Τα εκατό βήματα του Πεπίνο Ιμπαστάτο…


Από τον Γιώργο Φλώρο

Στο Τσίνιζι, μια μικρή πόλη στην Βορειοδυτική Σικελία κοντά στο Παλέρμο, στέκονται μεταξύ άλλων τα σπίτια της οικογένειας Ιμπαστάτο και της οικογένειας των Μπανταλαμέντι. Η μεταξύ τους απόσταση είναι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τζουζέπε, του μεγαλύτερου γιού των Ιμπαστάτο ο οποίος τα είχε ένα προς ένα μετρήσει, ακριβώς εκατό βήματα.

Ο Γκαετάνο Μπανταλαμέντι, στον οποίο άνηκε το δεύτερο σπίτι, ήταν ο capofamiglia του Τσίνιζι. Ήταν δηλαδή, ο αρχηγός της Μαφίας στην περιοχή και όλοι του απευθύνονταν με σεβασμό χρησιμοποιώντας τον τίτλο Don. Ο Don Tano (συντομογραφία του Γκαετάνο) ήταν ο αρχηγός της τοπικής Μαφίας· αναρριχήθηκε σε αυτή την θέση σκοτώνοντας τον προηγούμενο αρχηγό,Σεζάρε Μαντζέλλα. Ο δε Μαντζέλλα ήταν γαμπρός της οικογένειας Ιμπαστάτο και θείος του Τζουζέπε ο οποίος, από εδώ και πέρα θα μας είναι γνωστός με το ψευδώνυμο του, Πεπίνο. Ο μικρός Πεπίνο είχε μεγάλη αδυναμία στον θείο Σεζάρε, τον οποίο συναντούσε συχνά σε συγκεντρώσεις και των δύο οικογενειών του, δηλαδή των συγγενών και της Μαφίας. Η Μαφία στο Τσίνιζι, όπως και γενικά στην Σικελία, έλυνε και έδενε· ένα γιγαντιαίο χταπόδι με τα πλοκάμια του να τυλίγονται σε κάθε πλευρά της ζωής της περιοχής, απομυζώντας πόρους και ακινητοποιώντας ολόκληρες περιοχές. Η ομερτά (ο νόμος της σιωπής) επικρατούσε απόλυτα· κανένας δεν διανοούταν να υποτιμήσει, να ειρωνευθεί ή να αντισταθεί στην Μαφία.

Μία όμορφη μέρα, όταν ο Πεπίνο ήταν 15 χρονών, το αυτοκίνητο του θείου Σεζάρε ανατινάχθηκε από μια βόμβα τέτοιας ισχύος που οι αστυνομικοί μάζευαν κομμάτια σάρκας από τα λεμονόδεντρα σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων. Μπροστά στο φέρετρο το γεμάτο με τα κομμάτια του θείου Σεζάρε θάφτηκε η παιδική ξέγνοιαστη ηλικία του Πεπίνο, ο οποίος ξύπνησε απότομα σε μια άλλη πραγματικότητα που μέχρι τότε δεν ήξερε καν ότι υπάρχει. Ο αδερφός του διηγείται ότι ήταν τότε που ο μικρός Πεπίνο διάλεξε πλευρά. Από εκείνη την ημέρα αποφασίζει να τα βάλει με τα πραγματικά αφεντικά αυτής της πόλης, τον Don Tano και τους αξιωματικούς του που κινούσαν τα νήματα στην περιοχή, ήλεγχαν την αστυνομία, θησαύριζαν από το εμπόριο ναρκωτικών και τρομοκρατούσαν τους μη μυημένους. Μόνο που ένας από αυτούς τους αξιωματικούς της Μαφίας ήταν και ο ίδιος ο πατέρας του, ο Λουίτζι Ιμπαστάτο.

Συνέχεια

Ernest Borneman – Η Πατριαρχία. Η προέλευση και το μέλλον του κοινωνικού µας συστήµατος…


Ο πρώτος που έφραξε ένα κομμάτι γης και του ήρθε η ιδέα να πει: Αυτό είναι δικό μου και βρήκε αφελείς που τον πίστεψαν, αυτός ήταν ο αληθινός ιδρυτής της αστικής κοινωνίας. Jean-Jacques Rousseau

Η ιδέα της Ιδιοκτησίας διαμορφώθηκε με πολύ αργό ρυθμό. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα βρισκόταν σε σπαργανώδη κατάσταση και ήταν αμυδρή… η υπεροχή της απέναντι σε όλες τις άλλες επιθυμίες χαρακτηρίζει την αρχή του πολιτισμού. Lewis Ηenry Morgan

Το ελληνικό χρονολογικό σύστημα έχει ως αφετηρία, ως έτος  την πρώτη Ολυμπιάδα, που έγινε το 776 π.Χ Φυσικά, αυτό το σύστημα είναι εξίσου αυθαίρετο όσο το δικό μας, αλλά μας επιτρέπει να καταλάβουμε τι θεωρούσαν οι Έλληνες «προϊστορικό» (δηλαδή: μητριαρχικό ή μυριστικό) και τι «ιστορικό» (δηλαδή: πατριαρχικό, πατριωτικό). Η μεγάλη ήττα της πατριαρχίας στους πρώτους αιώνες που ακολούθησαν το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού, η εποχή της πείνας, της οπισθοδρόμησης, της ερήμωσης και του αφανισμού τοποθετείται πριν από την αρχή της ιστορίας.

Ακόμα και οι πρώτες δειλές προσπάθειες των Ελλήνων να ξεφύγουν από την αθλιότητα δεν αναγνωρίζονται ως ιστορικές, ως πατριαρχικές. Και δεν είναι παράξενο αυτό, γιατί σ’ αυτές τους τις πρώτες προσπάθειες οι Έλληνες κατέφυγαν στους περιφρονημένους μητριαρχικούς λαούς της Πρόσω Ασίας για να πάρουν μαθήματα στις στοιχειώδεις τέχνες της επιβίωσης, όπου ως εκείνη τη στιγμή τα είχαν κάνει θάλασσα. Αν πάρουμε για σημεία προσανατολισμού τους ποταμούς Έρμο και Μαίανδρο στη Μικρά Ασία, θα μπορούσαμε να πούμε, απλουστεύοντας κάπως τα πράγματα, ότι οι μητριαρχικοί Μυσοί και Φραγές ζούσαν τότε προς τα βόρεια του Έρμου, οι μητριαρχικοί Κάρες και Λύκιοι προς τα νότια του Μαιάνδρου, ενώ οι επίσης μητριαρχικοί Αυδοί ανάμεσα στους δυο ποταμούς. Αιολείς πρόσφυγες -πρόσφυγες κυνηγημένοι από την πείνα— στράφηκαν για βοήθεια στους Φρύγες. Δωρικές αποστολές ταξίδεψαν στους Λύκιους και τους Κάρες ζητώντας συμβουλές. Ίωνες κατέφυγαν στους Λαδούς για να πάρουν τα φώτα τους.

Συνέχεια

Παλιοί, καλοί φίλοι…


Είναι μια από μερικές φωτογραφίες που δεν δημοσιοποιήθηκαν κατά λάθος. “Έτσι ξαφνικά” (καθόλου…) ο μοχθηρός ρώσος πρόεδρος Πούτιν σκέφτηκε να κάνει μια επίσκεψη στα 90α γενέθλια ενός παλιού γνώριμου· συνοδεία φωτογράφων… Έτσι κτύπησε την πόρτα του Lazar Matveev, στο Zhulebino, ένα προάστειο της Μόσχας. Ποιος είναι ο κύριος Matveev; Δεν θα το ξέραμε (και μαζί μας χιλιάδες άλλοι) αν δεν αποφάσιζε να μας το πει ο Πούτιν: ήταν ο προϊστάμενος του, στην ανατολική γερμανία, στη Δρέσδη· ο προϊστάμενός του στην kgb…

Και δεν πήγε μόνος να κτυπήσει την πόρτα του παλιού chief. Πήρε μαζί του δυο καλούς συναδέλφους εκείνων των καιρών: τον Sergey Chemezov και τον Nikolay Tokarev. «Παλιούς»; Οι δεσμοί που σφυρηλατούνται σε δύσκολες εποχές αντέχουν. Σήμερα ο Chemezov είναι επικεφαλής της Rostec, ενός ρωσικού κρατικού ομίλου που ασχολείται με την ανάπτυξη και την εξαγωγή υψηλής τεχνολογίας, ενώ ο Tokarev είναι διευθυντής της Trasneft, του ρωσικού κρατικού μονοπωλίου πετρελαϊκών αγωγών.

Κι έτσι, απλά και ανθρώπινα, οι παλιοί κατάσκοποι έφαγαν τούρτα και θυμήθηκαν εκείνους τους ωραίους καιρούς του ψυχρού πολέμου, πίνοντας ένα ποτήρι. Έτσι, επίσης, θα πρέπει να θυμήθηκε ο υπόλοιπος πλανήτης ποιοι κυβερνούν στην Μόσχα: οι πρώην καγκεμπίτες.

Αν, τώρα, συνυπολογίσει κανείς την πείρα που κουβαλάει ένας τέτοιος αξιωματικός κατάσκοπος σαν τον Matveev, που γεννήθηκε το 1927, και έχει ζήσει από πρώτο χέρι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, τον ψυχρό πόλεμο και όλα τα υπόλοιπα, τότε μπορεί να γυρίσει προς την μεριά του ψόφιου κουναβιού (και του επιτελείου του) και να αναφωνήσει

Που πας ρε Καραμήτρο;

(στη φωτογραφία, από αριστέρα προς τα δεξιά: ο Matveev, ο Tokarev, ο… (ποιος είπαμε ότι είναι αυτός;) και ο Chemezov.)

__________________________________________________________

Από:http://www.sarajevomag.gr/wp/2017/05/palii-kali-fili/

Ένας βρόμικος πόλεμος – 8. Η περίοδος Νίξον και το τέλος του πολέμου…


Μετά το διάγγελμα του Τζόνσον στις 31/3/1968, η πολιτειακή ηγεσία βρέθηκε σε αδιέξοδο. Από την μια έπρεπε να δείξει σε διακόσια εκατομμύρια πολίτες ότι τερματίζει τον πόλεμο κι από την άλλη έπρεπε να βρει εναλλακτικό τρόπο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην νοτιοανατολική Ασία, μετριάζοντας τις επιπτώσεις της ήττας. Έτσι, ξεκίνησε μεν μια διαδικασία απεμπλοκής αλλά με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, αφού τα στρατεύματα που επέστρεφαν στις ΗΠΑ αναπληρώνονταν με νοτιοβιετναμέζικες μονάδες, οι οποίες χρειάζονταν εξοπλισμό και εκπαίδευση. Μ’ αυτόν τον ρυθμό, στα τέλη τού 1970 βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή περί τους 300.000 πολιτειακούς στρατιώτες. Οι τελευταίες μάχιμες μονάδες των ΗΠΑ αποσύρθηκαν μόλις τον Αύγουστο του 1972 ενώ ο στρατός τού Νοτίου Βιετνάμ αριθμούσε πλέον 900.000 άνδρες.

Ουάσιγκτον, 30/4/1970: Ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον εξηγεί σε συνέντευξη τύπου
τι ακριβώς έκαναν εκείνη την ημέρα τα βομβαρδιστικά των ΗΠΑ στην Καμπότζη.

Στο μεταξύ, στις ΗΠΑ, οι εκλογές τής 5ης Νοεμβρίου 1968 ανέδειξαν ως 37ο πρόεδρο της χώρας τον αντιπρόεδρο του Αϊζενχάουερ Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος κατάφερε να κερδίσει τον υποψήφιο των -καταρρακωμένων λόγω Βιετνάμ- δημοκρατικών Χιούμπερτ Χάμφρυ με διαφορά μόλις 335.000 ψήφων, μια από τις μικρότερες διαφορές στην ιστορία των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ. Ο Λύντον Τζόνσον, ακούγοντας κάποια προεκλογική ομιλία τού Νίξον, σχολίασε για τον διαδοχό του: «Μοιάζει με άλογο που τρέχει γρηγορώτερα από όλα τα άλλα στην αρχή αλλά μετά κάνει αναστροφή κι αρχίζει να τρέχει προς τα πίσω. Θα δείτε, θα κάνει κάποιο λάθος στο τέλος. Πάντοτε κάνει». (*)

Συνέχεια

Ζητείται (επαναστατική) Αριστερά στην Ευρώπη…


του Γιώργου Παυλόπουλου

Ας είμαστε ειλικρινείς: την περίοδο της σοβαρότερης κρίσης που έχουν γνωρίσει εδώ και πολλές δεκαετίες ο καπιταλισμός και το πιο φιλόδοξο εγχείρημα ολοκλήρωσης στον πλανήτη, η ΕΕ, η κατάσταση της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι συνολικά πολύ άσχημη, αν όχι καταθλιπτική.

Με άλλα λόγια, η Αριστερά αποδεικνύεται απολύτως ανεπαρκής σε σχέση με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής – μη εξαιρουμένων κομμάτων και σχηματισμών που (αυτο)χαρακτηρίζονται ως αντικαπιταλιστικοί και επαναστατικοί. Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει τόσο για τα εκλογικά ποσοστά, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι σχεδόν αμελητέα, όσο και σε επίπεδο παρέμβασης και επίδρασης στο πολιτικό (κυρίως) και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Στη Γερμανία, για παράδειγμα, τη στιγμή που το κόμμα Αριστερά προσπαθεί εναγωνίως να πείσει ότι μπορεί να γίνει ένας αξιόπιστος κυβερνητικός εταίρος των Σοσιαλδημοκρατών, οτιδήποτε επιχειρεί να κινηθεί σε πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση μοιάζει αναιμικό, ενώ αντιμετωπίζεται από το σύστημα και το κράτος ως το απέναντι άκρο των νεοναζί. Στη Γαλλία, από την άλλη, η αδυναμία οικοδόμησης ενός πειστικού, μαζικού και μάχιμου πόλου (όπως δείχνει και η «καθήλωση» του NPA και της Εργατικής Πάλης), που θα μπορούσε να καλύψει το κενό που έχει αφήσει το …υπό εξαφάνιση ΚΚ, στρώνει το δρόμο για την επέλαση του μεταρρυθμιστικού και βοναπαρτιστικού μοντέλου το οποίο αντιπροσωπεύει ο Μελανσόν.

Στην Ιταλία, μετά την «έκρηξη» της Γένοβας και το «ναυάγιο» του εγχειρήματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης, η αντικαπιταλιστική-επαναστατική Αριστερά δεν έχει καταφέρει να συγκροτήσει κάτι αξιόλογο και οι όποιες πρωτοβουλιακές διαδικασίες μοιάζουν καθηλωμένες. Αλλά και στην Ισπανία, σηκώνει πολλή συζήτηση πλέον η στάση του εκλογικά ισχυρού καταλανικού CUP, ενώ ο κυβερνητισμός των Podemos μοιάζει να είναι αξεπέραστος, έχοντας επιβάλει την ηγεμονία του στην Ενωμένη Αριστερά και το ΚΚ. Όσο για τη Βρετανία, είναι απογοητευτική η εικόνα του SWP, του ΚΚ και άλλων κομμάτων να καλούν σε υπερψήφιση των Εργατικών, ώστε να κλείσει ο δρόμος στους Τόρις και το Brexit.

Είναι αναγκαίο, κατά συνέπεια, να κάνουμε τις εκτιμήσεις και τους σχεδιασμούς μας με βάση αυτή την πραγματικότητα – η οποία, έστω και με γερή δόση δημοσιογραφικής υπερβολής, κάνει την Ελλάδα να μοιάζει …παράδεισος της κομμουνιστικής, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Και όχι να το επιχειρούμε σε ένα φανταστικό τοπίο, όπου δήθεν όλα βαίνουν καλώς για τον κόσμο της εργασίας, ενώ το σύστημα εξουσίας του κεφαλαίου οδεύει προς τον γκρεμό.

Οφείλουμε, επίσης, να διαπιστώσουμε ότι μια από τις βασικές αιτίες για την εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλεται στην αδυναμία της, την ανεπάρκειά της και την ατολμία της να «διαβάσει» τις εξελίξεις και κυρίως το πέρασμα στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, τις κοινωνικές ανατροπές και τάσεις που αυτός γεννά, το βάθος και τη διάρκεια των κρίσεων, την ορμητική επιστροφή των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ειδικά τα παραδοσιακά κόμματα του χώρου είχαν σταδιακά μετατραπεί σε «κατοικίδιο» στα σαλόνια του συστήματος και «ναρκωθεί» από την πλασματική εικόνα της αφθονίας, εγκαταλείποντας τη θεωρητική αναζήτηση μετά και το συντριπτικό πλήγμα από την ήττα του 1989-’91.

Σε κάθε περίπτωση, η ευρωπαϊκή Αριστερά στις διάφορες εκδοχές της είτε δεν αισθάνθηκε την ανάγκη είτε δεν κατάφερε να επεξεργαστεί ένα νέο επαναστατικό και απελευθερωτικό «αφήγημα», να επιλέξει τον δύσκολο αλλά συναρπαστικό δρόμο της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Αυτός είναι, εξάλλου, και ο λόγος που δεν σήκωσε το γάντι της αντιπαράθεσης με την ΕΕ, αφήνοντας πεδίο δόξης λαμπρό στις δυνάμεις της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού, οι οποίες απειλούν να γίνουν οι εκφραστές της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Σε αυτό το γκρίζο φόντο και για δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους, είτε μας αρέσει είτε όχι, πολιτικοί σαν τον Μελανσόν ή ακόμη και τον Κόρμπιν φαντάζουν ως εκπρόσωποι του πιο ανατρεπτικού και από αριστερά αντισυστημικού μοντέλου που μπορεί να υπάρξει σήμερα. Ακριβώς, δηλαδή, ό,τι ισχύει για πολλούς Αμερικανούς σε σχέση με τον Σάντερς, ο οποίος λίγο έλειψε να χαρακτηριστεί …κομμουνιστής – όπως ο Τσίπρας από τον πρόεδρο του ΕΛΚ στην Ευρωβουλή, Βέμπερ!– μιας και η πολιτική και οι πολιτικοί στην Ευρώπη τείνουν να «αμερικανοποιηθούν».

Σημαίνει, αυτό, άραγε, ότι πρέπει να αποδεχτούμε αυτή την Αριστερά ως το μικρότερο κακό ή, πολύ περισσότερο, να την αποθεώσουμε; Σε καμία περίπτωση. Υπό την προϋπόθεση, φυσικά, πως δεν θα φτιάχνουμε «εικονικές πραγματικότητες» και θα έχουμε συνείδηση ότι η αλλαγή του σκηνικού και των συσχετισμών, η συγκρότηση ενός αυτόνομου, μαζικού και απειλητικού για το σύστημα πόλου της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής, κομμουνιστικής Αριστεράς δεν θα προκύψει με παρθενογένεση ούτε με πλειοδοσία αφορισμών. Αλλά μέσα από κοινή δράση αρχών και εξαντλητική θεωρητική αναζήτηση, μαζικές διαδικασίες και διάλογο, εργατικό πολιτισμό και τολμηρές υπερβάσεις.

Απο το «Πριν»


Από:https://www.kommon.gr/i/936-ziteitai-epanastatiki-aristera-stin-evropi-tou-giorgou-pavlopoulou

Το βιβλίο για τον Μ. Λουντέμη είναι ένα βιβλίο αναφοράς…Νίκος Ι. Χουρδάκης…


Δημοσιεύουμε σήμερα την εισήγηση του Νίκου Χουρδάκη, ποιητή, ψυχολόγου, ψυχαναλυτικού ψυχοθεραπευτή για το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη».Διαβάστηκε στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου στα Χανιά, την Τετάρτη 3 Μαΐου 2017 που έγινε στην κατάμεστη αυλή του πολύ όμορφου καφέ: “Villa Des Arts” (Βίλα των Τεχνών).

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ:

Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, εκδ. Ραδάμανθυς, Χανιά 2017, αριθ. σελ. 472+ 22 άνευ αριθ. (με εργογραφία, ενδεικτική βιβλιογραφία, ντοκιμαντέρ, δικτυογραφία, αρθογραφία στα ελληνικά).

του Νίκου Χουρδάκη,

ποιητή και ψυχολόγου-ψυχαναλυτικού ψυχοθεραπευτή

Ο Νίκος Ι. Χουρδάκης, ποιητής, ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός-ψυχοθεραπευτής διαβάζει την εισήγησή του στην εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Δαμασκηνού: «Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη». Διακρίνονται ακόμα στη φωτογραφία (από αριστερά προς τα δεξιά): Ο Γιώργος Παπαγρηγοράκης, η Μαρία Μαθιουδάκη, ο Χρήστος Τσαντής και ο συγγραφέας του βιβλίου Δημήτρης Δαμασκηνός  (φωτογραφία: Αλέξανδρος Παπαδόπουλος).

1. ΠΡΟΟΙΜΙΟ

    Το βιβλίο που παρουσιάζουμε, απόψε εδώ, το λέω από την αρχή, αν και δεν είναι δόκιμο, είναι ένα βιβλίο αναφοράς, είναι ό,τι πιο σημαντικό θα μπορούσαμε να περιμένουμε για να τιμηθεί η λογοτεχνική προσφορά του Μενέλαου Λουντέμη (1912-1977) και ειδικότερα για να τιμηθεί η τεσσαρακονταετία της εκδημίας του.

    Ο Δημήτρης Δαμασκηνός συνέγραψε μια εργασία στην οποία παρακολουθεί βιογραφικά τη διαδρομή του Λουντέμη από τα πρώτα χρόνια του ως τη δύση της ζωής του. Αξιοποιεί με λογισμό το έργο και την υποδοχή που έλαβε αυτό από την κριτική και την κοινωνία. Αξιοποιεί την εργογραφία του Λουντέμη και τη βιβλιογραφία, τις μαρτυρίες και ό,τι άλλο αναφέρεται σ’ αυτόν με τρόπο λίαν διαφωτιστικό, διδασκαλικό θα τον χαρακτήριζα βάζοντας, ηθελημένα ή άθελα του, την ιδιότητα του μέσα σ’ αυτό, το λειτούργημα του θα ταίριαζε καλύτερα. Να είναι δηλαδή καθηγητής, ήτοι καθοδηγητής μας στη γνωριμία και γνώση της προσωπικότητας και του έργου ενός πολύ σημαντικού Έλληνα συγγραφέα του 20ου αιώνα. Κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό αυτής της μέριμνας του για τον αναγνώστη είναι οι αλλεπάλληλες ερμηνευτικές σημειώσεις γύρω από λέξεις ή πραγματολογικά στοιχειά (κυρίως ιστορικά), ώστε να έχουμε απρόσκοπτη πρόσβαση, στην πρόσληψη των αναφερόμενων. Είναι η δυναμική του διδασκάλου που χαρακτηρίζει το σύγγραμμα του, αλλά και η αφηγηματική δεξιότητα του ιστορικού, μιας και αυτή είναι η ειδικότητα που έλαβε στη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του.

Σημειώνω ότι οι σελίδες οι αφιερωμένες στην Κατοχή (σσ. 78-84), την Αντίσταση (σσ. 121-146) και τον Δεκέμβρη του ‘44 (σσ. 149-178) με αφορμή τo βιβλίο του Λουντέμη O Μεγάλος Δεκέμβρης (1945) είναι ιδιαίτερα σημαντικές όχι γιατί περιέχουν κάποιο πρωτογενές υλικό, αλλά γιατί συνοψίζουν με απλότητα και ακρίβεια χιλιάδες άλλες σχετικές σελίδες. Με λίγα λόγια και έγκυρη βιβλιογραφική τεκμηρίωση, ο Δημήτρης, συνοψίζει τα γεγονότα και προβάλλει υποδειγματικά τα αίτια τους και τις συνέπειες τους επιμερισμένες στον λογοτεχνικό ήρωα του, δηλαδή τον Λουντέμη. Ο Δημήτρης έχει ξεκάθαρο τρόπο σκέψης που αποτυπώνεται σε μια λαγαρή δημοτική γλώσσα με πολλά ουσιαστικά και κυριολεξίες χωρίς ίχνη διανοουμενισμού ή ελιτισμού. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με σελίδες τις αφιερωμένες στον Εμφύλιο και την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο ως την πολιτική μετανάστευση του Λουντέμη και την αφαίρεση της υπηκοότητας του απ΄ το ταξικό κράτος της Ελλάδας.

Μα είναι και κάτι άλλο, πιθανόν, το πιο σημαντικό που διαπερνά το σύγγραμμα του:  είναι το «αίσθημα δικαίου», που τον παρακινεί, γιατί μόνο ένα τέτοιο αίσθημα θα έκανε έναν μελετητή να αφιερώσει περί τα έξη χρόνια εργασίας για ένα συγγραφέα που δε σου εξασφαλίζει μια προβεβλημένη θέση στους λογίους της ακαδημαϊκής ή ευρύτερης διανοητικής αγοράς.

Έξη χρόνια να αφιερώσεις για έναν «παρωχημένο» ή έστω για έναν μη «επίκαιρο» με τη σημασία, μάλλον, του επικαιρικού αυτού δηλαδή που δεν προορίζεται για να αντέξει στο χρόνο1; Δεν τ’ αφιέρωνες καλύτερα σε κάποιον σαν τον Χωμενίδη, τη Σώτη Τριανταφύλλου ή τον Τατσόπουλο ή τ’ άλλα εδώδιμα άνθη της αγοράς όπως την Κική Δημουλά ή τον Βέλτσο;  Όλες/-ους αυτούς τους «αλαλάζοντες» και «δήθεν», που κατακλύζουν το διανοητικό εποικοδόμημα της εγχώριας ταξικής πραγματικότητας; Στον Λουντέμη διέθεσες, Δημήτρη, τις αρετές σου;

Συνέχεια