κώστας θ. καλφόπουλος – φλίππερ …


Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, σύντομα.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.


Aπό:https://pandoxeio.com/2017/05/28/kalfopoulos/

Advertisements

Ένας λιγότερος! …


Πολλοί, πάμπολλοι, σχεδόν οι πάντες έχουν βρίσει τον Μητσοτάκη (πατέρα). Όχι εμείς! Επειδή δεν έχουμε αυταπάτες. Το συνηθισμένο κίνητρο είναι η απογοήτευση εκείνων που θέλουν πρωθυπουργούς (και υπουργούς, κλπ) «πατερούληδες». Αντίθετα για εμάς η μόνη χρησιμότητα του καλοπληρωμένου επαγγέλματος «πρωθυπουργός» είναι να συγκεντρώνει την οργή (αν είναι δυνατόν) όλου του πληθυσμού· να τον γαμωσταυρίζουν οι πάντες απ’ το πρωΐ μέχρι το άλλο πρωΐ όχι επειδή ξεγελάστηκαν, όχι επειδή προδόθηκαν, αλλά επειδή το απολαμβάνουν· κι έτσι να αποφορτίζονται οι κοινωνικές σχέσεις απ’ τη νευρικότητα και τις εντάσεις, να μην τσακώνονται φίλοι και γνωστοί για ασήμαντα (ή και σημαντικά) πράγματα. Με δυο λόγια σωστός πρωθυπουργός στην ελλάδα, άξιος του μισθού του, είναι εκείνος που μαγνητίζει, που τραβάει τα μπινελίκια όλων των υπηκόων, όχι σαν “απατεώνας” αλλά σαν αλεξικέραυνο, όχι σαν “προδότης” αλλά σαν σάκος του μποξ, εξασφαλίζοντας όχι την άθλια «εθνική ενότητα» αλλά την γαλήνη της κοινωνικής ανευθυνότητας / παιδικότητας.

Τέτοιος, αληθινός γίγαντας, υπήρξε σαν πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Δεν θα μιλήσουμε για τα (πραγματικά) πολιτικά προσόντα του ανδρός – στον Περισσό και στην Κουμουνδούρου, για παράδειγμα, ξέρουν καλύτερα… (Κι εμείς ξέρουμε…). Θα θυμήσουμε ότι στα λίγα χρόνια της πρωθυπουργίας του το «γαμώ τον Μητσοτάκη σου» ήταν μια κουβέντα που έβγαινε αυθόρμητα απ’ τα στόματα όλων. Για οποιονδήποτε λόγο. Όχι μόνο των πασόκων και των αριστερών (αναμενόμενο), αλλά και των δεξιών, που τον είχαν ψηφίσει (μόνο και μόνο για να σπρώξει απ’ το Μαξίμου τον Παπανδρέου τον Β). Και να στραβοπατούσε κάποιος περπατώντας, ήξερε ποιος έφταιγε: ο «καντέμης»! Έχανε η ομάδα σου; Ο “καντέμης” έφταιγε! Χώριζες; Πάλι του “καντέμη” δουλειά ήταν! Τράκαρες πάνω σε κολώνα; “Γαμώ τον Μητσοτάκη μου” έλεγες, και θάβρισκες περαστικούς να σε παρηγορήσουν… Ο τέλειος άρχοντας! Το τέλειο έρμα της κοινωνικής ισορροπίας…

Σαν «πρώην» πια ζούσε, λένε, αγγίζοντας τα όρια της αιωνιότητας, μ’ ένα μόνο όνειρο: να δει κάποιο τέκνο του, θηλυκό η αρσενικό, στην πρωθυπουργική καρέκλα. Κανένα δεν είχε τα προσόντα του. Εμείς, σαν m.f.c. (mitsotakis fun club) ευχόμασταν τα όνειρο να μείνει ανεκπλήρωτο, έτσι ώστε ο γίγαντας να μείνει αθάνατος. Διότι ναι μεν είμαστε fun club, αλλά όχι οικογενειακό!!

Δυστυχώς το μεγάλο αφεντικό έκανε άλλους λογαριασμούς. Δεν ήθελε να μηδενίσει το κοντέρ, να κλείσει έναν πλήρη αιώνα… Έτσι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, εκ Χανίων ορμώμενος, «δεν είναι πια ανάμεσά μας». Και δεν βλέπουμε στον ορίζοντα κάποιον άλλο που να μπορεί να δικαιολογήσει τον μισθό του πρωθυπουργού. Μόνο «πατερούληδες» και «γυιοί», όλοι επίδοξοι σωτήρες…

Τόσο «νάνοι» και τόσο καταχραστές του δημόσιου ταμείου: μόνο η Μέρκελ και ο Σόιμπλε φταίνε πια…

Long life!

(φωτογραφία: Ποιός θα κατάφερνε να ποζάρει σαν δράκουλας σε προεκλογική περίοδο αν δεν είχε αποδομήσει την πατερναλιστική αισθητική, έχοντας μέσα του ταυτόχρονα μια αυθεντική διάθεση προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο; Εδώ μια γιγαντο-απειλητική μητσοτακο-κεφαλή, παραμονές των εκλογών του 1985…

Ωραίες εποχές! Είμασταν, ακόμα, αθώοι. Ασυγχώρητα όπως αποδείχθηκε· αλλά αθώοι…)

__________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/enas-gigantas-ligoteros/

“Είμαστε εμείς που πεθαίνουμε για τους πολέμους σας – Siamo noi a morire per le vostre guerre”…


του Dante Barontini

Δικοί σας οι πόλεμοι, δικοί μας οι νεκροί. Σε κάθε τρομοκρατικό χτύπημα του Isis ή του οποιουδήποτε μιμητή είμαστε αναγκασμένοι να επαναλαμβάνουμε αυτή την απλή αλήθεια. Που πάντοτε κινδυνεύει να βυθιστεί κάτω από την θυματοποιητική θάλασσα από μελάσα που πυροβολείται από τις οθόνες και τα πρωτοσέλιδα.
Δεν υπάρχει καμία συγκίνηση σε όσους προετοιμάζουν ψυχρά το μενού που ξηλώνει δάκρυα στο οποίο θα υποβάλουν τον δύσμοιρη τηλεθεατή. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο από αγκαθωτή υποκρισία στις περιστασιακές φράσεις που προφέρονται από τους υπουργούς, τους πρωθυπουργούς, τους προέδρους. Ξέρουν καλύτερα από εμάς με τι έχουν να κάνουν, και ξέρουν ότι είναι μεταξύ των πρώτων υπευθύνων για την μεταστατική εξάπλωση των σφαγών σε όλο τον κόσμο.

 

Nuovo Presentazione di Microsoft Office PowerPoint

 

Ο Isis είναι δικό σας προϊόν, μια μετάσταση του καρκίνου που Εσείς »δυτική άρχουσα τάξη» έχετε αναθρέψει, [σαν τα παιδιά σας] κάπου αλλού..

Πέρα από κάθε ηλίθια συνωμοσιολογία, ο γαλαξίας τζιχάντ – Isis, Αλ Κάιντα, Αλ Nούσρα, κλπ – βρίσκει ιστορικές ρίζες στο σουνιτικό φονταμενταλισμό, που καλλιεργείται και διαιωνίζεται από τη Σαουδική Αραβία και τις άλλες πετρομοναρχίες του Κόλπου. Ταίστηκε και προωθήθηκε, ενισχύθηκε απ’ όλη τη Δύση, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε πρώτη φάση ως ένα βασικό όπλο κατά της Σοβιετικής Ένωσης που είχε δυστυχώς εισβάλει στο Αφγανιστάν. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν ήταν για χρόνια ο πρίγκιπας των μαχητών της ελευθερίας, των freedom fighters αναγνωρισμένους από τα μέσα ενημέρωσης του «ελεύθερου κόσμου», δημιουργώντας έτσι ένα νικηφόρο φαντασιακό για μια διεργασία σχεδόν θαμμένη από την Ιστορία. Η σουνιτική τζιχάντ, όμως, εξερράγη σαν μαζικό φαινόμενο μόνο μετά την δεύτερη δυτική εισβολή στο Ιράκ, εκείνη του 2003, η οποία οδήγησε στην ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσείν.Ένα αυταρχικό καθεστώς, φυσικά, όπως όλα εκείνα στην περιοχή (εκτός από το Ιράν και το Λίβανο ). Αλλά κυρίως λαικό, καθόλου γοητευμένο από τις φονταμενταλιστικές σειρήνες. Με παράφρονα αποφασιστικότητα οι Ηνωμένες Πολιτείες επέλεξαν ως εχθρούς ακριβώς τα κοσμικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, για να υποθάλψουν τα συμφέροντα των δικτατοριών (σας αρέσει περισσότερο ο όρος μοναρχίες;) ισλαμικά »ευλαβών». Μετά τον Σαντάμ Χουσεΐν ήταν η σειρά της Λιβύης του Μουαμάρ Καντάφι, στη συνέχεια, η Συρία του Άσαντ.  Τρεις χώρες οι οποίες έχουν γίνει ένα μαγκάλι,μια ψησταριά όπου καταναλώνονται ανείπωτες τραγωδίες, προς τις οποίες ευνοήθηκε ένας «τουρισμός» μαχητών από τις Δυτικές μητροπόλεις. Το ίδιο είχε συμβεί στην πρώην Γιουγκοσλαβία και την Τσετσενία. Μαχητές που μερικές φορές επιστρέφουν στο σπίτι εξαγριωμένοι, φέρνοντας μαζί τους έναν άλλο κόσμο, άλλα συμφέροντα, άλλες αιτιάσεις και σκοπούς. Οι άνθρωποι που ίσως ένιωσαν πως χειραγωγήθηκαν και προδόθηκαν από τη Δύση – που πρώτα υποστηρίχθηκαν και χαϊδεύτηκαν, στη συνέχεια βομβαρδίστηκαν – σταθερά δεσμευμένοι με την πεποίηση να φέρουν στις πόλεις μας την κόλαση που οι δικοί μας κυβερνώντες και τα βομβαρδιστικά «μας» (δεν έχει σημασία, ειδικά για αυτούς, αν είναι αμερικανικές , γαλλικές, αγγλικές ή ρωσικές) έφεραν στις δικές τους.Εξηγούσε ένας τούρκος σύντροφος πως το Isis και οι άλλες ομάδες είναι σαν ένα πίτμπουλ: εκπαιδευμένα να δαγκώνουν τους άλλους, αλλά μερικές φορές χτυπούν επίσης το αφεντικό τους ή αυτόν που υποτίθεται ότι είναι σε θέση να είναι τέτοιος.

Ο Isis είναι δικό σας προϊόν, μια μετάσταση του καρκίνου που Εσείς »δυτική άρχουσα τάξη» έχετε αναθρέψει, [σαν τα παιδιά σας] κάπου αλλού..

Τα παιδιά του Μάντσεστερ είναι οι γιοι μας, αδελφοί, αδελφές. Είμαστε εμείς που γυρίζουμε στους δρόμους μας, προσπαθώντας να επιβιώσουμε από την αυξανόμενη εξαθλίωση και φτωχοποίηση που μας έχετε επιβάλει, εμείς συγκεντρωνόμαστε σε ένα γήπεδο ή σε έναν υπόγειο ή έναν δρόμο της νυχτερινής ζωής, una via della movida για μια διαφορετική βραδιά, για ένα διάλειμμα σε μια ζωή χωρίς μέλλον καλύτερο.  Ξεκινήσατε αυτόν τον πόλεμο που μας σκοτώνει, εσείς. Δεν υπάρχουν πιθανές συγκρίσεις με τον ένοπλο μητροπολιτικό αγώνα της δεκαετίας του ’70 στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, διότι σε εκείνη την περίπτωση στόχοι ήταν οι υπεύθυνοι για συγκεκριμένες και εχθρικές επιλογές, όχι άνθρωποι που περνούσαν κατά τύχη. Ο Isis και οι μιμητές, όμως, ούτε που σας ψάχνουν. Είναι πάρα πολύ αδύναμοι για να το πράξουν, τους αρκεί σκοτώσουν εμάς, στο σωρό, χωρίς διάκριση. Αίμα του λαού, σε μια αρχαϊκή λογική και χωρίς μέλλον.  Ξεκινήσατε εσείς αυτόν τον πόλεμο που μας σκοτώνει. Δεν είστε σε θέση να τον τελειώσετε. Δεν σας νοιάζει, αντιθέτως μπορεί και να σας είναι χρήσιμος. Οι φοβισμένοι λαοί ανήμποροι βασίζονται και στηρίζονται στο θηρίο που προσποιείται ότι τους προστατεύει.

Όσο θα παραμένετε στα πόστα σας εμείς θα συνεχίζουμε να πεθαίνουμε, να θρηνούμε τα παιδιά μας, να αναρωτιόμαστε βλακωδώς «γιατί μας μισούν;»

Ντόχα…


Αποτέλεσμα εικόνας για Ντόχα

Το μικροσκοπικό αλλά πάμπλουτο σεϊχάτο του κατάρ δεν φαίνεται να συμφωνεί με την «γραμμή» που επισημοποίησε το ψόφιο κουνάβι στο Ριάντ. Αυτό δείχνει συμβολικά η απόφαση να ανακαλέσει («για διαβουλεύσεις» υποθέτουμε) τους πρεσβευτές του απ’ το μπαχρέιν, την αίγυπτο, το κουβέιτ, την σαουδική αραβία και τα ενωμένα αραβικά εμιράτα. Σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση:

… το ιράν είναι μια περιφερειακή και ισλαμική δύναμη που δεν μπορεί να αγνοηθεί, και δεν θα ήταν καθόλου σοφό να στοχοποιείται…

Γκρινιάζει και εναντίον της Ουάσιγκτον το καθεστώς του κατάρ. Ότι διάφοροι κουβεντιάζουν για το κατάρ χωρίς την συμμετοχή μας είπε ο υπ.εξ. Mohammed bin Abdulrahman Al Thani, προσθέτοντας ότι τα αμερικανικά μήντια έχουν βάλει σημάδι την Ντόχα.

Η αλήθεια είναι ότι σε όποιο μπαλκόνι κι αν βγει κανείς στο κατάρ θα δει απέναντι τις ιρανικές ακτές. Συνεπώς δεν είναι το καλύτερο μέρος για καυγάδες με έναν τέτοιο γείτονα, ό,τι και να ψήνουν οι υπόλοιποι. Και οπωσδήποτε, αν είναι να σε έχει κάποιος στο στόχαστρό του, καλύτερα να είναι τα αμερικανικά μήντια παρά οι ιρανικοί πύραυλοι.

________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/ntocha/

Θάνατος στη λογική του καριόλη …


Του Μανώλη Ρασούλη

Αποτέλεσμα εικόνας για Μανώλη Ρασούλη

O τίτλος δεν εννοεί: θάνατος στον καριόλη.
Στη λογική του καριόλη .Αυτό είναι ο χειρότερος θάνατος για τον καριόλη.
Ήσυχα κοιμάται η πόλη
Κι όμως αλυχτά η λογική του καριόλη
Μα για ποιόν καριόλη πρόκειται;
Τώρα οι υπεύθυνες κι ένοχες εξουσίες τον λένε άσωτο.
Ο άσωτος είχε έναν μη άσωτο πατέρα. Που όταν ξεασώτεψε κι επέστρεψε, ο πάτερ φιμίλιας έσφαξε τον ταύρο τον σιτευτό.
Τούτος ο άσωτος ο greek ποιόν έχει πατέρα για να τον συγχωρέσει;
Ο ίδιος ο πατέρας του ήτανε μπερμπάντης κι άχρηστος οπότε ο γκρίκ πήρε το στιλ του.

Παρ΄τον έναν, χτύπα τον άλλον.
Όμως ας μη τα μηδενίζουμε όλα.
Θα μπορούσαμε να πούμε συμβιβαστικά: συγχώρεσε τον, δεν ξέρει τι κάνει. Αγνοεί η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του.Κι όμως ο καριόλης είναι καριόλης.
Έκ γενετής; Μπορεί.
Πολλοί καριόληδες γεννούν την καριολαρία.
Η οποία κάνει μετάσταση παντού. Το ΄χα πεί: αυτή η λογική θα καταστρέψει τη χώρα. Την Ευρώπη. Τον πλανήτη.
Ήδη φαίνονται τ΄αποτελέσματα. Και τ΄αποτέλεσμα μετράει. Καταβρόχθισε το μέτρο.
Σαν όν δε μετράει.Κι έγινε μάζα.Κι έγινε μπάζα. Χειρότερα κι απο την Αϊτή. Πλάκωσε τους αθώους κάτω απ΄ τα ερείπια. Κατάστρεψε την προλεταριακή κουλτούρα, κατάστρεψε την αστική κουλτούρα. Έβγαλε εσαεί τους όρχεις του όξω προς κοινή θέα. Απο βαθειά εκδίκηση. Γιατί μικρός ήταν φτωχός.Και τώρα βρέθηκε με καταθέσεις. Ο γαμάω.
Οι αρχαίοι Έλληνες φτιάξανε τον άριστο, οι φεουδάρχες τον ιππότη, οι αστοί τον τζέντλμαν, οι μεταδικτατορικοί ρωμιοί έφτιαξαν τον γαμάω. Στα παπάρια του. Κατάντησε την πιο ωραία και ιστορική χώρα ένα γραψαρχιδιστάν.
Και το΄χε πεί ο Τρότσκι: «το αποκρουστικότερο πλάσμα στον κόσμο είναι ο μικροαστός στην αρχική του συσσώρευση.
Σάμπως είχαμε κι αστούς;
Ούτε πλούσιους.
Πλουτοκράτες. Αρχιδομούνια.
Εδώ,ναι εδώ, η μητρόπολις των έτσι και στουπέτσι.
Σφάζονται στα γήπεδα. Ποιοί;
Οι εκτελεστές.
Οι ηθικοί αυτουργοί τα βράδια στα σκυλάδικα σου λένε: «πάρτα, αλλά θέλω το τάδε πιπίνι». «Μάλιστα αφεντικό» ακούγεται η υπόκλησις του γιουβέτσι.
Χορεύουν ημίγυμνα τα ρωσοδούλια, και οι όρχεις των έτσι νάααα.
Τώρα λέν δεν υπάρχει σάλιο.
Και τους σοδομούν χωρίς σάλιο.
Ποιοί; Οι γαμάω.
Βάσει τίνος;
Της λογικής του καριόλη.
Ο μέσος έλλην ανθρωπάκος άλλα λέει, άλλα κάνει και άλλα εννοεί!
Εννοείται.
Όμως μας έχει μείνει ακόμα η γκρίκ σάλατ. Η μεγαλοφυής σύλληψη που κόβεις ντομάτα, αγγούρι, κρεμμύδι κι άντε φέτα και τ’ανακατεύεις. Κανείς πρίν δεν το ΄χε σκεφτεί. Μόνο οι γκρικς.
Κι έτσι τέλειωσε ένα υπέροχο έπος: ο Ζόρμπα.
Ελύτης: βραβείο. Σεφέρης: βραβείο. Θοδωράκης: βραβείο. Χατζιδάκις: βραβείο.
Τώρα γιουροβίζο in greenglish.
Λέει δεν έχει λεφτά. Λέει δεν του δανείζει η παγκόσμια αγορά.
Με τόκους σε πριαπισμό. Κι όλα τα λεφτά του ΄80-΄90 που πήγαν; Πήγαν εκεί που πάει η αγάπη όταν πεθαίνει.
Τη δεκαετία που δεν μου πέταγαν ούτε ψίχουλα. Εμένα που ήξερα απο αγάπη.
Live.
Τώρα κρυμένοι στο ποτάμι ανασαίνουν με καλάμι.
Κι ακαρτερούν στις ρούγες πότε θα πέσουν τα κόνδιλα σαν το μάννα.
Κι όρχεις όξω. Πρός επίδειξη.
Τις μπέρδεψαν με τις ορχιδέες.
Εν κατακλείδι – αν και το θέμα (ανάθεμα) χρίζει διατριβών και κειμένων- αν θέλουμε να μιλήσουμε για ζωή, να αναστήσουμε τη ζωή ας φωνάξουμε με ψυχή (βαθιά και ρηχά) και φωνή: Θάνατος στη λογική του καριόλη.
Θάνατος.

* Το κείμενο είναι ένα από τα τελευταία (Φεβρουάριος 2010) που ανάρτησε στο blog του ο Μανώλης Ρασούλης πριν φύγει από τη ζωή.


Από:http://tvxs.gr/news/blogarontas/thanatos-sti-logiki-toy-karioli

Το Παρελθόν του Παρόντος μας και ο Λουκάς Παπαδήμος…


Του Κώστα Λουλουδάκη

Η λαϊκή κυριαρχία που επιτάσσει το Σύνταγμα είναι στην πραγματικότητα κυριαρχία μιας οικονομικής ολιγαρχίας επί του λαού. Όπως χαρακτηριστικά εκφραζόταν ο Αλ. Σβώλος, η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί «ένα των μύθων του νεωτέρου δημοσίου βίου, απλάς προλήψεις[…]πλάσματα χωρίς περιεχόμενον». Πίσω από την τυπική ισότητα και τη δημοκρατία υπάρχουν σχέσεις ανισότητας, σχέσεις εκμετάλλευσης, οι οποίες φαλκιδεύουν τη δημοκρατία, την καθιστούν μορφή κυριαρχίας μιας οικονομικής ολιγαρχίας. Οι σχετικές επισημάνσεις του Αλ. Σβώλου αποκτούν επικαιρότητα: «Όχι μόνον, άλλως τε, δεν υπάρχει Λαός ως «σύνολον» ή «ενότης», αλλά τουναντίον σχηματίζονται και διακρίνονται βαθμηδόν και σαφέστερον μόνον ομάδες, τάξεις και στρώματα κοινωνικά, αντιτεταγμένα προς άλληλα, απορροφώντα εντός εαυτών τα άτομα» (Α. Σβώλος: Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Στοχαστής, 1972, σελ. 95 επ. και του ίδιου, Νομικαί Μελέται, Αθήνα, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλου, σελ. 317. Δες καιhttp://kaltsonis.blogspot.gr/2011/11/blog-post_4351.html).

Ωστόσο, αυτή η οικονομική ολιγαρχία που κρατά στα χέρια της τους κυριότερους μοχλούς διεύθυνσης της οικονομίας, αποτελεί στην ουσία στρώμα της άρχουσας, της αστικής τάξης. Αυτή η «ιθύνουσα» αστική τάξη περιλαμβάνει στους κόλπους της, εκτός από την οικονομική και την πολιτική ελίτ, τους γραφειοκράτες ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους, τα διάφορα στελέχη επιχειρήσεων, ανώτερους διευθυντές πολυκλαδικών ομίλων, μεγαλομέτοχους, την στρατιωτική και εκκλησιαστική ηγεσία, διάφορους πνευματικούς παράγοντες καθώς και επιλεγμένους διαμορφωτές εγκεφάλων, κοινώς: δημοσιογράφων. Αυτή λοιπόν η κοινωνική μερίδα, η αστική που εμφανίζεται ως ο μοναδικός φορέας άσκησης της εξουσίας, αποτελείται και από αυτούς που ασκούν την εξουσία αλλά και από αυτούς που ασκούν την αντιπολίτευση.

Συνέχεια