Κυπροελληνικοί ταξι-κοί διάλογοι…


του Άκη Γαβριηλίδη

Διάλογος του οποίου υπήρξα αυτήκοος μάρτυς σήμερα το πρωί –εν γνώσει των συνομιλητών- από την τρίτη και τελευταία σειρά καθισμάτων στο Υπεραστικό Ταξί από Λευκωσία για Αεροδρόμιο Πάφου. Παραθέτω από μνήμης και κατά προσέγγιση.

(Ένας επιβάτης αδικαιολόγητα δεν εμφανίστηκε και φύγαμε χωρίς αυτόν).

ΑΛΛΟΣ ΕΠΙΒΑΤΗΣ (απευθυνόμενος στον ταξιτζή): Φίλε μου, οι χειρότεροι πελάτες οι Ελλαδίτες ένναι. Κι εμένα στις ξεναγήσεις μου έρχονται στο πούλμαν όλες οι φυλές του κόσμου, οι Ελλαδίτες είναι όλο ιδιοτροπίες, κάνουν παρατηρήσεις, έχουν άποψη για τα αρχαία, για το έναν, για το άλλον, γιατί τούτο έτσι, γιατί το άλλο αλλιώς … Έρχονται και Αμερικάνοι, και άλλοι, όλοι πολιτισμένοι. Εννιά η ώρα τους λες ραντεβού, εννιά παρά δέκα ούλοι στα καθίσματά τους. Κύριοι.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ (περίπου 60 χρονώ, με γκρίζα γενειάδα και εμφάνιση σαν τον Ιβάν Σαββίδη –όταν κάθισε στη θέση του οδηγού έψελνε κάτι τροπάρια): Κι εμένα μία τις προάλλες, όλο διαμαρτυρόταν, και στον εκνευρισμόν της δίνει μια στην πόρτα, έκλεισεν τη, και πιάστηκε το δάχτυλόν της. Εσήκωσε τον κόσμον! «Εσύ μου έκλεισες το δάχτυλον!». Οι άλλοι επιβάτες λαλούν της, μα αφού ο κύριος δεν έκανεν τίποτε, μόνη σου εχτύπησές το. Λέω της τότε εγώ, κυρά μου, εγώ πηγαίνω στην Λεμεσόν, θέλεις έρχεσαι, θέλεις κατεβαίνεις και σε διαγράφω από την λίσταν και ας χάσω τα 25 ευρώ. Δαμαί δεν περνάν τούτα. «Μα όχι, όχι, θα έρθω!». Για να γυρέψει να πιάσει αποζημίωσην, κατάλαβες …

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Αχάριστοι φίλε μου! Τους φιλοξενείς, και όταν πας εσύ στον τόπο τους όι να σε φκάλουν όξω, ούτε να σε δουν που γυρίζουν. Είχαμε έναν Αθηναίο, στρατιωτικός ήταν, επί ενάμιση χρόνο τρεις μέρες την εφτομάδα τον φιλοξενούσαμεν εμείς, τον ταΐζαμε, του σιδερώναμε … Μια φορά πήγα εγώ στην Αθήνα, έναν καφέν ήπιαμε και … ο καθείς τα δικά του! Ούτε καν σκέφτηκε να μου τον κεράσει.

Εγώ έχω ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, κάθε φορά πηγαίνω στους γειτόνους χαλλούμια και άλλα εδέσματα κυπραίικα, ένα ευχαριστώ δεν είπεν μου μια φορά κανείς. Χαμογελώ τους, και ούτε το χαμόγελον δεν αντιγυρίζουν! Που το χαμόγελον του θεού εν. Ήντα θα πάθουν;

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ-ΨΗΤΟΠΩΛΕΙΟ-ΚΑΠΑΝΔΡΙΤI-ΑΤΤΙΚΗΣ-ΔΕΝ-ΞΕΧΝΩ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ-ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Έχουν βέβαια και τα δικά τους τώρα, με την κρίσην.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Αλλά μήπως και μεις δεν έχουμεν προβλήματα;

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Βεβαίως! Εν παγκόσμιον το φαινόμενον, με την παγκοσμιοποίησην.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Κι εγώ το λοιπό δεν θέλω να ξέρω τους. Είπα στη γυναίκαν μου να μην ανοίγει πλέον σε κανέναν τις πόρτες μας. Αχάριστοι, φιλοξενίαν εν ηξεύρουν τι θα πει.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Τούτα να βλέπουν τα οι ιθύνοντες, που θέλασι την Ένωσην με την Ελλάδαν.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Κι εγώ με την Ένωσην ήμουν. Εγώ είμαι εθνο … εθνι … [κοντοστέκεται] εθνικόφρων είμαι, πιστεύω στον ελληνισμόν. Ά μα οι Αθηναίοι, μόνο απογοήτευσην. Κρυώνει η ψυshή μου όποτε πηγαίνω.

Που εγώ είχα αγάπην για την Ελλάδα. Όχι αγάπην, έρωταν είχα, διότι έτσι εμάθαν με που μιτσήν.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Κι εγώ εθνικόφρων είμαι, δεν είμαι αριστερός και τέτοια. Ά μα που το εθνικόν κέντρον, μιαν ικανοποίησην δεν πήραμε.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Βέβαια τζ’ εμείς εκάναμεν λάθη. Έπρεπε να πηγαίναμε πρώτα για ανεξαρτησίαν, μετά ένωσην. Με τα λάθη μας, εβάλαμε την Τουρκία στο παιχνίδιν. Και οι Τούρτζοι λαλούν το, ότι το πενήντα η Τουρκία εκοιμόταν, εμείς την εξυπνήσαμε.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Να σου πω κάτι. Έχω εγώ έναν φίλον που παλιά, τον Ατνάν. [Εδώ χτυπάν διάφορα τηλέφωνα, θόρυβοι, έτσι δεν άκουσα πώς ακριβώς έγινε ο άνθρωπος αυτός φίλος με τον Αντνάν]. Ο φίλος, άμα μπει στην καρδιάν σου, θυσίαν γίνεται, δεν πα να ένναι Τούρκος ή ό,τι ένναι. Που ο Ατνάν δηλαδή άσπρος είναι, πιο άσπρος από μένα.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Μα βέβαια, οι Τουρκοκύπριοι πρώτα Κυπραίοι ήσαν.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Εμπιστοσύνη και φιλοξενία, μα τον θεόν, πιο πολλήν εβρήκα με τον Τούρκον παρά με τους καλαμαράες.

ΕΠΙΒΑΤΗΣ: Στην Αθήνα εν χαλασμένος ο κόσμος. Στην Βόρειαν Ελλάδα, και στα νηshά, –όι σε ούλα τα νηshά, μερικά είναι πειραγμένα που τον τουρισμόν, αλλά σε μερικά νηshά, και στην επαρχίαν, έχει κόσμον αγνόν ακόμη. Α μα οι Αθηναίοι, μίαν καλημέραν εν λαλούν σου.

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Στην Φλώριναν!

[Εκεί χτυπάει ξανά το κινητό του ταξιτζή, διακόπτεται απότομα η συνομιλία και έτσι δεν μπόρεσα να μάθω τι ακριβώς επαφή είχε με τη Φλώρινα ή/ και τους Φλωρινιώτες και τους εκτίμησε τόσο].

den_xehno-230x230

– Εντωμεταξύ, φτάνουμε. Πιάνω τον εαυτό μου ασυνείδητα να ετοιμάζω την απολογία μου: είμαι βορειοελλαδίτης και μάλιστα εκτιμώ πολύ τη Φλώρινα, έχω πολύ καλούς φίλους που είναι Φλωρινιώτες· αν δεν πιάσει αυτό, επόμενη γραμμή επιχειρηματολογίας ότι οι βορειοελλαδίτες συχνά έχουν τα ίδια παράπονα και την ίδια δυσφορία με τους Κυπραίους για την Αθήνα και το κράτος της. Ή πάλι, πώς να πω στον ταξιτζή «τι οφείλω» χωρίς να αποκαλύψω ότι είμαι Ελλαδίτης· προβάρω στο μυαλό μου διάφορες φράσεις που να ηχούν πιο κουλέρ λοκάλ, όχι καλαμαρίστικες, για να περάσω απαρατήρητος: π.χ. «τι χρωστώ σου ρε κουμπάρε;».

Τελικά, δεν χρειάστηκε. Ο Ιβάν Σαββίδης μου ζητά δεκατρία ευρώ· «αν έχεις ακριβώς θα με υποχρεώσεις». Ευτυχώς έχω ακριβώς δεκατρία, του τα δίνω και αποχωρώ εν ειρήνη χωρίς περαιτέρω κυπροελληνικές τριβές.


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s