Το επιθανάτιο πέταγμα της πεταλούδας ήταν μια ερώτηση…


Από: Αλέξανδρος
Θέμα: Έκφραση μιας ερώτησης

“Είμαι 20 χρονών, πρόσφατα έφτιαξα facebook κι ένας λόγος που το χάρηκα είναι πως μου δόθηκε η ευκαιρία να έρθω σε επαφή με τα κείμενά σας. Αν και θα μπορούσα να μακρηγορήσω σε αυτό το μήνυμα(καθώς εκτιμώ απεριόριστα τις σκέψεις και το ύφος σας), θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια κάπως γενικόλογη ερώτηση.
Ποιες είναι τελικά οι σταθερές χαρές της ζωής με βάση τις μέχρι τώρα εμπειρίες σας, αυτές που έχουν τη δυνατότητα να επισκιάσουν μακροπρόθεσμα κάθε “κακό”;

~~

Αγαπητέ Αλέξανδρε. Βρήκα πριν λίγο το μήνυμα σου. Αρχικά ήθελα να σου γράψω ότι δεν έχω την απάντηση σε καμιά ερώτηση, ότι κι εγώ μόνο ερωτήσεις έχω.

Έπειτα σκέφτηκα να σου απαντήσω πιο σοφιστικά (από τους σοφιστές, όχι απ’ το σοφιστικέ). Να σου γράψω ότι κάθε ερώτηση εμπεριέχει την απάντηση της.

Θα σου έλεγα ότι έκανες πολύ καλά που έκλεισες το κακό στα κάγκελα των εισαγωγικών. Γιατί, βεβαίως, η πρώτη ερώτηση στην ερώτηση σου θα ήταν: “Τι είναι κακό;” (Και τι είναι καλό)

Έπειτα υπάρχει εκείνη η άλλη λέξη: “Μακροπρόθεσμα”. Και η ερώτηση είναι: Πώς εννοείς το μακροπρόθεσμα; Για πολλά χρόνια; Ισόβια; Αιώνια;

Το “επισκιάσουν”. Ενδιαφέρουσα επιλογή λέξης. Συνήθως το κακό είναι σκοτεινό (δες Star Wars) και το καλό φωτεινό. Δεν συνηθίζεται (στη γλώσσα μας) τα καλά να επισκιάζουν τα άσχημα, το αντίθετο χρησιμοποιούμε συνήθως.

“Έχουν τη δυνατότητα”. Κι αυτή καλή επιλογή έκφρασης. Έχουν τη δυνατότητα δεν σημαίνει ότι το κάνουν, αλλά ότι ίσως και να μπορούν να το κάνουν.

Έπειτα είναι αυτό το “με βάση τις ως τώρα εμπειρίες σας”. Εξαιρετική επιλογή λέξεων. Το “ως τώρα” ειδικά μου δίνει το δικαίωμα να ελπίζω σε κάποια εξέλιξη της σκέψης μου και της απάντησης που θα μπορώ να σου δώσω. Και φυσικά η επίκληση της δικής μου εμπειρίας δείχνει το υποκειμενικό της απάντησης. Δεν απαντώ για όλους, αλλά με βάση τις δικές μου και τις ως τώρα εμπειρίες μου.

“Οι σταθερές χαρές της ζωής”. Εκεί λίγο τα μπέρδεψες. Γιατί αγαπώ τη ζωή και τις χαρές της ζωής, όπως κάθε άνθρωπος, όπως κάθε ζώο, όμως ο προσδιορισμός “σταθερές” ταιριάζει μόνο στη φυσική.

Άλλωστε είναι φανερό ότι είμαι ανισόρροπος άνθρωπος και κυκλοθυμικός, καμία σχέση δεν έχω με οτιδήποτε σταθερό.

~~

Τέλος, η χειρότερη λέξη αυτής της ερώτησης, η λέξη που δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε καμία ερώτηση που σέβεται τον εαυτό της, είναι εκείνο το επαίσχυντο “τελικά”.

Κάθε ερώτηση, κάθε απάντηση, κάθε γνώση, κάθε στοχασμός, έχει αξία μόνο αν δεν περιέχει τη λέξη “τελικά”.

Το “τελικά” δίνει τέλος στη σκέψη, είναι ο θάνατος της. Είτε πρόκειται για θρησκεία, φιλοσοφία, επιστήμη (επιστημονισμός), ιδεολογία, επανάσταση, τέχνη, ιστορία, οτιδήποτε, το “τελικά” δηλώνει τον θάνατο της εξέλιξης.

Το “τελικά” είναι η προσθήκη -ισμός σε κάθε ιδέα (καλή ή κακή). Σημαίνει ότι τίποτα καινούριο δεν μπορεί να γεννηθεί πλέον μέσα από αυτή την ιδέα. Κι ό,τι δεν εξελίσσεται είναι νεκρό.

~~

Αυτά σκεφτόμουν να σου απαντήσω, μετά σταμάτησε να βρέχει, βγήκε το φεγγάρι (είναι σχεδόν πανσέληνος απόψε) κι άκουσα την Πέρλα να γαβγίζει στο μπαλκόνι. Οπότε έκλεισα τον υπολογιστή χωρίς να γράψω τίποτα κι έβγαλα βόλτα το σκυλί.

Στο δρόμο παρατήρησα κάτι παράξενο: Μια πεταλούδα να πετάει.

Αν ήταν νυχτοπεταλούδα (σκώρος) δεν θα την πρόσεχα, αλλά αυτή ήταν μία από τις ημερήσιες, τις κανονικές, που δεν συνηθίζουν να πετάνε τη νύχτα (και δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν τότε, ίσως να βλέπουν τηλεόραση ή να συνθέτουν μουσική).

Υπήρχε κάτι ακόμα στο πέταγμα της πεταλούδας (που ίσως να προκαλέσει έναν τυφώνα στο Πεκίνο μετά από έναν μήνα): Ήταν απεγνωσμένο.

Φαινόταν ότι έβαζε όλη της τη δύναμη για να ανυψωθεί λιγάκι, κι ύστερα ξανάπεφτε κάτω. Ήταν το επιθανάτιο πέταγμα της πεταλούδας.

Κατάφερε, το μέγιστο, να φτάσει ως έναν φανοστάτη, αλλά εκείνη δεν την τραβούσε το φως, μόνο το ύψος. Έπειτα έπεσε πάλι χαμηλά, στον δρόμο, και νόμισα ότι θα σταματούσε. Συνέχισε, απεγνωσμένα όπως είπα, να φτερουγίζει.

Δεν υπήρχε εκείνη η ελαφρότητα που θαυμάζουμε όταν βλέπουμε πεταλούδες να πετούν. Έμοιαζε να ‘ναι φτιαγμένη από κάτι βαρύ, ήταν iron butterfly, ήταν η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι της που τέλειωνε, ήταν μια προσπάθεια σισυφική, μάταιη.

~~

Ξέρω ότι κάθε εντομολόγος, κάθε λεπιδοπτερολόγος, θα έδινε μια πιο επιστημονική απάντηση γι’ αυτό που έβλεπα.

Όμως εγώ μπορούσα να νιώσω την απόγνωση της, τη δύναμη που έβαζε κάθε φορά που έπεφτε κάτω για να ξανασηκωθεί. Σχεδόν την άκουγα να φωνάζει.

Δεν υπήρχε ελπίδα σ’ αυτό που έκανε. Ήταν φανερό ότι πέθαινε. Κι όμως συνέχιζε, άσκοπα, μάταια, να φτερουγίζει.

Δεν υπήρξε εκείνο το “τελικά”. Δεν το είδα. Χάθηκε πίσω από ένα αυτοκίνητο κι εγώ ακολούθησα την Πέρλα που είχε δει έναν αρσενικό.

~~

Και τώρα είμαι σπίτι, στο μπαλκόνι-γραφείο μου. Πίνω φτηνό κρασί με πάγο και τόνικ. Κοιτάζω το φεγγάρι. Δεν μπορώ να απαντήσω σε καμιά ερώτηση. Φτερουγίζω, μάταια κι εγώ. Πέφτω, βάζω όλη τη δύναμη μου και πετάω ξανά. Μέχρι να ξαναπέσω.

Δεν ξέρω τι ‘ναι κακό και τι καλό και τι τ’ ανάμεσό τους.

Μόνο απολαμβάνω, όσο μπορώ το πέταγμα μου, γιατί γνωρίζω ότι είμαι τόσο εφήμερος όσο κι εκείνο το λεπιδόπτερο.

~~

Όπως κατάλαβες, Αλέξανδρε, απάντηση δεν έχω να σου δώσω. Έζησα είκοσι χρόνια εμπειριών παραπάνω από σένα, αλλά σοφός δεν έγινα. Φιλόσοφος πάντα ήμουν, όπως φαίνεται ότι είσαι κι εσύ, αφού αναρωτιέσαι.

Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες με την ερώτηση σου, να σκεφτώ κάτι παραπάνω, να πετάξω λίγο πιο ψηλά, έστω μάταια.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι (ξανά) του Alex Webb

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/


Από:http://www.nostimonimar.gr/near-death-experience-of-a-butterfly/

Η Ευρωπαϊκή Υπόθεση και η «Λατινική Αυτοκρατορία» του Κoζέβ …


Αλέξανδρος Κοζέβ, Λατινική Αυτοκρατορία. Σχεδίασμα ενός δόγματος για τη γαλλική πολιτική 1945, μτφρ. Ιφιγένεια Καμτσίδου, επίμετρο Γιώργος Μερτίκας, Εξάρχεια, Αθήνα 2016.

Γιώργος Λιερός

«Το σύγχρονο κράτος στην παρούσα πολιτική πραγματικότητα, απαιτεί βάσεις ευρύτερες από αυτές που αντιπροσωπεύουν τα καθαυτό έθνη. Για να είναι πολιτικά βιώσιμο το μοντέρνο κράτος πρέπει να θεμελιώνεται σε μια «ευρεία “αυτοκρατορική” ένωση συγγενικών εθνών». Το μοντέρνο κράτος δεν είναι πραγματικά κράτος παρά μόνο εάν είναι μια αυτοκρατορία.»
– Αλέξανδρος Κοζέβ, 1945

Είναι, εν τέλει, η Ευρώπη, κάτι παραπάνω από μια υπόθεση; Από μια «μοιραία προκατάληψη της γεωγραφίας»; Υφίσταται μια διακριτή πολιτισμική οντότητα από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια, μια έστω εν δυνάμει Ευρώπη των λαών ή μήπως ό,τι αποκαλούμε Ευρώπη στην πράξη ταυτίζεται με την λεγόμενη Δύση και τον δυτικό πολιτισμό; Και ποια είναι τα σύνορα της Ευρώπης υπό αυτήν την κοινωνική και όχι γεωγραφική έννοια; Υπάρχει ένα ευρωπαϊκό βίωμα του «εμείς»; Ποιος περιλαμβάνει και ποιους αποκλείει; Είναι τόσο ισχυρό, τόσο εσωτερικό, αυτό το βίωμα ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για ένα ευρωπαϊκό λαό; Ή μήπως πρέπει να συλλάβουμε αυτό το «εμείς» με τις διαβαθμίσεις του, σαν μια σειρά ομόκεντρων κύκλων π.χ. οι γερμανικοί λαοί στο κέντρο, οι άλλοι δυτικοευρωπαϊκοί – κεντροευρωπαϊκοί λαοί ένας ευρύτερος  κύκλος κτλ.;

Το σίγουρο είναι ότι ακόμα και στα πλαίσια του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, που αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη πολιτισμική οντότητα, υπάρχουν διακριτά «εμείς», διακριτοί λαοί και οι αντιθέσεις τους. Σίγουρο ακόμη είναι ότι σε κάποιες σπάνιες, πολύ ιδιαίτερες στιγμές της ιστορίας, εμφανίστηκε μια φευγαλέα μορφή, κάτι που θα μπορούσε να το πάρει κανείς για τον ευρωπαϊκό λαό: στις δημοκρατικές επαναστάσεις του 1848, στις εργατικές επαναστάσεις 1917-1939, στα κινήματα του 1968.

Συνέχεια

Je suis Soti…


Έγινε τέτοιος χαμός αν τόπε ή δεν τόπε ο Μαρκοπόλος, που έψαξα να βρω τι τελοσπάντων είπε ακριβώς αυτή η Σώτη.

Που είπε η Σώτη για την Γαλλική την Δημοκρατία μας που κινδυνεύει από τους ισλαμοφασίστες, είχαμε κι’ εκλογές χτες.

Διότι έγινε κάτι το φοβερό στις, 8 Μαΐου 1945, που γιορτάζαμε την ανακωχή που παραδόθηκε η Γερμανία. Κει κάτω στην Αλγερία έγινε, τότε που ήταν η Γαλλική μας Δημοκρατία μας κειπέρα.

Γαλλική Δημοκρατία είχαμε, στην Αλγερία, με την διαφορά που οι ισλαμοφασίστες δεν είχαν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους χριστιανούς ή τους εβραίους, να πούμε. Που ισλαμοφασίστες, κατά τα κριτήρια της Σώτης, ήταν όλοι οι μουσουλμάνοι πολίτες της Αλγερίας, άραβες και καβύλοι μαζί, εκτός οι εκκοσμικευμένοι, που μας τα είπε η Σώτη αυτά, μόνο που δεν μας εξήγησε αναλυτικώς τι είναι οι εκκοσμικευμένοι, ούτε πως τους ξεχωρίζουμε.

Πάντως, περί του ότι οι αλγερινοί διαδηλωτές της 8 Μαΐου 1945 ήταν ισλαμοφασίστες και δεν ήταν εκκοσμικευμένοι, δεν χωρεί αμφιβολία. Διότι όλοι αυτοί πήρανε κάτι σημαίες πράσινες-άσπρες και στη μέση την ημισέληνο, που είναι σύμβολο του ισλάμ, αυτή η ημισέληνος, οπότε εννοείται πως ήταν ισλαμοφασίστες, διότι όπως μας λέγει και η Σώτη «το ισλάμ δεν είναι μια θρησκεία σαν τις άλλες, αγαπητοί συμπολίτες, είναι πολιτικό πρόγραμμα, είναι ιδεολογία εκβαρβαρισμού.»

Και τέλος πάντων, διαδήλωναν αυτοί οι ισλαμοφασίστες για την Απελευθέρωση, που στο κάτω-κάτω είχαν χύσει το αίμα τους για να έρθει. Και διότι όταν η χριστιανικότατη Γαλλία μας του στρατηγού μας του Πετέν έστελνε τα γνήσια τέκνα της στα Ες Ες να πολεμήσουν του ρώσους, τι να κάνει ο Ντε Γκώλ, μάζεψε τα ρέστα, όλους τους ισλαμοφασίστες από την Σενεγάλη, το Τσαντ, το Μαρόκο, την Τυνησία, την Αλγερία να πολεμήσουν τον Χίτλερ. Σχεδόν το 60 % των Ελεύθερων Γάλλων, ήταν ισλαμοφασίστες. Στη Σικελία, στο Άντζιο, στο Κασίνο, στη Ρώμη, στην Προβηγκία, χύσανε το ισλαμοφασιστικό τους αίμα να ελευθερώσουν την Ευρώπη. Μέχρι που μπήκανε αυτοί οι ισλαμοφασίστες στο Παρίσι, αλλά δεν τους αφήσανε να παρελάσουνε στα Σανζαλιζέ, βάλαν γνήσιους γάλους, πιο ανοιχτόχρωμους. Που δεν ήταν στις μάχες, αλλά εντάξει. Τέλος πάντων, με τους ισλαμοφασίστες η Γαλλική μας η Δημοκρατία μας βρέθηκε στο στρατόπεδο των Συμμάχων, αλλιώς θάτανε με τους χαμένους, την Γερμανία, την Ιαπωνία, και άλλα χριστιανικά έθνη, λιγότερο ισλαμοφασιστικά.

Αλλά για ίσα πολιτικά δικαιώματα, στην Αλγερία που ήτανε έδαφος της Γαλλικής μας Δημοκρατίας, ούτε λόγος να γίνεται.

Τέλος πάντων, στις 8 Μαΐου 1945 κατεβήκανε όλοι αυτοί με τις σημαίες και τα πανώ που γράφανε «θέλουμε ίσα δικαιώματα» και «Ελεύθερη Αλγερία». Αλλά μαζί με την δική τους είχαν και τη γαλλική σημαία, και την αμερικάνικη, και την εγγλέζικη, και την ρώσικη. Οι άλλες σημαίες, δεν πείραζε. Αλλά η ισλαμοφασιστική, πείραζε. Οπότε η αστυνομία άνοιξε πυρ και σκότωσε έναν ισλαμοφασίστα δεκαεφτά χρονών που κράταγε μία σημαία με την ημισέληνο, οπότε οι ισλαμοφασίστες δείξανε το πραγματικό τους πρόσωπο ποιοί ήτανε, και τις επόμενες μέρες σκοτώσανε καμιά εκατοστή γάλλους κανονικούς, χριστιανούς. Αλλά και οι κανονικοί γάλλοι δείξανε τι ισλαμοφασίστες ήτανε πραγματικά, διότι βάλανε τον στρατό, και την αεροπορία και το ναυτικό να βαρέσει αδιακρίτως τους ισλαμοφασίστες, και σκοτώσανε κάτι ανάμεσα σε εφτά και σαρανταπέντε χιλιάδες άοπλους ισλαμοφασίστες.

Και έτσι κατεπνίγη η αλγερινή εξέγερσις, για δέκα χρόνια. Αλλά το 1954, δώστου τα ίδια, οι αιμοχαρείς φανατικοί. Βάζανε μπόμπες στα μπαρ και στα καφενεία, μέχρι και στα γαλατάδικα, και σκοτώνανε παιδάκια. Δηλαδή όχι τίποτα γενειοφόροι ισλαμοφασίστες, διότι αυτοί κάνουν μπαμ πριν βάλουν την μπόμπα και θα τους πιάνανε. Ήτανε κάτι δεσποινίδες εκκοσμικευμένες, που λέει η Σώτη, νοστιμούλες, με σπουδές πανεπιστημιακές, το βαψιματάκι τους, το ταγεράκι τους, το τακουνάκι τους, το τσιγαράκι τους, μπορεί και κανα ουισκάκι, δεν ξέρω, δεν τις έπιανε το μάτι σου για ισλαμοφασίστριες, αλλά ήτανε. Υπήρχαν όμως και αρκετές εκκοσμικευμένες δεσποινίδες που δεν βάζαν μπόμπες. Βγαίναν λοιπόν βόλτα, αυτές, και πέφτανε λέμε σε κανά περίπολο καθίκια της Λεγεώνας των Ξένων, αλεξιπτωτισταί, ξερωγώ. Δεν χρειάζεται να σας κάνω καμιά ζωγραφιά για το τι ακούγανε και τι περνάγανε, δήθεν σωματικό έλεγχο και ερωτήσεις, ειδικά αν ήταν όμορφες. Μεγάλοι είσαστε, καταλαβαίνετε. Οπότε, την επόμενη φορά που ξαναβγαίνανε, βάζανε τη μπούρκα να αποφύγουν τα χείριστα. Όπερ έδη δείξαι, κατά βάθος ήταν ισλαμοφασίστριες.

Βέβαια, αυτά γίνονταν και αλλού εκείνη την εποχή, είχε και αλλού ισλαμοφασίστες που βάζανε μπόμπες στα λεωφορεία, στα παζάρια, ξεκληρίσανε κι’ ένα χωριό, όλους τους κατοίκους του, αλλά στην Παλαιστίνη αυτοί. Ήταν το Ιργκούν που τάκανε αυτά, του μετέπειτα πρωθυπουργού Μεναχέμ Μπεγκίν, πολύ ισλαμοφασίστας αυτός, έσφαζε με το κοράνι, που λένε.  Παντού ισλαμοφασίστες, μπερδεμένα πράματα. Αλλά να μην επεκταθώ επ’ αυτού, είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο.

Συνέχεια

Ένας βρόμικος πόλεμος – 9. Λάος: ένα υπέροχο μέρος να κάνεις πόλεμο…


Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου άφησε το Λάος στο χάος. Αν και οι ιάπωνες είχαν ανακηρύξει, κατά την κατοχή τους, την ανεξαρτησία του Λάος, οι γάλλοι ήθελαν να επιστρέψουν όταν τελείωσε ο πόλεμος. Όμως, κατά την διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής, είχε αναπτυχθεί στην χώρα ένα ισχυρό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο πάλευε για την ανεξαρτησία. Οπωσδήποτε, αυτό οφειλόταν και στην πληθυσμιακή σύνθεση του Λάος, οι κάτοικοι του οποίου ανήκαν παλιότερα στις φυλές Τάι αλλά εκείνη την εποχή ήσαν κατά 60% βιετναμεζικής καταγωγής, οπότε ήταν λογικό να επηρεάζονται θετικά από τις εξελίξεις στην γειτονική χώρα.

Το 1945, λοιπόν, ενώ ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, οι γάλλοι άρχισαν να στέλνουν κομμάντος στο Λάος, δήθεν για να οργανώσουν ανταρτικές ομάδες κατά των ιαπώνων. Όμως, εκείνο που επεδίωκαν ουσιαστικά ήταν να στήσουν τις κατάλληλες δομές ώστε η χώρα να επιστρέψει στην γαλλική επικυριαρχία ως προτεκτοράτο. Κι επειδή η δράση φέρνει αντίδραση, απέναντι στους γάλλους οργανώθηκε ένα εθνικιστικό κίνημα, το Λάο Ισσάρα (Ελεύθερο Λάος) από τρεις πρίγκηπες: τον Φετσαράθ Ρατταναβόγκσα, τον αδελφό του Σουβάννα Φούμα και τον ετεροθαλή αδελφό τους Σουφανουβόνγκ. Το ξέρω ότι αυτά τα ονόματα είναι δύσκολα αλλά σημειώστε τα γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας.

Ο πρίγκηπας Σουφαβουνόνγκ με τον Χο Τσι Μινχ.

Τον Ιανουάριο του 1946, οι γάλλοι άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Λάο Ισσάρα. Στο πλευρό τους βρέθηκε ο πρώην βασιλιάς τού Λάος, που επανέφεραν στην εξουσία οι γάλλοι, ο οποίος κήρυξε την χώρα μέλος τής Γαλλικής Ένωσης. Η ενέργεια του βασιλιά διέσπασε την λαϊκή στήριξη στο Λάο Ισσάρα, αποδυναμώνοντάς το. Έτσι, οι εθνικιστικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να αντισταθούν αποτελεσματικά στην γαλλική πίεση και γνώρισαν απανωτές ήττες, οι οποίες οδήγησαν στην αποσκίρτηση ορισμένων συνιστωσών τους. Μια απ’ αυτές τις συνιστώσες, με την βοήθεια του Χο Τσι Μινχ, ίδρυσε ένα νέο απελευθερωτικό κίνημα, εμφορούμενο από την κομμουνιστική ιδεολογία: τοΠάθετ Λάο (Γη του Λάος). Το νέο κίνημα οργανώθηκε, εξοπλίστηκε, εκπαιδεύτηκε και ρίχτηκε στην μάχη κατά των γάλλων τον Ιανουάριο του 1949.

Συνέχεια

Νότια κορέα…


Όπως αναμενόταν, ο “αριστερός / φιλελεύθερος” Moon Jae-in είναι ο καινούργιος πρόεδρος της νότιας κορέας· νικητής των πρόωρων εκλογών που έγιναν μετά την καθαίρεση της προέδρου Park Geun-hye τον περασμένο Δεκέμβρη, λόγω “σκανδάλου”.

Παρότι η εκλογή του Moon Jae-in δεν τράβηξε στη δύση την ίδια προσοχή με την εκλογή του Macron (όπως θα έπρεπε) ίσως είναι σημαντικότερη. Ο Moon Jae-in είναι οπαδός της “σταδιακής προσέγγισης” με το βορειοκορεατικό καθεστώς, σε αντίθεση με τις προηγούμενες συντηρητικές διοικήσεις. Αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει σε κάποιον βαθμό τις πολεμοκάπηλες πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον και του Τόκιο με θέμα “κορέα”. Γι’ αυτό άλλωστε η πρώτη φρόντισε να φυτέψει το αντιαεροπορικό σύστημα thaad στο νοτιοκορεατικό έδαφος πριν τις εκλογές.

Εικάζουμε ότι η περιστασιακή μπόρα στην κορεατική χερσόνησο πέρασε. Είμαστε σίγουροι πως όχι, όμως, δεν πέρασαν και οι βαθύτερες αντιθέσεις του 4ου παγκόσμιου…

(φωτογραφία: ο νικητής πανηγυρίζει στις πλάτες ενός οπαδού του. Ποιος είπε ότι οι ασιάτες είναι “ψυχροί”; Ποιος ευρωπαίος θα πανηγύριζε έτσι;)


Aπό:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/notia-korea/

ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας διαφορετικός κόσμος…


Αποτέλεσμα εικόνας για τομάρια

Το λέω όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται και το φωνάζω όπου σταθώ, κι όπου βρεθώ. Θέλω να κυβερνήσει ο υιός Μητσοτάκη και βάζω τελεία με παύλα border.

Ο Κυριάκος είναι με την ιδιωτική οικονομία, κι αυτός είναι ο λόγος που θέλω να κυβερνήσει, διότι θα έχουμε ιδιωτική οικονομία. Αρκετά με την ιδιωτική παραοικονομία που εμποδίζει την ανάπτυξη και δεν επιτρέπει στην ιδιωτική οικονομία να δει χαΐρι. Αφού, πάντα υπήρχε ένας πολιτικός που έκλεινε τις δουλειές και αντί η ανάπτυξη να έρθει εδώ, πήγαινε στα νησιά Κέιμαν. Κι αυτό, οΚυριάκος θα το σταματήσει.

Στην ιδιωτική οικονομία ο καθένας θα έχει την δική του ιδιωτική οικονομία και θα είναι κύριος του εαυτού του, του σπιτιού του, του τραπεζικού λογαριασμού του και θα μπορεί να προγραμματίζει τη ζωή του σύμφωνα με τα ιδιωτικά του οικονομικά. Παραέγινε το κακό, να ρυθμίζει τη ζωή μας ηιδιωτική παραοικονομία, ο ΕΝΦΙΑ, η φτώχεια και τα συσσίτια. Για όλα αυτά ο Κυριάκος έχει τη λύση και θα τα λύσει όταν κυβερνήσει. Αν δεν κυβερνήσει, το φταίξιμο θα είναι δικό μας, για τον ΕΝΦΙΑ, τη φτώχεια και τα συσσίτια.

Προχθές, μου λέει φίλος μου, που με γνωρίζει, από τότε που παίζαμε στις αλάνες της γειτονιάς μπουλούκια την κλοτσοπατινάδα, ό,τι όποιο όνομα αρχίζει από Μητσ– μου προκαλεί αναγούλα μέχρι να ακούσω την κατάληξη και να το γυρίσω σε ρέψιμο, δήθεν λόγω Σουρωτής, να χωνέψω τη μακαρονάδα : «τι πρόβλημα έχεις με τον Κυριάκο;» Αυτό ακριβώς του απάντησα, ό,τι δεν έχω κα-νέ-να πρόβλημα με τους «Κυριάκους«.

Το πρόβλημα που έχω είναι ίδιο με αυτό που έχουν οι περισσότεροι. Γι’ αυτό το θέλω πολύ, όπως και οι περισσότεροι. Όσο φαντάζομαι εξακολουθεί να θέλει ο Ευριπίδης το κοκτέιλ με την Σκάρλετ Γιόχανσον. Το θέλω, όπως το σύννεφο φέρνει τη βροχή, να κυβερνήσει ο Κυριάκος. Και το λέω αυτό με πλήρη συνείδηση και, βεβαίως, με επίγνωση του τι θα ακολουθήσει. Ακόμη κι ένας υιόςΜητσοτάκη το αξίζει. Όπως κι εμείς όλοι, για λόγους ακατανόητους, αξίζουμε έναν Μητσοτάκη. Διότι, ότι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο. Οι παραδόσεις πρέπει να τηρούνται.

Έτσι έχουν τα πράγματα. Αλλά εγώ, έχω κάνει πέτρα την καρδιά μου και δεν θα πονέσω. Σιγά μην λυπηθώ για κείνους που ανοίγουν κουμπότρυπες στην καρδιά τους για να κουμπώσουν τα ορμέμφυτα ένστικτα τους. Και ο κ. Γεωργιάδης το αξίζει και θα ήθελα, αν ήταν στη θέση του κ. Μητσοτάκη, να κυβερνήσει. Ο καθένας το αξίζει. Και η Φώφη το αξίζει, και ο Σταύρος το αξίζει. Α! Μην ξεχάσω τον Λεβέντη μας. Αυτός κι αν το αξίζει.

Όλοι άξιοι είναι και, είτε κατά μόνας θα κυβερνήσουν κάποτε, είτε all together. Εμείς να είμαστε καλά για να υποδεχόμαστε κάθε φορά τον καλύτερο. Όμως, όπως και να το κάνουμε, η αξία ενόςΜητσοτάκη είναι παντοτινή. Διαμάντι ανυπολόγιστων καρατίων ο Κούλης και, ουδεμία αμφιβολία εγείρεται περί του αντιθέτου. Κι αν είναι υιός Κων/νου Μητσοτάκη; Έτερος εκάτερος.

Υποψιάζομαι ό,τι το ραντεβού Τσακαλώτου, μάλιστα, εάν τα κεράσματα είναι μονόπλευρα καικατα-πίνονται μονορούφι, θα έχει ανάλογη επιτυχία μ’ αυτήν της διαπραγμάτευσης (σε 53+ σελίδες τα νέα μέτρα, το + για τα ψιλά γράμματα), θα έλεγα, λοιπόν, στον Κυριάκο για το δικό του ραντεβού μαζί μας : καλά κρασιά. Και σε μας, κουράγιο. Και ξανά κουράγιο.

Κωστάκης ήταν και πάει. Γιωργάκης και δεν μας έλειψε. Μας προέκυψε Αντωνάκης και μην τον είδατε. Γι’ αυτό σήμερα είμαστε μες την καλή χαρά που έχουμε Αλέξη και, αύριο, που θα έχουμεΚούλη. Εμείς, εδώ, στα βασικά μας. Με τις περικοπές μας, τις κατασχέσεις μας, τα συσσίτια και, τον Αύγουστο, τον κάθε Αύγουστο, ένα τάμα στην Παναγία. Να μην έρθει η Λε Πεν με την τσιριχτή φωνή και μας πάρει τα σώβρακα.

Τον Κυριάκο θα τον σέβεστε, τον Κυριάκο. Οδηγός μας η Γαλλία και οδηγός της Γαλλίας ηΕλλάδα. Πως το λένε; Ελλάς – Γαλλία Συμμαχία; Τον Κυριάκο δεν θα τον κρίνω εγώ, αλλά ούτε κι εσείς. Πόσο μάλλον ο λαός. Τον Κυριάκο θα τον κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος. Διότι, και οι κρίνοντες, κρίνονται.

Απ’ τις γενιές που θα έρθουν και θα είναι αδέκαστοι κριτές για τα έργα μας. Για τους –άκηδες (και –ούληδες) που εκθρέψαμε, ενσυνείδητα και υποσυνείδητα. Οπότε, πρέπει να το δούμε σφαιρικά.
Να μην υπάρξει άλλη γενιά. Για να μην κριθούμε.

Να κλείσει αυτός ο κύκλος και να ανοίξει ένας άλλος. Οι κύκλοι γι’ αυτό είναι, για να ανοιγοκλείνουν. Σαν την αρπάγη. Σαν τη μέγγενη.

Ανοίγει και αρπάζει, κλείνει και συνθλίβει. Έκλεισε ένας κύκλος και άνοιξε ένας άλλος στη Γαλλία. Έκλεισε ο κύκλος των Μοϊκανών της πολιτικής (κολαούζοι οιονεί οι δυο τελευταίοι) και άνοιξε ο κύκλος των υπαλλήλων με κοινό τόπο τα διευρυμένα σύνορα της Γερμανίας. Στην Ελλάδαπάρκαραν οι υπάλληλοι των δανειστών και στη Γαλλία των Ροτσίλντ. Κάπως έτσι σώθηκε ηΕυρώπη (προς το παρόν) και μαζί της η Γαλλία. Πανηγυρίζουν άπαντες για το κακό συναπάντημα.

Το ό,τι ο ένας στους τρεις Γάλλους θέλει Λε Πεν, το αποδίδουν σε νίκη της Δημοκρατίας. Και δη, της δημοκρατίας των Τραπεζών. Ας το έχουν υπ’ όψιν τους οι κάθε είδους κατασκευαστές σχολικών βιβλίων για κάποια απ’ τις επόμενες εκδόσεις. Τη Δημοκρατία την εφηύραν οι Τράπεζες και οι Τραπεζίτες. Χωρίς τους Τραπεζίτες, οι Τράπεζες θα ήταν σε χηρεία και η Δημοκρατία ορφανή.

Η διαφορά της δημοκρατίας των Τραπεζών με την Δικτατορία των Τραπεζιτών είναι μισός Γάλλος. Ο «τύπος» της Γαλλίας, λένε, μποϊκόταρε τη Λε Πεν. Ο «τύπος» που ανήκει, και, στους Ροτσίλντ. Ο «τύπος» που ανέλαβε να εξωραΐσει το πρόσωπο του ναζισμού στα ημέτερα, αυτός ο «τύπος«, όταν και όποτε χρειαστεί, θα διχάσει και θα διχοτομήσει τον τρίτο Γάλλο, προς επίρρωση της εφεδρείας.

Στην Ελλάδα οι κύκλοι είθισται να μην κλείνουν ποτέ. Πρόκειται για μια ενδογενή διαφορά. Οι κύκλοι της Ελλάδας μετατοπιζόμενοι συγκλίνουν μέχρι να καταστούν ίσοι, να ταυτιστούν. Μεστροφή 360 μοιρών να βρεθούμε απ’ τη Λέσβο στη Μυτιλήνη. Από εκεί που ξεκινήσαμε εκεί να ξαναβρεθούμε. Και καπάκι αναστροφή 360 μοιρών και να βρεθούμε από τη Μυτιλήνη στη Λέσβο.

Κάποιοι των Ελλήνων, καθότι η Ελλάδα έχει διαγράψει τον φυσικό της κύκλο, αναμένουν τηνανάσταση της απ’ τον Κυριάκο. Όστις κομίζει το άγιον φως των επενδυτών. Δουλειές, δουλειές, δουλείες.  Γι’ αυτούς που απολύθηκαν. Γι’ αυτούς που θα απολυθούν. Και για όσους απολύθηκαν απ’ την εφηβεία και τα πανεπιστήμια. Η εποχή Μητσοτάκη ανατέλλει. Μια εποχή για δουλειές μεφούντες.
υ.γ. Αν κάποιο πρωινό, μια και ανέφερα τον Αύγουστο παραπάνω, όταν και θα αρχίσουν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, δείτε να σταματάει στην εξώπορτα η κλούβα των ΜΑΤ, τότε ανοίξτε διάπλατα την πόρτα να υποδεχτείτε το νέο ιδιοκτήτη.  
_________________________________________________________

Το αίνιγμα της Ουλρίκε Μάινχοφ…


του Ιού…

Ακόμα και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό της στο λευκό κελί του Σταμχάιμ, η Ουλρίκε Μάινχοφ παραμένει ένα ερωτηματικό για τη γερμανική κοινωνία. Η εξέχουσα δημοσιογράφος που μετατράπηκε «ξαφνικά» σε υπ’ αριθ. 1 εχθρό του γερμανικού κράτους προσφέρεται σε κάθε είδους ερμηνείες. Ο μύθος της απάνθρωπης τρομοκράτισσας δίνει τη θέση του με μεγάλη ευκολία στο μύθο της απογοητευμένης από το γάμο της μικροαστής. Και πάντα μένει απέξω το «μοντέλο Γερμανία» που όχι μόνο προκάλεσε τη δημιουργία των ένοπλων ομάδων της RAF, αλλά εξακολουθεί να τροφοδοτεί -και να αντλεί από- το μύθο της Μάινχοφ.

Μέρος Α’

Μια δημοσιογράφος στη Γερμανία του ’60

Συμπληρώνονται μεθαύριο είκοσι χρόνια από τη μέρα που η Ουλρίκε Μάινχοφ βρέθηκε κρεμασμένη στο κελί της στις φυλακές του Σταμχάιμ. Ακόμα και σήμερα, οι συνθήκες του θανάτου της αφήνουν πελώρια ερωτηματικά σ’ όσους δεν είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν την επίσημη ερμηνεία της αυτοκτονίας και δεν είναι διατεθειμένοι να παραβλέψουν τις διαπιστώσεις της διεθνούς εξεταστικής επιτροπής που κατέληξε πως «ο ισχυρισμός των κρατικών αρχών ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ έθεσε μόνη της τέρμα στη ζωή της με απαγχονισμό παραμένει αναπόδεικτος. Τα ευρήματα της εξεταστικής επιτροπής συγκλίνουν περισσότερο στο συμπέρασμα ότι η Ουλρίκε Μάινχοφ ήταν ήδη νεκρή πριν την κρεμάσουν».
Οριστική απάντηση στο αίνιγμα αυτό είναι αδύνατον να δοθεί όσο περνούν τα χρόνια. Ισχύει η παρατήρηση που έκανε ο Ρολφ Πόλε τον περασμένο Ιανουάριο στο Ινστιτούτο Γκέτε της Αθήνας: «Δήλωσα το 1976 ότι η Ουλρίκε δολοφονήθηκε, και το λέω και σήμερα. Γιατί τα βασανιστήρια της απομόνωσης οδηγούν στην καταστροφή της προσωπικότητας, είναι δολοφονία, ακόμα και αν ο δολοφονούμενος κρεμαστεί τελικά μόνος του».
Μεγαλύτερο όμως αίνιγμα από το θάνατο της Μάινχοφ παραμένει η ίδια η ζωή της. Εχουν επιστρατευθεί αναλυτές προερχόμενοι από κάθε λογής ειδικότητες (ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, δημοσιογράφοι αλλά ακόμα και ψυχαναλυτές) για να δώσουν μια πειστική ερμηνεία στο δήθεν ανεξήγητο: πώς η επιτυχημένη τριανταπεντάχρονη δημοσιογράφος εγκατέλειψε την καριέρα και τις κόρες της για πέρασε στην παρανομία και μετατράπηκε στον «υπ. αριθμ. 1 κίνδυνο» για το γερμανικό κράτος. Η απάντηση έχει δοθεί πολύ νωρίς. Ηδη την ίδια χρονιά του θανάτου της Μάινχοφ κυκλοφορούσε στη Γερμανία το βιβλίο του Πέτερ Μπρίκνερ «Η Ουλρίκε Μαρίε Μάινχοφ και η κατάσταση στη Γερμανία». Παρακολουθώντας τα ίδια τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» μέχρι τις πρώτες διακηρύξεις της RAF, ο γερμανός συγγραφέας ανατέμνει τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας του και αντιστρέφει το ερώτημα. Στόχος του δεν είναι να ερμηνεύσει μια ατομική στάση μέσω της περιγραφής των κοινωνικών μετασχηματισμών, αλλά το αντίθετο: Παίρνοντας αφορμή από τα κείμενα περιγράφει την ιστορική εξέλιξη του γερμανικού κράτους.
Στις αρχές της δεκαετίας του 60, τα κείμενα της Μάινχοφ στο περιοδικό «Κονκρέτ» του Αμβούργου δίνουν σημαντικές πληροφορίες στους αριστερούς αναγνώστες για τη δραστηριότητα των παλιών ναζιστών σε υπεύθυνες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και στα κόμματα της Γερμανίας. Από τότε ξεχωρίζει η ιδιαίτερη γραφή και τα στέρεα επιχειρήματα. Το «Κονκρέτ» είναι ακόμα μια πολιτική-πολιτιστική επιθεώρηση με μικρή κυκλοφορία. Παρά το γεγονός ότι είναι ημιεπίσημο όργανο του παράνομου γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος (KPD), το περιοδικό κρατά μια στάση ανεξάρτητη, γεγονός που εκφράζεται κατά τη σινοσοβιετική διαμάχη και τα πρώτα σκιρτήματα της άνοιξης της Πράγας. Το KPD αποσύρει τελικά την υποστήριξή του και το περιοδικό κινδυνεύει να κλείσει. Η Μάινχοφ υποστηρίζει τη μετατροπή του σε δελτίο πολιτικής πληροφόρησης. Ο εκδότης (και σύζυγός της εκείνη την περίοδο) Κλάους Ράινερ Ρελ προκρίνει ένα μαζικό πολιτικό εικονογραφημένο έντυπο. Το τελικό νόθο αποτέλεσμα αφήνει και τους δυο δυσαρεστημένους. Υπάρχει η πολιτική πληροφόρηση, αλλά και η προβολή «μαζικών» θεμάτων, όπως ‘το σεξ στο σχολείο’ ή ‘το σεξ στα κόμματα’ ή ‘το σεξ στην Αν. Γερμανία’. Η θεματολογία αυτή, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των λαϊκών φύλλων, έχει στόχο να λειτουργήσει απελευθερωτικά σε μια πουριτανική και υποκριτική κοινωνία. Οι «νομοταγείς πολίτες» ξεσηκώνονται: 6.000 κάτοικοι του Σβάμπαχ ζητούν να περιοριστεί η κυκλοφορία του περιοδικού. Η εκστρατεία τους έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ολη η φιλελεύθερη διανόηση και ο τύπος (μέχρι το περιοδικό «Στερν» και την τηλεοπτική εκπομπή «Πανοράμα») καταδικάζουν την απόπειρα λογοκρισίας. Το «Κονκρέτ» φτάνει το Σεπτέμβριο του 1965 τα 100.000 φύλλα.
Σ’ ολόκληρο αυτό το διάστημα, με τα άρθρα της η Μάινχοφ επιχειρεί να «αποκαλύψει» προς τους αναγνώστες τα ψέματα του κυρίαρχου τύπου. Είναι η περίοδος της ανάπτυξης του φοιτητικού κινήματος στη δυτική Ευρώπη. «Η Μάινχοφ παρέμεινε στα στερεότυπα της παραδοσιακής αριστεράς», μας λέει ο Ρολφ Πόλε. «Πίστευε ότι οι μάζες δεν έχουν συνείδηση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και φρόντιζε η ίδια να καλύψει το κενό. Δεν συμμερίστηκε το δικό μας αίτημα για επαναστατικοποίηση της καθημερινής ζωής». Μικρό δείγμα από την κριτική που άσκησε στα μέλη της «Κομμούνας 1» του Βερολίνου που υποδέχθηκαν τον αμερικάνο αντιπρόεδρο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ όχι με μολότοφ αλλά με τουρτοπόλεμο: «Δεν ήταν προετοιμασμένοι για την ξαφνική δημοσιότητα και δεν εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία να εξηγήσουν τη δράση τους στην τηλεόραση και τον τύπο. Αντί να απαντήσουν στα ερωτήματα του τύπου με αλήθειες για το Βιετνάμ, με στοιχεία, αριθμούς και πολιτική, αυτοί μιλούσαν για τον εαυτό τους.» (‘Κονκρέτ’, τ. 5, 1967)
Στο κέντρο της συζήτησης της εξεγερμένης νεολαίας της Δύσης το πρόβλημα της βίας. «Το αντιαυταρχικό κίνημα υποστήριζε ότι δεν πρέπει να καταφεύγουμε στη βία παρά μόνο για λόγους άμυνας. Η RAF, όπως το λέει και το όνομά της υποστήριζε ότι η ‘επαναστατική’ βία δίνει τη λύση απέναντι στην κρατική βία. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος αριστερού μιλιταρισμού», παρατηρεί ο κ. Πόλε. Η Μάινχοφ έρχεται πρώτη φορά αντιμέτωπη με την κρατική βία στις διαδηλώσεις των αρχών του 1968 κατά του εκδοτικού συγκροτήματος Σπρίνγκερ. Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Ρούντι Ντούτσκε, τον Απρίλιο του 1968, φαίνεται αποφασισμένη: «Οι σφαίρες που ρίχτηκαν στον Ρούντι έβαλαν τέλος στο όνειρο της μη βίας. Οποιος δεν οπλίζεται πεθαίνει. Οποιος δεν πεθαίνει, είναι θαμμένος ζωντανός: στις φυλακές, στα αναμορφωτήρια, στις τρύπες (τις πόλεις-δορυφόρους), στις απαίσιες πέτρες των μοντέρνων κτιρίων, στους παιδικούς κήπους και τα σχολεία, στις πλήρως εξοπλισμένες μοντέρνες κουζίνες, στις κρεβατοκάμαρες-παλάτια».
Η πρώτη επίσημη συνηγορία της σε πράξεις βίας περιλαμβάνεται στο άρθρο «Εμπρησμοί καταστημάτων» με αφορμή τη δίκη του Μπάαντερ και της Ενσλιν για τον εμπρησμό στη Φρανκφούρτη: «Ο νόμος που παραβιάζεται εδώ με τον εμπρησμό δεν προστατεύει τους ανθρώπους αλλά την περιουσία. Το προοδευτικό στοιχείο σε έναν εμπρησμό καταστήματος δεν εντοπίζεται στην καταστροφή των εμπορευμάτων, έγκειται στην εγκληματικότητα της πράξης, δηλαδή στο γεγονός ότι παραβιάζεται ο νόμος». (‘Κονκρέτ’, τ. 14, 1968)
Μετά τη συμμετοχή της στην ένοπλη απελευθέρωση του Μπάαντερ και το οριστικό πέρασμα στην παρανομία, η Μάινχοφ θα αποκηρύξει ορθά κοφτά όλο το συγγραφικό της έργο: «το γράψιμο είναι σκατά». Ομως ακόμα και μέσα απ’ τη φυλακή, θα μας προσφέρει ένα απ’ τα σημαντικότερα κείμενά της. Την περιγραφή του λευκού κελιού: «Το αίσθημα ότι το κελί ταξιδεύει. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου: το κελί ταξιδεύει. Το απόγευμα, μόλις μπει μια ηλιαχτίδα, ξαφνικά το κελί σταματά. Δεν μπορείς να αποβάλεις αυτό το αίσθημα ότι ταξιδεύεις.» (16.6.72 – 9.2.73)

Συνέχεια