Γιατί τόσος χαμός με τη «Μάντισσα»; …


90cc

Γράφει: Γιώργος Τσαντίκος

Εδώ και πέντε μέρες περίπου υπάρχει ένα βίντεο κλιπ, η «Μάντισσα» της Μαρίνας Σάττι, το οποίο «ρίχνει το ίντερνετ», ξεπερνώντας το 1 εκατ. προβολές. Γιατί όμως;

Πρώτον, γιατί είναι μια γλυκύτατη, πιασάρικη σύνθεση που όσο και να σας φαίνεται περίεργο, πατάει σε ηπειρώτικες ηχογραμμές (αυτό κρατήστε το για τη συνέχεια). Δεύτερον, γιατί η ίδια η δημιουργός είναι εμπνευσμένη και ταλαντούχα. Τρίτον, γιατί το βίντεο κλιπ επανασυστήνει τα στενά του κέντρου της Αθήνας, σε μια εποχή που η περιοχή ποινικοποιείται σταθερά από ένα μεγάλο κομμάτι των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία επικουρούν την αντίστοιχη πολιτική στόχευση. «Αν πάρεις αυτοκίνητο, μην πας Εξάρχεια, τα καίνε εκεί». Πόσες φορές ακούγεται αυτή η ατάκα σε αθηναϊκό σπίτι τα τελευταία χρόνια;

Η Σάττι, παιδί σουδανού πατέρα και ελληνίδας μητέρας, το έχει ξανακάνει: οι «Κούπες», η φωνητική διασκευή του κλασικού σμυρνιώτικου τραγουδιού, κοντεύει τις 10 εκατομμύρια προβολές στο Youtube. Κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι κατώτερες από τη «Μάντισσα».

Υπάρχει πολύ έντονη τελευταία η τάση του gentrification, της «αναπαλαίωσης» στα πάντα. Από τα εργαστήρια «παλαίωσης» και ουσιαστικά, ανανέωσης για καινούργια χρήση παλιών επίπλων, μέχρι τις συλλογικές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις σε παλιές γειτονιές, αλλά και στην ίδια τη μουσική. Στο ροκ εν ρολ και την πιο «δεινοσαυρική» εκδοχή του, το χαρντ ροκ των ‘70s έχει επανακάμψει με όχημα τις (πολλές) σκανδιναβικές μπάντες που «το ζούνε» με τα λεβέντικα ακόρντα. Αρκετές από αυτές είναι πραγματικά εξαιρετικές. Από την τάση δεν θα μπορούσε να γλιτώσει η παραδοσιακή μουσική. Είτε ως λεία σε χίπστερ ορέξεις αναζήτησης μιας διαφορετικότητας που επί της ουσίας δεν υπάρχει είτε ως μια δημιουργική διέξοδος, μια «ειλικρινής αντιγραφή» από τα έτοιμα.

Η «Μάντισσα» δεν είναι μόνο αυτά όμως. Αν αύριο-μεθαύριο δείτε τίποτε συνδαιτημόνες να μιμούνται σκηνές από ταινίες του Μπόλιγουντ ενώ η ορχήστρα παίζει ηπειρώτικα, να ξέρετε ότι η «Μάντισσα» θα φταίει. Όχι με την έννοια της ατομικής, συνειδητής ευθύνης του δημιουργού, αλλά με τον τρόπο που περιγράφει ο Στιούαρτ Χωλ για την πρόσληψη του πολιτισμού και την «κωδικοποίησή» του από το κοινό.

Πίσω όμως στην Σάττι και το εγχείρημα: ίσως να μην έχει υπάρξει κάτι πιο έξυπνο, χαριτωμένο και πιασάρικο τα τελευταία χρόνια στην ελληνική μουσική καθημερινότητα, από αυτό το κομμάτι. Φτιαγμένο πάνω σε πολύ ασφαλείς οδούς, στη νοσταλγία της Αθήνας και την επανοικειοποίηση των «σκοτεινών της δρόμων», που τη μέρα όμως είναι ολόφωτοι και δεν φοβούνται κανένα, πάνω επίσης στον ορισμό του όρου «φρέσκα πρόσωπα» που τόσο έχει μπαγιατέψει πλέον όπου αλλού χρησιμοποιείται, πάνω σε μια πολυπολιτισμικότητα του συρμού μεν, αλλά και αυτή που αν τελικά πειράζει μερικούς-μερικές, τότε ο κασιδιαριασμός, φανερός και υπαινικτικός, δεν τούς είναι ξένος.

Από αυτή τη gentrification μουσική γενιά, δεν προτιμάω τη Μαρίνα Σάττι, αλλά τους VIC, τους Samsara Blues Experiment, τους Graveyard κ.ο.κ. Στη «Μάντισσα» όμως, έχω προσθέσει τρεις-τέσσερις προβολές, στο 1 εκατομμύριο και κάτι που μετράει σήμερα, 23 Μάη…

 _________________________________________________________

Μετρώντας (χαμένες) ανθρώπινες ζωές…


Από το Μάντσεστερ, στο Παρίσι, στην Μόσχα, στη Χομς

ariana-grande-manchester-concert-goers

Γράφει η Ελένη Μαυρούλη

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στο φρικτό μαζικό θάνατο μικρών παιδιών, εφήβων, ανθρώπων όλων των ηλικιών.  Στη συναυλία στο Μάντσεστερ, στον πεζόδρομο στην Νίκαια και στο Μπατακλάν στο Παρίσι, στα σπίτια του Ντονμπάς και στους δρόμους της Χομς, του Κομπάνι,  της Δαμασκού ή της Λαττάκειας, στη Σύρτη της Λιβύης ή στη Ραμάλα και στη Γάζα της Παλαιστίνης, στο μετρό της Μόσχας, στα τρένα της Μαδρίτης και στο αεροδρόμιο στις Βρυξέλλες και στους δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης.

Υπάρχει κάτι αφόρητα άρρωστο στην ιδέα, στην εικόνα, στην πράξη της διάλυσης ενός σώματος από τα εκρηκτικά που κουβαλά σε κομμάτια – φονιάδες για όποιον βρίσκεται γύρω του. Στον προγραμματισμό της έκρηξης ενός μηχανισμού έτσι ώστε να σκοτώσει τον μέγιστο αριθμό ανίδεων ανθρώπων που έτυχε απλώς να βρίσκονται σε έναν χώρο. Στον βομβαρδισμό μιας κατοικημένης περιοχής, στην ισοπέδωση μιας πόλης, στην εξαΰλωση της ζωής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στην μετατροπή τους σε αριθμούς, σε πηχιαίους τίτλους, σε μικρά γράμματα, σε βουβούς εφιάλτες. Στο να αντιλαμβάνεται κανείς ως εκδίκηση σε ένα έγκλημα τη διάπραξη ενός μεγαλύτερου εγκλήματος.

Συνέχεια

Editorial #2: Η Ελπίδα που Δεν Έρχεται…


Barikat

«Δεν θα αφήσουμε να μας χαρακτηρίσουν απεγνωσμένους επειδή δρούμε, χτίζουμε, επιτεθόμαστε χωρίς ελπίδα. Η ελπίδα είναι μια ασθένεια με την οποία ο πολιτισμός δεν μας έχει ακόμη μολύνει. Δεν είμαστε ωστόσο απεγνωσμένοι. Κανείς ποτέ δεν έδρασε μέσα από την ελπίδα. Η ελπίδα έχει να κάνει με τη αναμονή, την άρνηση του να κοιτάς μια κατάσταση κατάματα, το φόβο να εισβάλεις στο παρόν, κοινώς: το φόβο του να ζεις… Πρέπει να έχουμε επίγνωση των δυνάμεών μας, και στη συνέχεια να τις χρησιμοποιούμε. Ακόμα κι’αν αυτό σημαίνει ότι θα κάνουμε εχθρούς. Ή ότι θα κάνουμε φίλους. Όσο νωρίτερα μάθουμε τί θέλουμε, θα πάψουμε να είμαστε μόνοι»

Comité invisible, L’insurrection qui vient (Αόρατη επιτροπή, Απόσπασμα από τη μπροσούρα «Η εξέγερση που έρχεται»)

Λίγες μέρες πριν από τη διεξαγωγή του πρώτου γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών, oι δημοσκοπήσεις άφηναν να υπονοηθεί ότι ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν μπορούσε να περάσει στο δεύτερο γύρο. Κάτι τέτοιο, όσο κι αν τέτοιες σκέψεις ήταν πρόωρες, σήμαινε ότι υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας και έτσι, σύμφωνα με τους υποστηρικτές του, ο γαλλικός λαός θα είχε την δυνατότητα να βρεθεί στη θέση να δώσει τη μάχη που η Ελλάδα και ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε πριν από δύο χρόνια, και έχασε.

Η φιγούρα του Μελανσόν, ιδιαίτερα κατά το τελευταίο εικοσαήμερο πριν τη διεξαγωγή των εκλογών, καλλιέργησε προσδοκίες. Καταρχάς στο γαλλικό εκλογικό σώμα. Σημαντικό κομμάτι της νεολαίας ταυτίστηκε με τον Μελανσόν και πίστεψε ότι θα μπορούσε να κυβερνήσει όπως εκείνοι θα ήθελαν: βάζοντας φραγμούς στην ακροδεξιά απειλή, δημοκρατικοποιώντας τη πολιτική και οικονομική ζωή, εφαρμόζοντας ένα δημοσιονομικό πρόγραμμα που θα έβαζε τέλος στη λιτότητα. Ο λυρικός και πύρινος λόγος του συγκέντρωνε καθ’όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας δεκάδες χιλιάδες κινηματικά απαίδευτους ψηφοφόρους που ήθελαν να πιστέψουν στο μήνυμα του.

Συνέχεια

Μια άλλη άποψη για το χρέος…


Άνθρακες ο θησαυρός στο χτεσινό Γιούρογκρουπ. Πολύ μέλι αλλά από τηγανίτα τίποτα και πάνε για Ιούνιο τα σπουδαία, μαζί με τον αναπόφευκτο ετεροχρονισμό τής εικόνας τού πρωθυπουργού μας με γραβάτα. Εμείς δεχτήκαμε κατακέφαλα το τέταρτο μνημόνιο αλλά εκείνοι ούτε κουβέντα δεν λένε να κάνουν για το χρέος.

Καθώς, λοιπόν, συνεχίζουμε να τελούμε εν αναμονή και μιας κι εφέτος συμπληρώνεται ακριβώς ένας αιώνας από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ας γυρίσουμε πίσω στον χρόνο κι ας πάμε στο 1917 να ακούσουμε τον θείο Βλαδίμηρο, που έχει μερικά ενδιαφέροντα πράγματα να μας πει περί χρέους.

Αγιοπετρούπολη (πριν γίνει Λένινγκραντ), 7/8/1920: Οι αντιπρόσωποι στο δεύτερο συνέδριο της Κομιντέρν.
Διακρίνονται: Λιεβ Κάραγιαν (2ος από αριστερά), Καρλ Ράντεκ (3ος, με το τσιγάρο), Νικολάι Μπουχάριν (5ος),
Μιχαήλ Λασιέβιτς (7ος, με την στολή), Μαξίμ Γκόρκι (9ος, με το παχύ μουστάκι), Λένιν (10ος, μπροστά 

από τον Γκόρκι), Σεργκέυ Ζόριν (11ος, με το καπέλλο), Γκριγκόρι Ζινόβιεφ (13ος, με τα χέρια δεμένα πίσω),
Μαρία Ουλυάνοβα (19η) και Άμπραμ Μπελένκυ (δεξιά, με το ανοιχτόχρωμο καπέλλο).

Στις 8 Νοεμβρίου (26/10) 1917 (*), το Δεύτερο Συνέδριο του Σοβιέτ των Εργατών, Στρατιωτών και Αγροτών Βουλευτών έκανε δεκτή την εισήγηση του Λένιν και ψήφισε το «Διάταγμα για την ειρήνη«. Το Διάταγμα απευθύνει πρόσκληση «σε όλους τους εμπόλεμους λαούς και στις κυβερνήσεις τους να αρχίσουν αμέσως διαπραγματεύσεις για μια δίκαιη δημοκρατική ειρήνη» και ως τέτοια θεωρεί «την άμεση ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις (δηλαδή χωρίς αρπαγή ξένων εδαφών, χωρίς βίαιη ενσωμάτωση ξένων εθνοτήτων) και χωρίς επανορθώσεις». Αν όλα αυτά ως εδώ ακούγονται στ’ αφτιά ορισμένων ως ένα ακίνδυνο ευχολόγιο, το Διάταγμα επιφυλάσσει μια βόμβα:

Συνέχεια

«Εκτροφείο αλεπούδων. Διευθυντής. Πετεινός»…


Της Τ. Γ. 

Το 2ο «αριστερό» μνημόνιο, με σπαραγμό ψυχής είναι αλήθεια, εψηφίσθει, το χθεσινό eurogroup πραγματοποιήθει, απόφασης για το χρέος δεν ελήφθη…

Αντί σχολιασμού, ένα διήγημα του Σλάβομιρ Μρόζεκ με τίτλο «ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ  πειθαρχεία»:

Μια μέρα ήρθε και με βρήκε πολυταραγμένος ο πετεινός.

-Ακούστηκε ότι η αλεπού πρόκειται να ιδρύσει ορνιθοτροφείο. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

  • Γιατί; Ενα εκτροφείο είναι κάτι οργανωμένο, είναι δηλαδή πολιτισμός.
  • Τι πάει να πει, γιατί; Ολοι ξέρουμε τι τις χρειάζεται η αλεπού τις κότες. Πρόκειται για ένα εγκληματικό σχέδιο. Πρέπει να το σταματήσουμε.

  • Πως;

  • Πρέπει να μιλήσουμε με την αλεπού.

  • Θα μιλήσω και ‘γω;

  • Ελα  μαζί, σε χρειάζομαι για μάρτυρα.

Συναντήσαμε την αλεπού μπροστά στους χώρους που μόλις είχαν νοικιαστεί. Στερέωνε στην πόρτα μια ταμπέλα: «Ορνιθοτροφείο. Διευθυντής Αλεπού».

  • Κατέβασε την αμέσως κάτω!, τσίριξε ο πετεινός.
  • Γιατί; είναι μια σοβαρή εταιρεία, που πρέπει να έχει γραφείο.

  • Πες του το εσύ, στράφηκε ο πετεινός σε μένα.

  • Ο πετεινός θεωρεί πως η ίδρυση ορνιθοτροφείου από αλεπού είναι απαράδεκτη.

  • Ετσι θεωρεί; ρώτησε η αλεπού ανήσυχη.

  • Μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις. Υπάρχουν υποψίες και υπόνοιες σχετικά με τους πραγματικούς στόχους της επιχείρησης, που κάνουν την κριτική να φαίνεται δικαιολογημένη.

  • Αλήθεια; Γιατί όμως;

  • Εξαιτίας της σχέσης σου με τις κότες.

  • Έμενα οι προθέσεις μου είναι αγνές, απλώς ο κόσμος λέει κι εγώ δε ξέρω τι. Εμένα με ενδιαφέρει να περνάνε καλά οι κότες. Αυτό που θέλω είναι να δημιουργήσω τις κατάλληλες συνθήκες ζωής γι’ αυτές.

  • Αχ ναι, αγνές προθέσεις, ειρωνεύτηκε θυμωμένος ο πετεινός. Και τι προσωπικό θα προσλάβεις;

  • Αλεπούδες ,φυσικά. Εννοείται ειδικευμένες.

  • »Παρακαλώ». Ο πετεινός στράφηκε πάλι σε μένα: – Αν αυτό δεν είναι ξετσίπωτο, τι είναι;

    • Φοβάμαι πως ο πετεινός έχει δίκιο. Ενα ορνιθοτροφείο, που το διαχειρίζονται αλεπούδες, δεν μπορεί να γίνει ανεπιφύλακτα αποδεκτό από την κοινή γνώμη.

    Η αλεπού έπεσε σε βαριά περισυλλογή.

    • Ναι, αν έχετε και οι δυο την ίδια άποψη … Θα αποσυρθώ. Εγώ δεν έχω φιλοδοξίες. Εγώ μόνο το καλύτερο για τις κότες ήθελα.
  • Ασφαλώς. Λυπάμαι μόνο για το ωραίο σχέδιο που αποσκοπούσε στο καλό της κοινότητας.

  • Θα υποχωρήσεις;

  • Πως αλλιώς να σε πείσω ότι εμένα δεν με νοιάζει ούτε η επιχείρηση, ούτε η διευθυντική θέση;

  • Σοβαρά;

  • Αν δεν είναι σωστό οι αλεπούδες να εκτρέφουν κότες, τότε θα πρέπει οι κότες να εκτρέφουν αλεπούδες. Αυτό είναι κάτι που θα ικανοποιήσει την κοινή γνώμη, κι εγώ θα πάψω να έχω οποιονδήποτε ενδοιασμό. Και επιπλέον θα σε διορίσω διευθυντή.

  • Γιατί εμένα, απόρησε ο κόκορας, αλλά όχι και πολύ έντονα.

  • Δεν βρίσκω κανέναν καλύτερο υποψήφιο. Εσύ είσαι εξαιρετικά προικισμένος, πολύ ενεργητικός, και παράλληλα όμορφος. Ενας διευθυντής πρέπει να είναι πολύ εμφανίσιμος.

  • Θα πρέπει να το σκεφτώ, είπε μετά από λίγο ο πετεινός.

  • Χωρίσαμε. Μετά από λίγες μέρες πέρασα πάλι από κει. Στην πόρτα κρεμόταν μια πινακίδα: «Εκτροφείο αλεπούδων. Διευθυντής. Πετεινός».
    Στην αίθουσα αναμονής συνωστιζόταν νεαρές παχουλές νοστιμότατες κότες…

    Στο πάρκο συνάντησα την αλεπού. Καθόταν σε ένα παγκάκι και διάβαζε την εφημερίδα της.

    • Με τι ασχολείσαι τώρα; ρώτησα.
  • Για την ώρα με τίποτα. Περιμένω να ανοίξει αυτή η επιχείρηση, απάντησε και έγλυψε την μουσούδα της.


  • Aπό:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/05/blog-post_71.html

    Μεταμοντερνισμός και απώλεια νοήματος…


    Γιαν Χάβικζοον Στέιν – The Topsy-Turvy World*

    Το τηλέφωνο χτυπάει και υπάλληλος του λογιστικού γραφείου απαντά με το σύνηθες «παρακαλώ».
    Από την άλλη πλευρά μια φωνή ρωτάει:
    Τι είναι εκεί;
    Ποιος είναι; Απαντάει ο υπάλληλος.
    Εδώ κομμώτρια, απαντάει η φωνή.
    Εδώ χορεύτρια, απαντάει ο υπάλληλος και κατεβάζει το ακουστικό.

    Η παραπάνω θα μπορούσε να είναι μια σύντομη μεταμοντέρνα τηλεφωνική κουβέντα. Εάν την εξετάσουμε ως εξωτερικοί παρατηρητές θα αντιληφθούμε ότι σε αυτή όλα είναι σχετικά. Όλα θα μπορούσαν να ισχύουν. Κανείς δεν γνωρίζει τους σκοπούς αυτού του τηλεφωνήματος, αν πρόκειται για φάρσα ή για τηλεφωνικό λάθος. Είναι άγνωστο πώς ονομάζεται η κομμώτρια ή ο υπάλληλος. Ούτε το φύλο τους είναι γνωστό. Δεν ξέρουμε εάν η κομμώτρια είναι γυναίκα ή άνδρας, ή κάποιο LGTBQ άτομο. Δεν είναι καν γνωστό εάν όντως θέλει κάτι από ένα λογιστικό γραφείο. Τα πάντα είναι ανοιχτά ενδεχόμενα και το αποτέλεσμα της κουβέντας ακραία σχετικό, αλλά ταυτόχρονα και μηδενικό. Αυτό που μάλλον προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα είναι ότι ο υπάλληλος εκτός από ελιτιστής και χιουμορίστας, δείχνει σχεδόν αλλεργικός σε αυτού του είδους τις «παράλογες» συναναστροφές, ενώ η «ψωνισμένη», «μικροαστή» και μπλαζέ κομμώτρια δεν αναφέρει το όνομά της, μάλλον γιατί αυτό σήμερα δεν έχει κανένα νόημα, ή ίσως γιατί το γεγονός ότι είναι κομμώτρια πρέπει αυτομάτως να σημαίνει και κάτι. Αυτή η μορφή επικοινωνίας δεν πραγματεύεται καμία αλήθεια και δεν οδηγεί σε κανένα αποτέλεσμα. Είναι ένας νέος ριζοσπαστικός τρόπος επικοινωνίας. Αυτή είναι -στον υπερθετικό της βαθμό και στην ακραία έκφρασή της- η διαδικασία που οι μεταμοντερνιστές ονομάζουν Μεγάλη Μεταμόρφωση.

    Συνέχεια