“A Cyborg Manifesto”: τριάντα χρόνια μετά…


Τα cyborgs είναι αιθέρας, η πεμπτουσία

Διανύουμε πλέον την έκτη δεκαετία από τότε που οι γραφίδες των Manfred Clynes και Nathan Kline έδωσαν υπόσταση στο πλάσμα / κατασκεύασμα cyborg. Σήμερα, αν και έχει υποσκελιστεί σχετικά από πιο φαντασμαγορικές εικονογραφίες, όπως αυτή του digital self (ψηφιακός εαυτός) συνεχίζει να παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ζωτικότητα. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στον διπλό χαρακτήρα της τεχνολογίας· είναι ταυτόχρονα τεχνική και ιδεολογία. Κι αν με την πρώτη μορφή είναι που δίνει τα πιο στέρεα, επιβλητικά, αλλά και τρομακτικά παραδείγματα – όπως ένα μαχητικό drone που δολοφονεί δεκάδες αμάχους ελεγχόμενο από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά – με την δεύτερη δεν παύει να παράγει εξίσου συμπαγή αποτελέσματα, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται καν αναφορά σε κάποια χειροπιαστή εκδοχή.
Το cyborg είναι χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Εδώ και μισό αιώνα κυκλοφορεί ανάμεσά μας σαν ένα φάντασμα που επεμβαίνει σε συμπεριφορές, νοοτροπίες, κοινωνικές σχέσεις και κοσμοαντιλήψεις, μέχρι του σημείου να είναι πιο πραγματικό και επιδραστικό κι από έναν στρατό χημικά ντοπαρισμένων μισθοφόρων στην Βαγδάτη. Κι ενώ πολλά από τα τεχνικά ή/και ιδεολογικά προϊόντα των νέων τεχνολογιών αντιμετωπίζονται με δικαιολογημένη αποστροφή, το cyborg συγκαταλέγεται σε αυτά που προξενούν δέος αν όχι σαγήνη. Ένας λόγος που συμβαίνει αυτό, είναι γιατί το cyborg έχει διπλή αφετηρία. Η μία και προφανής είναι τα εργαστήρια του στρατοβιομηχανικού συμπλέγματος, κι αν ήταν η μόνη τότε στο cyborg θα απέμενε μόνο η αποκρουστική όψη. Αλλά η δεύτερη είναι η μεταμοντέρνα αριστερή διανόηση που αναζητώντας νέα νοήματα και ερμηνείες για έναν κόσμο που – σύμφωνα με την γνώμη της – ο ταξικός πόλεμος έχει λήξει, αν υπήρξε ποτέ, η ταξική ανάλυση χρεοκόπησε και το προλεταριάτο έχει εξαφανιστεί, ανακάλυψε στο cyborg τον φορέα μιας νέας μετα-καπιταλιστικής “αφήγησης”. Έτσι το cyborg πολιτογραφήθηκε στο σύμπαν της αριστεράς όχι σαν μια αρνητική δύναμη, μια τεχνική αναπαράσταση του εχθρού, αλλά σαν υπόσχεση απεριόριστων δυνατοτήτων  και εν δυνάμει φορέας χειραφέτησης και απελευθέρωσης. Στις παρακάτω γραμμές θα προσπαθήσουμε να βρούμε πώς ξεκίνησε αυτό, πώς δηλαδή το cyborg έγινε επιχείρημα κατά της ταξικής ανάλυσης.

A cyborg manifesto: 30 χρόνια μετά

Είμαστε όλοι cyborgs (;)

Ηαρχή της δεκαετίας του ’80 ήταν μια δύσκολη εποχή για τα κινήματα, μια εποχή ανακατατάξεων μεγάλης κλίμακας. Είχε ήδη ξεκινήσει η μεγάλη αντεπίθεση των αφεντικών και τα κινήματα, μετά από μια εξαιρετική περίοδο πληθωρικής έκρηξης των αρνήσεων και του ανταγωνισμού, είχαν βρεθεί σε θέση οπισθοχώρησης, αν όχι αποσύνθεσης. Στις ηπα κυριαρχούσαν οι πολιτικές του “ρεηγκανισμού” (αδελφό μοντέλο του “θατσερισμού” στην άλλη όχθη του Ατλαντικού – το όνομα προέρχεται από τον τότε πρόεδρο Ρέηγκαν) και ανάμεσα σε αυτές, ο “πόλεμος των άστρων”, το υπό διαμόρφωση τότε φουτουριστικό στρατιωτικό δόγμα, ήταν θέμα σε ημερήσια διάταξη.
Μέσα στη συγκυρία αυτή, το 1983 η αμερικάνικη επιθεώρηση Socialist Review προσκάλεσε μια σειρά από σοσιαλίστριες φεμινίστριες να καταθέσουν τις απόψεις τους για το μέλλον του φεμινιστικού κινήματος υπό το πρίσμα της υποχώρησης της αριστεράς. Η Donna Haraway [1], γνωστή ακτιβίστρια και διανοούμενη της σοσιαλιστικής/μαρξιστικής τάσης του φεμινιστικού κινήματος, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα με ένα κείμενο το οποίο προκάλεσε σοκ και αμήχανες αντιδράσεις. Ο τίτλος του ήταν “A Cyborg Manifesto” [2] και η επιθεώρηση αρνήθηκε να το δημοσιεύσει για πολιτικούς λόγους, κρίνοντας το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο, διανοουμενίστικο κι εντέλει αντι-φεμινιστικό. Τελικά δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα από άλλη συντακτική ομάδα της επιθεώρησης (και το 1991 στην τελική του μορφή στο βιβλίο της Haraway “Simians, Cyborgs and Women”).
Ήδη από τις εισαγωγικές γραμμές του κειμένου είναι φανερή η προβοκατόρικη και εμπρηστική διάθεση της Haraway:

Η ειρωνική μου πίστη, η βλασφημία μου, έχει στο  κέντρο της μια εικόνα, το cyborg. […] Στα τέλη του 20ου αιώνα, στους καιρούς μας, καιρούς μυθικούς, όλοι μας είμαστε πλάσματα χιμαιρικά, θεωρητικοποιημένα και τεχνουργημένα υβρίδια μηχανής και οργανισμού· κοντολογίς, είμαστε cyborgs. Το cyborg είναι συμπυκνωμένη εικόνα φαντασίας και υλικής πραγματικότητας συνάμα, των δύο συναρθρωμένων κέντρων που δομούν κάθε δυνατότητα ιστορικού μετασχηματισμού.

Πριν περάσουμε σε λεπτομέρειες, πρέπει οπωσδήποτε να κρατήσετε το εξής. Τομανιφέστο είναι η ληξιαρχική πράξη γέννησης του πολιτικού cyborg. Αν οι Clynes και Kline είναι που έπλασαν το καλούπι του “κυβερνητικού οργανισμού” αναμειγνύοντας σάρκα και μηχανήματα, είναι η Haraway με το μανιφέστο που μαστόρεψε τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιότητες του cyborg και για αυτό μέχρι σήμερα θεωρείται εμβληματικό έργο στην σχετική φιλολογία. Το μανιφέστο είναι που έβγαλε το κατασκεύασμα αυτό από τα εργαστήρια της nasa και πρώτο το εισήγαγε στο πεδίο των αντι-θεσμίσεων και του κοινωνικού αγώνα. Από την Haraway το 1983 είναι που ξεκινάει ένα νήμα που φτάνει μέχρι τις μέρες μας, ένα νήμα που διαπλέκει από την μια τον τεχνοφετιχισμό κι από την άλλη την πίστη ότι η τεχνολογία, η αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, παράγει νέα επαναστατικά υποκείμενα και κρύβει δυνατότητες χειραφέτησης. [3] Επιπλέον, ακόμη κι αν οι αναγνώστριες και αναγνώστες κρίνετε τελικά ότι το μανιφέστο είναι πλέον “παλιό” κι επομένως μικρή ανάγκη κριτικής υπάρχει, ας έχουμε υπόψη αυτό: η ρητορική που ανέπτυξε πρώτη η Haraway είναι η ίδια που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, διαρκώς επανέρχεται και ξαναζωντανεύει ατόφια όλα τα τριάντα τελευταία χρόνια, πότε με πιο φιλελεύθερη και πότε με πιο αντιεξουσιαστική προσέγγιση, αλλά πάντα με την ίδια σκοπιμότητα. Να αποδείξει ότι το προλεταριάτο είναι πλέον ένα ξεδοντιασμένο φάντασμα του άλλοτε εαυτού του.

Ωδή στον μετα-άνθρωπο

Ούσα μαρξιστικών καταβολών, η Haraway δεν χρησιμοποίησε τυχαία την έννοια “μανιφέστο” στο τίτλο του κειμένου, παραπέμποντας ευθέως στο κομμουνιστικό μανιφέστο, αφού φιλοδοξία της ήταν το μανιφέστο του cyborg να παίξει έναν ανάλογο ρόλο. “Είναι η φαντασία μιας φεμινίστριας που μιλάει σε ιδιώματα που σπέρνουν τον τρόμο στα κυκλώματα των λυτρωτών της νέας δεξιάς” διακηρύσσει σαν άλλο – μοντέρνο – φάντασμα πάνω από την πρωτοκοσμική επικράτεια.
Το κείμενο είναι δύστροπο – κι αυτή δεν είναι καν η αρνητική κριτική. Διανοουμενίστικο, υπερσυμπυκνωμένο και συμβολικό, με πολλούς ανερμήνευτους νεολογισμούς κι ακόμη περισσότερες υποθέσεις, με ελάχιστες αναφορές σε κάτι που να παραπέμπει σε γεγονός ή τεκμήριο, είναι η γραπτή επιβεβαίωση του μότο “τώρα μιλάει η θεωρία!” που τότε είχε πολύ πέραση στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Απευθύνεται σε μυημένες του μεταμοντέρνου θεωρητικού ιδιώματος, παρά τον ισχυρισμό ότι αποτελεί εργαλείο άμεσης πολιτικής δράσης· η θεματολογία και η επιχειρηματολογία διαρκώς λοξοδρομούν, πισωγυρίζουν και χάνονται· δεν είναι περίπλοκο, είναι εσκεμμένα μπλεγμένο κι αντιφατικό· εντέλει ίσως κρίνεται καλύτερα ως ποίηση ή πρόζα, ή ακόμη και μεταφυσική κατήχηση γεμάτη αφελείς υπεραπλουστεύσεις, παρά σαν πολιτικό κείμενο.
Στο άμεσο πεδίου του φεμινισμού, η Haraway επιχειρεί να ανατρέψει δύο παγιωμένες συνθήκες που θεωρεί ότι ευθύνονται κεντρικά για την παρακμή του κινήματος. Το ένα είναι ο κατακερματισμός και η πολυδιάσπαση του φεμινιστικού κινήματος πάνω στις γραμμές ανταγωνιστικών μεταξύ τους ταυτοτήτων και το δεύτερο η βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι το γυναικείο φύλο είναι εδραιωμένο στην φύση, σε αντίθεση με το αντρικό που εδράζεται στην κουλτούρα· και τα δύο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όλες οι προηγούμενες “ενότητες” και “ταυτότητες” είναι ξεπερασμένες:

Είναι πια δύσκολο να χαρακτηριστούν με ένα μόνο επίθετο οι φεμινιστικές απόψεις – ή ακόμη και να υποστηριχτεί επίμονα το όνομα αυτό σε κάθε περίσταση. Η συνείδηση του αποκλεισμού μέσω ονοματοδοσίας είναι πια οξύτατη. Οι ταυτότητες μοιάζουν αντιφατικές, μερικές και στρατηγικής σημασίας. Το φύλο, η φυλή και η τάξη, με την επίπονα κερδισμένη αναγνώριση της κοινωνικής και της ιστορικής συγκρότησής τους, δεν μπορούν πια να αποτελούν βάση για την πίστη στην “ουσιώδη” ενότητα. Στο “θηλυκό” δεν υπάρχει τίποτε που να συνδέει από την φύση του τις γυναίκες μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καν η κατάσταση να “είσαι” θηλυκό, κάτι που είναι και το ίδιο πολυσύνθετη κατηγορία κατασκευασμένη σε διαμφισβητούμενους έμφυλους επιστημονικούς λόγους και σε άλλες κοινωνικές πρακτικές. Η έμφυλη, η φυλετική ή η ταξική συνείδηση συνιστούν επιτεύγματα που μας έχουν επιβληθεί από την φριχτή ιστορική εμπειρία των αντιφατικών κοινωνικών πραγματικοτήτων που συνιστούν η πατριαρχία, η αποικιοκρατία και ο καπιταλισμός. Και ποιοι, αλήθεια, λογίζονται ως “εμείς” στη δική μου ρητορική; Ποιες ταυτότητες διατίθενται για να θεμελιώσουν έναν τέτοιο πολυδύναμο πολιτικό μύθο που λέγεται “εμείς”, και ποια θα ήταν τα κίνητρα για στρατολόγηση σε τούτη τη συλλογικότητα; Ο οδυνηρός κατακερματισμός ανάμεσα στις φεμινίστριες (για να μην αναφερθούμε καν στις γυναίκες) κατά μήκος κάθε πιθανού ρήγματος έκανε την έννοια γυναίκα φευγαλέα, δικαιολογία για την μήτρα των κυριαρχιών που ασκούνται μεταξύ των ίδιων των γυναικών.

Αρκούν αυτές οι γραμμές για να διαφανούν κάποια βασικά στοιχεία της ρητορικής της Haraway. Η τάξη, λοιπόν, είναι μία μεταξύ άλλων “ταυτοτήτων”, η “ταξική ταυτότητα” μας έχει “επιβληθεί” από την “φριχτή” και “αντιφατική” εμπειρία του καπιταλισμού και πρέπει να θεμελιώσουμε έναν καινούργιο “μύθο” για το “εμείς”. Δηλαδή, η συνείδηση ότι το ταξικό σύστημα είναι η καρδιά του καπιταλισμού που υπηρετεί την οργάνωση της εκμετάλλευσης και της ατομικής ιδιοποίησης του συλλογικά παραγόμενου πλούτου είναι μια ξεπερασμένη συνείδηση, μια “ταυτότητα” βαρίδι που βολονταριστικά θα πρέπει να ξεφορτωθούμε, προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτή την “φριχτή” πραγματικότητα.
Στο ερώτημα περί διαθέσιμων ταυτοτήτων, κατάλληλων για ένα νέο μύθο, η Haraway μηχανεύεται το cyborg [4] και απαντάει και στα δύο ζητήματα με τον ίδιο τρόπο. Όχι, δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός και καμία διάκριση μεταξύ των γυναικών, γιατί είμαστε όλες υβρίδια, τεχνουργήματα, cyborgs· όχι, δεν υπάρχει τίποτε το φυσικό στο γυναικείο και κανένας ειδικός δεσμός με την φύση, γιατί είμαστε όλες cyborgs.
Πιο αποκαλυπτική όμως είναι η συλλογιστική με βάση την οποία το cyborg προκύπτει σαν μια ισχυρή και δέουσα πολιτική πρόταση, ικανή να υποσκελίσει τις ριζοσπαστικές και ταξικές, παρωχημένες κατά την ίδια, αναλύσεις. Σύμφωνα λοιπόν με την συγγραφέα, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και επιστημών (κυρίως των επιστημών της επικοινωνίας και των βιολογιών) έφτασε σε τέτοιο σημείο στον ύστερο 20ο αιώνα, ώστε μία σειρά από κομβικές ρήξεις οδήγησε στην διάρρηξη βαθιά παγιωμένων συνόρων.
Η πρώτη τέτοια ρήξη αφορά το σύνορο ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο:

Στον επιστημονικό πολιτισμό… το σύνορο ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο έχει διαρραγεί περά ως πέρα. Τα τελευταία προπύργια μοναδικότητας μολύνθηκαν, αν δεν μετατράπηκαν κιόλας σε πάρκα αναψυχής: η γλώσσα, η χρήση εργαλείων, η κοινωνική συμπεριφορά, τα νοητικά συμβάντα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν διευθετεί πραγματικά πειστικά στο διαχωρισμό ανθρώπου και ζώου… Το cyborg εμφανίζεται στο μύθο εκεί ακριβώς που ξεπερνιέται το όριο ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο.

Η δεύτερη αφορά τη διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη μηχανή:

Οι μηχανές πριν την κυβερνητική μπορούσαν να είναι στοιχειωμένες· ο ίσκιος του φαντάσματος που κρύβεται στην μηχανή υπήρχε ανέκαθεν… Η σκέψη και μόνο ότι οι μηχανές ήταν αλλιώτικες ήταν παρανοϊκή. Τώρα πια δεν έχουμε την ίδια βεβαιότητα. Οι μηχανές στον ύστερο 20ο αιώνα έκαναν ολότελα αμφίβολη τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό και το τεχνητό, στο νου και στο σώμα, στην αυτοανάπτυξη και τον έξωθεν σχεδιασμό, καθώς και ανάμεσα σε πάμπολλες άλλες διακρίσεις που ίσχυαν άλλοτε για τους οργανισμούς και τις μηχανές. Οι μηχανές μας έχουν ενοχλητική ζωντάνια, και εμείς τρομακτική αδράνεια.

Η τρίτη ρήξη αφορά τη διάκριση υλικού-άυλου:

Το σύνορο ανάμεσα στο υλικό και το άυλο είναι πολύ αόριστο για μας… Οι μοντέρνες μηχανές είναι στην πεμπτουσία τους μικροηλεκτρονικές συσκευές: βρίσκονται παντού και είναι αόρατες. Ο μοντέρνος μηχανολογικός εξοπλισμός είναι ένας αναιδής νεόκοπος θεός, που παρωδεί την πανταχού παρουσία και την πνευματικότητα του Πατέρα… Τα καλύτερα μηχανήματά μας είναι φτιαγμένα από ηλιακό φως· είναι όλα ελαφριά και καθαρά, επειδή δεν είναι τίποτε άλλο παρά σήματα, ηλεκτρομαγνητικά κύματα, τμήματα ενός φάσματος.

Το αποτέλεσμα είναι να κλονιστούν ανεπανόρθωτα όλοι οι παγιωμένοι δυισμοί του αστικού ορθού λόγου (νους / σώμα, ύλη / πνεύμα, άντρας / γυναίκα, φύση / κουλτούρα…) και να ανοίξει ο δρόμος για «πολυδύναμες συγχωνεύσεις» και «επικίνδυνες δυνατότητες». Ακριβώς μέσα από τα χάσματα των παραβιασμένων συνόρων, σε αυτήν την οριακή περιοχή, είναι που αναδύεται το cyborg. Στην εποποιία της Haraway, το cyborg έχει υπερφυσικές ή μη φυσικές διαστάσεις (κυριολεκτικά, σύμφωνα με την λογική της):

Το cyborg είναι πλάσμα σε έναν μετά-το-φύλο κόσμο· δεν έχει δοσοληψίες με την αμφιφυλία, την προοιδιπόδεια συμβιωτική σχέση, τη μη αλλοτριωμένη εργασία ή κάποιο άλλο δέλεαρ οργανικής ολότητας.
[…]
Το cyborg είναι απόλυτα αφοσιωμένο στην μερικότητα, την ειρωνεία, την οικειότητα και την διαστροφή. Είναι αντιτασσόμενο, ουτοπικό και καθόλου αθώο. Δεν δομείται πια από την πόλωση δημοσίου και ιδιωτικού, κι έτσι το cyborg ορίζει μια τεχνολογική πολιτεία βασισμένη εν μέρει στην επανάσταση των κοινωνικών σχέσεων εν οίκω. Φύση και πολιτισμός ξαναδουλεύονται· η φύση δεν γίνεται να είναι πια πόρος που τον ιδιοποιείται ή τον ενσωματώνει ο πολιτισμός. Οι σχέσεις που σχηματίζουν ολότητες από τα μέρη, κι ανάμεσά τους οι σχέσεις πολικότητας και ιεραρχικής κυριαρχία, διακυβεύονται στον cyborg κόσμο. Αντίθετα απ’ όσα έλπιζε το τέρας του δόκτορα Φρανκεστάιν, το cyborg δεν περιμένει από τον πατέρα του να το σώσει αναμορφώνοντας τον κήπο· δηλαδή κατασκευάζοντας για αυτό κάποιο ετεροφυλοφιλικό ταίρι, οδηγώντας το στην πλήρωση μέσα σε ένα τελειωμένο όλον, μια πολιτεία κι ένα αρμονικό σύμπαν. Το cyborg δεν ονειρεύεται την κοινότητα με βάση το πρότυπο της οργανικής οικογένειας, με μόνη διαφορά την απουσία οιδιπόδειου προτάγματος αυτή την φορά. Το cyborg δεν θα αναγνώριζε καν τον Κήπο της Εδέμ· δεν είναι φτιαγμένο από λάσπη και δεν μπορεί να ονειρευτεί ότι θα επιστρέψει στο χώμα. Ίσως για αυτόν το λόγο θέλω να δω μήπως τα cyborgs μπορούν να ανατρέψουν τον αποκαλυψιακό όλεθρο της επιστροφής στην πυρηνική σκόνη κατά τον μανιακό ψυχαναγκασμό να δοθεί όνομα στον Εχθρό. Τα cyborgs δεν έχουν ευλάβεια· δεν ανασυνθέτουν μνημονικά τα μέλη της συμπαντικής αρμονίας. Τα ανησυχεί ο ολισμός, όμως αποζητούν την σύνδεση – σαν να νιώθουν έμφυτα την τάση για ενωτική μετωπική πολιτική, αλλά χωρίς κόμμα επαναστατικής πρωτοπορίας.
[…]
Οι άνθρωποι δεν έχουν φτάσει σε τίποτε άλλο τόσο κοντά στο ρευστό, ως υλικοί και διαφανείς. Τα cyborgs είναι αιθέρας, η πεμπτουσία. Τούτα τα μηχανήματα-ιμάντες ηλιακού φωτός είναι τόσο θανατηφόρα ακριβώς επειδή τα cyborgs είναι πανταχού παρόντα και αόρατα. Είναι εξίσου δυσδιάκριτα πολιτικά και υλικά. Έχουν να κάνουν με την συνείδηση – ή με την προσομοίωσή της. Είναι ρέοντα σημαίνοντα που διασχίζουν την Ευρώπη πάνω σε φορτηγάκια, και το δρόμο τους μπορούν να φράξουν πιο αποτελεσματικά τα μαγικά ξόρκια που υφαίνουν οι εκτοπισμένες και τόσο αφύσικες γυναίκες του Γκρήνχαμ στην Βρετανία [5], οι οποίες κατανοούν έξοχα τα cyborg δίκτυα της εξουσίας.
[…]
Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι μύστες του ήλιου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Τούτα τα καθαρά μηχανήματα ξυπνούν αρρώστιες που δεν είναι “τίποτε παραπάνω” από τις απειροελάχιστες μεταβολές του κώδικα σε ένα αντιγόνο του ανοσοποιητικού συστήματος, “τίποτε παραπάνω” από την εμπειρία της έντασης.
[…]
Ίσως μπορούμε παραδόξως να μάθουμε από την συγχώνευση μας με τα ζώα και τις μηχανές πώς να μην είμαστε Άνθρωπος, η ενσάρκωση του δυτικού Ορθού Λόγου. Από την σκοπιά της απόλαυσης σε αυτές τις πολυδύναμες και απαγορευμένες συγχωνεύσεις, που οι επιστημονικές και τεχνολογικές κοινωνικές σχέσεις τις έκαναν αναπόφευκτες, ίσως να υπάρξει πράγματι μια φεμινιστική επιστήμη.
[…]
Δεν είναι ξεκάθαρο ποιος κατασκευάζει και ποιος είναι η κατασκευή στην σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την μηχανή. Δεν είναι ξεκάθαρο τι είναι νους και τι σώμα στις μηχανές που αναλύονται σε πρακτικές κωδικοποίησης. Στο μέτρο που γνωρίζουμε τους εαυτούς μας […] ανακαλύπτουμε πως είμαστε cyborgs, υβρίδια, ψηφιδωτά, χιμαιρικά πλάσματα. Οι βιολογικοί οργανισμοί έχουν γίνει έμβια συστήματα, συσκευές επικοινωνιών όπως οι άλλες. Δεν υπάρχει θεμελιώδης, οντολογικός διαχωρισμός στην επίσημη γλώσσα μας για τη μηχανή και τον οργανισμό, για το τεχνικό και το οργανικό.
[…]
Για μας, στη φαντασία και σε άλλες πρακτικές, οι μηχανές μπορούν να είναι προσθετικές εφευρέσεις, προσωπικά στοιχεία, φιλικοί εαυτοί. Δεν χρειαζόμαστε τον οργανικό ολισμό για να μας δώσει στεγανή ακεραιότητα, την ολική γυναίκα και τις φεμινιστικές παραλλαγές (ή μήπως μεταλλάξεις;) της.
[…]
Η μηχανή δεν είναι πράγμα προς εμψύχωση, λατρεία και υποταγή. Η μηχανή είναι εμείς, οι διαδικασίες μας, μια όψη της δικής μας σωματοποίησης. Έχουμε ευθύνη· εκείνες δεν κυριαρχούν επάνω μας ούτε μας απειλούν. Εμείς έχουμε ευθύνη για τα σύνορα· εμείς είμαστε εκείνες.

Terminator: το απόλυτο cyborgTerminator: ο απόλυτος cyborg…

Μετά από αυτά τα αποσπάσματα, είναι πλεονασμός να παρατηρήσουμε ότι αναμφισβήτητα η τεχνολογία ασκεί απεριόριστη γοητεία στην Haraway. Αλλά όση γοητεία κι αν εκπέμπει ο ανθρωπομηχανικός υβριδισμός, δεν επαρκεί να εξηγήσει, εκτός κι αν απευθύνεται στους πιο αφελείς των αναγνωστών, πώς προκύπτουν αυτές οι θαυμαστές ιδιότητες, οι λεπτεπίλεπτοι ψυχισμοί και οι ανυπέρβλητες δυνατότητες των cyborgs. Δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή επιχειρηματολογίας που να εξηγεί πειστικά γιατί αυτός ο εν εξελίξει υβριδισμός θα παραγάγει ένα cyborg όπως το επιθυμεί η συγγραφέας κι όχι, για παράδειγμα, ένα αποβλακωμένο δίποδο ανθρωποειδές ή μια ανελέητη μηχανή θανάτου ή απλά έναν παραφορτωμένο με gadgets πρωτοκοσμικό μεσοαστό. Γιατί, δεν απαντάει σε τίποτα το κεντρικό επιχείρημα που διαπνέει όλο το μανιφέστο, ότι έτσι θα συμβεί εφόσον έτσι το φανταστούμε, εκτός αν στόχος είναι να αποκοιμηθεί ο δικαιολογημένος φόβος που ξυπνάει η εφαρμοσμένη τεχνολογία. Και πώς εξάλλου θα μπορούσε να απαντήσει τεκμηριωμένα, αφού η λογική που συνέχει την ρητορική της Haraway είναι ακριβώς αυτή που θέλει να ξορκίσει. Είναι η λογική της παραδοσιακής αστικής πίστης στην επιστήμη και την τεχνολογία, στον εγγενή ορθολογισμό τους και στην γραμμική ανοδική εξέλιξη της ανθρωπότητας προς την πρόοδο. Πουθενά δεν εξετάζονται ζητήματα περιεχομένου, πουθενά δεν εξετάζονται οι βαθύτατα ταξικές σκοπιμότητες των νέων τεχνολογιών κι όλα καλύπτονται πίσω από ένα πέπλο ασαφούς αισιοδοξίας, σύμφωνα με την οποία όλες οι “παραβιάσεις συνόρων” είναι καλοδεχούμενες και πολλά υποσχόμενες.
Εκτός αν θεωρήσουμε ότι η θέση της Haraway περί “ευθύνης απέναντι στις μηχανές” και “ευθύνης στην παραβίαση και χάραξη των συνόρων”, υπονοεί ότι υπάρχει όντως περίπτωση να μην ακολουθήσουν οι εξελίξεις το ευγενικό όραμα περί cyborg. Αλλά αυτού του είδους ο πολιτικός λόγος, που παραπέμπει σε ηθικολογικές νουθεσίες, είναι συστατικό στοιχείο και τυπική στάση της πιο κατεστημένης και καθωσπρέπει αριστεράς όλου του πρώτου κόσμου. Οι συγκρούσεις παραμερίζονται, η δημιουργική καταστροφή έχει πάψει ν’ αποτελεί στρατηγική του κεφαλαίου κι όλα αυτά τα πεζά και παρωχημένα έχουν αντικατασταθεί από την “κοινωνική ευθύνη” (δημοφιλές μότο και των επιχειρήσεων πλέον), την “δημιουργικότητα” και την πίστη στην πρόοδο.
Βέβαια, η τεχνοφετιχιστική στάση της Haraway δεν είναι ούτε πρωτότυπη, ούτε καν μοντέρνα, όσο διαστημικό φουτουρισμό κι αν κουβαλάει. Είναι η ίδια στάση για την ποία έγκαιρα κι εύστοχα είχε προειδοποιήσει ο Walter Benjamin ήδη από το 1940:

Ο κομφορμισμός, με τον οποίο απ’ την αρχή ήταν εξοικειωμένη η σοσιαλδημοκρατία, έγκειται όχι μόνο στην πολιτική τακτική της, αλλά και στις οικονομικές της αντιλήψεις. Αποτελεί μία από τις καθοριστικές αιτίες της μετέπειτα κατάρρευσης. Τίποτε δεν έχει διαφθείρει τη γερμανική εργατική τάξη σε τόσο μεγάλο βαθμό, όσο η άποψη πως αυτή πλέει με το ρεύμα. Αντιμετώπισε τις τεχνικές εξελίξεις ως την κοίτη του ρεύματος, μες στο οποίο θεωρήθηκε ότι κολυμπούσε. Από κει ήταν μόλις ένα βήμα η αυταπάτη, πως η εργασία στο εργοστάσιο, που υποτίθεται πως έτεινε να εξελίσσεται τεχνολογικά, αντιπροσωπεύει ένα πολιτικό κατόρθωμα. [6]

Γιατί η πίστη στην τεχνολογία είναι στην ουσία κομφορμισμός, όσο αντισυμβατική ή πρωτοπόρα κι αν υποδύεται ότι είναι· και είναι καταστροφική εξίσου σήμερα, όσο και έναν αιώνα σχεδόν πίσω.
Αδικούμε όμως το μανιφέστο αν δεν σημειώσουμε ότι, έστω σε ένα σημείο, αναγνωρίζει πράγματι ότι μπορεί να υπάρξει μια άλλη πορεία που να καταλήξει σε μια αποκαλυψιακή καταστροφή:

Από μία προοπτική, ένας cyborg κόσμος αφορά την τελική επιβολή ενός πλέγματος ελέγχου πάνω στον πλανήτη, την έσχατη αφαίρεση που ενσαρκώνει ένας αποκαλυψιακός Πόλεμος των Άστρων… Από μία άλλη προοπτική ένας cyborg κόσμος μπορεί να έχει να κάνει με βιωμένες κοινωνικές και σωματικές πραγματικότητες στις οποίες οι άνθρωποι δεν φοβούνται τη συγγένεια τους από κοινού με τα ζώα και τις μηχανές, δεν φοβούνται τις μονίμως μερικές ταυτότητες και τις αντιφατικές οπτικές.

Στεκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι λοιπόν: από την μία ο Αρμαγεδδών, από την άλλη ένας κόσμος ανοιχτός, γεμάτος υποσχέσεις. Η απάντηση της Haraway στο δίλημμα αυτό ξεκινάει από μια απατεωνίστικη μεταφορά και καταλήγει σε μια ευχή:

Εκείνο που περιπλέκει την κατάσταση με τα cyborgs, φυσικά, είναι ότι κατά βάση πρόκειται για νόθα βλαστάρια της στρατοκρατίας και του πατριαρχικού καπιταλισμού, για να μην αναφέρουμε και τον κρατικό σοσιαλισμό. Όμως τα νόθα βλαστάρια προδίδουν με το παραπάνω τις καταβολές τους. Στο κάτω κάτω, οι πατέρες δεν έχουν σημασία.

Εντυπωσιακή εικονογραφία, πράγματι, αλλά πρόκειται για κοινή απάτη. Η τεχνολογία των κυβερνο-οργανισμών δεν είναι “νόθο βλαστάρι”, λες και πρόκειται για υποπροϊόν και τυχαίο αποτέλεσμα των εργαστηριακών ερευνών, αλλά πρώτης γραμμής κατασκευή του στρατοβιομηχανικού συμπλέγματος· είναι βγαλμένο κατευθείαν από τον σκληρό πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού. Κι ένα τέτοιο “βλαστάρι” δεν προδίδει τις καταβολές του κι ούτε πρόκειται, τουλάχιστον όχι με ευχές και εξυπνακισμούς. Όσο για τους “χωρίς σημασία πατεράδες”, οι συγκεκριμένοι μόνο τέτοιοι δεν είναι. Η “στρατοκρατία” και ο “πατριαρχικός καπιταλισμός”, όπως το έχουν αποδείξει με τους πλέον ανελέητους τρόπους στο παρελθόν, θα προτιμούσαν να φέρουν τον κόσμο τα πάνω κάτω, να ισοπεδώσουν και να καταστρέψουν παρά να δουν την αιχμή του δόρατός τους, το τεχνολογικό οπλοστάσιό τους, να μεταστρέφεται και να ξεγλιστράει στα χέρια του αντιπάλου. [7]

Lynn Randolph: Cyborg
Πίνακας της Lynn Randolph που συνοδεύει το cyborg manifest από την πρώτη του έκδοση. Ο τίτλος είναι «cyborg» κι όλα τα στοιχεία του μετα-ανθρώπινου δράματος είναι συμβολικά παρόντα: επιστήμη – ζώο/φύση – άνθρωπος (γυναίκα) – τεχνολογία – κόσμος. Η ανάπτυξη του θέματος γίνεται γραμμικά και τα στοιχεία αναπτύσσονται στη σειρά, στον κάθετο άξονα, σαν ένα είδος αξιολογικής παράθεσης. Στο παρασκήνιο η επιστήμη, ένθετη στο σύμπαν/έναστρο ουρανό, διαφεντεύει το σύνολο. Το ζώο σκεπάζει προστατευτικά την γυναίκα. Αυτή με την σειρά της ενσωματώνει την τεχνολογία (κύκλωμα/καρδιά) και την ελέγχει με τα χέρια της (πληκτρολόγιο), ενώ κάτω από τα πόδια της απλώνεται ο κόσμος.
Μια naive προσέγγιση μιας φαντασίωσης, στα αισιόδοξα ‘80s…

Κύκλωμα αντί τάξεων

Ηρητορική του μανιφέστου δεν περιορίζεται στο cyborg και τις δυνατότητές του αλλά προχωράει στην ερμηνεία του νέου καθολικού κοινωνικού μοντέλου που προέκυψε / σχηματοποιείται μετά τις ρήξεις που σχολιάσαμε παραπάνω. Κι εντέλει δίνει συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις για τις “αντιτασσόμενες” ή “αντιπολιτευόμενες” (όπως τις χαρακτηρίζει) δράσεις στις νέες συνθήκες. Ας δούμε πρώτα τα κεντρικά σημεία αυτής της συλλογιστικής και στη συνέχεια θα την σχολιάσουμε (οι τονισμοί δικοί μας):

Υπερασπίζομαι μια πολιτική ριζωμένη σε απόψεις για τις θεμελιώδεις αλλαγές στην φύση της τάξης, της φυλής και του φύλου, οι οποίες συμβαίνουν σε ένα αναδυόμενο σύστημα παγκόσμιας ευταξίας που έχει τέτοιο βεληνεκές και είναι τόσο πρωτοφανές όσο και εκείνο που δημιουργήθηκε από τον βιομηχανικό καπιταλισμό· ζούμε κινούμενοι από μια οργανική, βιομηχανική κοινωνία προς ένα πολύμορφο πληροφορικό σύστημα – από τα πάντα ως εργασία στα πάντα ως παιχνίδισμα, παιχνίδι θανατηφόρο.

Η Haraway χαρακτηρίζει αυτό το “πολύμορφο πληροφορικό σύστημα” ως ένα “παγκόσμιο σύστημα παραγωγής/αναπαραγωγής και επικοινωνιών” ή “ολοκληρωμένο κύκλωμα” και το ονομάζει “πληροφορική της κυριαρχίας”:

Δεν υπάρχουν αντικείμενα, χώροι ή σώματα που να είναι αφεαυτά ιερά· κάθε συνιστώσα μπορεί να διασυνδεθεί με οποιαδήποτε άλλη, εφόσον κατασκευαστεί το κατάλληλο πρότυπο, ο σωστός κώδικας για την επεξεργασία σημάτων σε μια κοινή γλώσσα. Η ανταλλαγή σε τούτο τον κόσμο υπερβαίνει την οικουμενική μετάφραση που πραγματοποιήθηκε από τις καπιταλιστικές αγορές, την οποία ανέλυσε τόσο καλά ο Μαρξ.
[…]
Οι επιστήμες των επικοινωνιών και οι μοντέρνες βιολογίες κατασκευάζονται από μία κοινή κίνηση – τη μετάφραση του κόσμου σε πρόβλημα κωδικοποίησης. […] Ο κόσμος υποδιαιρείται σε σύνορα με διαφορετική διαπερατότητα από την πληροφορία. Η πληροφορία είναι εκείνο ακριβώς το ποσοτικοποιήσιμο στοιχείο (μονάδα, βάση ενότητας) που επιτρέπει την οικουμενική μετάφραση, κι επομένως την ανεμπόδιστη εργαλειακή εξουσία (με την ονομασία αποτελεσματική επικοινωνία). Η μεγαλύτερη απειλή σε μια τέτοια εξουσία είναι η διακοπή της επικοινωνίας. Κάθε κατάρρευση συστήματος αποτελεί συνάρτηση κάποιας πίεσης.

Αν είναι έτσι, τότε ο καπιταλισμός – επιτέλους! – έχει βρεθεί σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, αν δεν κινδυνεύει κιόλας άμεσα. Γιατί αν η “φύση της τάξης” έχει υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές· αν το σύστημα των τάξεων έχει υποκατασταθεί από το “ολοκληρωμένο κύκλωμα”· αν η εργασία έχει υποκατασταθεί από το “παιχνίδισμα” (δηλαδή;)· αν το κοινωνικό ζήτημα είναι θέμα “κυριαρχίας” και εξουσίας που αναπτύσσεται με άξονα την “πληροφορία”· αν οι καπιταλιστικές αγορές έχουν ξεπεραστεί και δεν “μεταφράζουν” πλέον οικουμενικά τον κόσμο· αν αντίθετα ο κόσμος σήμερα “μεταφράζεται” πλέον σε “πρόβλημα κωδικοποίησης”· αν η μεγαλύτερη απειλή κατά του συστήματος είναι η “διακοπή της επικοινωνίας”· αν λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά τα κατακλυσμιαία, τότε σημαίνει απλούστατα ότι η καρδιά του καπιταλισμού, η ταξικά οργανωμένη απόσπαση της υπεραξίας που παράγει η εργασία του προλεταριάτου, έχει πάψει να λειτουργεί. Σημαίνει ότι οι “τεχνολογίες των επικοινωνιών και οι βιοτεχνολογίες” έγιναν το τζίνι που δραπέτευσε από το μπουκάλι και στρέφονται ενάντια στον αφέντη τους, και μάλιστα κάτω από την μύτη του. Σημαίνει επίσης ότι βγαίνει αληθινό το λενινιστικό απόφθεγμα ότι “ο καπιταλισμός θα φτιάξει το σκοινί που θα τον κρεμάσουμε”, μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο καπιταλισμός αυτοπαγιδεύτηκε, με τον πιο αφελή κι απλουστευτικό τρόπο, και τελικά πάει να κρεμαστεί μόνος του. Σημαίνει εντέλει ότι όλα αυτά που ζούμε σήμερα είναι μάλλον ψευδαίσθηση ή άσχημο όνειρο, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς η τάξη των αφεντικών πλανητικά όχι μόνο δεν έχει υποστεί καμία “θεμελιώδη αλλαγή”, όχι μόνο δεν έχει υποκατασταθεί η εξουσία της από την “πληροφορική της κυριαρχίας”, όχι μόνο δεν έχει κανένα πρόβλημα “κωδικοποίησης”, αλλά αντίθετα έχει εξαπολύσει εδώ και τριάντα χρόνια την πιο ανελέητη επίθεση εναντίον της παγκόσμιας εργατικής τάξης, βγάζοντας από την φαρέτρα της όλα τα “παρωχημένα” ιστορικά όπλα της.
Λέξεις όπως “κυριαρχία”, “ολοκληρωμένο κύκλωμα”, “πληροφορία”, “διακοπή της επικοινωνίας”, που χρησιμοποιεί συστηματικά η Haraway μπορεί να ακούγονται εντυπωσιακές και σίγουρα μέσα στο κλίμα της εποχής, όχι μόνο αδυνατούν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, αλλά τον συσκοτίζουν ακόμη περισσότερο. Η εικόνα μιας κοινωνίας σαν ολοκληρωμένο κύκλωμα, σαν ένα δίκτυο δικτύων, είναι μια ισοπεδωτική και εξισωτική προβολή, που υπονοεί ότι όλα τα μέρη έχουν εξίσου την δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν με τα άλλα μέρη και το σύστημα, και αγνοεί συστηματικά τις συγκρούσεις. Οι εργάτες μετανάστες που απεργούν, οι οπλισμένοι επιστάτες απέναντί τους, η αστυνομία που συλλαμβάνει τους πρώτους και τους απελαύνει και το δικαστικό σύστημα που αθωώνει τους δεύτερους μαζί με τα αφεντικά τους, δεν είναι ένα «δίκτυο» τεσσάρων μερών που επικοινωνούν πληροφορίες μεταξύ τους μέσω feedback, αλλά συγκρουσιακό επεισόδιο του ταξικού πολέμου. Αντίστοιχα, το σχήμα της “κυριαρχίας” δείχνει μεν κάποια χαρακτηριστικά των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά από μόνο του όχι μόνο δεν εξηγεί τίποτε, αλλά παραπλανεί. Ο “εργάτης”  μπορεί να ασκεί κυριαρχία στην οικογένειά του, κι αντίστοιχα “ο προϊστάμενος” να κυριαρχείται από την εταιρεία ή το πλέγμα των απαιτήσεων που ρυθμίζουν τον ρόλο του· όλοι σε μια καπιταλιστική κοινωνία μπορούν να βρίσκονται εναλλάξ ή ταυτόχρονα σε θέση “κυρίαρχου” ή/και “κυριαρχούμενου”. Το μόνο που εξυπηρετούν τέτοιες προσεγγίσεις, σε τελική ανάλυση, είναι να θολώνουν τα νερά και να προετοιμάζουν το έδαφος για “πλατύτερες ενότητες” και διαταξικές συμμαχίες.
Ο κόσμος του οράματος της Haraway προκύπτει εξελικτικά, γραμμικά. Η εποχή του cyborg έχει ανατείλει πίσω από την πλάτη των πρωταγωνιστών, οι δυνάμεις της ιστορίας έχουν αντικατασταθεί από την Τεχνολογία (με ταυ κεφαλαίο) και οι συγκρούσεις έχουν αντικατασταθεί από την επικοινωνία και την ροή πληροφοριών. Το παλιό ψυχορραγεί και το νέο είναι ήδη εδώ κι όλα αυτά χωρίς ίχνος καταστροφής. Χωρίς να χυθεί ούτε μια στάλα αίμα. Επιτέλους! Ο ανειρήνευτος ταξικός πόλεμος λήγει, αφού ο/η/το cyborg διαρρηγνύει φυλές, φύλα και τάξεις.

Με βάση όλα τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι το πολιτικό κάλεσμα της Haraway καμία σχέση δεν θα μπορούσε να έχει με ταξικά ή έστω φεμινιστικά/ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά· αυτά ανήκουν στον ξεπερασμένο κόσμο του “αστικού ορθού λόγου”. Νέα ακροατήρια παίρνουν την θέση του προνομιακού υποκειμένου:

Μια άλλη βασική παραδοχή μου είναι ότι ποτέ άλλοτε δεν ήταν επιτακτικότερη η ανάγκη για ενότητα ανάμεσα στους ανθρώπους που προσπαθούν να αντισταθούν στην παγκόσμια εντατικοποίηση της κυριαρχίας.
[…]
Θα ήθελα να φαντάζομαι… μια cyborg κοινωνία που έχει αφοσιωθεί στην οικοδόμηση μιας πολιτικής μορφής η οποία πραγματικά καταφέρνει για αρκετό χρονικό διάστημα να συγκρατήσει σε μια ενότητα μάγισσες, μηχανικούς, ηλικιωμένους, διεστραμμένους, χριστιανούς, μητέρες και λενινιστές προκειμένου να αφοπλίσει το κράτος.
[…]
Cyborg πολιτική είναι ο αγώνας για γλώσσα και ο αγώνας ενάντια στην τέλεια επικοινωνία, ενάντια στον έναν και μοναδικό κώδικα που μεταφράζει όλο το νόημα τέλεια, στο κεντρικό δόγμα του φαλλογοκεντρισμού. Για αυτόν τον λόγο η cyborg πολιτική επιμένει στο θόρυβο, συνηγορεί υπέρ της μόλυνσης και ευφραίνεται με τις άνομες συγχωνεύσεις ζώου και μηχανής.

Στη φαντασία της Haraway, η πολιτική δράση γίνεται μια hype περιπέτεια “αντίστασης”, μια τεχνολογική εξτραβαγκάντσα της “κοινωνίας των πολιτών”, που με απροσδιόριστα εργαλεία “θορύβου” και “μόλυνσης” κυνηγάει μαξιμαλιστικούς στόχους αφοπλισμού του κράτους. Το πολιτικό διάγγελμα της Haraway δεν είναι πρόγραμμα, αλλά μια συρραφή ευφυολογημάτων που μπορούν να καλύψουν τα πάντα κάτω από την ομπρέλα της “cyborg πολιτικής”. Από την “κοινωνικά υπεύθυνη” δράση των μκο μέχρι τα διαδικτυακά petitions, κι από τις μη βίαιες εκδηλώσεις πολιτικής ανυπακοής μέχρι το crowdfunding και τα avant-garde πολιτικοκαλλιτεχνικά βίντεο στα διαδικτυακά κανάλια, όλα είναι “θόρυβος”. Τα πάντα, αλλά όχι φυσικά, για παράδειγμα, μια εργατική διεκδίκηση, αφού είναι εκδήλωση μιας παρωχημένης “ταυτότητας” και μιας συνείδησης ξεπερασμένης στον υπερτεχνολογικό νέο κόσμο.

Αν δυσκολεύεστε να συλλάβετε το ενδεχόμενο μιας πρακτικής εφαρμογής των όσων υποστηρίζει η Haraway, έχουμε μια απάντηση. Είκοσι χρόνια πριν άρχισε να λάμπει στο κοινωνικό στερέωμα αυτό που κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε η πληρέστερη έμπρακτη εκδοχή των προτάσεων της Haraway: το “κίνημα” της αντι-παγκοσμιοποίησης, το “κίνημα των κινημάτων” όπως επαίρονταν να αυτοχαρακτήριζεται (ημερομηνία γέννησης: αρχές δεκαετίας ’90 – ημερομηνία σταθμός:  1999, Σηάτλ – ημερομηνία εξαφάνισης: κάποιο καιρό μετά την 11η/9ου, μετά από ραγδαία παρακμή και μέσα σε γενική ανυποληψία). Όλα τα στοιχεία του μανιφέστου βρήκαν στην αντι-παγκοσμιοποίηση το πρόσφορο έδαφος: η αναπαράσταση του κινήματος σαν “δίκτυο αντιστάσεων”, η ενότητα όλων των “αντιστεκόμενων”, η “παγκοσμιοποίηση της κυριαρχίας” ως ο απόλυτος εχθρός, οι παγκόσμιες συνάξεις και η πρόκληση “θορύβου”, νέες ταυτότητες, διαταξικές ενότητες, αποθέωση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων και πολιτική δράση σαν “παιχνίδισμα”. Αλλά η θεαματική εισβολή της αντι-παγκοσμιοποίησης στο προσκήνιο, δεν μπορούσε ούτε καν τότε να κρύψει τα κούφια θεμέλια και τις δόλιες πολιτικές ατζέντες που κρύβονταν πίσω από τις υπερφίαλες διακηρύξεις. Αυτό ήταν πράγματι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η cyborg πολιτική: ενότητα πρωτοκοσμικών μικροαστών και μεσοαστών που η εντεινόμενη κρίση / αναδιάρθρωση έβαζε στο περιθώριο και ευκαιριακές συμμαχίες πότε με την μία και πότε με την άλλη κρατική πολιτική, ανάλογα με το πόση “αντι-παγκοσμιοποίηση” χωρούσε η στρατηγική κάθε μπλοκ. Τελικά όλο το “κίνημα” έγινε σκόνη και διαλύθηκε όταν αποδείχτηκε ότι η “παγκοσμιοποίηση” ήταν μια καλοστημένη συλλογική αυταπάτη και ο ιμπεριαλισμός άρχισε ξανά να τρίζει τα δόντια του. [8]

Οι επίγονοι

Ηρητορική που εγκαινίασε η Haraway το 1983 περί cyborg ως δυνάμει επαναστατικού υποκειμένου, δεν εξαντλήθηκε σε αυτήν, αλλά εδώ και τριάντα χρόνια έχει γνωρίσει πολλές αναζωπυρώσεις και εμπλουτίσεις. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικά, αφού η αριστερή εκδοχή του “τέλους της ιστορίας”, δηλαδή το “τέλος της ταξικής ανάλυσης και του προλεταριάτου”, είναι συστατικό ιδεολογικό στοιχείο τόσ ο της κρίσης / αναδιάρθρωσης, όσο και της επίθεσης κατά της εργατικής τάξης. Ούτε, βέβαια, έχουν λείψει οι τσαρλατάνοι διανοούμενοι που θεωρώντας κάθε φορά ότι βρίσκονται καβάλα στο κύμα της νεωτερικότητας, φοράνε τον μανδύα του προφήτη και ευαγγελίζονται ανάλογες θεωρίες.
Ένας από τους καλύτερους συνεχιστές του έργου της Haraway είναι ασφαλώς ο Antonio Negri, κυρίως με τα έργα του Η Εργασία του Διονύσου (1994) και Αυτοκρατορία (2000, μαζί με τον Michael Hardt). Στα έργα αυτά, ο Negri υιοθετεί κι επεκτείνει το cyborg της Haraway. Είναι ενδεικτικό το παρακάτω απόσπασμα από την “εργασία του Διόνυσου”:

Η παραγωγή της υποκειμενικότητας είναι πάντοτε μια διαδικασία υβριδισμού, διάβασης ορίων, και στη σύγχρονη ιστορία αυτό το υποκειμενικό υβρίδιο παράγεται ολοένα και περισσότερο μέσα στη διάδραση του ανθρώπου και της μηχανής. Σήμερα η υποκειμενικότητα, απογυμνωμένη από όλες τις φαινομενικά οργανικές της ιδιότητες, αναδύεται μέσα από το εργοστάσιο ως μια λαμπρή τεχνολογική συναρμολόγηση. […] H μηχανή είναι αναπόσπαστο τμήμα του υποκειμένου, όχι ως ένα προσάρτημα, ένα είδος προσθήκης -ως μια ακόμα από τις ιδιότητές του· μάλλον το υποκείμενο είναι ταυτόχρονα άνθρωπος και μηχανή μέχρι και μέσα στον πυρήνα του, στη φύση του. Ο τεχνικο-επιστημονικός χαρακτήρας του κινήματος για το AIDS και ο αύξων άυλος χαρακτήρας της κοινωνικής εργασίας εν γένει φέρνουν στο φως τη νέα ανθρώπινη φύση που πορεύεται μέσα από τα σώματά μας. Το cyborg είναι πλέον το μόνο διαθέσιμο μοντέλο για να θεωρητικοποιήσουμε την υποκειμενικότητα. Σώματα χωρίς όργανα, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, cyborg: αυτές είναι οι ουσιώδεις φιγούρες που παράγονται από τον σύγχρονο ορίζοντα και τον παράγουν οι φιγούρες των υποκειμένων που είναι σήμερα ικανά για τον κομμουνισμό.

Αφαιρώντας τις εργατίστικες αναφορές του συγγραφέα, το απόσπασμα θα μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί στο μανιφέστο της Haraway. Στον Negri απάντησε με εξαιρετικό τρόπο ο George Caffentzis το 1998 με το κείμενό του Το τέλος της εργασίας ή η αναγέννηση της σκλαβιάς; [9]

Ο Negri με τα χρόνια όρισε αυτούς τους “εργάτες γνώσης” του Rifkin, πρώτα στα 1970 ως “κοινωνικούς εργάτες” και έπειτα στα 1990 τους βάφτισε “cyborgs” με τον τρόπο της Donna Haraway… Ο κοινωνικός εργάτης είναι το υποκείμενο της “τεχνο-επιστημονικής εργασίας” και αυτός/ή βγαίνουν από τις σελίδες των Grundrisse ως οι cyborgs του ύστερου 20ου αιώνα, δηλ. “ένα υβρίδιο μηχανής και οργανισμού που συνεχώς διαπερνά τα όρια ανάμεσα στην υλική και άυλη εργασία”. Ενώ ο χρόνος εργασίας του μαζικού εργάτη στην αλυσίδα παραγωγής συσχετίστηκε χοντρικά με την παραγωγικότητα (σε ανταλλακτική αξία και αξία χρήσης) και την αλλοτρίωση του από το βιομηχανικό σύστημα, ο χρόνος εργασίας του κοινωνικού cyborg είναι ανεξάρτητος από την παραγωγικότητα, αλλά απ’ άκρη σ’ άκρη ενσωματωμένος στο πεδίο της παραγωγής. Ο Rifkin βλέπει την “τάξη της γνώσης” των “συμβολικών αναλυτών” ως θεμελιωδώς ταυτισμένη με το κεφάλαιο… Ο Negri μάλλον διαβάζει διαφορετικά το παρόν και το μέλλον αυτής της τάξης. Η ύπαρξη των κοινωνικών cyborgs όχι μόνο είναι απόδειξη πως η διαλεκτική της καπιταλιστικής ανάπτυξης έχει “σπάσει”, σύμφωνα με το Negri, αλλά και ότι το κεφάλαιο απλά δεν μπορεί να την “επαναφέρει”, γιατί ο “κοινωνικός εργάτης έχει αρχίσει να παράγει μια υποκειμενικότητα που δεν μπορεί κανείς πλέον να συλλάβει με όρους καπιταλιστικής ανάπτυξης, νοούμενης ως ολοκληρωμένης διαλεκτικής κίνησης”. Μ’ άλλα λόγια, η τεχνο-επιστημονική εργασία δεν μπορεί να ελεγχθεί από το κεφάλαιο μέσω του συστήματος των μισθών και της εργασιακής πειθαρχίας, τελειοποιημένο με την υπόσχεση της εισόδου στα υψηλότερα επίπεδα διευθυντικής, οικονομικής και πολιτικής εξουσίας για τους “καλύτερους”. Όχι μόνο γιατί ο cyborg είναι πέρα από τα όρια του καπιταλιστικού χρόνου και του αποδίδονται τεχνικές ελέγχου, αλλά επιπλέον είναι η εμπροσθοφυλακή της κομμουνιστικής επανάστασης. Γιατί; Ας διαβάσουμε πρώτα, και μετά ας ερμηνεύσουμε τι λέει ο Negri:
«Η συνεργασία, ή ο συσχετισμός των [cyborg] παραγωγών, τοποθετείται ανεξάρτητα από την ικανότητα οργάνωσης του κεφαλαίου. Η συνεργασία και η  υποκειμενικότητα της εργασίας έχουν βρει σημείο επαφής έξω από τις μηχανορραφίες του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο γίνεται απλά ένας μηχανισμός σύλληψης, ένα φάντασμα, ένα είδωλο. Γύρω του κινείται η ριζικά αυτόνομη διαδικασία της αυτοαξιοποίησης που όχι μόνο αποτελεί μια εναλλακτική βάση για πιθανή ανάπτυξη, αλλά και αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια καινούρια καταστατική οργάνωση.»
Ο Negri ισχυρίζεται ότι οι cyborg εργάτες έχουν δραπετεύσει από το πεδίο βαρύτητας του καπιταλισμού σε μια περιοχή όπου η εργασία τους και η ζωή τους ουσιαστικά παράγουν τις θεμελιώδης κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις που αρμόζουν στον κομμουνισμό. Αυτές οι σχέσεις χαρακτηρίζονται από “αυτοαξιοποίηση” – δηλαδή, αντί να καθορίζουν την αξία της εργατικής δύναμης και της εργασίας στη βάση της ανταλλακτικής τους αξίας για τους καπιταλιστές, οι εργάτες προσδίδουν αξία στην εργατική τους δύναμη με την ικανότητά τους να καθορίζουν την αυτόνομη ανάπτυξή τους- και αυτό αναδύεται την περίοδο που η τεχνο-επιστημονική εργασία γίνεται παραδειγματική. Στην πράξη, η αντίληψη του Negri για την “αυτοαξιοποίηση” είναι παρόμοια με αυτή της “τάξης για τον εαυτό της” ή της “ταξικής συνείδησης” του πιο παραδοσιακού μαρξισμού. Αλλά αυτή η αυτοαξιοποίηση ξεχωρίζει τον cyborg από τον μαζικό εργάτη και σηματοδοτεί την έλευση της αληθινής κομμουνιστικής επανάστασης που ειρωνικά διεισδύει στο παγκόσμιο διαδίκτυο παρά στα (παλιά και καινούρια) φαντάσματα του μαζικού εργάτη, των ακτημόνων και των κατοίκων των γκέτο του πλανήτη.

Μια cyborg πολιτική / επιστημονική φαντασία

Μολονότι έχουν περάσει τριάντα χρόνια από την συγγραφή του και παρά τις αντιφάσεις, τις γενικεύσεις, τις απλοποιήσεις και τα κενά του, [10] το μανιφέστοπαραμένει θεμελιώδες κείμενο αναφοράς στην σχετική θεματολογία. Ίσως ο λόγος να βρίσκεται ακριβώς στα χαρακτηριστικά του: είναι τόσο αμφίσημο και μπλεγμένο ώστε κάνει πολύ εύκολη την επιλεκτική και κατά το δοκούν υιοθέτησή του· ο καθένας που γοητεύεται από την science fiction μπορεί να βρει σε αυτό κάτι που να του ταιριάζει.
Αφαιρώντας τις μεταμοντέρνες φαντασιόπληκτες ακροβασίες, το μανιφέστο αποδεικνύεται τρομερά ελάσσων. Παρά την διακηρυγμένη πρόθεση της Haraway ν’ αποδείξει την διάλυση του αστικού ορθού λόγου, να καθαιρέσει από τον θρόνο το κτήνος-βασιλιά του αστικού κόσμου, τον Εαυτό με την μοναδικότητά του, και να αντικαταστήσει το βασίλειο του από την επικράτεια των δικτύων, όπου όλοι κι όλες είμαστε σημεία, τομές και κόμβοι, το μανιφέστο δεν “είναι η φαντασία που σπέρνει τον τρόμο”. Γιατί αυτό που καταφέρνει εντέλει είναι να φτιάξει έναν δαιδαλώδη κόσμο, έναν τεχνολογικό λαβύρινθο, όπου το κτήνος μπορεί να φυλακίζεται, αλλά σαν άλλος Μινώταυρος συνεχίζει απτόητο να κατασπαράζει.
“Καλύτερα να είμαι cyborg παρά θεά” είναι η τελευταία πρόταση του μανιφέστου και τελική διακήρυξη της Haraway. Σε αυτόν τον τεχνο-εφιάλτη, η απάντησή μας είναι “πρωτόγονη”, βγαλμένη απ’ τις καλύτερες παραδόσεις των προλετάριων προγόνων μας πριν έναν αιώνα και προσαρμοσμένη στο σήμερα: Ούτε θεές – ούτε cyborgs!

Harry Tuttle

Σημειώσεις

1 – Η Donna Haraway γεννήθηκε το 1944 στο Ντένβερ των ηπα. Σπούδασε φιλοσοφία, ιστορία, θεολογία, λογοτεχνία, ζωολογία και βιολογία στις ηπα και την γαλλία. Δίδαξε επιστημολογία και γυναικείες σπουδές στο πανεπιστήμιο της Χαβάης από το 1971 ως το 1974. Στη συνέχεια έγινε καθηγήτρια στο τμήμα ιστορίας της επιστήμης του πανεπιστημίου John Hopkins από το 1974 ως το 1980. Από το 1984 μέχρι την συνταξιοδότησή της το 2011, ήταν καθηγήτρια στο πρόγραμμα ιστορίας της συνείδησης του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Στους φεμινιστικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους θεωρείται διασημότητα.
[ επιστροφή ]

2 –  Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου είχαμε ξεκινήσει να μεταφράζουμε το μανιφέστο, αλλά στην πορεία οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια κυκλοφόρησαν στα ελληνικά το βιβλίο της Haraway Simians, Cyborgs and Women (Ανθρωποειδή, Κυβόργια και Γυναίκες, Σεπτέμβριος 2014) που το περιλαμβάνει. Αφήσαμε το έργο της μετάφρασης (με ικανοποίηση!) και δανειστήκαμε τα αποσπάσματα που παραθέτουμε από την έκδοση της Αλεξάνδρειας. Προτιμήσαμε βέβαια, για αισθητικούς λόγους, να κρατήσουμε τον πρωτότυπο όρο «cyborg» αντί του κακόηχου “κυβόργιο”. Επίσης, έχετέ το υπόψη, εντοπίσαμε κάποιες λαθροχειρίες στην μετάφραση, που ίσως όμως να οφείλονται σε αβλεψία.
[ επιστροφή ]

3. Πέρα από τις επιρροές του σε άλλους, το ίδιο το μανιφέστο παραμένει εξαιρετικά δημοφιλές, ιδίως στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Ενδεικτικά, η αναζήτηση του όρου “a cyborg manifesto” στο google δίνει 280.000 αποτελέσματα, ενώ η αντίστοιχη αναζήτηση του “class war” μόλις 250.000. Κερδίζει το πρώτο…
[ επιστροφή ]

4 –  Η ίδια έχει υποστηρίξει σε συνέντευξή της ότι μάλλον αγνοούσε ή ίσως φευγαλέα είχε ακούσει τον ήδη υπαρκτό όρο “cyborg” κι ότι είχε την αίσθηση ότι προέκυψε πάνω στο γράψιμο της. Επιπλέον, το μανιφέστο είναι το πρώτο κείμενο που έγραψε η Haraway σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.
[ επιστροφή ]

5 – Αναφέρεται στην “ειρηνιστική κατασκήνωση γυναικών” που λειτούργησε από το 1981 μέχρι το 2000 έξω από την στρατιωτική βάση του Γκρήνχαμ, ως διαμαρτυρία στην απόφαση εγκατάστασης αμερικανικών πυρηνικών όπλων στην περιοχή.
[ επιστροφή ]

6 –  Walter Benjamin, Πάνω στην Έννοια της Ιστορίας – Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Sarajevo.
[ επιστροφή ]

7 – Στις διάφορες αδυναμίες, αντιφάσεις και απλουστεύσεις του μανιφέστου, πρέπει να συμπεριλάβουμε και αυτή που είναι ίσως η πλέον προφανής. Από την μία ο δηλωμένος στόχος είναι η συγκρότηση μιας νέας φεμινιστικής πολιτικής. Από την άλλη, σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει η Haraway, η “ρήξη των συνόρων” και οι “απαγορευμένες συγχωνεύσεις” έχουν φέρει στο προσκήνιο το cyborg, ακυρώνοντας τους παλιότερους διαχωρισμούς και ταυτότητες. Αφού λοιπόν, “είμαστε όλες κι όλοι cyborgs”, έχουν ξεπεραστεί οι κατεστημένοι διαχωρισμοί και καλούμαστε να υιοθετήσουμε με ενθουσιασμό την ταυτότητα αυτού του ζωο-ανθρωπο-μηχανικού υβριδίου, τότε ποιος ο λόγος μιας ειδικά “φεμινιστικής” πολιτικής;
[ επιστροφή ]

8 – Στις πολιτικές κινήσεις που έχουν επηρεαστεί από το μανιφέστο ας αναφέρουμε και το ρεύμα του cyborg-φεμινισμού, το οποίο όμως έχει αμελητέα απήχηση κι επιπλέον ορισμένες κριτικές τον κατατάσσουν περισσότερο στα καλλιτεχνικά παρά τα πολιτικά ρεύματα κι επισημαίνουν ότι έχει αντικαταστήσει την γυναίκα-σαν-φύση από την τεχνολογία-σαν-γυναίκα.
[ επιστροφή ]

9 – George Caffentzis, Το τέλος της εργασίας ή η αναγέννηση της σκλαβιάς; Μια κριτική στον Rifkin και τον Negri. Αξίζει να το διαβάσετε ολόκληρο και θα το βρείτε στην βιβλιοθήκη του Sarajevo.
[ επιστροφή ]

10 – Φαίνεται ότι η Haraway δεν είχε ειδικούς λόγους να γράψει έτσι όπως έγραψε το μανιφέστο, αλλά αυτό είναι το στυλ της. Εντοπίσαμε μια κριτική για κάποιο άλλο έργο της, η οποία όμως ταιριάζει απόλυτα στο μανιφέστο (και στις δικές μας αντιδράσεις σε αυτό):

Αυτό είναι ένα βιβλίο που αντιφάσκει εκατοντάδες φορές· αλλά αυτό δεν είναι κριτική, γιατί η συγγραφέας του πιστεύει ότι οι αντιφάσεις είναι ένδειξη διανοητικής ζωτικότητας. Αυτό είναι ένα βιβλίο που συστηματικά διαστρέφει τις ιστορικές αποδείξεις· αλλά αυτό δεν είναι κριτική, γιατί η συγγραφέας του πιστεύει ότι όλες οι ερμηνείες είναι προκατειλημμένες και θεωρεί καθήκον της να ξεχωρίζει και να διαλέγει μόνο τα γεγονότα που ενισχύουν την δική της πολιτική άποψη. Αυτό είναι ένα βιβλίο γεμάτο από μια ομιχλώδη  γαλλο-διανοουμενίστικη πρόζα· αλλά αυτό δεν είναι κριτική, γιατί στην συγγραφέα αρέσει αυτού του είδους η πρόζα κι έχει πάρει μαθήματα για το πώς να γράφει έτσι και θεωρεί ότι η απλή, καθημερινή γλώσσα είναι μέρος μιας συνωμοσίας καταπίεσης των φτωχών. Αυτό είναι ένα βιβλίο που γυροφέρνει στα χαμένα με άσχετα ζητήματα για 450 σελίδες πριν φτάσει κατά τύχη στο θέμα του κι εκεί σταματάει· αλλά αυτό επίσης δεν είναι κριτική, γιατί η συγγραφέας του το βρίσκει ευχάριστο και αναζωογονητικό να συνδέει άσχετα γεγονότα μεταξύ τους σαν τιμωρία στα παραφορτωμένα μυαλά. Το βιβλίο αυτό με εξαγρίωσε· αλλά αυτό δεν είναι σε βάρος του, γιατί υποτίθεται ότι θα έπρεπε να εξαγριώνει ανθρώπους σαν εμένα και η συγγραφέας του θα ήταν ακόμη πιο ευχαριστημένη αν μου είχε πεταχτεί καμιά φλέβα έξω. Εν συντομία, το βιβλίο αυτό είναι άψογο, γιατί όλες οι ελλείψεις του είναι σκόπιμα προϊόντα τέχνης. Με βάση τις παραδοχές του, δεν υπάρχει τίποτε σε αυτό για να σχολιαστεί. Ο μόνος δρόμος ανοιχτός σε έναν αναγνώστη που αντιπάθησε το βιβλίο τόσο όσο εγώ, είναι να θέσει υπό αμφισβήτηση τις θεμελιώδεις παραδοχές της συγγραφέως – οι οποίες αφορούν πολύ βαριά θέματα σχετικά με την φύση και τις σχέσεις γλώσσας, γνώσης και επιστήμης.

[ επιστροφή ]


Από:http://www.sarajevomag.gr/cyborg/issues/02/i02_p61_haraway.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s