Mama tried…


Dj της ημέρας, ο Γιώργος Τσακνιάς

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης και της μαζικής μετανάστευσης από το Midwest στην Καλιφόρνια (με άλλα λόγια, στα χρόνια που περιγράφει ο Στάινμπεκ στα Σταφύλια της οργής), o James Francis Haggard και η γυναίκα του Flossie Mae, το γένος Harp, εγκατέλειψαν την Οκλαχόμα, όταν κάηκε ο αχυρώνας τους, για τη γη της επαγγελίας — συγκεκριμένα για το Bakersfield. Ο James έπιασε δουλειά στον σιδηρόδρομο της Santa Fe και λίγο αργότερα αγόρασε ένα παλιό τροχόσπιτο στο Oildale, το οποίο και μετέτρεψε σε σπίτι. Εκεί, στις 7 Απριλίου του 1937, γεννήθηκε ο Merle Haggard.

e661f605a624f5c7c70f63b90e81334a

Όταν ο Merle ήταν οκτώ ετών, ο πατέρας του πέθανε από εγκεφαλικό. Όταν έγινε δώδεκα, ο αδερφός του Lowell του χάρισε την παλιά του κιθάρα. Ο Merle και τα αδέρφια του μεγάλωναν ουσιαστικά μόνοι τους, καθώς η μητέρα του δούλευε νυχθημερόν για να ζήσει την οικογένεια. Ο Merle λοιπόν άρχισε να κάνει δύο πράγματα: να μαθαίνει μόνος του κιθάρα, ακούγοντας δίσκους του Hank Williams και άλλων σταρ της country, και να γίνεται όλο και μεγαλύτερο κωλόπαιδο. Από τα δώδεκά του μπαινόβγαινε στα αναμορφωτήρια και τις φυλακές για ένα σωρό μικροεγκλήματα (κλοπές, απάτες, ακάλυπτες επιταγές κ.ο.κ.) και κάθε τόσο έφευγε από το σπίτι, λαθρεπιβάτης σε εμπορικό τρένο. Μετά από μια απόδραση από το αναμορφωτήριο εγκαταστάθηκε στο Modesto, όπου έκανε διάφορες δουλειές, όπως φορτηγατζής, αγρότης, μάγειρας σε φαστ φουντ και εργάτης στις πετρελαιοπηγές. Εκεί, στο Modesto, έδωσε και το πρώτο του live στα δεκατέσσερά του, σε κάποιο μπαρ ονόματι «Fun Center» —η αμοιβή ήταν πέντε δολάρια και οι μπύρες κερασμένες.

Ο Merle πέρασε τη δεκαετία του ’50 προσπαθώντας να κάνει καριέρα ως μουσικός, δουλεύοντας στα πετρέλαια ή στα χωράφια και μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές. Το 1957, παντρεμένος και άφραγκος, συνελήφθη για απόπειρα ληστείας και τον στείλανε στη φυλακή του Bakersfield. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα απόδρασης, μεταφέρθηκε στο διαβόητο San Quentin, στις 21 Φεβρουαρίου 1958. Όσο βρισκόταν εκεί, έμαθε πως η γυναίκα του ήταν έγκυος από άλλον. Άρχισε να σχεδιάζει απόδραση, μαζί με έναν συγκρατούμενό του, γνωστό με το παρατσούκλι Λαγός, αλλά άλλοι συγκρατούμενοι τον έπεισαν να μην το δοκιμάσει. Πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, μπλεκόταν σε καυγάδες και, όταν συνελήφθη μεθυσμένος τύφλα, κλείστηκε στην απομόνωση. Εκεί γνώρισε τον Caryl Chessman, που περίμενε να εκτελεστεί για μια σειρά από απαγωγές και βιασμούς. Στο μεταξύ, ο Λαγός είχε αποδράσει επιτυχώς αλλά είχε ξανασυλληφθεί, αφού πρώτα είχε προλάβει να σκοτώσει έναν αστυνομικό.

Οι ιστορίες του Chessman (που τελικά εκτελέστηκε στις 2 Μαΐου 1960, μετά από έντεκα χρόνια και δέκα μήνες στη λίστα αναμονής, ρεκόρ που έσπασε μόλις το 1988) και του Λαγού ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι κι έκανε τον Merle να αποφασίσει στα σοβαρά να αλλάξει ζωή. Έγινε καλό παιδί στη φυλακή, έπιασε διάφορα πόστα και δουλειές τις οποίες κράτησε όλες και έγινε επίσης μέλος της ορχήστρας του San Quentin, εμπνευσμένος από τη συναυλία του Johnny Cash εκεί την πρωτοχρονιά του 1959. Το 1960, αποφυλακίστηκε με αναστολή. Το 1972, όταν πλέον είχε καθιερωθεί ως μουσικός, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια και μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Ronald Reagan του έδωσε χάρη για ό,τι υπόλοιπα ποινών και κατηγοριών εκκρεμούσαν.

Merle_Haggard_F35tif2

Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Merle ήταν το αυτοβιογραφικό Mama tried (1968). Αν εξαιρέσει κανείς λεπτομέρειες, όπως ο στίχος doing life without parole (ουδέποτε καταδικάστηκε σε ισόβια χωρίς αναστολή), είναι ηλίου φαεινότερον ότι το τραγούδι είναι η συγγνώμη του Merle προς τη μαμά του, την οποία ταλαιπώρησε τόσα χρόνια που εκείνη πάλευε να τον μεγαλώσει μόνη της. Τουλάχιστον, η μητέρα του πρόλαβε να ακούσει τη συγγνώμη του γιου της και να τον δει όχι μόνο να ξεκόβει από τη φυλακόβια ζωή αλλά να γίνεται και σταρ της country. Η Flossie Mae Haggard (Harp) πέθανε ογδόντα ενός ετών σαν σήμερα, στις 7 Ιουλίου του 1984.

DIGITAL CAMERA

The first thing I remember knowing
Was a lonesome whistle blowing
And a young’un’s dream of growing up to ride
On a freight train leaving town
Not knowing where I’m bound
And no one could change my mind but Mama tried

One and only rebel child
From a family meek and mild
My mama seemed to know what lay in store
Despite all my Sunday learning
Towards the bad I kept on turning
Till Mama couldn’t hold me anymore

And I turned twenty-one in prison doing life without parole
No one could steer me right but Mama tried, Mama tried
Mama tried to raise me better, but her pleading I denied
That leaves only me to blame ’cause Mama tried

Dear old Daddy, rest his soul
Left my mom a heavy load
She tried so very hard to fill his shoes
Working hours without rest
Wanted me to have the best
She tried to raise me right but I refused

And I turned twenty-one in prison doing life without parole
No one could steer me right but Mama tried, Mama tried
Mama tried to raise me better, but her pleading I denied
That leaves only me to blame ’cause Mama tried

Οι Grateful Dead έπαιξαν το Mama tried σε πάνω από 300 live:

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/07/07/mama-tried/

Advertisements

Το μάνατζμεντ, το μάρκετινγκ και η παντοκρατορία των εταιρειών…


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Όσον αφορά το ερώτημα τι ακριβώς είναι το μάνατζμεντ οι απόψεις διίστανται. Ο Peter Drucker στο βιβλίο του «Το μάνατζμεντ στην πράξη» αναφέρει σχετικά: «Υπάρχουν δύο δημοφιλείς απαντήσεις. Η πρώτη είναι ότι το μάνατζμεντ είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή – υπό αυτή την έννοια, ο όρος “μάνατζμεντ” σημαίνει κατευφημισμόν κάτι περισσότερο από “το αφεντικό”. Η άλλη απάντηση ορίζει το μάνατζερ ως κάποιον που διευθύνει τη δουλειά των άλλων και ως κάποιον που, σύμφωνα με κάποιο σλόγκαν, “κάνει τη δουλειά του βάζοντας τους άλλους να κάνουν τη δουλειά τους”». (σελ. 17 – 18).

Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει καμία διαφωνία σχετικά με την αποστολή του. Ο Peter Drucker, τουλάχιστον, είναι απόλυτος: «Το ότι το μάνατζμεντ είναι το θεμελιώδες όργανο της κερδοσκοπικής επιχείρησης είναι τόσο προφανές που τείνει να θεωρείται δεδομένο. […] Η κυβέρνηση, ο στρατός, η Εκκλησία – στην πραγματικότητα, κάθε σημαντικός θεσμός – θα πρέπει να έχουν ένα βασικό όργανο, ένα εργαλείο που, τουλάχιστον κατά ένα μέρος της λειτουργίας του, θα μοιάζει με το μάνατζμεντ μιας επιχείρησης». (σελ. 18).

Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών.
Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου μετατρέπεται σε παγκοσμιοποίηση της κουλτούρας των πολυεθνικών

Και βέβαια, το κέρδος είναι το μοναδικό ζητούμενο: «Χωρίς αμφιβολία, η επιχείρηση θα πρέπει να υλοποιεί τις οικονομικές της πράξεις υπεύθυνα, συνεισφέροντας στο σύνολο σύμφωνα με τις πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις της κοινωνίας. Αλλά αυτά τα παραπάνω αποτελούν (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της λογικής) τυχαίες συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν, τροποποιούν, ενθαρρύνουν ή επιβραδύνουν τις οικονομικές δραστηριότητες της κερδοσκοπικής επιχείρησης. Η ουσία της κερδοσκοπικής επιχείρησης, η ζωτική αρχή που καθορίζει τη φύση της, είναι η οικονομική απόδοση». (σελ. 18 – 19).

Ο μάνατζερ, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που οργανώνει τη λειτουργία μιας εταιρείας, που θα λέγαμε ρυθμίζει το συλλογικό της οικοδόμημα, προκειμένου να επιτευχθούν οι μέγιστες δυνατές αποδόσεις, οι οποίες θα επιφέρουν και τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει κερδοφορία χωρίς πωλήσεις. Και οι πωλήσεις έχουν να κάνουν με την προώθηση των προϊόντων. Έχουν να κάνουν δηλαδή με τον τομέα του μάρκετινγκ, που οφείλει να βρει τρόπους, ώστε να διοχετευθούν τα προϊόντα στην αγορά.

Συνέχεια

Λονδίνο: Η πόλη που λειτουργεί για το κεφάλαιο κι όχι για τους ανθρώπους της…


Μια πόλη που λειτουργεί για τους πλούσιους

H φωτιά που κατέστρεψε τον Γκρένφελ Τάουερ και σκότωσε δεκάδες ανθρώπους που έμεναν στο κτίριο επιβεβαίωσε απλώς ένα συμπέρασμα που είχε εξαχθεί ήδη, εδώ και πολλά χρόνια: Το Λονδίνο έχει γίνει μια πόλη του κεφαλαίου, όχι των ανθρώπων. Και τα κτίριά του χτίζονται για να γίνονται χρηματοοικονομικές συναλλαγές κι όχι για να δημιουργούνται σπίτια.

Οι υπουργοί που ήταν υπεύθυνοι για τις μεγάλες περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες τα τελευταία χρόνια αναγκάστηκαν να δώσουν δύσκολες συνεντεύξεις, προσπαθώντας να υπερασπιστούν τις πολιτικές τους, έχοντας απέναντί τους την τραγωδία του Γκρένφελ, την καταστροφή δηλαδή ενός δημόσιου συγκροτήματος εργατικών κατοικιών σε μια από τις πλούσιες περιοχές του Λονδίνου.

Μια πόλη που λειτουργεί για τους πλούσιους 

Η καταστροφή κατέστησε σαφή τα τρομερά αποτελέσματα των ιδεολογικών δεσμεύσεων για την περικοπή δαπανών στις οικοδομικές εργασίες, ακόμη και στους πόρους που αφορούν στους κανονισμούς ασφαλείας, που συμπεριλαμβάνουν την πυροπροστατευτική επένδυση. Οι πολίτες αμφισβητούν τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές που καταλήγουν σε χαμηλού κόστους επιλογές ασφαλείας. Υπάρχει η έντονη αίσθηση ότι οι φτωχοί έχουν λιγότερη σημασία σε μια πόλη που λειτουργεί για τους πλούσιους.

Η μείωση των κονδυλίων στις τοπικές αρχές και δημόσιες υπηρεσίες και η γραφειοκρατία όσον αφορά τους κανονισμούς για την υγεία και την ασφάλεια, σε συνδυασμό με τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες προκάλεσαν μια καταστροφή με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις. Ο πύργος βρισκόταν στον βασιλικό δήμο του Κένσιγκτον και Τσέλσι, μια κοινοβουλευτική εκλογική περιφέρεια που στις γενικές εκλογές άλλαξε χέρια – από τους Συντηρητικούς στους Εργατικούς – για πρώτη φορά και για μόλις 20 ψήφους, κυρίως λόγω της βαθιάς ανησυχίας που υπάρχει για τη στέγαση.

Συνέχεια

Κάποτε στο Καλάμι…


Μιας και σήμερα είναι Παρασκευή, λέω ν’ αφήσω κατά μέρος τις βαθυστόχαστες κουβέντες και να αφηγηθώ μια ιστορία από τα χρόνια της κατοχής. Βέβαια, οι τραγικές ιστορίες δεν είναι το καλύτερο πρελούδιο ενός καλοκαιρινού σαββατοκύριακου αλλά νομίζω πως αυτά που θα πούμε σήμερα είναι μάλλον άγνωστα στους πολλούς και καλό είναι να μαθευτούν λίγο περισσότερο. Τουλάχιστον, ως εκεί όπου φτάνει ο απόηχος αυτού του μικρού ιστολογίου.

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου έξω από το χωριό Αη-Γιώργης, στα νοτιοανατολικά της Λειβαδιάς, ένα απομεσήμερο Κυριακής, στις 11 Ιουνίου 1944. Ζωή στην περιοχή δίνει ένα ποτάμι, η Πόντζα, που οι αρχαίοι λέγανε Φάλαρο και στις πηγές του είχαν χτίσει τον ναό του Λαφυστίου Διός, όπου ο Αθάμας θα θυσίαζε τα παιδιά του, τον Φρίξο και την Έλλη, αν δεν τα άρπαζε ένα χρυσόμαλλο κριάρι που… Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία για την οποία δεν πολυνοιάζονται το 1944 οι ελάχιστοι κάτοικοι. Αυτοί νοιάζονται για τα νερά της Πόντζας, που τους επιτρέπουν να λειτουργούν τρεις νερόμυλους και μια νεροτριβή, χάρη στα οποία ζουν στον φτωχικό τους συνοικισμό, που τον έχουν βγάλει Καλάμι, μιας και το μόνο το οποίο αφθονεί εκεί είναι τα καλάμια (ας είναι καλά η Πόντζα).

Τα πρώτα μνήματα για τα θύματα του Καλαμιού (1944)

Ετούτο το απομεσήμερο, λοιπόν, όπως κάθε μέρα εδώ κι έναν μήνα, στην ακροποταμιά της Πόντζας είναι σταματημένο ένα γερμανικό φορτηγό, που έχει έρθει από την Αλίαρτο. Έξι έλληνες εργάτες το φορτώνουν με πέτρες και άμμο από την κοίτη της Πόντζας, ενώ οι δυο γερμανοί στρατιώτες που τους συνοδεύουν βρίσκονται αραχτοί κάτω από ένα δέντρο. Άξαφνα, από την μεριά της Κορώνειας σκάει μύτη μια ομάδα οκτώ ανταρτών, που αιφνιδιάζει τους γερμανούς, τους ακινητοποιεί και κλέβει το φορτηγό. Όλα τελειώνουν σε λίγα λεπτά, δίχως να ανοίξει ρουθούνι.

Συνέχεια

Απλήρωτη δουλειά…


Αποτέλεσμα εικόνας για Απλήρωτη δουλειά

Πριν αρχίσουν να κυκλοφορούν «φίδια» (κάτι που έχει ξεκινήσει) πρέπει να σχολιάσουμε / αντιπληροφορήσουμε για μια πρόσφατη απόφαση του αρείου πάγου.

Η υπόθεση: ένας μηχανικός («μπλοκάκιας»…) που δούλευε για χρόνια σε κατασκευαστική σε διάφορα πόστα, αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν επί μήνες η εταιρεία σταμάτησε να τον πληρώνει. Έκανε στη συνέχεια μήνυση, για να πάρει τα δεδουλευμένα του, και όχι μόνο. Χάρη σε μια ευφυή κίνηση του δικηγόρου του (αυτό είναι δικιά μας εκτίμηση) ζήτησε απ’ τα δικαστήρια να θεωρηθεί η παραίτησή του «επιβεβελημένη» απ’ την απληρωσιά, ουσιαστικά να θεωρηθεί «απόλυση». Στη βάση αυτή ζητούσε και αποζημίωση.

Η συνηθισμένη πρακτική. Αυτή η νομική κίνηση, του να λογιστεί δηλαδή σαν απόλυση η παραίτηση λόγω χρεών του εργοδότη, στηρίχτηκε σε ένα ενδιαφέρον, μάλλον πρωτότυπο με τα ως τώρα (νομικά) δεδομένα, αλλά εύλογο επιχείρημα: ότι το να μην πληρώνει ένα αφεντικό τον εργαζόμενό του συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Αυτές οι τελευταίες λέξεις είναι ένας γνωστός όρος του εργατικού δικαίου, που δίνει δικαιώματα τους μισθωτούς όταν τα αφεντικά πάνε να χειροτερέψουν σε βάρος τους και ερήμην τους τους όρους και τις συνθήκες εργασίας, όπως αυτές προβλέπονται από την σύμβαση της πρόσληψης. Τέτοιες βλαπτικές μεταβολές μπορεί να είναι η αλλαγή αντικειμένου εργασίας, οι αναγκαστικές υπερωρίες, η μονομερής μείωση του μισθού, οι προσβολές, κλπ.

Συνέχεια

The dark side of the web: κλείσε τα φώτα μας κοιτάνε…


της Ζαΐρας Κωνσταντοπούλου

Πριν λίγες ημέρες περπατούσα στην Πανεπιστημίου και αποφάσισα να αγοράσω ένα σάντουιτς από ένα καινούργιο μαγαζί. Σε παράλληλο χρόνο σέρφαρα στο κινητό μου και αντάλλαζα μηνύματα μέσω facebook. Αφού επέστρεψα στο γραφείο, μέσα σε λίγα λεπτά -αν όχι δευτερόλεπτα- στο προφίλ μου στο facebook εμφανίστηκε διαφήμιση του μαγαζιού που  μόλις είχα αγοράσει το σάντουιτς.

Ορατών τε πάντων και αοράτων

[Καθώς διαβάζεις το παρακάτω κείμενο διαφημιστικές εταιρείες ανιχνεύουν και αγοράζουν τα (μετά)-δεδομένα σου στο διαδίκτυο]

Με αφορμή την παραπάνω ιστορία άρχισα να διαβάζω για το παρεξηγημένο -μάλλον- dark web ή darknet (σκοτεινός ιστός), το οποίο εμπεριέχεται στο deep web (βαθύ ή αόρατος ιστός).

Στην αρχή σκεφτόμουν να γράψω ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας αναλογιζόμενη τον τίτλο «dark web» γιατί σε συνδυασμό με τα άρθρα που έχουν γραφτεί γι αυτό, είναι πολύ εύκολο να νομίσει ο αναγνώστης πως το περιεχόμενο του είναι μόνο απαγορευμένο, σκιώδες καθώς – όπως αναφέρουν πολλά άρθρα[1]– αυτό που κάνουν οι χρήστες του dark web είναι να αγοράζουν ναρκωτικά, όπλα, να στήνουν τρομοκρατικές επιθέσεις και  να ανεβάζουν βιντεο παιδικής πορνογραφίας. Για λίγο, θεωρούσα πως είχα το απόλυτο δυστοπικό σενάριο[2] στα χέρια μου. Κατά την διάρκεια όμως της έρευνας συνειδητοποιούσα ότι το dark web δεν είναι τόσο σκοτεινό όσο ακούγεται από τον τίτλο του και ότι η δυστοπία δεν κρύβεται στην παιδική πορνογραφία και τους πληρωμένους δολοφόνους του isis που χρησιμοποιούν το dark web, αλλά στο απλό / ορατό διαδίκτυο (Surface web), όπου κάθε πτυχή της ζωής μας είναι ανοιχτή για ανάλυση από οποιονδήποτε έχει πρόσβαση στα δεδομένα μας.

Μήπως, τελικά, δεν είναι τόσο σκοτεινό το dark web;

Το dark web άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα γνωστό, το 2013 όταν το FBI συνέλαβε τον 29χρονο Ross Ulbricht, ιδιοκτήτη του Silk Road[3] , για διακίνηση ναρκωτικών, καθώς και σε συνδυασμό με μια σειρά άρθρων που κυκλοφόρησαν όπου υποστήριζαν ότι το Isis χρησιμοποιεί το dark web για να οργανώνει τις τρομοκρατικές του επιθέσεις.

Αν διαβάσετε ένα τυχαίο άρθρο για το dark web θα έχετε την αίσθηση ότι το περιεχόμενο του είναι σκοτεινό – όπως και ο τίτλος του- και απαγορευμένο. Το αστείο όμως είναι ότι όσο σκοτεινό περιεχόμενο έχει το dark web άλλο τόσο και ανάλογο διαθέσιμο υλικό έχει και το Surface web (ορατός ιστός). Υλικό το οποίο είναι προσβάσιμο οποιαδήποτε στιγμή και από οποιονδήποτε χωρίς την ανάγκη για κάποιο φανταχτερό λογισμικό κρυπτογράφησης. Πολλά χρόνια πλέον, υπάρχουν ιστοσελίδες που μπορεί όποιος θέλει να αγοράσει καινούργιο ΑΦΜ, άλλο όνοματεπώνυμο, διεύθυνση, ημερομηνία γεννήσεως ή μια κλεμμένη πιστωτική κάρτα, κι όλα αυτά με κόστος μόνο ένα δολλάριο. Επίσης, τα φόρουμ με εξτρεμιστικές – τρομοκρατικές αφηγήσεις μπορεί να τα εντοπίσει ο καθένας που έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το πρώτο φόρουμ της Al Qaeda ξεκίνησε το 2001 και παρόλο που ο ιστότοπος αυτός έχει κλείσει σήμερα, υπάρχουν πάρα πολλές ιστοσελίδες με βίαιο και εξτρεμιστικό περιεχόμενο στο ορατό διαδίκτυο που χρησιμοποιούνται καθημερινά. Και ναι, η παιδική πορνογραφία υπάρχει και είναι προσβάσιμη και στο surface web. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγαλύτερη στο Surface web από ότι στο dark web. Το 2014 το ίδρυμα The Internet Watch Foundation, ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που παρακολουθεί και καταγράφει ιστότοπους για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων εντόπισε 31.266 διευθύνσεις URL που περιέχουν εικόνες παιδικού πορνογραφικού υλικού. Από αυτές τις διευθύνσεις URL, μόνο οι 51  ή το 0,2%, φιλοξενούνται στο dark web.

Συνέχεια