωτού λογιστή τα περιουσιακά στοιχεία των ηρώων. Η Οστεν μάς παρουσιάζει με κάθε ευκαιρία το ύψος των εισοδημάτων και περιουσιών που διαθέτουν οι διάφοροι χαρακτήρες, εξηγεί ο Πικετί, γιατί έτσι μπορούσε να επισημάνει στον αναγνώστη «σαφώς προσδιορισμένες κοινωνικές θέσεις».

Είναι πολύ δύσκολο για τους εύπορους να είναι και ταπεινοί

Από το βιβλίο «Εμμα» της Τζέιν Οστεν

Σε αντίθεση με τον Κάρολο Ντίκενς, ο οποίος μια λογοτεχνική γενιά αργότερα (γεννήθηκε πέντε χρόνια πριν από τον θάνατο της Τζέιν Οστεν) περιγράφει τη βρετανική κοινωνία από την πλευρά των εξαθλιωμένων εργατών της καπιταλιστικής παραγωγής, η Οστεν καταγράφει τη ζωή των «ραντιέρηδων», όσων δηλαδή ζούσαν πλουσιοπάροχα συλλέγοντας απλώς τις προσόδους από την περιουσία τους (κυρίως έγγεια ιδιοκτησία ή χρεόγραφα του Δημοσίου).

Στο «Λογική και Ευαισθησία» η πλοκή εκτυλίσσεται γύρω από τις προσόδους που καρπώνεται ο ήρωας Τζον Ντάσγουντ από το τεράστιο κτήμα που κληρονομεί αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αποκλείει τις ετεροθαλείς αδελφές του Ελινορ και Μάριαν, οι οποίες αρκούνται στους τόκους του μικρού κεφαλαίου που τους άφησε ο πατέρας τους με τη μορφή χρεογράφων. Προσοχή όμως, μας προειδοποιεί ο Τομά Πικετί, οι ομοιότητες της σημερινής οικονομίας με τα έργα της Τζέιν Οστεν και του Μπαλζάκ είναι πολύ περισσότερες απ’ όσες θέλει να παραδεχτεί ένας φιλελεύθερος καπιταλιστής.

Στο βιβλίο της «Μάνσφιλντ Παρκ», η Τζέιν Οστεν μάς διηγείται πως ο θείος τής Φάνι, ο σερ Τόμας, ταξιδεύει διαρκώς στις Αντίλες για να διαχειρίζεται τις φυτείες (και τους σκλάβους του), σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που οι σημερινές πολυεθνικές συνδέουν την κερδοφορία τους με επενδύσεις στην Κίνα και το εξαθλιωμένο εργατικό της δυναμικό. Για τα σημερινά δεδομένα ο σερ Τόμας ανήκει στο 1% (για την ακρίβεια στο 0,1%) που ελέγχει το μεγαλύτερο τμήμα του παραγόμενου πλούτου.

Σε όλο το έργο του, ο Πικετί διαλύει την κυρίαρχη πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός μοιράζει τους καρπούς του σε όλους –ψευδαίσθηση που δημιουργήθηκε στα χρόνια της εκρηκτικής μεταπολεμικής ανάπτυξης, η οποία αποτέλεσε όμως την εξαίρεση στην ιστορία του συστήματος. Ο ίδιος μάς προειδοποιεί ότι χωρίς μια ισχυρή αναδιανεμητική πολιτική από την πλευρά του κράτους το σύστημα δημιουργεί αντιδημοκρατικές ολιγαρχίες –ακριβώς όπως αυτές που περιέγραφε η Τζέιν Οστεν.

Παρά το γεγονός ότι ο Πικετί αποτυγχάνει, όπως τον κατηγόρησε ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, να εξηγήσει τον βαθύτερο μηχανισμό δημιουργίας των ανισοτήτων (αφού δεν θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με τη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας), το έργο του μας εξηγεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι το σημερινό χάσμα ανάμεσα στα εισοδήματα των πλουσίων και των φτωχών μάς φέρνει πίσω στη βικτοριανή εποχή.

Τα βιβλία της Τζέιν Οστεν, λοιπόν, δεν είναι εικόνα από το παρελθόν αλλά από το παρόν και το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, που βυθίζεται σε τρομακτικές ανισότητες και πνίγει κάθε έννοια δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής για να διασώσει την κυριαρχία του 1%.

Και η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας φρόντισε να μας το θυμίσει τοποθετώντας το πρόσωπο της συγγραφέως στο χαρτονόμισμα των δέκα λιρών –συμπτωματικά όσο πληρώθηκε και η ίδια από την κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου.

INFO

Διαβάστε:
Το κεφάλαιο τον 21ο αιώνα (εκδόσεις Πόλις)

Ο Τομά Πικετί σε ένα μνημειώδες έργο για τις οικονομικές ανισότητες των τελευταίων αιώνων. Δυστυχώς, όπως επισήμανε ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, καταλήγει σε λάθος συμπεράσματα αφού δεν διάβασε ποτέ το «Κεφάλαιο» του Μαρξ.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 22/7/2017


Από:http://info-war.gr/kapitalismos-ke-prokatalipsi/

Είμαι ναρκομανής, γερμανοτσολιάς και ηλίθιος …


Dimitris_Apostolakis

Η  λέξη ‘ λαός ‘ προσδιορίζει μια- ούτως ή άλλως- φαντασιακή κατηγορία.  Το  κάθε σύνολο, το φέρνω στο μυαλό μου σαν  τις καλύτερες στιγμές του. Τον Έλληνα τον φαντάζομαι σαν τον Καζαντζάκη και σαν τον Καβάφη κι όχι σαν τον δικτάτορα Παπάγο. Το Ρώσο σαν τον Πούσκιν και το Ντοστογιέφσκι κι όχι σαν τον ολιγάρχη Αμπράμοβιτς . Το Γερμανό σαν τη Ρόζα Λούξενμπουργκ, σαν τον Αïνστάιν  και σαν το Χέγκελ κι όχι σαν τον Χίτλερ. Τον αρχαίο Αθηναίο σαν το Σωκράτη κι όχι σαν τους δικαστές του. Είναι το κόλπο μου για να μην αυτοκτονήσω. Να χαίρομαι με τις ιερές μειοψηφίες αντί να βρίζω τις πλειοψηφίες και τους αρχηγούς τους. Ο κάθε λαός είναι οι κορυφές του πνεύματός του κι όχι οι γελοίοι σατραπίσκοι του.

Η μόδα της εποχής στην Ελλάδα είναι η δαιμονοποίηση του γερμανικού ‘λαού’ κι όχι η εκ βάθρων κριτική του καπιταλιστικού οικοδομήματος , μέρος του οποίου είμαστε κι εμείς.     Πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε: στην αρχαία Ρώμη οι Χριστιανοί, στη βυζαντινή αυτοκρατορία οι Βογόμιλοι, στην δυτική αυτοκρατορία οι Καθαροί, στο μεσαίωνα οι ορθολογιστές επιστήμονες, τους τέσσερις τελευταίους αιώνες οι Εβραίοι, τις τελευταίες  δεκαετίες οι κομμουνιστές, οι αναρχικοί, οι τρομoκράτες.  Στις μέρες μας, ο εχθρός είναι οι μουσουλμάνοι για τους αμόρφωτους δυτικούς, οι δυτικοί για τους αμόρφωτους μουσουλμάνους, οι γερμανοί για τους αμόρφωτους έλληνες και οι έλληνες για τους αμόρφωτους γερμανούς.

Δέχτηκα δριμεία και ατεκμηρίωτη- προσωπική- επίθεση (βλ. συνέντευξη στο in.gr):

1) ότι καταναλώνω ουσίες
Απάντηση:  μου προμηθεύει χασίσι ο Βαμβακάρης,  αψέντι ο Ρεμπώ και  ηρωίνη ο Μπάροουζ . Τρελή μαστούρα!
2) ότι είμαι μέρος του συστήματος
Απάντηση:  Προσκαλώ  τον οιονδήποτε να επισκευτεί  την πολυτελή βίλα μου (ενοίκιο 250 ευρώ), διαστάσεων  3×3 μέτρων, να πιούμε μια τσικουδιά μαζί.( Όποιος βρει δεύτερο ζευγάρι παπούτσια ή δεύτερο μπουφάν, να τα απαλλοτριώσει, δια συνοπτικών διαδικασιών). Είμαι αυτοεγκλεισμένος τώρα και 10 χρόνια. Δε σκοπεύω  να βγώ τις προσεχείς δεκαετίες.
3) ότι αγνοώ (!!!) τον  πρόσφατο παγκόσμιο πόλεμο
Απάντηση: Οι γονείς μου ήταν παιδιά στην κατοχή και μου μετέδωσαν όλη τη φρίκη του πολέμου. Είπα  περιληπτικά, ότι τα πολτισμικά επιτεύγματα δίνουν τη σκυτάλη, πολλές φορές, σε συλλογικούς ναρκισσισμούς, που είναι άκρως επικίνδυνοι. Για παράδειγμα, την πρωτοφανή πολιτισμική έξαρση στην Ελλάδα τον 5ο  π.Χ. αιώνα, τη διαδέχεται μια περίοδος 150 χρόνων  που έλαβαν χώρα 100 πόλεμοι.

Όλες οι ελληνικές  πόλεις ενεπλάκησαν και αποδυναμώθηκαν. Ήταν ένας παγκόσμιος πόλεμος διαρκείας, για τα μέτρα της εποχής εκείνης και μάλιστα με τρομερές ακρότητες (διαβάστε πως συμπεριφέρθηκαν οι Αθηναίοι στους κατοίκους της Μήλου).

Επίσης, βαριέμαι να παλεύω για τα αυτονόητα. Ίσως, κάποια μέρα, πρόσωπο με πρόσωπο ( έτσι καθαρίζω εγώ τους λογαριασμούς μου), σας εξηγήσω την άποψη μου, για την ανάδυση του γερμανικού υπερεθνικισμού, σα διαλεκτική απάντηση στην αγγλική αποικιοκρατία ύστερα από την εξαθλίωση που προκάλεσε η πρώτη μεγάλη κρίση του ’29.

Υ.Γ. 1. Ο τίτλος της συνέντευξης στο in.gr είναι της δημοσιογράφου.

Υ.Γ. 2. Αν βρείτε ένα σοβαρό ιστορικό ή φιλόσοφο , να διαφωνεί μαζί μου, για τον  πήδο του πνεύματος από τον Πλάτωνα στον Καντ,  να με φτύσετε όπου με δείτε. Ευτυχώς,  για μένα,  που υπάρχουν κι οι

Monty Pythons: (Διεθνής Τελικός Φιλοσοφίας)

tvxs.gr


Από:http://www.nostimonimar.gr/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%82-%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%84%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9/

Όταν η CIA διαβάζει Γαλλική θεωρία…


Πράκτορες σε παριζιάνικα καφέ «γλυκοκοιτάζουν» Φουκώ και Ντεριντά για να ξεχαρβαλώσουν την Αριστερά

cia-cover

Αναδημοσίευση από thephilosophicalsalon | Σχόλια, μετάφραση: Κώστας Μπουγιούκος, Γιώργος Μιχαηλίδης

Αποχαρακτηρισμένα έγραφα των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών αποκαλύπτουν και σκιαγραφούν με έναν γλαφυρό τρόπο τις επιχειρήσεις της CIA να κατανοήσει, να αναμειχθεί και να αλληλεπιδράσει με την ιδεολογική παραγωγή. Οι ενέργειες αυτές μπορούν να συνοψιστούν στο διαμετρικό αντίστροφο του μανιχαϊστικού “όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας” που χαρακτηρίζει εδώ και μερικά χρόνια την αμερικανική κυριαρχία. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε η CIA το εποικοδόμημα του πολιτισμού και της θεωρίας τα προηγούμενα χρόνια δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Οι λεπτομέρειες είναι σχεδόν διασκεδαστικές, πράκτορες και πρακτορίσκοι να συχνάζουν σαν μποέμ φιγούρες στα παριζιάνικα καφέ για να… αναλύουν φιλοσοφικές θεωρίες και την παραγωγή πολιτισμού. Τα αποτελέσματα ανατριχιαστικά, η CIA “γλυκοκοίταζε” όλα εκείνα τα κομμάτια της σύγχρονης αριστεράς που είχαν αναπτύξει μια “κριτική ματιά” στην ΕΣΣΔ -υποστηρίζοντας (απολύτως ορθά με βάση τις μετέπειτα εξελίξεις) ότι η κριτική από πολλά κομμάτια της ευρωπαϊκής αριστερής θεωρίας τόσο στο αμερικανικό μοντέλο όσο και στο σοβιετικό, στην πράξη αποδυναμώνει τα στηρίγματα του κομμουνισμού στη γηραιά ήπειρο και τις όποιες προσπάθειες ανάπτυξης ριζοσπαστικής θεωρίας με κεντρικό στόχο την κοινωνική ισότητα και απελευθέρωση. Η επακόλουθη διάχυση και κατακερματισμός της αριστερής σκέψης στους δρόμους της διαχείρισης και της σοσιαλδημοκρατίας ελάφρυναν την πίεση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να συνεχίζει ανενόχλητος την ατζέντα της κυριαρχίας του στον πλανήτη.

Τα αποτελέσματα, εμφανή και γνωστά πλέον στην εποχή μας, και οι μέθοδοι, ξεδιπλώνονται εύστοχα στις επόμενες γραμμές, οι οποίες όμως επιχειρούν ένα ελπιδοφόρο κλείσιμο. Έχοντας προσδιορίσει το σύνολο σχεδόν των μετώπων στα οποία ανέπτυξαν δυνάμεις οι μυστικές υπηρεσίες, ο συγγραφέας κλείνει με μια σειρά από ενδιαφέρουσες προτάσεις για τις τακτικές της αναγκαίας αντεπίθεσης στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό στην κοινωνία και την πολιτική.

Το δοκίμιο του Γκάμπριελ Ροκχιλ που ακολουθεί θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν μια επισκόπηση στον Γκράμσι και την περίφημη «πολιτισμική ηγεμονία» του, αλλά με μια εντελώς μηχανιστική οπτική, πώς, δηλαδή με ποιους τρόπους και εργαλεία προκύπτει (προφανώς παντελώς μη ακηδεμόνευτα) μια τέτοια ηγεμονία.

Συνέχεια