Birth, School, Work, Death …


MI0001548701

Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Εικασία: «Με τα χρόνια, γίνεσαι η δουλειά σου». Όταν λέω «γίνεσαι η δουλειά σου», δεν εννοώ (μόνο) τον τρόπο που σκέφτεσαι, αλλά και τον τρόπο που φαίνεσαι, την εμφάνισή σου – ιδιαίτερα το πρόσωπό σου. Μιλάω (και) για τη σωματικήαποτύπωση της δουλειάς σου. Και την ονομάζω «εικασία» γιατί δεν μπορώ να την αποδείξω, αν και νομίζω ότι ισχύει (σε μεγάλο βαθμό).

Εξηγούμαι: Αν το επιτρέπει η ηλικία σας, θα σας έχει συμβεί να συναντήσετε, μετά από πολλά χρόνια, έναν καλό, παιδικό σας φίλο και να είναι όλα όπως τότε: σαν να σας ένωνε μία αόρατη κλωστή όλο αυτό το διάστημα, η οποία –για κάποιο λόγο– ποτέ δεν έσπασε. Αυτό είναι το καλό σενάριο. Από την άλλη, πιθανότατα σας έχει συμβεί και το αντίθετο: να συναντήσετε, μετά από εξίσου πολλά χρόνια, έναν εξίσου καλό, παιδικό σας φίλο και να συνειδητοποιήσετε με λύπη ότι πλέον δεν έχετε τίποτα να πείτε, ούτε για τώρα ούτε για τότε: δεν σας ενώνει τίποτα πια. Παράξενο; Για να δούμε.

Ας πάρουμε τρεις παιδικούς φίλους οι οποίοι, στην ενηλικίωση, χάθηκαν μεταξύ τους. Με βάση τα όσα προηγήθηκαν, ας ονομάσουμε τον πρώτο Α και τους άλλους δύο Β και Γ αντιστοίχως. Δεδομένου ότι ο Α είναι αυτός που είναι, η εξήγηση για τη διαμετρικά αντίθετη αίσθηση που αποκόμισε (ο Α) από τις συναντήσεις του με τους Β και Γ πρέπει να αναζητηθεί σε αυτούς τους τελευταίους. Πιο συγκεκριμένα: στην ουσία της αρχικής σχέσης του Α με τον Β και του Α με τον Γ, και στην εξέλιξη και των τριών τους στο διάστημα που μεσολάβησε από την παιδική τους ηλικία μέχρι σήμερα (δηλαδή, τότε που η άμεση αλληλεπίδρασή τους ήταν μηδενική). Για να μην μπλέξουμε με παλιοϊστορίες, ας υποθέσουμε ότι τότε, βαθιά στο παρελθόν, οι σχέσεις του Α με τους Β και Γ ήταν πανομοιότυπες (πράγμα δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο). Για να απλοποιήσουμε κι άλλο τα πράγματα, ας υποθέσουμε επίσης ότι οι Β και Γ δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Με αυτά τα δεδομένα, είναι βέβαιο ότι, αν πάρουμε ως κεντρικό άξονα των ξεχωριστών «τροχιών» των τριών (ανά δύο, ως προς τον Α) παιδικών φίλων τη ζωή του Α, η ζωή του Β κινήθηκε παράλληλα με τον άξονα, ενώ εκείνη του Γ απέκλινε. Συμβαίνει· δεν περιγράφω κάτι σπάνιο.

[Εδώ οφείλω να σημειώσω ένα κενό στον παραπάνω συλλογισμό: Υπάρχει μία πιθανότητα οι Α και Β να άλλαξαν με παρόμοιο τρόπο (προς το χειρότερο ή το καλύτερο, δεν έχει σημασία) –να είναι, δηλαδή, ακόμα και σήμερα συμβατοί, αλλά με τρόπο διαφορετικό από εκείνον του παρελθόντος– και να είναι ο ασύμβατος Γ εκείνος που παρέμεινε σε γενικές γραμμές ο χαρακτήρας που ήταν και τότε. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, εκείνοι που απέκλιναν είναι οι Α και Β, όχι ο Γ. Πρόκειται για ίδιας τάξης πρόβλημα, αλλά με διαφορετικές παραμέτρους. Το σημειώνω και το προσπερνώ.]

Γιατί όμως; Τι έπαθε ο Γ; Όλα παίζουν: έρωτες, γάμοι, παιδιά· αρρώστιες, νίλες, καταστροφές· λιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί· μέχρι και ιδεολογίες, θρησκείες, βιοθεωρίες: τα πάντα. Μπορεί όμως κάτι απ’ όλα αυτά να αλλοιώσει παιδικές φιλίες; Δεν νομίζω (ίσως γιατί δεν θέλω να το νομίζω). Δεν θέλω όμως να κάνω φτηνή ψυχολογική ανάλυση (ούτε και ακριβή άλλωστε), γι’ αυτό και θα το πω χωρίς φιοριτούρες: Απ’ όλα όσα συνέβησαν στη ζωή του Γ, πιστεύω –διαισθητικά– ότι μόνο οι σπουδές (ή η απουσία τους) και η (όποια) καριέρα (ίσως και η μετανάστευση) μπορούν να εξηγήσουν την κατάσταση. Με άλλα λόγια, «με τα χρόνια, ο Γ έγινε η δουλειά του».

[Το πρόσημο του –ομολογουμένως κάπως αυθαίρετου– συμπεράσματος δεν είναι απαραίτητα αρνητικό: θα μπορούσε κάλλιστα ο «καλός» της ιστορίας να είναι ο Γ.]

Αν, δε, αντικαταστήσω τον Γ με κάποιον άνθρωπο υπαρκτό (και ταιριαστό), μπορώ μέσες-άκρες να εξηγήσω τι του συνέβη γιατί παρατηρώ (πολύ συχνά για να είναι τυχαίο) ότι η δουλειά του είναι αποτυπωμένη πάνω του – και κυρίως στο πρόσωπό του. Ένδειξη, όχι απόδειξη. Και με τις ενδείξεις δεν κάνουμε δουλειά, το ξέρω. (Κάπου εδώ υφέρπει μία μομφή κατά της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας, αλλά ας μην το χοντρύνουμε.) Η εικασία δεν έγινε θεώρημα γιατί παραμένει αναπόδεικτη. (Μικρό το κακό. Σάμπως είναι η πρώτη;)

* * *


Από:https://dimartblog.com/2017/05/13/birth-school-work-death/

Advertisements

Είναι η συνείδηση και η μνήμη τεχνοεπιστημονικά “αντικείμενα”; …


Cyborg 03

Ηερώτηση του τίτλου μοιάζει, τώρα πια, ανόητη ή άχρηστη. Ασφαλώς και αυτό που έχει ονομαστεί ιστορικά “συνείδηση” είναι τεχνοεπιστημονικό αντικείμενο ανάλυσης και έρευνας! Εδώ και δεκαετίες. Ακόμα και μια πρόχειρη αναζήτηση στον κυβερνοχώρο, θα έδινε έναν τέτοιο ορισμό για την cognitive science:

Η cognitive science είναι η διαθεματική επιστημονική μελέτη του μυαλού και των διαδικασιών του. Εξετάζει τι είναι η cognition, τι κάνει και πως δουλεύει. Περιλαμβάνει την έρευνα της ευφυίας και της συμπεριφοράς… και συνίσταται από πολλαπλά ερευνητικά πεδία, συμπεριλαμβανομένων της ψυχολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, της φιλοσοφίας, των νευροεπιστημών, της γλωσσολογίας και της ανθρωπολογίας…

Αρκετοί μεταφράζουν τον όρο cognition σα “γνώση”. Οπωσδήποτε αυτός ο όρος έχει επιλεγεί προσεκτικά και τέτοια είναι μια τυπική ερμηνεία του· ενώ στα αγγλικά ο όρος για την συνείδηση είναι διαφορετικός: conscience. Ωστόσο η “γνώση” που υπονοείται στην cognition δεν είναι αυτή η “γνώση” που έχει αντικειμενοποιηθεί / ουδετεροποιηθεί σανπληροφορία. Είναι η, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, υποκειμενική πλευρά του “γνωρίζω”, μαζί με τις ενεργητικές διαστάσεις του “πράτω”, “σκέφτομαι”, κλπ. Επειδή, επιπλέον, η ελληνική λέξη “συνείδηση” αφορά αυτήν την υποκειμενική πλευρά του γνωρίζειν, έχουμε δικαίωμα να υποστηρίξουμε ότι η cognitive science έχει όντως σα στόχο “ανάλυσης και δράσης” τη συνείδηση, αποφεύγοντας το βάρος των φιλοσοφικών, ηθικών και πολιτικών ζητημάτων που έχουν συνδεθεί ιστορικά με τις συνειδήσεις. Άλλωστε αυτό δεν το αρνούνται ούτε πολλές ειδικότητες των cognitive scientists, όπως θα δούμε σ’ αυτήν εδώ την αναφορά και σε άλλες, σε μελλοντικά τεύχη του cyborg.

Συνέχεια

Ψόφιο κουνάβι 1-2…


Αποτέλεσμα εικόνας για ντόναλντ τραμπ

1)

Αν οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για το ποιόν ενός αμερικάνου προέδρου μπορούσαν να τραβήξουν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια του, τότε το ψόφιο κουνάβι θα ήταν ήδη «στον αέρα». Η εκπομπή zempla της ολλανδικής κρατικής τηλεόρασης, μια εκπομπή ρεπορτάζ με έντονο παρελθόν, σε δύο συνέχειες την προηγούμενη εβδομάδα, παρουσίασε μία απ’ της βασικές δουλειές του καινούργιου προέδρου των ηπα, απ’ τα ‘90s: «μπροστινός», πλυντήριο, για διάφορους υψηλού επιπέδου μαφιόζους. Ο τίτλος του ρεπορτάζ « Οι ύποπτοι φίλοι του Donald Trump: οι ρώσοι» παραπέμπει σε διαβόητους «ρώσους ολιγάρχες». Όμως με το ίδιο ακριβώς υλικό και τα ίδια στοιχεία, το συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι «οι ισραηλινοί». (Trump’s Deep Ties To Russian Mob).

Το ενδιαφέρον του ρεπορτάζ είναι ότι «θυμίζει» τι πάει να πει το να είναι κανείς δισεκατομυριούχος (στις ηπα και όχι μόνο). Συγκεντρώνει υλικό που ως ένα σημείο ήταν γνωστό από χρόνια, και το συνδυάζει. Το συμπέρασμα είναι αβίαστο: η «παγκοσμιοποίηση» του οργανωμένου εγκλήματος είναι ισχυρότατη· και το ψόφιο κουνάβι είναι ένας απ’ τους κρίκους της. Προφανώς όχι ο μοναδικός. Ούτε καν ο κυριότερος. Σίγουρα ένας βολικός κρίκος.

Όμως (ακόμα;) δεν έχει γίνει ο σχετικός «σεισμός» στην αμερικανική πολιτική και δημοσιογραφικη σκηνή πάνω σ’ αυτό το οικονομικό θέμα. Για την ακρίβεια φαίνεται ότι “πιασάρικο” θέαμα είναι το αν ο Trump έδωσε “μυστικές πληροφορίες” στη Μόσχα, χτες ή προχτές, και όχι αν είναι πλυντήριο, προφανώς όχι μόνος του αλλά μαζί με αμερικανικές τράπεζες, εδώ και πολλά χρόνια. Παρότι φαίνεται πως το ψόφιο κουνάβι, σαν «μπροστινός» όχι κάποιων διεθνών μαφιών αλλά της κυρίαρχης στρατηγικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, θα μπορούσε να είναι αναλώσιμος (και να αντικατασταθεί κάποια στιγμή απ’ τον αντιπρόεδρο Mike Pence, που έχει τις ίδιες ακριβώς απόψεις με το ψόφιο κουνάβι αλλά όχι το ίδιο στυλ…), δεν είναι τώρα η εποχή των “watergate” – όχι, σίγουρα, με την έννοια των «συγκλονιστικών δημοσιογραφικών αποκαλύψεων» παλαιού τύπου. H «μοντέρνα εποχή» έχει τελειώσει, και στην «μεταμοντέρνα» οι μεγα-εγκληματίες είναι απλά «εναλλακτικές περσόνες». Ή, αν έτσι βολεύει, “κατάσκοποι του εχθρού”…

(Αυτό δεν σημαίνει, το ξαναλέμε, ότι το ψόφιο κουνάβι θα κρατήσει την θέση του για καιρό…)

Συνέχεια

Ένας βρόμικος πόλεμος – 13. Ο ρόλος της Δύσης και το τέλος…


Μπαίνοντας ο Μάιος του 1978, λοιπόν, οι φιλοβιετναμεζικές και άλλες αντιτιθέμενες στους Ερυθρούς Χμερ δυνάμεις ξεσηκώθηκαν στα ανατολικά τής Καμπότζης. Στις 10 Μαΐου, το κρατικό ραδιόφωνο κάλεσε τον λαό να πάρει τα όπλα και όχι απλώς «να εξαλείψει πλήρως τα 50 εκατομμύρια βιετναμέζων» αλλά να «καθαρίσει τις λαϊκές μάζες» από το βιετναμικό μίασμα, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην ενάμισυ εκατομμύριο ανθρώπους, που έμεναν στις ανατολικές επαρχίες, ως «κορμιά Χμερ με μυαλά βιετναμέζων». Στο εξάμηνο πογκρόμ που ακολούθησε, η μανία τού Πολ Ποτ κόστισε την ζωή σε τουλάχιστον 100.000 καμποτζιανούς.

Όταν ο Πολ Ποτ αποθρασύνθηκε τόσο ώστε να επεκτείνει τις σφαγές και μέσα στο Βιετνάμ, το Ανόι αποφάσισε να επέμβει. Ανήμερα Χριστούγεννα ο βιετναμικός στρατός εισέβαλε στην Καμπότζη, σάρωσε τους Ερυθρούς Χμερ και μέσα σε δυο μόλις εβδομάδες, στις 7 Ιανουαρίου 1979, όχι απλώς είχε καταλάβει την Πνομ-Πενχ αλλά είχε εγκαταστήσει και νέα κυβέρνηση. Ο Πολ Ποτ αποτραβήχτηκε στα σύνορα με την Ταϊλάνδη, όπου συγκέντρωσε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει πιστές, στρατοπεδεύοντας πότε στην μια πλευρά των συνόρων και πότε στην άλλη. Η στρατιωτική κυβέρνηση της Ταϊλάνδης του έκανε πλάτες επειδή έβγαζε χρήμα από την διακίνηση των όπλων που έστελνε η Κίνα στον Πολ Ποτ.

Δεκέμβριος 2009: Ο Ιένγκ Σαρύ ακούει την καταδίκη του από το δικαστήριο σε ισόβια.

Το Πεκίνο συνέχισε να ενισχύει με όπλα και χρήμα τον Πολ Ποτ για αρκετά χρόνια, αρνούμενο να αναγνωρίσει την νέα κυβέρνηση. Την ίδια στάση τήρησαν και οι ΗΠΑ του Τζίμμυ Κάρτερ και του Ρόναλντ Ρέηγκαν αλλά και η Βρεττανία της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο γνωστός και μη εξαιρετέος σύμβουλος του Κάρτερ σε θέματα εθνικής ασφάλειας Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι, εξομολογείται στην δημοσιογράφο Ελίζαμπεθ Μπέκερ: «Ενθάρρυνα τους κινέζους να υποστηρίξουν τον Πολ Ποτ. Ενθάρρυνα τους ταϊλανδούς να βοηθήσουν την εξόριστη κυβέρνηση της Καμπότζης. Το πρόβλημα ήταν πώς να βοηθήσουμε τον καμποτζιανό λαό. Ο Πολ Ποτ ήταν ένα βδέλυγμα. Εμείς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τον υποστηρίξουμε, αλλά η Κίνα μπορούσε» (*). Η στάση των τριών μεγάλων είναι απόλυτα λογική: από την στιγμή που στην Πνομ-Πενχ εγκαταστάθηκε πραγματική κομμουνιστική κυβέρνηση, η βοήθεια προς το «βδέλυγμα» αποτελεί μονόδρομο.

Συνέχεια

Πώς θα «τσακιστούν οι φασίστες σε κάθε γειτονιά», όταν σε κάθε ευκαιρία τους ξεπλένει η ίδια η Βουλή; …


Στις 15 Ιουλίου του 2015, δέκα μέρες μετά το Δημοψήφισμα που έβγαλε το «ΟΧΙ» και ούτε τρεις μετά την, «ωρομίσθια» κατά Μεϊμαράκη, διαπραγμάτευση του Αλέξη Τσίπρα βρέθηκα στο Κοινοβούλιο βοηθώντας τους αμερικάνους ανταποκριτές της Washington Post στην κάλυψη μιας κρίσιμης συνεδρίας-ψηφοφορίας. Ήταν το περίφημο νομοσχέδιο για τα «προαπαιτούμενα» που θα έδινε λίγο ακόμα οξυγόνο σε ευρώ στη χώρα και χρειαζόταν ευρύτερη κοινοβουλευτική έγκριση (την οποία με στήριξη της αντιπολίτευσης πήρε, στερώντας όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δεδηλωμένη κι ανοίγοντας τον δρόμο για τις εκλογές του Σεπτέμβρη). Αγκυροβολημένος στο περιστύλιο, παρακολουθούσα αυτό που ξέρει όποιος έχει στοιχειώδη γνώση των κοινοβουλευτικών πεπραγμένων. Οι αντίπαλοι βουλευτές, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν – αστειεύονται, κουτσομπολεύουν, με τους «απέναντι», καμιά φορά νιώθουν ότι εκείνοι τους καταλαβαίνουν καλύτερα. Μετά μπαίνουν μέσα για μάχη.

Είδα όμως και μια εικόνα που με ξένισε. Μπαίνοντας, λίγο έξω από το κυλικείο, ο Ηλίας Κασιδιάρης έπεσε πάνω σε γυναίκα βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ. Πήρε ένα πολύ διαφορετικό ύφος, ας πούμε από αυτό που είχε χθες φωνάζοντας «γ….σα μια α…φή», και σαν ταπεινό ανηψάκι χαιρέτησε με κεφάλι κάτω κι ένα σεμνό «γεια σας, τι κάνετε;». Εκείνη του απάντησε με τον ανάλογα εγκάρδιο τρόπο της μεγαλύτερης θείας και η κοινοβουλευτική ζωή συνεχίστηκε. Εγώ βέβαια εντυπωσιάστηκα αρνητικά γιατί αφελώς πίστευα ότι με τους ναζί δεν έχεις ούτε τα ανθρωπίνως βασικά, ειδικά όταν στέκεσαι εντελώς απέναντι.

Συνέχεια

ONCE UPON A TIME IN MEXICO…


170218af_amlo08-580x384

Βαγγέλης Δ. Μαρινάκης για το avantgarde

Δεν χρειάζεται να είσαι πολιτικός αναλυτής ή ιστορικός για να καταλάβεις πως η Κεντρική και Λατινική Αμερική θεωρείται η «πίσω αυλή» της Αυτοκρατορίας, ο προνομιακός χώρος άσκησης της πολιτικής και οικονομικής επιρροής των Η.Π.Α.. Κούβα, Γουατεμάλα, Βολιβία, Χιλή, Νικαράγουα, Σαν Σαλβαδόρ, Πουέρτο Ρίκο, η λίστα των επεμβάσεων (έμμεσων και άμεσων) είναι μακρά και αιματηρή κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα και συνεχίζει ως σήμερα. Πέρυσι τέτοιες μέρες είχαμε θίξει την περίπτωση της Βραζιλίας και το ευρύτερο σχέδιο για αποσταθεροποίηση των BRICS, που στη συγκεκριμένη περίπτωση περνούσε μέσα από την ανατροπή της προέδρου Dilma Rousseff, με πολύτιμους συμμάχους ασφαλώς την εγχώρια Δεξιά. Στο περιθώριο της εκλογής Trump και της όξυνσης των σχέσεων μεταξύ Η.Π.Α.-Μεξικό ως προς το ζήτημα της μετανάστευσης, αλλά και των εξελίξεων που προμηνύονται το 2018 ελέω εκλογών και με φαβορί τον αριστερό Andres Manuel Lopez Obrador (ή AMLO εν συντομία) καταπιαστήκαμε με την περίπτωση του Μεξικό, σαν μια ακόμη πιθανή εστία ανάφλεξης, αλλά συνάμα επειδή αποτελεί ένα εξαίσιο παράδειγμα σχετικά με την ικανότητα της Ουάσινγκτον να δρομολογεί (ποικιλοτρόπως) τις εξελίξεις στον Νέο Κόσμο.

Ιστορικό υπόβαθρο. Από τον 19ο στον 21ο αιώνα

Από τον πόλεμο του 1846-1848, την στενή διπλωματική σχέση των δύο χωρών την περίοδο της παντοδυναμίας του Porfirio Diaz και τον Συνοριακό Πόλεμο ανάμεσα σε Μεξικανούς αντάρτες και αμερικανικό στρατό εν τω μέσω της Μεξικανικής Επανάστασης μέχρι την ψυχροπολεμική ταύτιση, την υπογραφή της NAFTA και την σημερινή ένταση η συνύπαρξη των δύο χωρών υπήρξε από αρμονική έως προβληματική.

To Μεξικό υπήρξε το πρώτο θύμα της αμερικανικής επεκτατικότητας, καθώς το κράτος των Η.Π.Α. όπως το ξέρουμε σήμερα βασίστηκε στην κλοπή εδαφών από τη γειτονική χώρα (περίπου 2.500.000 km2). Το Μεξικό επίσης αποτέλεσε προνομιακό πεδίο άσκησης αντεπαναστατικής πολιτικής όταν κατ’ εντολή του Προέδρου Woodrow Wilson καταδίωξε τις δυνάμεις του ριζοσπάστη επαναστάτη Pancho Villa από τον Μάρτιο του 1916 ως τον Φλεβάρη του 1917, ενώ τον Φεβρουάριο του 1917 ήταν ο Αμερικανός πρέσβης Lane Wilson που συμμετείχε στην οργάνωση της δολοφονίας του νέου Προέδρου Francisco Madero. Την ίδια περίοδο ο αμερικανικός στρατός θα έφτιαχνε το τείχος στην πόλη της Nogales με τα πρώτα θύματα από πυρά Αμερικανών στρατιωτών να είναι γεγονός.

Μετά από μια δεκαετία προσαρμογής και αστάθειας το Μεξικό ανακάλυψε το κόμμα που για το υπόλοιπο του αιώνα θα ήταν συνώνυμο της εξουσίας. Το PRI (Partido Revolucionario Institucional), παιδί του αυταρχικού Προέδρου Plutarco Elías Calles που κυβέρνησε την χώρα μια τετραετία φανερά και άλλη μια εξαετία με Προέδρους-μαριονέτες, αντιπροσώπευε μια κορπορατίστικη λύση στο πρόβλημα του φραξιονισμού που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους ηγέτες της Μεξικανικής Επανάστασης και δεν έλεγε να τελειώσει.

Αν και ξεκίνησε ως πολιτική μηχανή του Calles με πρόσχημα την εμπέδωση των ιδανικών της Επανάστασης και απώτερο στόχο την κυριαρχία του ιδίου στην πολιτική ζωή της χώρας, το κόμμα εξελίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο σχηματισμό που συνέθετε σοσιαλιστικά, φιλελεύθερα και συντηρητικά στοιχεία με καθεμία τάση του να εκπροσωπεί μια διαφορετική εκδοχή της εθνικής ενότητας και των ιδανικών της Επανάστασης (αντικληρικαλισμός, αναδιανομή γης, κοινωνική δικαιοσύνη). Κεντρικό χαρακτηριστικό του νέου κυρίαρχου πολιτικού σχήματος θα ήταν επίσης η πολιτική καρότου και μαστιγίου σε ότι αφορά τα συνδικαλιστικά σωματεία και την κομμουνιστική Αριστερά.

Συνέχεια