Ίνγκμαρ Μπέργκμαν…


Καμιά τέχνη δεν διαπερνά τη συνείδηση με τον τρόπο που το κάνει ο κινηματογράφος· αγγίζει κατευθείαν τα συναισθήματά μας, βαθιά μέσα στα σκοτεινά δωμάτια της ψυχής μας.—


στις 14 Ιουλίου του 1918, γεννήθηκε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν  (1918-2007).


Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ο Φιλόσοφος της Οθόνης
—Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης—

bergman

Τον είπαν ανατόμο της ψυχής, χαρτογράφο της αλλοτρίωσης, αποκωδικοποιητή των συγκρουσιακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή. Κι ακόμα, δύσκολο και στριφνό σκηνοθέτη, βαρύ και αργό. Αλλά ήταν γνήσιος καλλιτέχνης, και κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ξέρει να αρνείται την ταξινόμηση, να ελίσσεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τα θέσφατα, και να εκφράζει όσο πιο έξοχα καταφέρνει αυτά που σκιρτούν στην ψυχή, αυτά που θάλλουν στο μυαλό του. Όσοι είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε βλέποντας κατάπληκτοι το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», αυτό το γλυκόπικρο εγκώμιο των νιάτων, προτιμούσαμε να τον λέμε ποιητή του κάλλους και, τώρα που έφυγε, να θυμόμαστε ότι οι δημιουργίες του όσα κοινά κι αν είχαν, ήταν μοναδική η καθεμία τους, και άλλοτε έθιγαν κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως η «Ντροπή» ή το «Αυγό του Φιδιού», άλλοτε ανέλυαν την απουσία του Θεού, όπως η «Έβδομη Σφραγίδα» και οι «Κοινωνούντες», ενώ άλλοτε βυθομετρούσαν την υπαρξιακή αγωνία, όπως οι «Άγριες Φράουλες», ή «Περσόνα» και το «Κραυγές και Ψίθυροι».

Προσωπικά, θέλω να τον θυμάμαι σαν έναν φοβερό και τρομερό, μα μειλίχιο πάντα, αθλητή της τέχνης και της ζωής, έναν αθόρυβο ρέκορντμαν που άφησε εποχή με τις επιδόσεις του. Παρέα με τον αειθαλή, εν ζωή ακόμη και σε λίγους μήνες αιωνόβιο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα και τον προσφάτως μακαρίτη, στα 95 του χρόνια, Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Μπέργκμαν έσπασε ρεκόρ αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου, αρνούμενος να επιτρέψει στη φθορά να τον οδηγήσει στη σιωπή. Στις σχεδόν εννέα δεκαετίες της ζωής του κατόρθωσε να σκηνοθετήσει 60 ταινίες του λεγόμενου ποιοτικού σοβαρού κινηματογράφου και πάνω από 170 θεατρικά έργα και όπερες, χώρια τα σενάρια και τις ραδιοφωνικές παραγωγές του. Επίσης, κατόρθωσε να κάνει 5 γάμους και ορισμένες πολύ γόνιμες ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου, ανάμεσα στις οποίες αυτές με ερμηνευτικούς κολοσσούς όπως η Χάριετ Άντερσον, η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν. Καρπός των γαμήλιων και μη δεσμών του ήσαν τουλάχιστον 9 παιδιά, εκ των οποίων μία ηθοποιός, 5 σκηνοθέτες κινηματογράφου, ένας αεροπόρος, και 2 συγγραφείς. Κι ακόμα, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε ο νεότερος διευθυντής θεάτρου στην Ευρώπη, όταν ανέλαβε το θέατρο της πόλης Χέλσινμποργκ σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στα ρεκόρ του μεγάλου Σουηδού καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τις μακροχρόνιες συνεργασίες του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς και διευθυντές φωτογραφίας, καθώς και αυτό των απίστευτα χαμηλών προϋπολογισμών για τη δημιουργία των αριστουργημάτων του.

Συνέχεια

Advertisements

Νεοφιλελευθερισμός εναντίον δικαιοσύνης…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Για τη σημασία της δικαιοσύνης στην κοινωνία ο M. J. Sandel είναι απολύτως ξεκάθαρος: «Η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μία σημαντική αξία μεταξύ άλλων, η οποία σταθμίζεται και εξετάζεται κατά περίπτωση, αλλά μάλλον το μέσον με το οποίο σταθμίζονται και αποτιμώνται οι αξίες. Υπό αυτή την έννοια είναι, κατά κάποιον τρόπο, “η αξία των αξιών”». (σελ. 100).

Κι όχι μόνο: «Η δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας με τον οποίο οι αντικρουόμενες αξίες συμφιλιώνονται και οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού προσαρμόζονται, αν τελικώς δεν επιλύονται. Ως τέτοια πρέπει να έχει κάποια προτεραιότητα όσον αφορά αυτές τις αξίες και αυτά τα αγαθά». (σελ. 100).

Από τη στιγμή που η δικαιοσύνη είναι το μέσον που σταθμίζει τις αξίες ή, αλλιώς, ο γνώμονας που συμφιλιώνει τις αντικρουόμενες αξίες και τις ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί αγαθού, είναι φανερό ότι δε θα μπορούσε να αποκοπεί από τις τρέχουσες κοινωνικές προτεραιότητες. Με άλλα λόγια, η δικαιοσύνη δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να καθρεφτίζει τις πολιτικές αντιλήψεις μιας κοινωνίας αναπαράγοντάς τες ως μορφή δικαίου.

Η επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτικής οπτικής έχει άμεση αντανάκλαση στη δικαιοσύνη, η οποία εν τέλει θα αποδώσει το δίκαιο σύμφωνα με τις τρέχουσες αξιακές επιταγές. Ο φιλελεύθερος Τζων Ρωλς, στο βιβλίο του «Ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός» είναι πρόθυμος να καταδείξει ότι σε τελική ανάλυση η δικαιοσύνη είναι θέμα πολιτικό: «Λέγοντας πως μια αντίληψη της δικαιοσύνης είναι πολιτική εννοώ […] τρία πράγματα: ότι είναι πλαισιωμένη έτσι ώστε να εφαρμόζεται αποκλειστικά στη βασική δομή της κοινωνίας, στους κύριους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς της θεσμούς, σαν οι τελευταίοι να αποτελούν ένα ενοποιημένο σχήμα κοινωνικής συνεργασίας· ότι παρουσιάζεται ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ευρύτερο θρησκευτικό ή ηθικό δόγμα· και ότι η επεξεργασία της έγινε με όρους θεμελιωδών πολιτικών ιδεών, οι οποίες θεωρούνται ως εξυπονοούμενες από τη δημόσια πολιτική κουλτούρα μιας δημοκρατικής κοινωνίας». (σελ. 269).

Marc Roche
Marc Roche

Επομένως, ένα φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα (όπως και κάθε άλλο), οφείλει να εκφράζεται και μέσα από τις αρχές της δικαιοσύνης: «… είναι ουσιώδες μια φιλελεύθερη πολιτική αντίληψη να συμπεριλαμβάνει, πέρα από τις δικές της αρχές δικαιοσύνης, και κατευθυντήριους κανόνες της έρευνας, οι οποίοι θα προσδιορίζουν τρόπους συλλογισμού και κριτήρια για τα είδη εκείνα πληροφόρησης που είναι σχετικά με τα πολιτικά ερωτήματα. Χωρίς τέτοιους κατευθυντήριους κανόνες οι ουσιαστικές αρχές δεν μπορούν να εφαρμοστούν, και τούτο αφήνει την πολιτική αντίληψη ανολοκλήρωτη και θραυσματική». (σελ. 269).

Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόταγμα, αν θέλει να καθιερωθεί, πρέπει πρωτίστως να επικρατήσει στη μάχη των ιδεών. Πρέπει, δηλαδή, να πείσει τους πολίτες για την ιδεολογική του υπεροχή δικαιολογώντας τόσο σε επίπεδο πολιτικής, όσο και σε επίπεδο δικαιοσύνης, παιδείας, ελεγκτικών μηχανισμών και θεσμικών αρχών την ορθότητα της κατεύθυνσης που χαράζει.

Η κυριαρχία μιας πολιτικής ιδέας σε όλους τους τομείς εξασφαλίζει τη σταθερότητα του προτάγματος που πρεσβεύει. Πρόκειται για την τελική υλοποίηση αυτού που ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» αποκαλεί πρόγραμμα: «Όταν πρόκειται για πολιτική, η παράσταση του επιδιωκόμενου μετασχηματισμού, ο ορισμός των στόχων, μπορεί να πάρει – και πρέπει κατ’ ανάγκη να πάρει, υπό ορισμένες συνθήκες – τη μορφή του προγράμματος. Το πρόγραμμα είναι μια προσωρινή συγκεκριμενοποίηση των στόχων του προτάγματος σε σημεία που κρίνονται ουσιώδη στις δεδομένες περιστάσεις, στο μέτρο που η πραγματοποίησή τους θα επέφερε ή θα διευκόλυνε, από την ίδια της τη δυναμική, την πραγματοποίηση του συνόλου του προτάγματος. Το πρόγραμμα δεν είναι παρά μια αποσπασματική και προσωρινή μορφή του προτάγματος. Τα προγράμματα περνούν, το πρόταγμα παραμένει». (σελ. 118).

Συνέχεια

Επιστροφή στην κανονικότητα, και κάποιες ουρίτσες…


Επιστροφή στην κανονικότητα, και κάποιες ουρίτσες… – Το editorial του Δρόμου που κυκλοφορεί

Ο νέος (ας τον πούμε έτσι) «εθνικός στόχος» της εξόδου της χώρας στις αγορές, γίνεται ομόφωνα αποδεκτός από όλες τις πτέρυγες του αστισμού στην Ελλάδα. Ξεχάστηκαν τα μεγάλα λόγια, ακόμα και εκείνα περί «άλλου μείγματος πολιτικής» για την αντιμετώπιση της κρίσης. Σκύβουμε το κεφάλι, στρωνόμαστε στη δουλειά (εφαρμόζοντας όλες τις προδιαγραφές του «προγράμματος») και χαμηλώνουμε τον πήχη. Ούτε χρέος, ούτε ποσοτική χαλάρωση, άντε μπας και βγούμε στις αγορές. Για να ξαναδανειστούμε «χωρίς τον βραχνά της επιτροπείας», από τους ίδιους πάνω-κάτω τοκογλύφους και με μεγαλύτερο τόκο. Ιδού νέο πεδίο δόξης λαμπρόν για κυβερνητικούς και αντιπολιτευόμενους εντός μνημονιακών πλαισίων. Κι αφού καλοκαιριάζει, αρχίζουμε και τα τραγούδια για τα νέα ρεκόρ στη βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό.

Αυτή η επιστροφή στην κανονικότητα συνοδεύεται με φυσιολογικό τρόπο από τη δυσοσμία των σκανδάλων που ταλανίζουν την οικονομικοπολιτική ζωή της χώρας, αφού η «επιστροφή» συμβαίνει σε συνθήκες μεγάλου πλιάτσικου και οξύτατου ανταγωνισμού ανάμεσα σε παρέες και κλίκες συμφερόντων. Η υπόθεση Μαρινάκη-Καμμένου είναι η κορυφή του παγόβουνου, που όμως δείχνει ότι ο πόλεμος μαίνεται και η ρευστότητα σε συμμαχίες και συμπράξεις θα συνεχιστεί.

Η επιστροφή στην κανονικότητα δεν πρέπει να ερμηνευτεί σαν επιστροφή στο 2008. Οι συνθήκες σε όλα τα πεδία έχουν αλλάξει. Οι ουρίτσες δεν είναι απλώς ουρίτσες. Είναι κάτι μεγαλύτερο και βαθύτερο. Η Ευρώπη επαναπροσδιορίζεται, στην περιοχή μας είναι σε εξέλιξη μια ανακατανομή ισχύος μεγάλων διαστάσεων, η Μέση Ανατολή, η Συρία, η Κύπρος, η Τουρκία, τα Βαλκάνια βρίσκονται στη δίνη ενός κυκλώνα. Οι αέρηδες και οι χείμαρροι δεν έχουν συμπαρασύρει τη «στάνη» μας, την Ελλάδα – αλλά και το χαριτωμένο «είμαστε νησίδα σταθερότητας σε ταραγμένη περιοχή» πόσο να πουλήσει και για πόσο καιρό ακόμη; Ή το άλλο, «θα γίνουμε διεθνής κόμβος, διεθνές διαμετακομιστικό κέντρο», χωρίς να έχει οριστεί μια στρατηγική. Για παράδειγμα στην Ευρώπη, τόσο η Μέρκελ όσο και ο Μακρόν έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους προς την επέκταση της Κίνας στη Ν.Α. Μεσόγειο, και η πολιτική Τραμπ δεν ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς προσέγγισης προς την Κίνα. Κι όταν όλοι, ένα απόγευμα της 4ης Ιουλίου, παρελαύνουν «περήφανα» στη γιορτή που κάνει ο Αμερικανός πρέσβης –ο οποίος υπηρέτησε επιτυχώς και στο πόστο της Ουκρανίας και επαίρεται για το πόσο καλά προχωρούν οι διευθετήσεις στη βάση της Σούδας για τα πολεμικά σχέδια των ΗΠΑ– δείχνουν ποιον θεωρούν «μεγάλο αφεντικό» στην περιοχή. Κι όταν αρχίζουν τα πραγματικά πυρά στα χωρικά ύδατα της Ρόδου με τουρκικούς στόχους, κι ο Τσαβούσογλου ορκίζεται ότι ο τουρκικός στρατός θα παραμείνει στην Κύπρο και θα χρησιμοποιηθεί, δεν μένουν πολλά περιθώρια να φανταστεί κανείς μια πορεία όπως την περιγράφουν κυβέρνηση-αντιπολίτευση και ΜΜΕ.

Η «κανονικότητα» λοιπόν αφορά το πλαίσιο της πολιτικής διαμεσολάβησης και του τσακωμού ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, χωρίς να αισθάνονται κάποια απειλή από το λαϊκό παράγοντα και έχοντας λάβει μια μικρή παράταση χρόνου. Οπότε οι διακρινόμενες εξουσίες (εκτελεστική και δικαστική, διότι η νομοθετική δεν υφίσταται – η βουλή απλά εκτελεί παραγγελίες) μπορούν να τσακώνονται, και η μία να παρεμβάλλεται στα πόδια της άλλης. Αν όμως ο καβγάς ξεφύγει από αυτά τα πλαίσια κι ανακατέψει τις «ουρίτσες», δεν αποκλείονται μεγάλα σκάνδαλα που μπορούν να προκαλέσουν νέα πολιτική κρίση.

Αντί λοιπόν για επιστροφή στην κανονικότητα, καλύτερα να μιλάμε για παραμονή στη ρευστότητα, «μέχρι νεοτέρας».


Aπό:https://www.e-dromos.gr/epistrofh-sthn-kanonikothta-kai-kapoies-ouritses/

Η εργατική τάξη θα εκπροσωπηθεί από τον εργοδότη της; …


[Κάτι η κουβέντα που άνοιξε χάρη στο προχτεσινό κείμενο για την Κύπρο, κάτι που δεν μπορώ να καταπιώ με τίποτε αυτόν τον Μάικ Σπανό που υποστηρίζει το ΑΚΕΛ για πρόεδρο στις προσεχείς προεδρικές εκλογές και κάτι που η φούρια της δουλειάς με πιέζει από παντού, θυμήθηκα ένα άρθρο που διάβασα πρόσφατα στο κυπριακό ιστότοπο «Αγκάρρα«. Το αναδημοσιεύω με μερικές ανώδυνες επεμβάσεις στην δομή και την ορθογραφία του. Σημειώστε ότι ο αρθρογράφος αναφέρεται στο ΑΚΕΛ όχι ως κομμουνιστικό κόμμα αλλά ως «αριστερά» (τα εισαγωγικά δικά του):]

 

«Τα κράτη δεν ασχολούνται πλέον με την διοίκηση και αφοσιώνονται στην αστυνόμευση. Οι πρόεδροι μετατρέπονται σε διαχειριστές ξένων εταιριών. Οι υπουργοί οικονομικών είναι καλοί διερμηνείς. Οι βιομήχανοι μετατρέπονται σε εισαγωγείς. Οι πολλοί εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τα περισσεύματα των λίγων. Οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους. Οι αγρότες χάνουν την γη τους. Τα παιδιά χάνουν την παιδική τους ηλικία. Οι νέοι χάνουν την επιθυμία να πιστεύουν. Οι ηλικιωμένοι χάνουν την σύνταξή τους. “Η ζωή είναι λαχείο”, ισχυρίζονται όσοι κερδίζουν»  (Eduardo Galeano).

Θα έλεγε κάποιος ότι η φιλοσοφία που συμπυκνώνει το πιο πάνω απόφθεγμα εκφράζει τους δεξιούς πολιτικούς χώρους, την αποθέωση του τεχνοκρατικού νεοφιλελεύθερου λόγου που συμπυκνώθηκε στην εποχή των μνημονίων και της τρόικας.

Να όμως που φτάσαμε στην Κύπρο σε μια εποχή που το κόμμα που εκπροσωπεί την «Aριστερά» και την ιστορία του ντόπιου εργατικού κινήματος επιλέγει να εκπροσωπηθεί στην σημαντικότερη εκλογική αναμέτρηση του τόπου εδώ και δεκαετίες, τις προεδρικές, με έναν υποψήφιο το προφίλ του οποίου μέχρι πριν μια εβδομάδα θα χαρακτηριζόταν από την ίδια αυτή αριστερά σαν: νεοφιλελεύθερο τραπεζικό κατεστημένο, τζάκια της ελίτ και άλλα πολλά.

Συνέχεια

Διαγωνισμός υποκρισίας …


Γράφει ο mitsos175.

Ο Κούλης θέλει να το παίξει προοδευτικός κανίβαλος. Θα μας φάει το συκώτι, αλλά θα το κάνει πολιτισμένα, με χρυσό μαχαιροπίρουνο, που θα κατασκευάσει η πολυεθνική Siemens ειδικά για τους εκλεκτούς της συνεργάτες.

Θέλοντας λοιπόν να δείξει δήθεν ότι είναι άνθρωπος, συναντήθηκε με εκπροσώπους της ΛΟΑΤ (Λεσβία, Ομοφυλόφιλος, Αμφιφυλόφιλος και Τρανς) κοινότητας. Αυτό φυσικά ανησύχησε τα ομοφοβικά γαλάζια γίδια και τ’ ακροδεξιά φίδια.

Μην ανησυχείτε βρε, δεν θα γίνει gay ο φύρερ, για ψήφο ψάχνει. Και με δημοσίους υπαλλήλους ακόμα μπορεί να συναντηθεί, αν είναι για τα «κουκιά». Όλοι ξέρουμε όμως τι πραγματικά είναι: Ένας αδίστακτος για εξουσία, ένας μεγάλος υποκριτής, ένας νεοφιλελές μισάνθρωπος. Είναι γνωστή όχι μόνο η θέση των γαλάζιων αλλά και πως αντιμετωπίζει η Δεξιά κάθε διαφορετικό άνθρωπο. Τον διώκει, εκτός βέβαία αν είναι πλούσιος.

Κάποιοι όμως από τους ψηφοφόρους της Δεξιάς είναι τόσο «ταλιμπανιστήρια» που «δεν καταλαβαίνουν Χριστό». Γιατί, αν καταλάβαιναν τα λόγια του ιδρυτή του Χριστιανισμού, θα είχαν εντελώς διαφορετική στάση. «Αγαπάτε αλλήλους». Δεν λέει «αγαπάτε εκτός ομοφυλοφίλων», μιλάει για όλους. Αλλά ο ακροδεξιός δεν είναι χριστιανός, είναι ακροδεξιός: Ομοφοβικός, ρατσιστής, άκαρδος και βλάκας. Τη θρησκεία απλά την καπηλεύεται. Άλλωστε τα ράσα δεν κάνουν τον παπά όπως δεν κάνουν το ΣΥΡΙΖΑ αριστερό τα παχιά τα λόγια, που είναι αντίθετα από τα έργα του.

Ο Αμβρόσιος λοιπόν στηρίζει Χρυσή Αυγή. Θα μου πείτε «μα αυτοί είναι που υμνούν τον Εωσφόρο». Ναι, αλλά σκοτώνουν Κομμουνιστές. Κι ο Αμβρόσιος, όπως κάθε Αρχιερέας, κοιτάζει πρώτα από όλα το συμφέρον του. Ποιοι σταύρωσαν τον Ιησού; Το Ιερατείο, οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, οι φίλοι των κατακτητών Ρωμαίων. Γιατί; Γιατί με την ερμηνεία που έδινε στις Γραφές, στηλίτευε την υποκρισία τους, οπότε έχαναν πελάτες.

Μην ξεχνάτε, ότι ο Ιησούς δεν έδειρε ούτε ομοφυλόφιλο, ούτε κλέφτη – μάλιστα σε έναν πάνω στο Σταυρό υποσχέθηκε τον Παράδεισο – ούτε λιθοβόλησε τη μοιχαλίδα. Πήρε το μαστίγιο κι έδειρε αυτούς που κέρδιζαν από τη θρησκεία. Κάτι εμπόρους, που από τα αισχρά κέρδη τους πρόσφεραν μετά στο Ναό και στις κοιλιές των υποκριτών. Που σημαίνει ότι και γι Αυτόν το χειρότερο έγκλημα είναι η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο.

Όμως ο Αμβρόσιος και κάθε μπάτσος με ράσα επιθυμεί την επαναφορά της Χούντας, όπου κομπλεξικοί σαδιστές «πραιτοριανοί» κυβερνούσαν κι έδερναν. Ακόμα καλύτερα γι’ αυτούς θα ήταν να έρθει ο Μεσαίωνας, η Ιερά Εξέταση, όταν αιμοδιψείς ανθρωποφάγοι έκαιγαν αφού βασάνιζαν φρικτά κάθε αθώο με ανυπόστατες κι εντελώς παρανοϊκές κατηγορίες.

Με μια καθαρά κομματική ανακοίνωση ο Αμβρόσιος δείχνει πόσο υποκριτές είναι όλοι αυτοί. Το να σχολιάσω όλες τις κουταμάρες που λέει, είναι πολύ χρονοβόρο. Θα πω μονάχα το γιατί «οι Έλληνες απο-χριστιανίζονται!»
Γιατί υπάρχει απελπισία από την πολιτική της πιο άδικης κι απάνθρωπης λεηλασίας, πολιτική που στηρίζει με νύχια και με δόντια ο ανώτερος κλήρος.
Πολιτική που αναγκάζει ανθρώπους να τερματίσουν τη ζωή τους από την αγωνία και το πόνο.

Σύμφωνα με τη θρησκεία η αυτοκτονία είναι μεγάλη αμαρτία, όμως όταν εξωθείς κάποιον σε αυτή τι είσαι; Άγιος; Αντί να ασχοληθούν με τα πραγματικά εγκλήματα, προσπαθούν ως άλλος ISIS να κάνουν αφόρητη την ήδη δύσκολη ζωή μας μ’ απαγορεύσεις και παρακολούθηση των ιδιωτικών μας στιγμών! Μετά τους φταίνε ο ομοφυλόφιλοι! Όχι οι ίδιοι που είναι τα μεγαλύτερα λαμόγια, οι χειρότεροι απατεώνες, οι κάτοχοι του ρεκόρ υποκρισίας…

Παπά, αν θες να δεις ποιος διώχνει τον κόσμο από την Εκκλησία, κοίτα στον καθρέπτη.

Υ,Γ: Ερέθισμα για την παραπάνω ανάρτηση το καινούργιο τροπάρι του δεσπότη Αμβρόσιου


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/07/blog-post_70.html

Η ανακάλυψη της οικονομίας…


Pieter Bruegel, «The Harvesters» (16ος αιώνας)

Του Κεραμά Σπύρου

«Έτσι, ο αγροτικός πληθυσμός, που με τη βία τον απαλλοτρίωσαν, το κυνήγησαν και τον μετέτρεψαν σε αλήτες, υποτάχθηκε με τερατώδικους τρομοκρατικούς νόμους, με μαστιγώσεις, με στιγματισμούς και με βασανιστήρια, σε μιαπειθαρχία τέτοια που απαιτεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας […] Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» (Μαρξ 1978: 761-762).

«Η εργασία, αντίθετα, πρέπει να επιτελείται σαν να ήταν ένας απόλυτος αυτοσκοπός, μια ανώτερη επιταγή. Μια τέτοια όμως στάση δεν είναι καθόλου προϊόν της φύσης. Δεν μπορεί να αφυπνισθεί μόνο με τα χαμηλά μεροκάματα ή και με τα ψηλά, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι το προϊόν μιας μακρόχρονης και επίπονης αγωγής1» (Βέμπερ 1980: 48).

Οι δύο μεγάλοι στοχαστές της νεωτερικότητας, Μαρξ και Βέμπερ, δείχνουν σε αρκετά σημεία του έργου τους, ότι η ανάδυση και η κυριαρχία του οικονομικού παράγοντα στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες ήταν το αποτέλεσμα όχι μιας φυσικής οικονομικής διαδικασίας, αλλά της κινητοποίησης μη οικονομικών δυνάμεων. Τα πορίσματα της βεμπεριανής ιστορικής ανάλυσης ανατρέπουν εν πολλοίς την πλατιά διαδεδομένη άποψη (φιλελεύθερης προέλευσης) σύμφωνα με την οποία το δεδομένο οικονομικό σύστημα θεμελιώνεται πάνω στις φυσικές τάσεις του ανθρώπου για διαρκή αύξηση της παραγωγής και μεγιστοποίηση του κέρδους. Όπως μπορούμε να δούμε και από το παραπάνω απόσπασμα, για τον Βέμπερ, το κίνητρο μιας καλύτερης αμοιβής δεν είναι ικανό να διαμορφώσει ανθρώπους αφοσιωμένους στην εργασία.

Μια τέτοια αντίληψη συναντάται και στον Μαρξ, υπονομεύοντας έτσι την προσπάθεια των μετέπειτα μαρξιστών να συγκροτήσουν μια θεωρία της ιστορίας με σταθερή αναφορά στον ρόλο της οικονομίας ή της εργασίας. «Όπως είναι γνωστό», γράφει ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, «στην πραγματική ιστορία τον πρώτο ρόλο τον παίζουν η κατάκτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δύο λόγια η βία. Στην ήπια όμως πολιτική οικονομία επικρατεί ανέκαθεν το ειδύλλιο» (Μαρξ 1978: 739).

Μπορεί οι δύο κοινωνιολόγοι να πιάνουν το νήμα της ιστορίας του καπιταλισμού από διαφορετικό σημείο – ο μεν Μαρξ ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ιστορικούς όρους συγκρότησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο δε Βέμπερ για τους πολιτισμικούς όρους διαμόρφωσης του οικονομικού ορθολογικού πνεύματος- ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις συναντάται μια κοινή βάση: οι δυνάμεις εκείνες που καθιστούν δυνατή την γέννηση μιας οικονομικής κοινωνίας, όπως είναι η νεωτερική, δεν είναι οικονομικές. Τόσο η προτεσταντική ηθική της εργασίας (Βέμπερ), όσο και οι μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης (Μαρξ) δεν έχουν τίποτα το «οικονομικό» ως ιστορικά φαινόμενα.

Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε το εξής παράδοξο: τόσο ο Μαρξ όσο και ο Βέμπερ μας καλούν να βγούμε εκτός οικονομικής ανάλυσης, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την γέννηση ενός οικονομικού συστήματος, όπως αυτό του καπιταλισμού.

Συνέχεια