Τα ευαίσθητα – Μαρία Βούλγαρη…


melissourgou

Ένα τραγούδι αλλιώτικο από τα συνηθισμένα…ένα τραγούδι γεμάτο από την πραγματικότητα που ζούμε, …
Ένα δημιούργημα από δυο νέους ανθρώπους που άνοιξαν τις ψυχές τους για να χωρέσουν τις δικές μας.
Η Βασιλική Μελισσουργού κατάγεται από τη Νάξο κι έχει μεγαλώσει στην Αθήνα. Είναι ποιήτρια-στιχουργός με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της. Η Μαρία Βούλγαρη, νέα τραγουδοποιός, τολμά να μελοποιήσει την ποίηση της Βασιλικής.
Η Μαρία Βούλγαρη κατάγεται από την Κέρκυρα εξού και οι μουσικές της καταβολές. Επηρεασμένη από το παγκόσμιο στερέωμα καθότι έζησε πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δημιουργεί νέα ηχοχρώματα με τη μουσική της.
Απολαύστε….τα ευαίσθητα…
___________________________________________________________

Μέχρι Κεραίας ….


Κυνηγετική περίοδος #23

—Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου βγαίνει για κυνήγι. Αν οι εικόνες είναι λαγοί, ο φακός μονόκαννος—

Μέχρι κεραίας, αμήν γαρ λέγω υμίν, μέχρι την τελευταία
ρανίδα του διαμερίσματος, από το υπόγειο μέχρι το
στερέωμα, μέχρι έως εάν παρέλθη ο ουρανός και η γη,
μέχρι το παράνομο ρετιρέ, μέχρι η μία κεραία ου μη
παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται, μέχρι
να πήξουν τα μπετά, μέχρι την μεταγραφή των τίτλων,
ευκοπώτερον δε έστι τον ουρανόν και την γην παρέλθη,
μέχρι να πέσουν τα φράγκα, παρά του νόμου μία
κεραία πεσείν.

SONY DSCSONY DSCSONY DSCSONY DSCSONY DSC

* * *

________________________________________________________

Aπό:https://dimartblog.com/2017/06/11/hunting-season-23/

Μενίδι: Κάποιοι προσπαθούν να κάνουν τη δίκαιη οργή, αιμοβόρο τέρας Η χρόνια υποβάθμιση, ο αδιανόητος χαμός ενός παιδιού και η έκρηξη…


MENIDI

Γράφει η Ελένη Μαυρούλη

Το Μενίδι φλέγεται. Φλέγεται από οργή, πόνο, τυφλό μίσος, κρατική αδιαφορία και αμάσητη αποδοχή στερεοτύπων. Φλέγεται από την πραγματικά ωμή και  χοντροκομμένη επανάληψη μιας πολύ παλιάς και γνωστής ιστορίας: καλύτερα να φαγωθούν μεταξύ τους παρά να στραφούν εναντίον μας. Μια σκέψη που κάνει ο οποιοσδήποτε έχει εξουσία, σε εκμεταλλευτικό σύστημα, και σέβεται στοιχειωδώς τον εαυτό του.

Είναι το αποκρουστικό πρόσωπο του φασισμού αυτό που βλέπουμε στο Μενίδι;

Ναι. Είναι. Είναι των συνθηκών που τον τρέφουν, των αιτίων που τον γεννούν και των γεγονότων που προκαλούν την εκρηκτική του έκφραση.

Γιατί δεν πέφτουν σε όλη την Ελλάδα «αδέσποτες σφαίρες» μέσα στα προαύλια σχολείων. Δεν πέφτουν νεκρά με σφαίρα στο κεφάλι 11χρονα παιδιά την ώρα σχολικής εορτής.  Δεν είναι κάτι που …γενικώς συμβαίνει στη χώρα. Ευτυχώς, ακόμη τουλάχιστον, δεν έχουμε φτάσει στο επίπεδο των ΗΠΑ σε αυτό το θέμα. Δεν περιφερόμαστε όλοι ζωσμένοι τα όπλα μας σαν τους πρωταγωνιστές στις ταινίες για την Άγρια Δύση, όπου ο «καλός» ήταν αυτός που εξολόθρευε με περισσό κυνισμό τους αυτόχθονες.  ΄

Μια «αδέσποτη» σφαίρα, δεν είναι τυχαίο γεγονός. Δεν είναι άτυχη στιγμή. Όταν σφυρίζουν, γενικώς, «αδέσποτες» σφαίρες, τότε θα πέσουν σε κάποια κεφάλια, σε κάποια χέρια, σε κάποια πλάτη.

Για το Μενίδι, όπως φαίνεται, οι «αδέσποτες» σφαίρες και όλα τα συμπαραμαρτούντα, είναι ..κατάσταση. Όπως και η υποβάθμιση. Και το λαθρεμπόριο όπλων και ναρκωτικών. Ξαφνικά τα ΜΜΕ το θυμήθηκαν. Και τα ρεπορτάζ έφεραν στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που, ας μην κοροϊδευόμαστε, γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά.

Και για να το γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, το γνωρίζουν και οι «αρμόδιες αρχές» πολύ καλά. Το γνωρίζει και η αστυνομία πολύ καλά.  Όχι τώρα. Εδώ και πολλά χρόνια.

Δεν νοιάστηκε κανείς; Και να νοιάστηκε, νοιάστηκαν περισσότερο να μείνει ως έχει η κατάσταση, εκείνοι που κερδίζουν. Γιατί από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών υπάρχουν πολλοί που κερδίζουν. Και άμεσα πουλώντας, και έμμεσα παίρνοντας μίζα για να κάνουν ότι δεν βλέπουν. Γιατί από το λαθρεμπόριο όπλων υπάρχουν επίσης πολλοί που κερδίζουν. Με τον ίδιο τρόπο.

Γιατί από τη διαμόρφωση περιοχών υποβαθμισμένων, κερδίζει και το σύστημα. Καλλιεργώντας φόβητρα, τρέφοντας τον αλληλοκανιβαλισμό και το «διαίρει και βασίλευε», στήνοντας  εύκολους εχθρούς,  και κυρίως  δημιουργώντας όλες εκείνες τις συνθήκες στις οποίες ισοπεδώνονται τα πάντα και τη γλιτώνει ο πραγματικός φταίχτης.

Μα δεν γίνεται εμπόριο ναρκωτικών και όπλων από Ρομά; Γίνεται. Αλλά δεν γίνεται ούτε από όλους τους Ρομά, ούτε μόνο από Ρομά. Πιστεύει πράγματι κανείς ότι δεν εμπλέκεται σε όλον αυτόν τον σαπισμένο φαύλο κύκλο κανένας άλλος; Πιστεύει κανείς ότι οι μεγάλοι έμποροι ναρκωτικών, ζουν στα σπίτια των Ρομά στο Μενίδι; Πραγματικά, το πιστεύει αυτό κανείς μεταξύ μας;

Δεν πέφτουν πυροβολισμοί από Ρομά; Ναι πέφτουν. Αλλά πέφτουν και από  άλλους. Και από Ελληνάρες.  Έχει νόημα να παραθέσει εδώ κάποιος  πόσοι είναι οι νεκροί ή οι τραυματίες από «αδέσποτες» σφαίρες, από βεντέτες ή το ό,τι άλλο;  Δεν υπάρχουν άλλα μέρη στην Ελλάδα όπου τα όπλα, νόμιμα ή μη,  κυκλοφορούν σαν στραγάλια; Τι όχι;

Οι Ρομά, όμως, είναι ευκολότερος στόχος. Και είναι και ανώδυνος στόχος.  Πέντε μολότοφ στα σπίτια τους, και ένα κλίμα πογκρόμ,  είναι εκτόνωση. Και στήνεται και το απαραίτητο κανιβαλιστικό σκηνικό, που τελικά θα διαιωνίσει την ίδια την κατάσταση που θεωρητικώς όλοι οργισμένοι καταγγέλλουν. Και αυτό που δεν πρόκειται ποτέ να πληγεί από όλο αυτό, είναι το ίδιο το σύστημα που τη δημιούργησε. Που δημιουργεί πολίτες πολλών κατηγοριών, γειτονιές υποβαθμισμένες, γειτονιές γκέτο, τρελό κέρδος μέσα από λαθρεμπόριο, κ.ο.κ.

Γιατί είναι φασισμός να θυμάσαι την «υποβάθμιση» μόνο μέσα από φονικές σφαίρες και να την ξεχνάς όταν εμφανίζεται ως ανεργία,  φτώχεια, αδυναμία κάλυψης των βασικών αναγκών, καταπάτηση στοιχειωδών κανόνων ασφάλειας, πχ μπάζωμα ρεμάτων, αλλεπάλληλες πλημμύρες κ.λ.π.

Γιατί είναι φασισμός να σου φταίνε τώρα συλλήβδην όλοι οι Ρομά που κατοικούν στην περιοχή, και να την πέφτεις σε όποιο σπίτι βρεις μπροστά σου, κάνοντας αβαβά για όλους όσους διευκολύνουν τους κάποιους Ρομά που είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης σε κυκλώματα δισεκατομμυρίων.  Γιατί επίσης είναι φασισμός να ξεχνάς ότι πολλοί εκ των Ρομά που μένουν στην περιοχή αυτή, και όχι μόνο, ούτε ναρκεμπόριο κάνουν, ούτε κυκλοφορούν με την κουμπούρα ανά χείρας.

Γιατί είναι φασισμός από την μία να τους γκετοποιείς και από την άλλη να αντιδράς επειδή αντιδρούν σαν γκετοποιημένοι.

Ναι. Στο Μενίδι βλέπουμε όλες τις πλευρές του αποκρουστικού προσώπου του φασισμού. Ως αφορμή, ως φυτώριο, ως αποτέλεσμα, ως επιλεγόμενη αντίδραση, ως απειλή για το μέλλον. Ως κάτι που στη γέννησή του πρέπει ν’ αποτραπεί και στην εκδήλωσή του, από όποια πλευρά και αν προέρχονται αυτές οι λογικές, να τσακιστεί.

 _______________________________________________________

λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης …


από το βυτίο

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

image-5124

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

image-5125

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

image-5126

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

image-5127

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».

London sinking…


Αντί να διευκολύνει τον εαυτό της και, κυρίως, εκείνα τα συμφέροντα που εκπροσωπεί, η (ακόμα…) πρωθυπουργός του Λονδίνου May φαίνεται να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Η προοπτική κυβερνητικής συμμαχίας με το ακροδεξιό βορειοϊρλανδικό και «ενωτικό» κόμμμα dup κινδυνεύει να λειτουργήσει διαλυτικά για την βόρεια ιρλανδία. Όπου, ας το θυμίσουμε, οι (καθολικοί) ιρλανδοί όχι μόνο ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην ε.ε. στο περσινό δημοψήφισμα αλλά έχουν πια σοβαρές ανησυχίες για την δημιουργία ενός αυστηρού συνόρου με την (υπόλοιπη) ιρλανδία, πράγμα που θα δυσκολέψει σοβαρά την καθημερινή ζωή τους.

Το πρόβλημα είναι ότι εδώ και μερικούς μήνες, μετά τις (τοπικές) εκλογές στην βόρεια ιρλανδία, δεν έχει φτιαχτεί κυβέρνηση εκεί. Με βάση την συμφωνία της «καλής Παρασκευής» (του 1998) πρωθυπουργός θα πρέπει να είναι ο επικεφαλής του όποιου μεγαλύτερου προτεσταντικού κόμματος (του dup) και αντιπρόεδρος της (τοπικής) κυβέρνησης ο επικεφαλής του όποιου μεγαλύτερου κόμματος των καθολικών (του sinn fein) – λόγω του αριθμού των δύο “κοινοτήτων”. Όμως βασικός όρος της συμφωνίας της «καλής Παρασκευής» είναι ότι κανένα απ’ τα κυβερνώντα κόμματα στη βόρεια ιρλανδία δεν θα πρέπει να έχει σχέσεις με την αγγλική και την ιρλανδική κυβέρνηση – έτσι ώστε οι «μητέρες κυβερνήσεις» να φαίνονται «ουδέτερες» απέναντι στην βόρεια ιρλανδία.

Και τώρα η May θέλει να κάνει κυβερνητικό εταίρο το dup… Πράγμα που προσθέτει επιπλέον προβλήματα στη συμφωνία του 1998… Σε σημείο ώστε ο πρωθυπουργός της ιρλανδίας να προειδοποιεί ήδη (ευγενικά είναι η αλήθεια…) την May …. «να μην κάνει καμιά μαλακία»… Το sinn fein δήλωσε εν τω μεταξύ ότι μια τέτοια κυβερνητική συνεργασία είναι προδοσία όσων συμφωνήθηκαν πριν σχεδόν 20 χρόνια…

Πως ξεκίνησαν όλα αυτά; Επειδή ένας δεξιός πρωθυπουργός, ο Kameron,σκέφτηκε να κάνει ένα δημοψήφισμα για την έξοδο ή όχι του Λονδίνου απ’ την ε.ε., προκειμένου να «ταπώσει» τους φιλο-brexit βουλευτές του (αυτός ήταν υπέρ της παραμονής…) Ήλπιζε ότι θα το κέρδιζε άνετα… Άσσοι της πολιτικής οι γιάπηδες!!

Όση κι αν είναι η παρακμή της άλλοτε «μεγάλης» βρετανίας, δεν παύει να είναι ένα παλιό, πολύ παλιό κρατικό μαγαζί: θεωρητικά έχει το «ιστορικό βάθος» να δέσει ξανά, κάποια στιγμή, το βρακί του στη μέση του. Όμως προς το παρόν, μετά το περσινό δημοψήφισμα, μοιάζει σα να κυλάει στην κατηφόρα με χαλασμένα φρένα: κανένα κόλπο δεν πιάνει…

(φωτογραφία: η φωτογραφία εντείνει την προσωποποίηση ενός προβλήματος καπιταλιστικού… Αλλά πείτε μας: τι ύφος είναι αυτό για πρωθυπουργό της αυτού μεγαλειότητας;)

________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/06/london-sinking/

Tα φέρετρα της ανάπτυξης …


Συγκλονιστικές φωτογραφίες από τα «σπίτια-φέρετρα» στο Χονγκ Κονγκ

Από την Εύη Νικολοπούλου

100 χιλιάδες άνθρωποι σην Κινα,όπως διαβάσαμε προ ημερών στην Guardian,ζουν μέσα σε δωμάτια-κουτιά, δωμάτια-κλουβιά, που ονομάζονται και δωμάτια-φέρετρα, καθώς το μήκος της, ας την πούμε, κρεββατοκάμαρας δεν ξεπερνάει και πολύ το μήκος του ανθρώπινου σώματος. Τα δωμάτια αυτά δεν έχουν παράθυρα. Και όπως και στην Ελλάδα, οι φτωχοί άνθρωποι που αναγκάζονται λόγω φτώχειας να ζουν σε συνθήκες τέτοιου απάνθρωπου εγκλεισμού, στιγματίζονται κοινωνικά ως τεμπέληδες. Παρόλο που τα ενοικιάζουν εργαζόμενοι που υποαμείβονται. Στην Κίνα που αποτελεί το παγκόσμιο παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης, την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, 82 εκατομύρια άνθρωποι ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα.

Η ζώη σε κουτιά είναι ένα preview από το μέλλον μας. Η άρνηση να εξαθλιωθείς, ονομάζεται αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις. Αποδίδεται σε κακό και διεφθαρμένο χαρακτήρα, σε τεμπελιά και στη γεωγραφική θέση (ας θυμηθούμε τις δηλώσεις Ντάισελμπλουμ για τους τεμπέληδες του Νότου) που ευνοεί την μειωμένη παραγωγικότητα και την πονηριά. Η επίσημη αφήγηση είναι ότι η ζωή σε κουτιά, σε παράγκες,σε παγκάκια, η φτώχεια και η στέρηση βασικών αγαθών, είναι η επίγεια τιμωρία για την ανεπάρκεια των ατόμων να ανελιχθούν. Όσοι τα καταφέρνουν ονομάζονται Άριστοι και μας μαστιγώνουν λεκτικά για την αποτυχία μας να ακολουθήσουμε το επιτυχημένο παράδειγμά τους. Και μας προτρέπουν να γίνουμε σαν την Κίνα.

Αν θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη στάση του συνόλου των επισήμων θεσμών, στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, σε μια φράση, ίσως θα ήταν κάπως έτσι:

Μεταρρυθμίσου ρε,τι σου ζητάνε;


Aπό:http://www.nostimonimar.gr/ta-feretra-tis-anaptixis/

Καλός μουσουλμάνος, νεκρός μουσουλμάνος…


Κάθε μια από τις υπαγωγές μου με δένει με πολλούς ανθρώπους. Εντούτοις, όσο πιο πολλές υπαγωγές μου συνυπολογίζω, τόσο η ταυτότητα μου αποδεικνύεται μοναδική”.

Αμίν Μααλούφ, “Φονικές Ταυτότητες”

Μετά και την νέα δολοφονική επίθεση στο Λονδίνο, είναι απόλυτα βέβαιο ότι θα βρεθούμε ξανά αντιμέτωποι με την ιδεολογικοποιημένη έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης”, σαν την αποτελεσματικότερη εξήγηση που επιστρατεύουν κάθε φορά οι θεσμισμένες εξουσίες προκειμένου να ξεδιαλύνουν τα κίνητρα των επιτιθέμενων. Ωστόσο, ο όρος αυτός είναι περισσότερο χρήσιμος στις ελίτ που κοιτούν να ερμηνεύσουν τα κοινωνικά συμβάντα καταπώς τις συμφέρει. Λιγότερο βοηθάει εμάς, τους από κάτω, να κατανοήσουμε τους λόγους που ένα κομμάτι από τους καταπιεσμένους νιώθει την ανάγκη να πάρει τα όπλα και να χτυπήσει αδιακρίτως ακόμη και ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα και ταξικές αναφορές, με μοναδικό κριτήριο της δράσης τους, την μεγιστοποίηση των θυμάτων. Για τους καλοπληρωμένους “εμπειρογνώμονες”, που έχουν μετατρέψει σε επικερδές επάγγελμα την “επιστημονική” μελέτη των μουσουλμάνων, με τον ίδιο τρόπο προφανώς που κάποιος μελετάει τα ινδικά χοιρίδια,τα πράγματα είναι λίγο, πολύ ξεκάθαρα. Οι επιτιθέμενοι θα ταξινομηθούν σε κουτάκια, θα τους αναγνωρίσουν πρώτα και κύρια με βασικό σημείο αναφοράς την θρησκεία τους. ‘Επειτα, θα εξειδικεύσουν περαιτέρω αυτόν τον ισχυρισμό, καταχωρώντας τους στην ειδική κατηγορία των “ριζοσπαστικοποιημένων ισλαμιστών τρμοκρατών”, που ενήργησαν σαν πράκτορες του Ισλαμικού Κράτους προκειμένου να μεταφέρουν τον πόλεμο στο έδαφος της Βρετανίας. Πόσοι αλήθεια οριενταλιστικοί μύθοι περιέχονται μέσα σε αυτόν τον επιστημικοφανή ορισμό;

Η “ριζοσπαστικοποίηση” δεν είναι παρά ένας όρος που κατασκεύασε η τεχνοκρατική διακυβέρνηση των σύγχρονων ολοκληρωτικών “δημοκρατιών” για να απονοηματοδοτήσει και να περιχαρακώσει ιδεολογικά την αυτονόητη επιλογή της (μεμονωμένης έστω) εξέγερσης ενάντια σε ένα εχθρικά διακείμενο κοινωνικό περιβάλλον. Αντί να την κατανοήσει σαν μια αναμενόμενη αντίδραση σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο όταν τα άτομα βρίσκονται απέναντι σε καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, η έννοια της “ριζοσπαστικοποίησης” υποθέτει ότι η εξέγερση είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, μια παρά φύση τερατογένεση που ανάγεται σε έναν συνδυασμό από ιδιαίτερες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες. Τα παπαγαλάκια του συστήματος αποστρέφουν με φρίκη το βλέμμα τους μπροστά στις ωμότητες που διαπράττουν οι επιτιθέμενοι, αντί να αναρωτηθούν ποιος είναι ο λόγος που οι μουσουλμάνοι σαν κοινωνική υπό-ολότητα που ανήκει στα ετεροκαθοριζομενα στρώματα, δεν έχουν ακόμη κηρύξει στο σύνολο τους ανοικτό πόλεμο κόντρα στην κοινωνική ολότητα που τους καταπιέζει. Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε πως το οριενταλιστικό φαντασιακό δεν περιγράφει απλώς το υποκείμενο του, αλλά παράλληλα το κατασκευάζει, χαράσσοντας μεθοριακές γραμμές στο εσωτερικό της ετερόνομης κοινωνικής ολότητας και υποδαυλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ταξικές συγκρούσεις.

Σύμφωνα με την λογική της ριζοσπαστικοποίησης, οι τρομοκράτες έχουν προηγούμενα υποβληθεί σε μια διαδικασία σκληροπυρηνικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, μια φονταμεταλιστική πλύση εγκεφάλου, που τους έμαθε να απεχθάνονται και να εχθρεύονται την “Δύση”, καθώς και τις “αξίες” και τον τρόπο ζωής στις κοινωνίες που τελούν έξω από την ισχύ του ισλαμικού νόμου. Συνήθως η επαφή αυτή με τις αντιλήψεις του ριζοσπαστικού Ισλάμ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κάποια από τις χώρες της υπόδουλης αραβικής περιφέρειας, όπου ο ανήσυχος (αλλά μέχρι εκείνη την ώρα αβλαβής) νεαρός μουσουλμάνος μετανάστης δεύτερης γενιάς, μεταμορφώνεται σε αιμοδιψές κτήνος που επιστρέφει αποφασισμένος να σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο στην “πατρίδα” του. Η σιωπηρή παραδοχή πίσω από αυτή την βολική αφήγηση παραπέμπει στους ασύμβατους ανθρωπολογικούς τύπους και τα “οπισθοδρομικά” θεοκρατικά φαντασιακά των κοινωνιών της περιφέρειας, που σύμφωνα με τον Καστοριάδη, είναι από την φύση τους ριζικά ασύμβατα και ανταγωνιστικά προς το κυρίαρχο καπιταλιστικό και ορθολογιστικό φαντασιακό της Δύσης.i Με άλλα λόγια, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η βία δεν μπορεί παρά να είναι ένα εισαγόμενο προϊόν, άμεση απόρροια ξενόφερτων επιρροών και των πολιτισμικών δεσμών που (δυστυχώς) διατηρούν οι μετανάστες από την Μέση Ανατολή και το Μαγκρέμπ με τις χώρες καταγωγής τους.

Συνέχεια