Ο Νίκος Εγγονόπουλος sans filter …


Δύο ποιήματα της Αθανασίας Δανελάτου — #ποίηση σε πρώτη προβολή

Ο Νίκος Εγγονόπουλος sans filter

Ήξερε βέβαια τι να περιμένει.
Γραμμένο στην Bruges τo 1956
το σημείωμα πριν την αναχώρηση
είχε διαβαστεί τόσες φορές
που ήταν σαν να είχε προηγηθεί
η ανάγνωση απ’ τη γραφή του.

Τα ποιήματα γράφονται με τη μύτη
όμως δεν είναι απ’ το μολύβι
που βαραίνουν⋅
και σκίζονται με την ευκολία
που κόβει το καλό σπαθί
μιας κι από το χαρτί δεν είναι.

Αίμα νωπό αμετάληπτο
στην Bruges γραμμένο
ή κρέας κρύο σε δωμάτιο
στην Ανταρκτική κλεμμένο;

Το τελευταίο
δεν θα ήταν πλοίο
ή λέξη.
Ούτε  χορός.
Μα ούτε και το χαμόγελο που έσβηνε
κανένα τελευταίο, πια, μπορούσε να ‘ταν.

* * *

Ζαγορίσιο

Υπάρχει ένας καιρός που δεν ξέρεις·
πόσο όμορφος, πόσο νέος είσαι.
Ένας καιρός που σπαταλά ο χάρος
μετρώντας τους στίχους σου
ευρετηριάζοντας το παρόν σου
ληξιαρχώντας το απουσιολόγιο
του μέλλοντός σου, ρουφιανεύοντας
τις συναντήσεις σου με τον αγαπημένο
άλλο στο κενό.

Υπάρχει ένας καιρός δίχως άλλο
κάτω απ τον καιρό, ένας καιρός πάνω του
κι ένας καιρός που θα ήταν
αν μπορούσε να περιμένει·
κι ένας καιρός που δεν θα είναι ποτέ
(αν η απιθανότητα είναι μαθηματικό μέγεθος).

Ξύνοντας την καρδιά μιας φωτογραφίας
το χρώμα δεν οσμίζεται
κι άχωρο τον πιο παλιό ρυθμό κρατά η οσμή.

Ο τόπος δεν είναι
θέμα αχρωματοψίας
κι ο χρόνος θα υπήρχε αν
δεν ήταν, απλώς,
Διαβάτης
Μύωψ ο καιρός…

* * *


Aπό:https://dimartblog.com/2017/05/21/sans-filter/

Το θέατρο της σφαγής…


Στις δύο ταινίες του, The act of killing και The look of silence, ο κινηματογραφιστής Τζόσουα Οπενχάιμερ εξετάζει τα γεγονότα γύρω από τη σφαγή των κομμουνιστών στην Ινδονησία το 1965-66. Κατά τη διάρκεια των γεγονότων που έριξαν από την εξουσία τον πρόεδρο Σουκάρνο εκτελέστηκαν περίπου 1.000.000 κομουνιστές (κάποιοι κάνουν λόγο για δύο ή ακόμη και τρία εκατομμύρια). Στα δύο αυτά ντοκιμαντέρ ο Οπενχάιμερ εξετάζει τους βασανιστές και τα θύματα της σφαγής. Βάζει μια κάμερα μπροστά στους δημίους και τους ζητά να αφηγηθούν τις πράξεις τους. Οι δήμιοι χαμογελούν. Δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να περιγράψουν, σχεδόν αναπολούν νοσταλγικά τις εποχές εκείνες, μοιράζονται μαζί μας τις εμπειρίες τους όπως κάποιος μεσήλικας θα περιέγραφε κάποιες διακοπές της νεότητάς του. Οι δήμιοι μας ενημερώνουν για τους τρόπους βασανισμού, για τα ευρήματα που τους βοήθησαν να σκοτώσουν με μεγαλύτερη άνεση, για την εμπειρία του να έχεις σκοτώσει πάνω από 1000 άτομα μόνος σου. «Πρέπει να πίνεις ανθρώπινο αίμα αν δεν θες να τρελαθείς» μας ενημερώνει ένας γερασμένος δολοφόνος. «το τι είναι νόμιμο το ορίζει πάντοτε ο νικητής. Και εγώ είμαι νικητής. Άρα είμαι και νόμιμος. Γάμα τη συνθήκη της Γενεύης. Εγώ  σου υπογράφω τη συνθήκη της Τζακάρτα». Οι βασανιστές μέχρι και σήμερα είναι ήρωες στη χώρα τους. Βγαίνουν σε τηλεοπτικές εκπομπές γίνονται δεκτοί από υπουργούς και στελέχη της πολιτικής ηγεσίας. Οι παραστρατιωτικές οργανώσεις που έδρασαν στην εποχή της αναταραχής είναι ακόμη ενεργές, έχουν ημικρατικό χαρακτήρα και ορίζονται σχεδόν ως θεσμοί στην Ινδονησία.

Συνέχεια

( 22 Μαϊου 1963 ημέρα μνήμης) Γρηγόρης Λαμπράκης …


Γρηγόρης Λαμπράκης

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε στις 3 Απρίλη του 1912. Αγωνιστής της Αντίστασης, αργότερα βουλευτής της ΕΔΑ, υφηγητής της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, παλιός βαλκανιονίκης, υπήρξε ειρηνιστής, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Επιτροπής για τη Βαλκανική Συνεννόηση, ενώ μετά από δική του πρωτοβουλία του ιδρύθηκε η Eλληνική Eπιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (EEΔYE). Στις 21 Aπριλιου 1963 το ελληνικό Kίνημα Eιρήνης οργανώνει την πρώτη Mαραθώνια Πορεία Eιρήνης παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Καραμανλή φροντίζει να την απαγορεύσει. Παράλληλα η Αστυνομία και η Χωροφυλακή ανακοινώνουν ότι για τις 21 Απριλίου, ημέρα που θα πραγματοποιούνταν η πορεία, απαγορευόταν κάθε συγκέντρωση σε ανοιχτό χώρο, σε ολόκληρη τη χώρα. Η πορεία πραγματοποιείται και ο ειρηνιστής Γρηγόρης Λαμπράκης πρωτοστατεί.
Σύμφωνα με το τότε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα» την 21η Απριλίου του 1963 η πρωτεύουσα βρισκόταν «επί ποδός πολέμου», ενώ «διά πρώτην φοράν τα περίφημα Τάγματα Ασφαλείας ενεφανίσθησαν επισήμως εις διαφόρους περιοχάς περί τον Μαραθώνα, έτοιμα προς δράσιν εις περίπτωσιν ανάγκης. Ακόμα και ναύται του Λιμενικού εχρησιμοποιήθησαν διά τη φρούρησιν της παραλίας του Μαραθώνος, διά τον φόβον προφανώς… αποβάσεως των οπαδών του Συνδέσμου «Μπέρτραντ Ράσελ»». Επί ποδός βρίσκονται συνολικά 10.000 άνδρες της Aστυνομίας, της Xωροφυλακής, του Λιμενικού Σώματος. Oι προσβάσεις προς τον Mαραθώνα αποκλείονται.
O κύριος όγκος των «οδοιπόρων της ειρήνης», περιγράφει ο Tύπος της εποχής, περί τους 3.000, αναχαιτίζεται, απωθείται, διαλύεται στους Aμπελόκηπους στο ύψος της Αγίας Tριάδας και στον Άγιο Δημήτριο, στην οδό Πανόρμου. Συλλαμβάνονται 628, ανάμεσά τους ο Mίκης Θεοδωράκης, ο Mίνως Aργυράκης, ο Aλέκος Aλεξανδράκης, η Aλίκη Γεωργούλη και πρώην βουλευτές και υποψήφιοι του κόμματος της Eνιαίας Δημοκρατικής Aριστεράς (EΔA).
Στον Tύμβο του Mαραθώνα μπόρεσαν να φτάσουν τέσσερις. Ανάμεσα τους ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Aπό τον Tύμβο θα ξεκινήσει την πορεία που θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού ειρηνιστικού κινήματος ως η Πρώτη Πορεία Eιρήνης. Kρατάει στα υψωμένα χέρια του ένα απλό πανό με τη λέξη EΛΛAΣ και με το σύμβολο του «Συνδέσμου Eιρήνης Mπέρτραντ Pάσελ», τον κύκλο με τον τσακισμένο σταυρό, παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης. Θα διανύσει έτσι πέντε χιλιόμετρα προς την Αθήνα. Συνέχεια

Τέρμα! …


 ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 Αγαπάμε το ποδόσφαιρο. Τεκμήρια της αγάπης μας οι ουλές από τα τραύματα που μας άφησαν οι «αναμετρήσεις», οι ενοχλήσεις από τα παλιά κατάγματα που αποκομμίσαμε στις «μάχες» μας στις κακοτράχαλες αλάνες της ελληνικής επαρχίας.Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί παίξαμε μπάλα (τις περισσότερες φορές λαστιχένια, στα καλύτερα μας δερμάτινη).

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί είδαμε «ζωντανούς» τον Τάκη Λουκανίδη, τον Γιώργο Σιδέρη, τον Μίμη Δομάζο, τον Μίμη Παπαϊωάννου, τον Γιώργο Κούδα, τον Γιώργο Δεληκάρη, τον Βασίλη Χατζηπαναγή…

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί κάποτε από τα επίκαιρα στο σινεμά, αργότερα από την τηλεόραση, είδαμε τον Ντι Στέφανο, τον Πελέ, τον Γκαρίντσα, τον Γιασίν, τον Μπόμπι Τσάρλτον, τον Μπεστ, τον Κρόιφ.

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί ήταν από τους λίγους χώρους (πολύ λίγους τη δεκαετία του εξήντα, ή του εβδομήντα) όπου οι φτωχοί μπορούσαν να νικήσουν τους πλούσιους, οι κοντοί τους ψηλούς, οι χοντροί τους αδύνατους, οι άσχημοι τους όμορφους.

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί μας δίδαξε ότι η ομαδικότητα και η συντροφικότητα μπορούν να αμφισβητήσουν τους «συσχετισμούς δυνάμεων».

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί μας έμαθε ότι τόσο στο παιχνίδι, όπως και στη ζωή, δεν υπάρχουν μόνον η νίκη, ή η ήττα, αλλά και η ισοπαλία.

Αγαπάμε το ποδόσφαιρο γιατί απ αυτό μάθαμε, εμείς οι κακοί και μέτριοι, να αναγνωρίζουμε τους καλύτερους, αλλά και οι καλύτεροι έμαθαν ότι χωρίς εμάς δεν πιάνανε μία.

Τα παραπάνω δεν γράφτηκαν για να τιμήσουμε τη «χαμένη μας νιότη», ούτε για να θρηνήσουμε για την «χαμένη τιμή» του ποδοσφαίρου. Γράφτηκαν περισσότερο ως όρκος πίστης σε ένα παιχνίδι που μας δίνει χαρές και λύπες (όπως κάθε παιχνίδι), αλλά (κυρίως) μας έμαθε πως να ζουμε με τους άλλους.

Όλα αυτά γράφτηκαν ως αναγκαία εισαγωγή για τη διατύπωση μιας πρότασης. Της πρότασης για τη ΔΙΑΚΟΠΗ ΕΠ ΑΟΡΙΣΤΟΝ ΤΩΝ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΩΝ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΩΝ.

Η εισαγωγή κρίθηκε αναγκαία για να διευκρινιστεί ότι η πρόταση δεν γίνεται από κάποιους που θεωρούν το ποδόσφαιρο «βάρβαρο», «αποπροσανατολιστικό», «αντικοινωνικό», αλλά από κάποιους που το αγάπησαν και το αγαπούν. Που συνεχίζουν να πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο είναι μια θρησκεία χωρίς απίστους…

Λοιπόν, δεν θέλουμε το «ποδόσφαιρο» τους. Αλήθεια, σε ποιόν θα λείψει αν σταματήσει;

Να τελειώνουμε με το «ποδόσφαιρο» τους! Όχι μόνο γιατί είναι κακό (αυτό ίσως είναι το τελευταίο), αλλά γιατί έχει γίνει γάγγραινα στο κοινωνικό σώμα.

Ο αστακός της ερήμου…


Ο μισοπεθαμένος βασιλιάς του Ριάντ έχει ακόμα κάποιες δυνάμεις· σίγουρα αυτές που χρειάζονται για να υπογράψει καινούργια συμβόλαια αγοράς όπλων. Το deal, το οποίο τίμησε αυτοπροσώπως το ψόφιο κουνάβι, είναι αξίας 350 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για τα επόμενα 10 χρόνια· με τα 110 από δαύτα να υλοποιούνται «άμεσα». Εννοείται ότι στα «ψιλά γράμματα», κάπου, το συμβόλαιο λέει ότι «μπαίνουν στο αρχείο οποιεσδήποτε υποψίες για τον ρόλο του Ριάντ στην 11η Σεπτέμβρη του 2001»…

Ως γνωστόν, από την άλλη μεριά, η χούντα της σαουδικής αραβίας δεν έχει στρατό. Στηρίζεται σε μισθοφόρους, που τους προσλαμβάνει απ’ οπουδήποτε είναι διαθέσιμοι.

Έτσι, ένα μέρος του σε εξέλιξη του 4ου παγκόσμιου πολέμου παίρνει όλο και περισσότερο την μορφή των φεουδαρχικών πολέμων στην ευρώπη του 1600…


Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/o-astakos-tis-erimou/

Ιράν…


Στις προεδρικές εκλογές στον ιράν (έγιναν την περασμένη Παρασκευή) νίκησε, και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία, ο μεταρρυθμιστής Hassan Rouhani. Είχε κερδίσει και τις προηγούμενες, το 2013· αυτή τη φορά «ανέβηκε», κερδίζοντας 5 μύρια ψήφους παραπάνω.

Το πολιτικό σύστημα στο ιράν είναι ασυνήθιστο (για τα πρωτοκοσμικά δεδομένα). Έχει τρία σκέλη εξουσίας: το κοινοβούλιο, τον πρόεδρο και την κυβέρνηση· τον «ανώτατο ηγέτη», που εκλέγεται απ’ την «συνέλευση των ειδικών»· και τους «φρουρούς της επανάστασης», που δεν είναι ο κανονικός στρατός του ιράν αλλά ένα είδος «μαζικού επίλεκτου σώματος», μακράν το καλύτερα εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο. Αυτή η τριαρχία καθιερώθηκε απ’ το σύνταγμα του 1979, μετά την επανάσταση, για να εμποδίσει (υποτίθεται) την διάβρωση της εξουσίας στο ιράν απ’ την Ουάσιγκτον ή οποιονδήποτε άλλον…

Μέσα σ’ αυτήν την τριαρχία μόνο το πρώτο σκέλος εκλέγεται άμεσα απ’ τους ψηφοφόρους. Έχει μεν αυξημένη νομιμοποίηση εξαιτίας της αντιπροσωπευτικότητάς του, αλλά μπορεί να «ελεγχθεί» απ’ τα άλλα δύο, και ειδικά απ’ τον «ανώτατο ηγέτη», που είναι ισόβιος.

Στη διάρκεια αυτών των σχεδόν 40 χρόνων της ισλαμικής δημοκρατίας, οι μεταρρυθμιστές (που με τα πρωτοκοσμικά δεδομένα θα ονομάζονταν «κεντρώοι») ήταν ό,τι πιο προοδευτικό (με την ιστορική έννοια της λέξης) ήταν ρεαλιστικό κάτω απ’ τον «ανώτατο ηγέτη» και δίπλα απ’ τους «φρουρούς της επανάστασης». Συνεπώς η δεύτερη (και ακόμα μεγαλύτερη) επιτυχία του Rouhani επιβεβαιώνει τις φανερές και υπόγειες δυναμικές της ιρανικής κοινωνίας: παρότι υπάρχει πάντα ένα καλό ποσοστό, γύρω στο 30%, συντηρητικών (με κοινωνικά και ιδεολογικά κριτήρια) η πλειοψηφία, και οπωσδήποτε η πλειοψηφία των γυναικών και της νεολαίας, κινείται προς φιλελεύθερες κατευθύνσεις.

Η μεγαλύτερη βοήθεια προς τους συντηρητικούς ήταν, πάντα, οι «εθνικοί κίνδυνοι». Υπαρκτοί για να είμαστε ειλικρινείς, έντονοι ακόμα και σήμερα, απ’ την μεριά της Ουάσιγκτον, του Τελ Αβίβ και του Ριάντ. Ας μην ξεχνάει κανείς τον 8χρονο ιδιαίτερα φονικό πόλεμο εναντίον του ιράν που εξαπέλυσε (και έχασε) την δεκαετία του ’80 ο τότε φίλος της δύσης Σαντάμ Χουσεΐν. Εκείνη η δεκαετία «σκλήρυνε» ακόμα περισσότερο το ήδη σκληρό ιρανικό καθεστώς…

Ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας αγωνίστηκε δυναμικά στο παρελθόν υπέρ των μεταρρυθμίσεων, που για τα δικά της δεδομένα σημαίνουν οπωσδήποτε την κατάργηση διάφορων «κορσέδων» ιδεολογικής / θρησκευτικής προέλευσης· και το ξεπέρασμα του «πολιτικού προσοδισμού» που είναι εκτεταμένος σ’ ένα κρατικό σύστημα σαν το ιρανικό. Μετά, όμως, την αιματηρή καταστολή της φοιτητικής εξέγερσης το 2003 και, ακόμα χειρότερα, της «αντισυστημικής» εξέγερσης του 2009 (πάνω από 70 δολοφονημένοι απ’ τους παραστρατιωτικούς “Basij” εκείνους τους μήνες, εκατοντάδες στις φυλακές με βασανιστήρια…), και μέχρι να γίνει η επόμενη, ο μόνος διαθέσιμος δρόμος είναι αυτός των αργών, σταδιακών μεταρρυθμίσεων μέσα απ’ τους θεσμούς. Αυτό είναι που εκφράζει ο ρεφορμιστής Rοuhani, και αυτήν την δυναμική δείχνει η επανεκλογή του.

Κατά τα υπόλοιπα: οι ιρανοί και οι ιρανές είναι απίστευτα ευγενείς, φιλικοί και πολιτισμένοι (χωρίς εισαγωγικά!), με οποιοδήποτε πρωτοκοσμικό κριτήριο κι αν “μετρηθούν”! Και ο καπιταλισμός του ιράν δεν είναι καθόλου “υπανάπτυκτος” όπως θα ήθελαν να πιστεύουν πολλοί· το αντίθετο. Εκείνο που τον χαρακτηρίζει είναι ότι έχει ως τώρα “ασύμμετρη ανάπτυξη”. Σε κάποιους τομείς, που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την στρατιωτική τεχνολογία, είναι “αναπτυγμένος” στο επίπεδο, ίσως, της γαλλίας. Σε άλλους, περισσότερο “μαζικής κατανάλωσης / απεύθυνσης”, είναι πιο πίσω. Αυτό οφείλεται (κατά την γνώμη μας) στην μόνιμη “κατάσταση πολιορκίας” που είχαν επιβάλει οι “δυτικές κυρώσεις”. Αυτές που σταμάτησαν εν μέρει πριν 2 χρόνια, χωρίς ωστόσο αυτό το τέλος να είναι οριστικό για την Ουάσιγκτον…

Οι “ειδικοί” των αφεντικών έλεγαν ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη κάνει αναπόφευκτο τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Μέχρι που η γραφειοκρατικοποίηση και η αυξανόμενη επιτήρηση των δυτικών “δημοκρατιών” και το παράδειγμα της κίνας έδειξαν ότι αυτό δεν ισχύει! Ωστόσο για το μεγαλύτερο μέρος της ιρανικής κοινωνίας οι (κοινωνικές κατ’ αρχήν) ελευθερίες είναι πράγματι το ζητούμενο· ακόμα κι αν δεν αλλάξει ουσιαστικά και άμεσα το σύστημα πολιτικής διεύθυνσης.

Αν δεν υποστούν κάποιον πόλεμο τα επόμενα χρόνια (δυστυχώς δεν είμαστε σίγουροι ότι θα τον αποφύγουν…) θα τα καταφέρουν.

(φωτογραφίες: μία απ’ τις στερεοτυπικές προκαταλήψεις των πρωτοκοσμικών κατά των ιρανών και του ισλάμ είναι το «ντύσιμο των γυναικών». Το hijab επιβάλλεται πράγματι απ’ την κρατική νομοθεσία – και όχι απ’ την κυρίαρχη ιδεολογία – στους δημόσιους χώρους. «Κανονικά» πρέπει να σκεπάζει όλα τα μαλλιά. Όμως με την εξαίρεση της Qom και κανά δυο ακόμα μικρών πόλεων όπου ο συντηρητισμός είναι ορατή πλειοψηφία, το μεγαλύτερο μέρος των νέων γυναικών στο ιράν φορούν το hijab με τον τρόπο που φαίνεται εδώ, από υποστηρίκτριες του Rouhani.

Μια μικρή ίσως αλλά μαζική και επίμονη ανυπακοή…)

_______________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/iran/

Christopher Lasch – Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεων…


Pilgrim’s Progress, The Celestial Railroad

Μετάφραση: Παναγιώτης Καρλαγάνης1

Η κουλτούρα της κατώτερης μεσαίας τάξης, τώρα όπως και στο παρελθόν, οργανώνεται γύρω από την οικογένεια, την εκκλησία και τη γειτονιά. Προσδίδει μεγαλύτερη αξία στη συνοχή της κοινότητας και στην αλληλεγγύη από την ατομική πρόοδο και την κοινωνική κινητικότητα. Στη ζωή της κατώτερης μεσαίας τάξης η διατήρηση των υφιστάμενων συνηθειών παίζει σημαντικότερο ρόλο από ότι τα κυρίαρχα ιδανικά της επιτυχίας. Οι γονείς επιθυμούν τα παιδιά τους να προοδεύουν, αλλά ταυτόχρονα θέλουν να σέβονται τους μεγαλύτερούς τους, να μην πέφτουν στον πειρασμό του ψεύδους και της εξαπάτησης, να επωμίζονται στους ώμους τους με προθυμία τις ευθύνες που τα αναλογούν και να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες με σθένος. Πιο πολύ τους απασχολεί η προσωπική επαξίωση παρά η κοσμική φιλοδοξία, και σαν γονείς δείχνουν λιγότερο ενδιαφέρον για το μέλλον σε σχέση με την ανώτερη μεσαία τάξη η οποία προσπαθεί να εφοδιάσει τα παιδιά της με τα προσόντα που απαιτούνται για την επιτυχία στον ανταγωνισμό. Δεν ασπάζονται την αντίληψη ότι οι γονείς οφείλουν να παρέχουν στα παιδιά κάθε πιθανό πλεονέκτημα. Όπως γράφει o E. E. LeMasters σε μια μελέτη για τους εργαζομένους του κατασκευαστικού τομέα, η επιθυμία να αναρριχηθούν κοινωνικά τα παιδιά τους είναι υποδεέστερη της θέλησης για διατήρηση του υφιστάμενου τρόπου ζωής. «Αν ο γιος μου θέλει να φορά μια καταραμένη γραβάτα σε όλη του τη ζωή και να σκύβει το κεφάλι σε ένα αφεντικό, είναι το δικαίωμά του, αλλά – μα τω θεώ – θα πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να κερδίζει τίμια το ψωμί του με τα χέρια του αν αυτό θέλει.»

Συνέχεια