Τσαρλς Μπουκόφσκι – Για τους μπάτσους…


Bukowski-Banner

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Ερωτικές Ιστορίες καθημερινής τρέλας” από την ιστορία με όνομα “Ο μεγάλος γάμος Ζεν” που βρίσκεται στη σελίδα 149 και ο Μπουκόφσκι περιγράφει το γεγονός μιας σύλληψης του από τους μπάτσους. Νομίζω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρων γιατί μέσω της αφήγησης του αφήνει αρκετές και έξυπνες αιχμές κάνοντας ολοφάνερη την απέχθεια που  ο ίδιος ένιωθε για το σύστημα και την εξουσία του.

[…] Και να ‘τοι μπροστά μου. Μέρος της παράλογης οικογενειακής δομής του κόσμου. Στην πραγματικότητα τρελοί, χωρίς ν’ αναρωτιούνται για ποιο λόγο κάνουν αυτά που κάνουν. Άφησαν το διπλό κόκκινο φως ανοιχτό όταν παρκάρισαν. Βγήκαν ο ένας κρατούσε φακό.
«Μπουκόφσκι» είπε αυτός με το φακό «σου είναι αδύνατο να μην μπλέκεις σε φασαρίες, έτσι;»
Ήξερε το όνομά μου από παλιά, από άλλες φορές.
«Κοίταξε» είπα. «Απλώς και μόνο σκόνταψα. Ποτέ δε χάνω τα λογικά μου και τη συνοχή μου. Δεν είμαι επικίνδυνος. Γιατί δε με βοηθάτε να πάω σπίτι μου; Τριάντα γιάρδες από δω. Να πέσω στο κρεβάτι μου, να κοιμηθώ να μου περάσει. Δε νομίζετε κι εσείς ότι αυτό θα ‘ταν το πιο σωστό;»
«Κύριε, δύο κυρίες ανέφεραν οτι προσπαθήσατε να τις βιάσετε».
«Κύριοι, ποτέ δε θα προσπαθούσα να βιάσω δυο κυρίες ταυτόχρονα».
Ο ένας μπάτσος έριχνε συνέχεια στο πρόσωπό μου τον ηλίθιο φακό του. Τον έκανε να αισθάνεται ανώτερος.
«Τριάντα γιάρδες ως την ελευθερία! Δεν το καταλαβαίνετε αυτό;»
«Είσαι το πιο αστείο θέαμα, στην πόλη, Μπουκόφσκι. Δώσε μας ένα καλύτερο άλλοθι».
«Λοιπόν, να δούμε – αυτό το πράγμα που βλέπετε κουλουριασμένο στο πεζοδρόμιο είναι το τελικό προϊόν ενός γάμου, ενός γάμου Ζέν».
«Θες να πεις ότι βρέθηκε γυναίκα που προσπάθησε να παντρευτεί εσένα;»
«Όχι εμένα ρε μαλάκα…»
Ο μπάτσος κατέβασε το φακό στη μύτη μου.
«Απαιτούμε σεβασμό στους εκπροσώπους του νόμου».
«Συγνώμη. Μου διέφυγε προς στιγμήν».
Το αίμα έτρεχε στο λαιμό μου και στο πουκάμισό μου. Ήμουν πολύ κουρασμένος – απο τα πάντα.
«Μπουκόφσκι» είπε ο μπασκίνας με το φακό, «γιατί δεν κόβεις τις φασαρίες;»
«Αφήστε τις μαλακίες» είπα «και πάμε στη φυλακή».
Μου έβαλαν τις χειροπέδες και μ’ έριξαν στην πίσω θέση.
Παλιό, γνωστό, θλιμμένο σκηνικό.

Οδηγούσαν αργά, μιλώντας για διάφορα πιθανά και παρανοϊκά πράγματα – όπως για την επέκταση της μπροστινής βεράντας, για την πισίνα, το δωμάτιο για τη γιαγιά. Κι όταν έφταναν στα σπορ -εκεί φάνηκε πόσο πραγματικοί άντρες ήταν- δώσ’ του να λένε, οι Ντότζερς είχαν ακόμα μια ευκαιρία παρα τις δύο τρεις άλλες ομάδες που τους περνούσαν. Κι ύστερα πάλι για την οικογένεια – ε, αν οι Ντότζερς κέρδιζαν, ήταν σαν να κέρδιζαν αυτοί. Όταν ένας άνθρωπος προσγειωνόταν στο φεγγάρι, ήταν σαν να προσγειώνονταν κι αυτοί μαζί του. Αλλά, όταν ένα μισοπεθαμένο ερείπιο χωρίς ταυτότητα τους ζητάει μια δεκάρα, γαμήσου τσογλάνι. Εννοώ, όταν φορούν τα πολιτικά τους. Δεν υπήρξε ποτέ ερείπιο να ζητήσει βοήθεια από μπασκίνα με στολή. Το μητρώο μας ήταν καθαρό.

Με έσπρωξαν στον αλευρόμυλο. Ενώ βρισκόμουν τριάντα γιάρδες από την πόρτα μου. Ενώ ήμουν ο μόνος άνθρωπος σ’ ένα σπίτι με πενήντα πέντε άτομα.
Και να ‘μαι για μια ακόμη φορά, στη μεγάλη ουρά, των κατά κάποιο τρόπο ενόχων. Οι νεαροί δεν ήξεραν τι τους περίμενε. Τα ‘χαν κάπως μπερδεμένα μ’ εκείνο που ονομάζεται ΣΥΝΤΑΓΜΑ και τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ. Οι νεαροί μπάτσοι στην πόλη και στην κομητεία εκπαιδεύονταν με τους μεθυσμένους. Έπρεπε ν’ αποδείξουν ότι είχαν προσόντα. Τους είδα να βάζουν έναν τύπο στο ασανσέρ και να τον ανεβοκατεβάζουν πάνω κάτω πάνω κάτω – όταν βγήκε δεν μπορούσε να καταλάβει τι είναι η τι ήταν: ένας μαύρος που κραύγαζε για τ’ Ανθρώπινα Δικαιώματα. Μετά καταπιάστηκαν μ’ ένα λευκό που φώναζε για τα ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ τον άρπαξαν τέσσερις πέντε και τον σέρναν τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να περπατήσει, τον έφεραν πίσω, τον ακούμπησαν στον τοίχο, και στεκόταν εκεί τρέμοντας, μ’ εκείνα τα κόκκινα σημάδια σ’ όλο του το κορμί, στεκόταν εκεί τρέμοντας και τουρτουρίζοντας.
Πάλι με φωτογράφισαν πάλι μου πήραν δακτυλικά αποτυπώματα.

Με κατέβασαν στη χαβούζα των μεθυσμένων, άνοιξαν την πόρτα. Και μετά απ’ όλα αυτά, το μόνο πρόβλημα είναι να βρεις μια θέση ανάμεσα στους εκατόν πενήντα άντρες. Ένα τεράστιο καθίκι. Ξερατά και κατρουλιά παντού. Βρήκα ένα χώρο ανάμεσα στους συνανθρώπους μου. Ήμουν ο Τσαρλς Μπουκόφσκι με μια θέση στα λογοτεχνικά αρχεία του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα. Κάποιος εκεί, με θεωρούσε μεγαλοφυΐα. Τεντώθηκα πάνω στις σανίδες. Άκουσα μια νεανική φωνή. Φωνή αγοριού.
«Μπάρμπα, με μισό δολάριο σου κάνω πίπα!»
Υποτίθεται ότι σου έπαιρναν όλα τα χρήματα, λογαριασμούς, ταυτότητες, κλειδί, μαχαίρια κ.λ.π. ακόμα και τα τσιγάρα και έδιναν απόδειξη. Που συνήθως έχανες, ή πουλούσες ή στην έκλεβαν. Άλλα πάντα κυκλοφορούσαν λεφτά και τσιγάρα.
«Λυπάμαι, παλικάρι μου, μου τα πήραν μέχρι δεκάρα» του είπα.
Τέσσερις ώρες αργότερα κατόρθωσα να κοιμηθώ. […]

Νούτσιο Όρντινε: «Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε πτυχία»…


Κείμενο: Νόρα Ράλλη*

Με καταγωγή από την Καλαβρία, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός και μελετητής της Αναγέννησης με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του «Οι κλασικοί στη ζωή – μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη», μας μιλάει για την αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα, για τον ρόλο των δασκάλων και των πανεπιστημίων στη διαμόρφωση των νέων πολιτών. Ασκεί κριτική στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που θέλουν «τάξη αμαθών ανθρώπων» και αναλύει το «γνῶθι σαυτόν».

Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε
Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε

Τον γνωρίσαμε και αγαπήσαμε μέσα από το προηγούμενο βιβλίο του «Η χρησιμότητα του άχρηστου» (έχει μεταφραστεί σε 18 γλώσσες και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα).

Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Όρντινε, μας συστήνεται εκ νέου, σχεδόν στα ελληνικά, μέσω του τελευταίου του βιβλίου «Οι κλασικοί στη ζωή – μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη» (εκδ. Αγρα). Πρόκειται για επιλογή αποσπασμάτων κειμένων που θαυμάζει και μοιράζεται με τους φοιτητές του, «επιδιώκοντας», όπως μας είπε, «να τους δείξω πώς οι κλασικοί μπορούν να απαντήσουν και στα πιο σύγχρονη ερωτήματα».

Μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου

  • Στο βιβλίο σας, ο θαυμασμός σας για τους Ελληνες είναι έκδηλος.

Αγαπώ την Ελλάδα όχι μόνο γιατί γεννήθηκα στην Καλαβρία, την καρδιά της Μεγάλης Ελλάδας στη Ν. Ιταλία και στις φλέβες μου κυλάει και ελληνικό αίμα. Ο σημαντικότερος λόγος είναι αυτός που παρουσίασε θαυμάσια η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ:

«Ο,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ’ αυτή τη γλώσσα», εννοώντας την ελληνική! Η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ελληνική κουλτούρα. Οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί τροφοδότησαν τον νου και τη φαντασία μου. Η αγάπη μου γι’ αυτούς είναι, εκτός των άλλων, και μια οφειλή ευγνωμοσύνης.

  • Στο βιβλίο σας στηλιτεύετε το γεγονός πως τα πανεπιστήμια από χώροι διαμόρφωσης ελεύθερων, μορφωμένων πολιτών έχουν γίνει επιχειρήσεις.

Δυστυχώς, όπως είχα ήδη καταγγείλει στο προηγούμενο βιβλίο μου «Η χρησιμότητα του άχρηστου», τα σχολεία και τα πανεπιστήμια στρέφονται όλο και περισσότερο προς την αγορά. Η επιλογή λυκείου και πανεπιστημίου από τους μαθητές γίνεται όχι με βάση τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα (τα μαθήματα που αγαπούν) αλλά τη μελλοντική τους αποκατάσταση στην αγορά εργασίας. Θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι η εκπαίδευση πρέπει να χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο στην άσκηση ενός επαγγέλματος.

Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε απολυτήρια και πτυχία και οι μαθητές/φοιτητές είναι οι πελάτες που τα αγοράζουν, για να τα καταναλώσουν στη συνέχεια στην αγορά εργασίας.

Συνέχεια

Ποια είναι η μνήμη που χάνουμε στην καταγραφή ; …


«Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο»
(Τάσος Λειβαδίτης)

«Σιχαίνομαι τις φωτογραφικές μηχανές. Θέλω να θυμάμαι τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο, προτιμώ να θυμάμαι τα γεγονότα όχι υποχρεωτικά με τον τρόπο που συνέβησαν». Κάπως έτσι περιγράφει την σχέση του με τη μνήμη ο πρωταγωνιστής της «Χαμένης λεωφόρου», της ταινίας του David Lynch. Η μνήμη αυτή συγκεχυμένη και ταυτόχρονα ορατή διαμορφώνει την ιστορία που εξελίσσεται μπροστά μας στη συνέχεια της ταινίας. Ο πρωταγωνιστής είναι κάποιος άλλος, η ιστορία είναι μια άλλη ιστορία κι όμως ο ιδιοκτήτης της μνήμης είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Το να «θυμόμαστε τα πράγματα με τον δικό μας τρόπο», το να παρεμβαίνουμε, δηλαδή, στο παρελθόν έχει ως αποτέλεσμα να αλλοιώνεται το παρόν, το πρόσωπο, τα όρια ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. Το παρελθόν χύνεται μέσα στο μέλλον και όλα συμβαίνουν σε έναν χρόνο ταυτόσημο με τον χρόνο του ονείρου.
«Είναι πράγματα που θυμάμαι και που μπορεί να μην έγιναν ποτέ, καθώς όμως τα ξαναφέρνω στη μνήμη μου συμβαίνουν», λέει η Άννα, η πρωταγωνίστρια στους «Παλιούς καιρούς», το θεατρικό έργο του Χάρολντ Πίντερ. Η μνήμη μέσα στην ρευστότητά της παύει να λειτουργεί ως ντοκουμέντο, ως αποδεικτικό στοιχείο. Η ρευστότητα της επιβάλει κίνηση, μεταμόρφωση. Η μνήμη γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης, ένα τερέν όπου το παρόν παίζει τον εαυτό του με κίνδυνο να συντριβεί. Δύο άνθρωποι έρχονται σε αντιπαράθεση παλεύοντας να δώσουν σχήμα σε ένα παρελθόν, το οποίο με τη σειρά του θα δώσει σχήμα στο παρόν τους. Γιατί κανένα παρελθόν δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι ιστορία, δεν είναι καταγραφή. Το παρελθόν είναι η πορεία των ανθρώπων που εκβάλει κάθε στιγμή στο παρόν τους. Και όπως ο άνεμος που περνάει μέσα από κορμούς και κλαδιά δίνοντας στο δέντρο σχήμα, έτσι και η ατελείωτη ροή του παρελθόντος προς τη στιγμή που είναι τώρα και πάλι τώρα, δίνει σχήμα στο παρόν μας.
Και, όμως, αν δούμε όλο τον πολιτισμό από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από καταγραφές, από μνημεία μνήμης λαξευμένα σαν κυματοθράυστες του χρόνου. Ως μια αντίσταση στη λήθη, μάταιη και ταυτόχρονα θριαμβική στις πιο ευτυχείς εξάρσεις της. Εδώ στην Αθήνα ολόκληρη η πόλη θυμάται ταυτόχρονα. Παρελθόντα μακρινά που φυτρώνουν κολώνες μέσα από την άσφαλτο, χόρτα βυζαντινά να πνίγουν τα σύγχρονα πεζοδρόμια, συνθήματα στους τοίχους που βάφτηκαν και ξεβάφτηκαν. Στοιβαγμένες στρώσεις από διαφορετικά θυμάμαι σε μια πόλη καταδικασμένη σε ένα μόνιμο παρόν του παρελθόντος της.

Πόσο εύκολο είναι πια να ξεχάσουμε; Τι μας περισσεύει ενώ γύρω όλα καταγράφονται, ενώ όλα μπαίνουν σε φωτογραφίες κονσέρβες ανίκανες να σταθούν ως τεκμήρια αφού μέσα στον μεγάλο αριθμό και το θόρυβο η αναφορά τους χάνεται; Τι μένει πια να θυμηθείς, όταν κάθε τι καταγράφεται με άγχος, με ταχύτητα, ορισμένο από το καθήκον να εκτεθεί και στη συνέχεια το καθήκον να ξεχαστεί μέσα σε μια βιαστική καταλογράφηση;
Ζούμε στις ψηφιακές χωματερές της μνήμης. Εδώ όπου το βίωμα παίρνει υπόσταση μόνο από την απόδειξη του βιώματος. Κάθε πράξη μας μας προτρέπει να την παραδεχτούμε, αφού μια φωτογραφία κινητού συνηγορεί ως απόδειξη. Απαιτούμε από την πραγματικότητα φωτογένεια, συνεχώς απαιτούμε πόζες από τα τοπία, πόζες στριμωγμένες που δεν αφήνουν χώρο στην ανάσα, τον παλμό και τελικά την μνήμη. Η ρευστότητα του παρελθόντος περνάει στο παρόν. Βιώνουμε συγκεχυμένα, ώστε να καταφέρουμε να θυμηθούμε με ακρίβεια μέσα από μια φωτογραφία, ένα βίντεο πρόχειρο κοινοποιημένο στους αγνώστους.
Και, όμως, το παρελθόν συνεχίζει να τρέχει ρευστό κατά πάνω μας. Μας επιβάλει να ξεχνούμε. Με νέους τρόπους, με νέα δεκανίκια.
Σχεδόν τυφλοί περπατούμε το πλήθος της μνήμης. Ακόμα και σήμερα που χρειαζόμαστε χάρτες και πυξίδες για να χαθούμε μέσα της. Σήμερα το να ξεχνάς μοιάζει ο μόνος τρόπος για να καταφέρεις κάποια στιγμή να θυμηθείς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

________________________________________________________

Το κόκκινο λάβαρο του «θατσερισμού»…


Του Δημήτρη Κούλαλη

ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Αν κάποιος επιχειρούσε να ορίσει πολιτικά την έννοια της σοσιαλδημοκρατίας, μάλλον, θα θυμόταν εκείνο το παλιό αστείο: Η σοσιαλδημοκρατία είναι σαν το ραπανάκι. Κόκκινη απ’ έξω, άσπρη από μέσα και πάντα δίπλα στο ψητό…

Όμως, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στις 10 Απριλίου 1947, στο Mont Pelerin της Ελβετίας , ιδρύθηκε, καθ’ υπόδειξη της CreditSuisse, η «Mont Pelerin Society». Στη συνάντηση που έλαβε χώρα παρευρέθησαν τριάντα εννέα καθηγητές πανεπιστημίου έπειτα από πρόσκληση του Φρίντριχ Χάγιεκ προκειμένου να θέσουν τις βάσεις του νεοφιλελεύθερου δόγματος.

Ποιες ήταν αυτές;

Η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, παράλληλα με τη θέσπιση από πλευράς κράτους  κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου θα διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού τους  και το πέρασμα των στρατηγικής σημασίας κρατικών δομών στις επιχειρήσεις, οι οποίες, με γνώμονα το κέρδος, θα προσφέρουν βασικές υπηρεσίες στους πολίτες.

Ο κύριος στόχος των Καβαλάρηδων της νεοφιλελεύθερης Αποκάλυψης, όπως, πολύ εύστοχα, σημειώνει ο  σπουδαίος Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρεκ, ήταν η διάσπαση του κοινωνικού «συμβολαίου συμβίωσης» με την αστική δημοκρατία και η άνοδος μιας αυταρχικής πλουτοκρατίας με δημοκρατικό προσωπείο. « Η φιλοσοφία του- Χάγιεκ- που αργότερα έγινε γνωστή ως φιλελευθερισμός», ανέφερε η Καθημερινή στις 2/9/2007, «εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των πάμπλουτων και συνεπώς οι πάμπλουτοι θα πλήρωναν γι’ αυτήν». Ήταν επιβεβλημένη ανάγκη, λοιπόν, για μια μεγάλη μερίδα του κεφαλαίου να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την «καταπολέμηση της κρατικίστικης υπεροχής και της μαρξιστικής –κεϋνσιανής αντίληψης περί του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας που εξαπλωνόταν στην υφήλιο».

Συνέχεια

Pilgrim…


Μοιάζει με προσκύνημα, και από κάποιες απόψεις είναι τέτοιο. Το Πεκίνο είναι αυτή την εποχή ο «ιερός τόπος των επενδύσεων». Συνεπώς, εκτός από τουρισμό και φωτογραφίσεις, τι άλλο θα έκανε ένας ρημαδοπρωθυπουργός εκεί εκτός απ’ το παρακαλάει για καμιά επενδυσούλα;

Κι εδώ μπαίνει ορμητικά στη σκηνή η ιδεολογία. Είτε κινέζικες, είτε ισλανδικές, είτε γερμανικές, αυτές οι «επενδύσεις» δεν είναι τίποτα άλλο από καπιταλιστικές. Πως γίνεται άλλες είναι μισητές και άλλες αξιαγάπητες; Νομίζει κανείς ότι το κινέζικο κεφάλαιο είναι «αθώο» και «αφελές»;

Σε κάθε περίπτωση η ελληνική σοδεία απ’ το προσκύνημα δεν ήταν σπουδαία· ούτε θα μπορούσε να είναι. Το Πεκίνο θέλει συγκεκριμένα πράγματα απ’ τη νότια άκρη της χερσόνησου του Αίμου, και σχεδόν τα έχει πάρει. Απομένει η έκταση για το «κέντρο διαμεταφορών» στο Θριάσιο – κι αυτά είναι τα βασικά. Τώρα τι σημαίνει αυτό, μια άλλη φορά.

Εν τω μεταξύ «η επιστροφή στην πατρίδα» δεν ήταν ένδοξη. Με ένα δεύτερο τρίμηνο στο μείον, το ελλαδιστάν ξαναείναι επίσημα σε ύφεση. «Αυτό θα δυσκολέψει την συμφωνία για τα απαραίτητα μέτρα» λένε κάποιοι, αλλά ευτυχώς όχι στα ελληνικά. Πάντως αν χρειαστούν άλλα δύο τρίμηνα «ανάπτυξης» για να ισοφαριστεί το «κακό», το πράγμα πάει αρχές Οκτώβρη…

(φωτογραφία του περασμένου Δεκέμβρη: ασφαλώς και ο Πειραιάς έχει δήμαρχο! Ο κύριος δεξιά είναι ο captain Fu Chengqiou, της cosco φυσικά. Τον κύριο αριστέρα κάπου τον ξέρουμε, αλλά δεν ορκιζόμαστε για την δουλειά που κάνει…)

_________________________________________________________

Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/pilgrim/

Συνέντευξη με τον Νάνι Mπαλεστρίνι Η λογοτεχνία της αυτονομίας …


18556216_627267017462972_5062387389073306666_n

Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος

Δημοσιεύουμε εδώ μια παλιότερη -προ οικονομικής κρίσης- συνέντευξη μας με τον ιταλό συγγραφέα έχοντας ως αφορμή την πρόσφατη έκδοση στα ελληνικά του τελευταίου βιβλίου του, «Σάντοκαν».

Είχαμε την εξαιρετική τύχη να βρεθούμε στην δίνη του Ιταλικού Μάη, ενός Μάη που κράτησε -σε αντίθεση με εκείνο της Γαλλίας- δέκα ολόκληρα χρόνια, απ’το ’68 έως το ’77- σπουδάζοντας στη Γένοβα, προλάβαμε το παρατεταμένο φινάλε μιάς εποχής αισιόδοξης και απελπισμένης μαζί. Καιροί δημιουργίας και δράσης, έντονα συναισθηματικοί και αθώοι που γέννησαν νησίδες πολιτισμού παρά και ενάντια στα κομματικά στερεότυπα και τις άρχουσες ιδεολογίες. Η Εργατική Αυτονομία άφηνε έντονα σημάδια στην ιταλική κοινωνία παρά τη λυσσώδη προσπάθεια του κράτους να εξαφανίσει κάθε ίχνος της. Με πρόσχημα την ένοπλη εξέγερση έκανε 60.000 συλλήψεις και έστειλε στις φυλακές, σχεδόν, 25.000, ενώ έκλεισε βίαια ραδιοφωνικούς σταθμούς, έντυπα και πολιτιστικά κέντρα. Φυσικά τα ΜΜΕ κάλυψαν απόλυτα την κρατική τρομοκρατία και τους κατασταλτικούς νόμους που θεσμοποιούσαν με πάθος τον χαφιεδισμό και ταύτιζαν το μαζικό κίνημα με τους ελάχιστους οπλοφόρους. Μερικές δεκαετίες μετά -λες και ποτέ δεν υπήρξαν- όλα αυτά έχουν παραδοθεί στη λήθη. Γύρω στο 2005 και με αφορμή την εδώ κυκλοφορία των «Αόρατων» από το «Βιβλιοπέλαγος» είχαμε την τύχη να μιλήσουμε με τον Νάνι Μπαλεστρίνι όταν ήρθε στην Αθήνα για το παρουσιάσει. Με αφορμή, λοιπόν, την πρόσφατη κυκλοφορία του τελευταίου βιβλίου του, «Σάντοκαν» πάλι από το Βιβλιοπέλαγος -στο Περιοδικό μπορείτε να διαβάσετε την εξαιρετική παρουσίαση του Τηλέμαχου Δουφεξή (με αφορμή την καινούρια έκδοση, παραθέτουμε την συνέντευξη που πήραμε τότε.  Ο 82χρονος σήμερα, Νάνι Μπαλεστρίνι- που, έξω από την γραφή, ασχολείται με την ζωγραφική και τις οπτικές τέχνες -βιώνει τα γεγονότα από κοντά όντας ιδρυτικό μέλος της εξωκοινοβουλευτικής, Potere Operaio- θα καταδικαστεί, το ’79, από τις αρχές, θα διαφύγει με περιπετειώδη τρόπο στη Γαλλία για να επιστρέψει το ’84 και αφού η δίωξη έχει πάψει λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Το ’71 κυκλοφορεί το «Τα Θέλουμε Όλα» (Εκδ. Στοχαστής) για τους αγώνες της Αυτονομίας στη Φίατ, στο Τορίνο – το ’87 τους «Αόρατους» (Εκδ. Βιβλιοπέλαγος) για τους αφανείς πρωταγωνιστές της Αυτονομίας και δυό χρόνια μετά, τον «Εκδότη» (Εκδ. Στοχαστής) για τον αναρχικό εκδότη Τζιαντζάκομο Φελτρινέλι που σκοτώθηκε από την πρόωρη έκρηξη μιας βόμβας που τοποθετούσε σε πυλώνα υψηλής τάσης.

Συνέχεια