ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟ ΦΑΣΙΣΜΟ…


Philip Guston, στούντιο, 1969

Εικόνα: Philip Guston, The Studio, 1969 (χρησιμοποιήθηκε η ίδια εικόνα που βρίσκεται και στο πρωτότυπο άρθρο).

Μετάφραση: Ειρήνη Γαϊτάνου, Κώστας Γούσης, Αναστασία Ματσούκα

Ο Αλμπέρτο Τοσκάνο είναι αναπληρωτής καθηγητής στην Κριτική Θεωρία και συν-διευθύνοντας του Κέντρου για την Φιλοσοφία και την Κριτική Σκέψη στο Goldsmiths, του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Είναι ο συγγραφέας των  Χαρτογραφίες του Απόλυτου (2015),  Το Θέατρο της Παραγωγής: Φιλοσοφία και Εξατομίκευση Μεταξύ του Καντ και του Ντελέζ (Palgrave, 2006), και Φανατισμός: Σχετικά με τις Χρήσεις μιας Ιδέας (Verso, 2010) όπως και ο μεταφραστής, πολύ πρόσφατα, της Λογικής των Κόσμων (Continuum, 2009) και του Ο Αιώνας (Polity, 2007) του Αλέν Μπαντιού. Επιπλέον, είναι εκδότης της Italian List for Seagull Books και είναι, εδώ και πολλά χρόνια, μέλος της συντακτικής επιτροπής του HM (Historical Materialism).

Ο Αλμπέρτο Τοσκάνο για τον φασισμό: Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε αρχικά ως σεμινάριο τον Φεβρουάριο του 2017 στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Ο συγγραφέας ευχαριστεί τον Clint Burnham για τη συντροφική φιλοξενία και τους/ις συμμετέχοντες/ουσες για την κριτική τους συμμετοχή.

Εκείνοι και εκείνες που βρίσκονται να ζουν σε καιρούς κρίσης και αποπροσανατολισμού συχνά αναζητούν καθοδήγηση στην αναλογική σκέψη. Η ομοιότητα μιας συγκυρίας με μια άλλη προαναγγέλλει την ετοιμότητα που είναι απαραίτητη για να μην βρεθεί κανείς/καμιά να θέλει ξανά, να  αποτραπούν τα υπαίτια λάθη των προκατόχων που δεν ήταν οπλισμένοι/ες με διορατικότητα. Ως χτυπητό παράδειγμα αυτής της προσφυγής στην αναλογία, μεταξύ αμέτρητων άλλων που κυκλοφόρησαν πριν και μετά την τραγελαφική στέψη του Τραμπ, ας θεωρήσουμε αυτή τη διάγνωση του Φράνκο Μπεράρντι «Μπίφο», από μια ανάρτηση στη σελίδα DiEM25 του Γιάννη Βαρουφάκη και άλλων, με τίτλο «Εθνικός-Εργατισμός και Φυλετική Εχθροπραξία», που δημοσιεύτηκε στις 10 Νοεμβρίου 2016, και επαναλήφθηκε στην παρέμβασή του σε ένα συνέδριο στη Βιέννη τον περασμένο Δεκέμβριο με τίτλο «Ένας νέος φασισμός;», και που περιλάμβανε επίσης παρεμβάσεις από την Σαντάλ Μουφ και τον Ούγγρο αντιφρονούντα και κομμουνιστή φιλόσοφο Γκασπάρ Ταμάς σ.1:

«Όπως έκαναν το 1933, οι εργάτες/τριες πήραν την εκδίκησή τους ενάντια σε αυτούς που τους εξαπατούσαν για πολύ καιρό: τους πολιτικούς της ‘δημοκρατικής’ ρεφορμιστικής αριστεράς. … Αυτή η «αριστερά» θα έπρεπε να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων: άνοιξαν τον δρόμο στον Φασισμό επιλέγοντας να υπηρετήσουν τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό και εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες ‘μεταρρυθμίσεις’. … Εξαιτίας του κυνισμού τους και της δειλίας τους, παρέδωσαν ανθρώπους στα χέρια των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων των ζωών μας. Με τον τρόπο αυτόν, άνοιξαν την πόρτα στον φασισμό που πλέον εξαπλώνεται και στον παγκόσμιο εμφύλιο πόλεμο που τώρα μοιάζει ασταμάτητος. … Η λευκή εργατική τάξη, ταπεινωμένη κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα ετών, εξαπατημένη από ατελείωτες ρεφορμιστικές υποσχέσεις, εξαθλιωμένη από την οικονομική επιθετικότητα, εξέλεξε τώρα την Κου Κλουξ Κλαν στον Λευκό Οίκο. Καθώς η αριστερά πήρε από τα χέρια των εργατών τα δημοκρατικά όπλα της αυτοάμυνας, καταφτάνει εδώ η ρατσιστική εκδοχή του ταξικού πολέμου σ.2

Η αναλογία του φασισμού – η ίδια άρρηκτα συνδεδεμένη με το δομικό της ζευγάρι, την αναλογία της οικονομικής κρίσης – είναι εδώ το σημείο εκκίνησης μου. Δεν επιθυμώ άμεσα να εξερευνήσω τη γνωσιακή ή στρατηγική δύναμη μιας τέτοιας αναλογίας, είτε στην παρούσα στιγμή είτε σε προηγούμενες προσεγγίσεις, εκτιμώντας πώς μπορεί να μας επιτρέψει να δούμε και να δράσουμε, αλλά να τη χρησιμοποιήσω ως ευκαιρία αναστοχασμού σχετικά με το τι μπορεί να δείχνουν ορισμένες φιλοσοφικά προσανατολισμένες θεωρίες του φασισμού, που αναπτύχθηκαν τον εικοστό αιώνα, για το σύγχρονο σύμπλεγμα πολιτικής και ιστορίας, συχνά μέσω των καθορισμένων δυσαναλογιών. Επομένως, ο σκοπός μου δεν θα είναι να αποφανθώ στην ερώτηση «Πρόκειται για φασισμό;», αλλά μάλλον να διακρίνω κάποιες από τις συνέπειες των προεξεχουσών θεωριών του φασισμού στο παρόν, ίσως μαθαίνοντας κάτι από την διάθλασή τους.

Πολύ προσωρινά, νομίζω ότι μας επιτρέπεται να αντιμετωπίσουμε την ιδιορρυθμία ενός φασισμού χωρίς κίνημα, χωρίς ουτοπία∙ ενός φασισμού που διασχίζεται από αυτό που ο Μπλοχ ονόμαζε μη-συγχρονικότητα [non-contemporaneity], και ο Μπατάιγ όριζε ετερογένεια [hetereogeneity]∙ έναν φασισμό που δεν αντιδρά στην απειλή της επαναστατικής πολιτικής, αλλά που διατηρεί την φυλετική φαντασίωση της εθνικής αναγέννησης και τη φρενήρη κυκλοφορία ενός ψεύδο-ταξικού λόγου. Θέλω επιπλέον να προτείνω ότι το τελευταίο συναντάται καλύτερα όχι υποκινώντας την κοινωνικά φασματική μορφή της «ξεχασμένης» λευκής εργατικής τάξης, αλλά σε αναμέτρηση με αυτό που σημαίνει η συλλογική πολιτική σήμερα, κατανοώντας ότι η αποδοχή αυτής της φυλετικοποιημένης απεικόνισης κάποιου προλεταριάτου δεν αποτελεί εφόδιο στην κατεύθυνση της ταξικής πολιτικής αλλά μάλλον εμπόδιο της, κακόβουλο υποκατάστατό της. Ο στόχος επομένως, είναι να σκιαγραφήσουμε, για συλλογική διαβούλευση και διένεξη, κάτι σαν τις στοιχειώδεις πλευρές μιας ψευδό-εξέγερσης – με την προειδοποίηση ότι μια ψευδό-εξέγερση είναι με πολλούς τρόπους ακριβώς αυτό που ενσάρκωσε ο δολοφονικός φασισμός της μεσοπολεμικής περιόδου της Ευρώπης.

Εξάλλου, μέσα σε όλες τις διενέξεις τους γύρω από την κατάλληλη θεωρητική προσέγγιση για το ξέσπασμα του φασισμού μετά τον κατακλυσμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι περισσότεροι μαρξιστές θεωρητικοί εκείνη την περίοδο προσέγγισαν το φαινόμενο στη διασύνδεση του πολιτικού και του οικονομικού, επιδιώκοντας να αποφανθούν για τη λειτουργικότητα της φασιστικής κατάργησης της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με την εντατικοποιημένη αναπαραγωγή των συνθηκών για την καπιταλιστική συσσώρευση σ.3. Αυτό είχε ως συνέπεια την ταυτοποίηση του φασισμού ως μια λύση της άρχουσας τάξης για την οργανική κρίση ενός συστήματος συσσώρευσης που αντιμετώπιζε την απειλή της οργανωμένης ταξικής πάλης μέσα στις ταλαντεύσεις μιας ιμπεριαλιστικής τάξης, αλλά επίσης την αναγνώριση, κατά καιρούς, των αντιφάσεων μεταξύ της αυτονομίας ή του πρωτείου του πολιτικού, που υποστηρίχθηκε βάναυσα από τα φασιστικά κινήματα, και της δυνατότητας μιας αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – εξ’ ου και οι συζητήσεις των δεκαετιών του 1930 και 1940, όπως υποκινήθηκαν ιδιαίτερα από το έργο θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπως οι Friedrich Pollock και Franz Neumann, για τη βιωσιμότητα του κρατικού καπιταλισμού, συζητήσεις στις οποίες εξακολουθεί να ρίχνει φως το σύγχρονο ιστορικό έργο, όπως τα εντυπωσιακά Κύματα Καταστροφής του Άνταμ Τουζ. Χωρίς να παραβλέπουμε τις τακτικές συμμαχίες που μπορεί να κάνουν διάφοροι τομείς της καπιταλιστικής τάξης των Ηνωμένων Πολιτειών με την διοίκηση του Τραμπ (από το τσιμέντο μέχρι την ιδιωτική ασφάλεια, από το πετρέλαιο μέχρι τις αυτοκινητοβιομηχανίες), υπάρχουν ελάχιστα προς το παρόν, ειδικά σε ό,τι αφορά οποιαδήποτε οργανωμένη πρόκληση της καπιταλιστικής ηγεμονίας, που στο μυαλό μου να εγγυώνται την αναλογία του φασισμού από αυτή την άποψη – αν μη τι άλλο υπό το πρίσμα των εκτεταμένων εταιρικών διαμαρτυριών, του συγκριτικού θέλγητρου για το κεφάλαιο του κοινωνικά-συνειδητού νεοφιλελευθερισμού του στυλ της Χίλαρι Κλίντον για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και κερδοφορίας, του αινίγματος του προστατευτισμού και τα λοιπά.

Ο έντονα εποικοδομηματικός χαρακτήρας των φασιστικών χαρακτηριστικών του παρόντος μας μοιάζει αντίθετα να δικαιολογεί το να κοιτάξουμε αλλού. Πολλοί/ες έχουν ήδη επισημάνει τις ιδέες που μπορούν να εξορυχθούν από τις ψυχό-κοινωνικές διεισδύσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης (και πάλι) στο φαινόμενο του φασισμού, από τα γραπτά του Φρομ, του Μαρκούζε και του Χορχάιμερ πάνω στους σαδομαζοχισμούς των μικροαστών στις Μελέτες πάνω στην Εξουσία και την Οικογένεια, μέχρι την μεταπολεμική σειρά Μελετών πάνω στην Προκατάληψη, με τις περιεκτικές εμπειρικές της έρευνες πάνω στην αυταρχική προσωπικότητα. Θα επιστρέψω σε αυτά αργότερα, για να αναστοχαστούμε πάνω σε κάποιες από τις ιδέες του Αντόρνο για τη μαζική ψυχολογία και τον ναρκισσισμό, αλλά θέλω πρώτα να προσπαθήσω να σκεφτώ με τη βοήθεια ενός από τις πιο ετερόδοξες καταχωρήσεις στη μεσοπολεμική φιλοσοφική συζήτηση πάνω στον φασισμό, το Η Κληρονομιά της Εποχής μας του Ερνστ Μπλοχ. Αυτό το πρωτεϊκό, συναρπαστικό και άβολο έργο – που κάποια στιγμή ο Βάλτερ Μπένγιαμιν παρομοίασε με την υποτιμητική πρόθεση να απλώσουμε υπέροχα πλεγμένα περσικά χαλιά σε ένα πεδίο ερειπίων σ.4 – εμπεριέχει έναν κεντρικό, και δικαίως διάσημο, αναστοχασμό πάνω στη «Μη-Συγχρονικότητα και την Υποχρέωση στη Διαλεκτική της». Όπως ο Μπατάιγ, αν και σε πολύ διαφορετικό ύφος, ο Μπλοχ προσέγγισε το φασισμό όχι στο επίπεδο του πολιτικού εργαλείου ή της ψυχικής παθολογίας, αλλά σε εκείνο της διεστραμμένης ουτοπικής υπόσχεσης. Παρά το γεγονός ότι αυτό τον εμπόδιζε να δει κρίσιμα στοιχεία σ.5, αυτή η οπτική γωνία επέτρεπε στον Μπλοχ να αναγνωρίσει τα δημοφιλή του αναζωογονητικά στοιχεία, τα οποία, κατά τη γνώμη του, είχαν αποτύχει να κινητοποιήσουν αποτελεσματικά οι μαρξιστές και κομμουνιστές ομόλογοί του. Κάτω από την επιχειρηματολογία του Μπλοχ βρίσκεται η ιδέα ότι το socius [μέλος] διασχίζεται από πληθυντικές χρονικότητες· η ταξική δομή της σύγχρονης κοινωνίας σκιάζεται από πολλαπλές πολιτιστικές και ιστορικές στιγμές που δεν υπάρχουν συγχρόνως. Ο ρατσιστικός, συνωμοτικός μυστικισμός των Ναζί εκμεταλλεύεται αυτή τη βιωμένη εμπειρία της άνισης ανάπτυξης:

«Η παραβίαση της ‘δουλείας συμφέροντος’ (Zinsknechtschaft) γίνεται πιστευτή, ως εάν επρόκειτο για την οικονομία του 1500· οι υπερδομές που φαίνονταν να είχαν ανατραπεί από καιρό γίνονται ξανά κατάλληλες και παραμένουν όρθιες στον σημερινό κόσμο ως ολόκληρες μεσαιωνικές σκηνές της πόλης. Εδώ είναι η Ταβέρνα του Σκανδιναβικού Αίματος [Tavern of the Nordic Blood], εκεί το κάστρο του δούκα Χίτλερ, παρά πέρα η Εκκλησία του Γερμανικού Ράιχ, μια εκκλησία της γης, στην οποία ακόμα και οι άνθρωποι της πόλης μπορούν να νιώσουν ως εάν να είναι φρούτα της Γερμανικής γης και να τιμήσουν τη γη ως κάτι ιερό, ως την εξομολόγηση [confessio] των Γερμανών ηρώων και της γερμανικής ιστορίας … Οι χωρικοί καμιά φορά πιστεύουν ακόμη σε μάγισσες και εξορκιστές, αλλά όχι τόσο συχνά και τόσο έντονα όσο πιστεύει μια μεγάλη τάξη αστών στους πνευματικούς Εβραίους και τον νέο Μπαλντρ [Baldur]. ΟΙ χωρικοί καμιά φορά διαβάζουν ακόμη τα αποκαλούμενα Έκτο και Έβδομο Βιβλίο του Μωυσή, ένα εντυπωσιακό φυλλάδιο για τις ασθένειες των ζώων και τις δυνάμεις και τα μυστικά της φύσης· αλλά η μισή μεσαία τάξη πιστεύει στους Σοφούς της Σιών, σε εβραϊκές παγίδες και την πανταχού παρουσία των συμβόλων των Μασόνων και στις γαλβανικές δυνάμεις του γερμανικού αίματος και της γερμανικής γηςσ.6

Εκεί όπου η ταξική πάλη μεταξύ της καπιταλιστικής αστικής τάξης και του προλεταριάτου αποτελεί πάλη για τον εκσυγχρονισμό, το σύγχρονο ή το σημερινό, τόσο κοινωνικά και ψυχικά, πολλοί (πράγματι οι περισσότεροι) Γερμανοί κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου επιζούσαν μέσω κοινωνικών μορφών και ψυχικών φαντασιώσεων που ενσωματώνονταν σε διαφορετικούς ρυθμούς και ιστορίες. Γνωρίζοντας ότι θα ήταν λανθασμένο να αντιμετωπιστούν οποιεσδήποτε από αυτές ως απλώς πρωτόγονες, σε μια χώρα όπου οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής δεν βρίσκονταν ποτέ στην πραγματικότητα έξω από τον καπιταλισμό, ο Μπλοχ θέλει να εντοπίσει τους τρόπους με τους οποίους, σε ό,τι αφορά στους φόβους τους (κοινωνικού υποβιβασμού ή ανομίας) και στις επιθυμίες τους (για ευταξία ή καλοζωία), αυτές οι ομάδες είναι κάπως εκτός συγχρονισμού με το εξορθολογισμένο παρόν του καπιταλισμού – τον πεφωτισμένο χώρο που καταλαμβάνεται από τα κυρίαρχα σοσιαλιστικά και εργατικά κινήματα. Για τον Μπλοχ, η Γερμανία της δεκαετίας του 1930 είναι μια χώρα που κατοικείται όχι απλώς από απογοητευμένους πολίτες, εργάτες και εκμεταλλευτές. Η κρίση έχει φέρει τους «μη συγχρονισμένους ανθρώπους» στο προσκήνιο: φθίνοντα απομεινάρια παρελθόντων, των οποίων οι ελπίδες παραμένουν άσβεστες, στρατολογούνται εύκολα στις τάξεις της αντίδρασης.

Με μια έννοια ταυτόχρονα κοινωνική και ψυχική, η πολιτική συγκυρία διχάζεται ανάμεσα στο ανταγωνιστικό και ανεκπλήρωτο Τώρα της καπιταλιστικής σύγκρουσης και τα ατελή παρελθόντα που βρίθουν στα διάκενά της. Η συλλογική συναισθηματική συνέπεια είναι ένας «συσσωρευμένος θυμός», τον οποίο οι Ναζί και οι καπιταλιστές αρωγοί τους μπορούν να εξορύξουν και να οξύνουν, ενώ παραμένει εκτός ορίων σε έναν κομμουνισμό του οποίο ο διαφωτιστικός ορθολογισμός κινδυνεύει να γίνει πρακτικά παράλογος. Έτσι, η «ανώτερη τάξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού … χρησιμοποιεί γοτθικά όνειρα ενάντια στις προλεταριακές πραγματικότητες». Το ερώτημα του πώς να συνδεθούμε, διανοητικά και πολιτικά, με το μη-συγχρονικό γίνεται κεντρικό, καθώς είναι ανώφελο να παρηγορεί κανείς τον εαυτό του με την εξελικτική όσο πρέπει ιστορία, σύμφωνα με την οποία η αρχαϊκή θέληση θα διαβρωθεί σταδιακά από την κοινωνική και οικονομική πρόοδο. «Δεν είναι σοβαρή η θεωρία των εθνικοσοσιαλιστών, αλλά η ενέργειά της είναι, η φανατική-θρησκευτική επίδραση, που δεν προκύπτει απλώς από την απόγνωση και την άγνοια, αλλά μάλλον από την μοναδικά εμψυχωτική δύναμη της πίστης», γράφει ο Μπλοχ σ.7. Αν και η πολιτική στρατηγική του προλεταριάτου πρέπει αναγκαία να είναι σύγχρονη αν πρόκειται να αντιμετωπίσει το καπιταλιστικό Τώρα, είναι επίσης αναγκαίο να ανακτήσει και να μορφοποιήσει το είδος μη-συγχρονικότητας από την οποία απορρέουν αμνημόνευτες και αμετάβλητες αξιώσεις δικαιοσύνης. Ο Μπλοχ αρθρώνει αυτό το ανεκπλήρωτο και «αζήτητο» καθήκον με τους όρους της σχέσης μεταξύ δύο μορφών αντίφασης: από τη μια πλευρά, τη συγχρονική και καθορισμένη αρνητικότητα του οργανωμένου προλεταριάτου· από την άλλη, εκείνες τις «ανατρεπτικά ουτοπικές» θετικότητες που δεν «εκπληρώθηκαν ποτέ, σε καμία εποχή». Με αυτή την έννοια, ο Μπλοχ επιχειρούσε να συμπληρώσει μια σκέψη της «συγχρονικής» αντίφασης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και των «μη-συγχρονικών αντιφάσεων» που ενέπλεκαν τις τάξεις που δεν συμβαδίζουν με τους ρυθμούς και τους χώρους καπιταλιστικής συσσώρευσης (χωρικοί, μικροαστική τάξη, αριστοκρατία, λούμπεν προλεταριάτο, κλπ.).

Όπως σημειώνει ο Ράμπινμπαχ, παραθέτοντας από την Κληρονομιά:

«Η αντίφαση μεταξύ αυτών των χρονικών διαστάσεων απαιτεί αυτό που ο Μπλοχ αποκαλεί ‘την υποχρέωση στη διαλεκτική του’, μια αναγνώριση της πολυπλοκότητας που δεν εστιάζει μόνο στο συγχρονικό, αλλά στο μη-συγχρονικό, τις πολύ-χρονικές και πολυεπίπεδες αντιφάσεις μέσα σε ένα μόνο παρόν. Για τον Μπλοχ, ακριβώς αυτή η καθίζηση κοινωνικής εμπειρίας δημιουργεί την έντονη επιθυμία για μια αναγέννηση του παρελθόντος, μεταξύ αυτών των ομάδων που είναι πιο επιδεκτικές στη φασιστική προπαγάνδα. Για τον Μαρξισμό, το πρόβλημα είναι ότι η φασιστική ιδεολογία δεν είναι απλώς ένα εργαλείο εξαπάτησης, αλλά ‘ένα θραύσμα ενός παλιού και ρομαντικού ανταγωνισμού στον καπιταλισμό, που προέρχεται από στερήσεις στη σύγχρονη ζωή, με μια λαχτάρα για έναν αόριστο ‘άλλο’.’σ.8»

Για τον Μπλοχ, το ζήτημα είναι να αναγνωρίσουμε τον φασισμό ως «απάτη της εκπλήρωσης» – χρησιμοποιώντας τη δική του υπέροχη φράση – παίρνοντας στα σοβαρά αυτή την ανάγκη για εκπλήρωση, και τον τρόπο που επανενεργοποιεί ανεκπλήρωτα παρελθόντα και απραγματοποίητα μέλλοντα. Αλλά είναι πράγματι η περίπλοκη διαλεκτική του «διασωσμένου» που επικαλείται ο Μπλοχ – για τον οποίο, δεν πρόκειται απλά για φάσεις χειραφετητικού ενθουσιασμού καθώς προκαλούνται επίσης «περίοδοι πτώσης, όταν η πολλαπλότητα των περιεχομένων απελευθερώνεται μέσα στην αποσύνθεσή της», από τις οποίες μπορεί κανείς να αναβιώσει μια επαναστατική κληρονομιά – στην οποία μπορούμε να επιστρέψουμε σήμερα; Υπάρχει σοβαρή αμφιβολία για μια τέτοια δυνατότητα από όλες εκείνες τις κριτικές θεωρίες που έχουν δώσει έμφαση, αμέσως μετά τη μεταπολεμική περίοδο, στην εξαφάνιση ή την εξάλειψη της πολιτιστικής και χρονικής διαφοράς από τη βιωμένη εμπειρία των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών.

Μια «μεταμοντέρνα», «μονοδιάστατη» ή «διοικούμενη» κοινωνία ορίζεται ίσως πάνω απ’ όλα από αυτή την αυξητική τάση του ιστορικισμού – η οποία μπορεί φυσικά να συνοδεύεται από την γρήγορη αναπαραγωγή των εργαλειοποιημένων απεικονίσεών του. Μπορούμε να εντοπίσουμε μια ενδιαφέρουσα απόδειξη για κάτι τέτοιο στα αμφιλεγόμενα άρθρα εφημερίδας των μέσων της δεκαετίας του 1970, στα οποία ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αμέσως πριν τη δολοφονία του, επιδίωξε να αρθρώσει τη διαφορά μεταξύ ενός παλιού και ενός νέου φασισμού. Ο δεύτερος, ο οποίος για τον Παζολίνι ήταν όμορος με έναν κατασταλτικά ηδονιστικό νεο-καπιταλισμό, με τους φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς του για απόλυτη συμμόρφωση, χαρακτηριζόταν από την εξάλειψη του παρελθόντος, με τη μορφή αυτού που αποκαλούσε (στην υποτιθέμενη αν και μάλλον μυστικιστική αναφορά του στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο) μια «ανθρωπολογική γενοκτονία», δηλαδή τον θάνατο των εμπειριών που συνδέονται με τις αγροτικές και «λαϊκές» περιόδους και μορφές ζωής, μια «γενοκτονία» που μάλιστα θα ενέγραφε στο μετασχηματισμό των ίδιων των σωμάτων, χειρονομιών και στάσεων  σ.9. Για τον Παζολίνι, ο παλιός φασισμός (και εδώ η αναφορά γίνεται αυστηρά στην ιταλική του εκδοχή) ήταν ανίκανος να άρει ή να μετασχηματίσει πραγματικά – θα λέγαμε να «συγχρονίσει» – εκείνους τους βαθιά ενσωματωμένους τρόπους ζωής. Κάτι τέτοιο ήταν φανερό στο πώς αυτοί επαν-αναδύθηκαν φαινομενικά άθικτοι μετά τον θάνατο του Μουσολίνι. Αντίθετα, η καθολική δύναμη του σύγχρονου καπιταλισμού, να μορφοποιεί έντονα και να ομογενοποιεί επιθυμίες και μορφές ζωής, ειδικά κάτω από την εμφάνιση της διαφοράς, της επιλογής και της ελευθερίας, σήμανε την καταστροφή όλων των ενδείξεων ιστορικής ανισομετρίας, με όλες τις ουτοπικές τους δυνατότητες. Στην βαθιά πεσιμιστική ματιά του Παζολίνι, και ενάντια στον Μπλοχ, δεν υπήρχαν παρελθόντα να διασωθούν.

Τώρα, πώς θα μπορούσαμε να επανεξετάσουμε το ερώτημα του φασισμού και της (μη-) συγχρονικότητας στην εποχή μας; Ίσως μπορούμε να ξεκινήσουμε με μια τεράστια διαλεκτική ειρωνεία: οι φασιστικές τάσεις που βρίσκουν την έκφρασή τους στην εκλογή του Τραμπ, αλλά και στα ομήλικα ρεβανσιστικά εθνικιστικά σχέδια στη «Δύση», φαίνεται να καθοδηγούνται από μια νοσταλγία για συγχρονικότητα. Δεν υπάρχουν εδώ αρχαϊκά παρελθόντα, ή εφευρεμένες παραδόσεις, αλλά η νοσταλγία για μια εικόνα μιας στιγμής, εκείνης της μεταπολεμικής ευμάρειας των trente glorieuses σ.10, για μια φυλετικοποιημένη και έμφυλη εικόνα του κοινωνικά-αναγνωρισμένου πατριωτικού βιομηχανικού εργάτη (ο εθνικό-εργατισμός του Μπίφο θα μπορούσε επίσης να αποκαλείται εθνικός ή ρατσιστικός Φορντισμός, κάτι που περιέργως καταστέλλει τις κρατικά-ρυθμιστικές συνθήκες της φαντασίωσής του). Για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Μπλοχ, πρόκειται για μια νοσταλγία για το συγχρονικό, για το σύγχρονο. Το εξουσιοδοτημένο έμβλημα μιας μετά-ουτοπικής αποπολιτικοποιημένης μεταπολεμικής βιομηχανικής νεωτερικότητας, ο βιομηχανικός εργάτης-πολίτης, επανεμφανίζεται τώρα – περισσότερο στη φαντασία παρά στην πραγματικότητα, αναμφιβόλως, ή στην ενοχλητική εφόρμηση στη σκηνή των ανθρακωρύχων που περιβάλλουν τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς εκείνος καταργεί περιβαλλοντικούς κανονισμούς – με το πρόσχημα των «ξεχασμένων ανδρών», των «μη-συγχρονικών ανθρώπων», του πολιτικού παρόντος. Αν μιλάμε για μια ουτοπία, είναι μια ουτοπία χωρίς υπέρβαση, χωρίς κανένα «φανατικό-θρησκευτικό» στοιχεία, χωρίς ένα ασυνείδητο ή άρρητο πλεόνασμα λαϊκών ενεργειών.

Αντίστοιχα, ακριβώς όπως η μη-συγχρονική διαλεκτική έχει μεταλλαχθεί σήμερα στην παράδοξη μη-συγχρονικότητα του συγχρονικού (ή τη νοσταλγία για την Φορντική νεωτερικότητα, την ουτοπία μιας μετά-ουτοπικής εποχής), έτσι η παράλληλη ταύτιση του Μπατάιγ της δυναμικής ελκυστικότητας του φασισμού με την χειραγώγηση της ετερογένειας (εκείνης που είναι μη μετρήσιμη με την ομαλή αυτό-αναπαραγωγή της καπιταλιστικής τάξης, είτε από τα κάτω ως μαζικό πλεόνασμα, είτε από τα πάνω ως ανεξέλεγκτη κυριαρχία) απαιτεί παρούσα διόρθωση. Οι φασιστικές τάσεις του παρόντος έχουν ελάχιστη ή και καμία σχέση με ένα τέτοιο λιμπιντικό πλεόνασμα, εκτός της υποβαθμισμένης υπολειμματικής μορφής αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, σε αναλογία με την ψυχαναλυτική έννοια του «αισχρού πατέρα» [obscene father], ως «αισχρό ηγέτη». Και κάτι τέτοιο είναι επίσης συνδεδεμένο με την απουσία μιας από τις κεντρικές ιστορικές μορφές του φασισμού, δηλαδή της επαναστατικής απειλής στην καπιταλιστική τάξη, απαιτώντας από την ομοιογένεια να εμβολιάζει τον εαυτό της με πλεόνασμα (ή με την απεικόνισή του), ώστε να επιβιώσει. Όπως σημείωσε ο Μπατάιγ στην εργασία του πάνω στην «Ψυχολογική Δομή του Φασισμού»:

«Κατά κανόνα, η κοινωνική ομοιογένεια αποτελεί μια επισφαλή μορφή, στο έλεος της βίας, μέχρι και της εσωτερικής διαφωνίας. Σχηματίζεται αυθόρμητα στο έργο της παραγωγικής οργάνωσης αλλά πρέπει διαρκώς να προστατεύεται από τα διάφορα απείθαρχα στοιχεία που δεν επωφελούνται από την παραγωγή, ή όχι τόσο ώστε να τους εξυπηρετεί, ή απλώς, δεν μπορούν να ανεχθούν τους ελέγχους που επιβάλλει η ομοιογένεια στην αναταραχή. Σε τέτοιες συνθήκες, η προστασία της ομοιογένειας εναπόκειται στην προσφυγή της σε επιτακτικά στοιχεία [τον ουσιαστικά υπέρμετρο χαρακτήρα της μοναρχικής κυριαρχίας] που είναι ικανά να εξαλείψουν τις διάφορες απείθαρχες δυνάμεις ή να τις φέρουν υπό τον έλεγχο της τάξης σ.11

Η αξιοσημείωτη απουσία από οτιδήποτε που να μοιάζει με μαζικό κίνημα από τις σύγχρονες εκδηλώσεις του φασισμού – που απλώς υπογραμμίζεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η σημερινή φυλετική-εθνικιστική δεξιά διαφημίζει τον κινηματικό της χαρακτήρα με κάθε ευκαιρία – θα μπορούσε επίσης να ιδωθεί ως ένδειξη αυτής της έλλειψης ετερογένειας και μη-συγχρονικότητας, η χειροπιαστή απουσία του ουτοπικού και του αντισυστημικού από τα σημερινά σπέρματα φασισμού.

Για να αναπτύξουμε περισσότερο αυτή την διαίσθηση, αξίζει να εξερευνήσουμε με κάποια λεπτομέρεια τη συνάφεια των συζητήσεων σχετικά με τη μαζική ψυχολογία του φασισμού με τη σημερινή συζήτηση. Δεν ήταν μόνο ο Μπατάιγ στην παρέμβασή του, αλλά πολλά μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, που είδαν την εργασία του Φρόιντ «Μαζική Ψυχολογία και η Ανάλυση του ‘Εγώ’» ως καμπή στη μελέτη της διασύνδεσης της συλλογικής πολιτικής και της ατομικής επιθυμίας, αν μη τι άλλο στην ανάλυσή του για την ηγεσία. Η επιρροή του κειμένου του Φρόιντ ήταν πλατιά και ποικιλόχρωμη (δες για έναν ενδιαφέροντα σύγχρονο αναστοχασμό τη δουλειά του Στεφάν Τζόνσον), αλλά θέλω να το σκεφτώ μέσω ενός μεταπολεμικού κειμένου του Αντόρνο, «Η Φροϊδική Θεωρία και το Πρότυπο της Φασιστικής Προπαγάνδας» (1951), που μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ένα είδος διόρθωσης στις αναγνώσεις-διάσωσης του φασισμού που παρείχαν ο Μπλοχ και ο Μπατάιγ. Το ενδιαφέρον του κειμένου του Αντόρνο απλώς αυξάνεται από το γεγονός ότι συνδέεται με την έρευνα, δηλαδή την δική του συμμετοχή στο συλλογικό ερευνητικό σχέδιο πάνω στην Αυταρχική Προσωπικότητα και το βιβλίο των Λόουενθαλ και Γκούτερμαν πάνω στους Αμερικανούς φασίστες υποκινητές, Προφήτες Απάτης, στα οποία έχουμε δικαίως αναφερθεί ως διαφωτιστικά του φαινομένου του Τραμπ σ.12.

Στους Προφήτες της Απάτης, οι Λόουενθαλ και Γκούτερμαν σκιαγραφούν το ακόλουθο σύνθετο θεωρητικό πορτρέτο του Αμερικανού φασίστα αγκιτάτορα:

Ο αγκιτάτορας δεν αντιμετωπίζει το ακροατήριό του έξωθεν˙ μοιάζει περισσότερο με κάποιον που αναδύεται από μέσα του για να εκφράσει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του. Δουλεύει, για να μιλήσουμε έτσι, μέσα από το ακροατήριο, υποδαυλίζοντας ό,τι υπάρχει εκεί σε αδράνεια. Τα ζητήματα παρουσιάζονται με έναν αέρα ελαφρότητας. Οι δηλώσεις του αγκιτάτορα είναι συχνά αμφίσημες και όχι σοβαρές. Είναι δύσκολο να τον προσδέσεις σε οτιδήποτε και δίνει την εντύπωση πως σκόπιμα παίζει κάποιο ρόλο. Φαίνεται να προσπαθεί να αφήσει στον εαυτό του ένα περιθώριο αβεβαιότητας, μια δυνατότητα υπαναχώρησης στην περίπτωση που κάποιος από τους αυτοσχεδιασμούς του αποτύχει. Δεν δεσμεύεται γιατί επιθυμεί, πρόσκαιρα τουλάχιστον, να παίξει με τις ιδέες του και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Κινούμενος στη ζώνη του λυκόφωτος ανάμεσα στο έντιμο και το απαγορευμένο, είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, από τα αστεία μέχρι την αμφισημία ή και τις άγριες υπερβολές… Αναφέρεται αόριστα στις ανεπάρκειες και τις ανισότητες της υπάρχουσας κοινωνικής δομής, αλλά δεν την καθιστά τελικά υπεύθυνη για τις κοινωνικές ασθένειες, όπως κάνει ο επαναστάτης… Ο ρεφορμιστής και ο επαναστάτης γενικεύουν τις στοιχειώδεις στάσεις του ακροατηρίου σε αυξημένη επίγνωση της δυσχέρειάς του. Οι αρχικές διαμαρτυρίες διυλίζονται και κοινωνικοποιούνται. Η κατεύθυνση και οι ψυχολογικές συνέπειες της δραστηριότητας του αγκιτάτορα είναι ριζικά διαφορετικές. Η ενέργεια που ξοδεύεται από το ρεφορμιστή και τον επαναστάτη ώστε να ανυψώσουν τις ιδέες και τα συναισθήματα του ακροατηρίου σε ένα υψηλότερο επίπεδο συνείδησης, χρησιμοποιείται από τον αγκιτάτορα ώστε να μεγαλοποιήσει και να εντείνει τα παράλογα στοιχεία στην αρχική διαμαρτυρία… Σε αντιδιαστολή με όλα τα άλλα προγράμματα κοινωνικής αλλαγής, το ακριβές περιεχόμενο του υλικού του αγκιτάτορα είναι σε τελική ανάλυση συμπτωματικό – είναι όπως το έκδηλο περιεχόμενο των ονείρων. Η πρωταρχική λειτουργία των λέξεων του αγκιτάτορα είναι να απελευθερώσουν αντιδράσεις ικανοποίησης ή απογοήτευσης, των οποίων η τελική συνέπεια είναι να κάνουν το ακροατήριο υποτελές στην προσωπική του ηγεσία… Παραλείπει να διακρίνει ανάμεσα στα ασήμαντα και τα σημαντικά, κανένα παράπονο, καμία δυσαρέσκεια δεν είναι τόσο μικρή για την προσοχή του αγκιτάτορα. Αυτό που γενικεύει δεν είναι μια διανοητική σύλληψη, αυτό που παράγει δεν είναι μια διανοητική επίγνωση των δυσχερειών, αλλά έναν εξερεθισμός του ίδιου του συναισθήματος. Αντί να φτιάξει ένα αντικειμενικό σύστοιχο της απογοήτευσης του ακροατηρίου του, ο αγκιτάτορας τείνει να την παρουσιάζει μέσα από μια φανταστική και περίεργη εικόνα, η οποία αποτελεί μεγέθυνση των ίδιων των προβολών του κοινού. Οι λύσεις του αγκιτάτορα μπορεί να φαίνονται ανάρμοστες και ηθικά σοκαριστικές, αλλά είναι πάντοτε εύκολες, απλές, και οριστικές, όπως οι ονειροπολήσεις. Αντί για την συγκεκριμένη προσπάθεια, την οποία απαιτούν ο ρεφορμιστής και ο επαναστάτης, ο αγκιτάτορας φαίνεται να απαιτεί μόνο τη θέληση να αφήσεις τις αναστολές. Και αντί να βοηθήσει τους ακολούθους του να διυλίσουν το αρχικό συναίσθημα, ο αγκιτάτορας τους επιτρέπει να ενδώσουν σε προσδοκώμενες φαντασιώσεις στις οποίες βίαια απελευθερώνουν εκείνα τα συναισθήματα απέναντι σε δήθεν εχθρούς. Μέσα από την εκμετάλλευση του φόβου της επιβολής χάους, ο αγκιτατορας επιτυγχάνει να εμφανίζεται ως ριζοσπάστης που δεν θα έχει καμία σχέση με απλές αποσπασματικές αλλαγές, την ίδια στιγμή που κατευθύνει τους οπαδούς του μακριά από κάθε υπόνοια μιας θεμελιώδους κοινωνικής αναδιοργάνωσης σ.13.

Πως επιδιώκει ο Αντόρνο να θεωρητικοποιήσει αυτή την «μικροφασιστική» και ανταγωνιστική, αλλά τελικά συντηρητική, επίταση μιας «ασθένειας» που συνενώνει την έννοια της αδυναμίας του δρώντος με τον αποπροσανατολισμό του ταπεινωμένου ατόμου πριν την αινιγματική ολότητα, που εδώ μεταλλάσσεται σε συνωμοσία; Επιχειρεί μια παράκαμψη μέσα από την «Ψυχολογία των Μαζών» του Φρόυντ και την Ανάλυση του «Εγώ». Αυτό που ανακαλύπτει, ειδικά από την στιγμή που συνδέεται με μορφές φασισμού σε ένα μετά-πολεμικό, και συγκεκριμένα μετά-φασιστικό, συγκείμενο είναι ίσως περισσότερο διδακτικό για το παρόν παρά για τον μεσοπολεμικό φιλοσοφικό αναστοχασμό πάνω στο φασισμό ως ένα επαναστατικό φαινόμενο.

Ο Αντόρνο επιχειρεί να μετακινηθεί από τα εργαλεία του αγκιτάτορα που ξεχωρίζουν από τους Λόουενθαλ και Γκούτερμαν, από εκείνα που έχουν ως «απαραίτητα συστατικά τους … τη διαρκή επανάληψη και την σπανιότητα των ιδεών», σ.14 προς την υποκείμενη ψυχολογική δομή. Όπως έχει επισημάνει ο Πίτερ Γκόρντον, στην πολύ πλούσια επισκόπηση του της συνεισφοράς του Αντόρνο πάνω στον αναστοχασμό σχετικά με το φαινόμενο Trump, σ.15 οι στοχασμοί του Αντόρνο προέρχονται από την κατανόηση του φασισμού από την πλευρά του, ως ένα φαινόμενο συνδεδεμένο με την κρίση της αστικής ατομικότητας, τόσο ως ψυχικής εμπειρίας όσο και ως κοινωνικής μορφής. Ή, με τον διαλεκτικό σαρκασμό του Αντόρνο: «Ίσως τουλάχιστον τολμήσουμε την υπόθεση πως η ψυχολογία του σύγχρονου αντισημιτισμού με κάποιο τρόπο προϋποθέτει το τέλος της ίδιας της ψυχολογίας». Όσο για τον Φρόιντσ.16, ο Αντόρνο παρατηρεί πως «ανακάλυψε εντός των μοναδολογικών ορίων του ατόμου τα ίχνη της βαθιάς του κρίσης και της προθυμίας να παραδοθεί αδιαμαρτύρητα σε δυνατούς εξωτερικούς, συλλογικούς δρώντες» σ.17. Ο Αντόρνο στοχεύει στο πρόβλημα του λιμπιντικού δεσμού που απαιτεί ο φασισμός, τόσο κάθετα προς τον ηγέτη (ειδικά υπό το μανδύα ενός είδους παιχνιδιών ναρκισσισμού, όπου ο οπαδός βρίσκει τον εαυτό του να καθρεφτίζεται στην ίδια την αυτό-προσήλωση του ηγέτη) όσο και οριζόντια, προς τον φυλετικό συγγενή ή σύντροφο, αναγνωρίζοντας το  ως ένα τεχνικό, ή ψυχό-τεχνικό, πρόβλημα για τον ίδιο το φασισμό. Σχολιάζοντας την εμμονή των Ναζιστών με το επίθετο «φανατικός» (ήδη το αντικείμενο μιας εξαιρετικής καταχώρισης από τον Βίκτορ Κλέμπερερ στο έργο του Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ) και με την αποφυγή του ρόλου του αγαπημένου πατέρα από τον Χίτλερ, ο Αντόρνο επισημαίνει: «Είναι ένα από τα βασικά δόγματα της φασιστικής ηγεσίας να διατηρεί την πρωταρχική λιμπιντική ενέργεια σε ένα ασυνείδητο επίπεδο, με σκοπό να εκτρέπει τις εκδηλώσεις της με τρόπο που θα ταιριάζει στους πολιτικούς στόχους» σ.18 Αυτή η λιμπιντική ενέργεια προσωποποιείται αναγκαία ως ένας «ερωτικός δεσμός» (στη φροϋδική ορολογία), και λειτουργεί μέσω του ψυχαναλυτικού μηχανισμού της ταύτισης (πάλι, τόσο οριζόντια όσο και κάθετα).

Στο ψυχαναλυτικό επίπεδο, ο φασισμός εκμεταλλεύεται την αντίφαση ανάμεσα στην τάση [conatus]αυτοσυντήρησης του εγώ και των διαρκώς ματαιούμενων επιθυμιών του. Πρόκειται για μια σύγκρουση που «επιφέρει δυνατές ναρκισσιστικές παρορμήσεις οι οποίες μπορούν να απορροφηθούν και να ικανοποιηθούν μόνο μέσα από την εξιδανίκευση ως μερική μεταφορά της ναρκισσιστικής λίμπιντο στο αντικείμενο [δηλαδή στον ηγέτη]… Μετατρέποντας τον ηγέτη στο ιδανικό του, αγαπά τον εαυτό του, όπως ήταν, αλλά ξεφορτώνεται τα σημάδια της απογοήτευσης και της δυσαρέσκειας που παραμορφώνουν την εικόνα που έχει για τον ίδιο του τον εμπειρικό εαυτό». σ.19 Ακόμα περισσότερο, «προκειμένου να επιτρέψει τη ναρκισσιστική ταύτιση, ο ηγέτης πρέπει να εμφανίσει τον εαυτό του ως απόλυτα ναρκισσιστικό.. ο ηγέτης μπορεί να λατρευτεί μόνο εάν ο ίδιος δεν λατρεύει τον εαυτό του»σ.20. Ακόμα και στη γλώσσα του, ο ηγέτης στηρίζεται στην ψυχολογική του ομοιότητα με τους οπαδούς του, μια ομοιότητα που αποκαλύπτεται με τη μέθοδο της άρσης των αναστολών [disinhibition] και πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας «λόγο χωρίς αναστολές αλλά ευρύτατα συνειρμικό» σ.21. «Τo ναρκισσιστικό όφελος που προσφέρεται από τη φασιστική προπαγάνδα είναι εμφανές. Υπονοεί διαρκώς, και μερικές φορές με μάλλον πλάγιους τρόπους, ότι ο οπαδός, απλά ανήκοντας στην κλειστή ομάδα, είναι καλύτερος, σημαντικότερος και καθαρότερος από εκείνους που αποκλείονται. Την ίδια στιγμή, κάθε είδος κριτικής ή αυτογνωσίας προκαλεί την αγανάκτηση ως ναρκισσιστική απώλεια και πυροδοτεί οργή σ.22

Και όμως, το ότι πολύ συχνά ο φασίστας ηγέτης εμφανίζεται ως ένας «υπερβολικός ηθοποιός» [hamactor] και «ακοινώνητος ψυχοπαθής» αποτελεί ένδειξη για το γεγονός πως πρέπει να επικοινωνεί μάλλον λίγη από την αίσθηση της κατωτερότητας του οπαδού, παρά ηγεμονικό μεγαλείο∙ πρέπει να είναι ένας «μέγας μικρός άνδρας». To σχόλιο του Αντόρνο είναι σε αυτό το σημείο κατατοπιστικό:

«H ψυχολογική αμφιθυμία βοηθά να δουλευτεί ένα κοινωνικό θαύμα. Η εικόνα του ηγέτη ικανοποιεί τη διττή ευχή του οπαδού να υπόκειται σε εξουσία και να αποτελεί ο ίδιος εξουσία. Κάτι τέτοιο ταιριάζει σε έναν κόσμο όπου ασκείται παράλογος έλεγχος, αν και έχει χάσει την εσωτερική του πίστη μέσω του καθολικού διαφωτισμού. Οι άνθρωποι που υπακούν στους δικτάτορες καταλαβαίνουν επίσης ότι οι τελευταίοι είναι περιττοί. Συμβιβάζουν αυτή την αντίφαση μέσα από την παραδοχή ότι είναι οι ίδιοι ο αδίστακτος καταπιεστής.»

Αυτή η έλλειψη «εσωτερικής πίστης» στην εξουσία αποτελεί στο μυαλό μου την πραγματική διορατικότητα των στοχασμών του Αντόρνο πάνω στη φασιστική προπαγάνδα, και εκεί όπου κινείται πέρα από τον Φρόιντ, όντας ακόμα παραλυμένος από την εξάρτησή του από την αντιδραστική ψυχολογική ενεργητική της «Ψυχολογίας του Πλήθους» του Λε Μπον. Αυτό συνδέεται για μια ακόμη φορά με το «τέλος της ψυχολογίας», το οποίο αναφέρεται στην κρίση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής ατομικότητας, την οποία ο Αντόρνο θεωρεί ως το εποχικό συγκείμενο της ανάδυσης του φασισμού. Ο ηγέτης-αγκιτάτορας μπορεί να εκμεταλλευτεί την ίδια του την ψυχολογία για να επηρεάσει εκείνη των οπαδών του – «να κάνει έλλογη χρήση του παραλογισμού του», στην τροπή της φράσης κατά τον Αντόρνο – επειδή κι αυτός είναι, επίσης, προϊόν μιας μαζικής κουλτούρας που αφυδατώνει την αυτονομία και τον αυθορμητισμό από το νόημά τους. Σε αντίθεση με την έμφαση του Μπατάιγ και του Μπλοχ στην διαστρέβλωση της επανάστασης από τον φασισμό, για τον Αντόρνο ο ψυχό-κοινωνικός μηχανισμός του βασίζεται στην άρνησή του για καθετί που θα απαιτούσε την κοινωνική ή ψυχική υπέρβαση της καθεστηκυίας τάξης [status quo].

Ο φασισμός παριστάνεται εδώ ως ένα είδος συντηρητικών πολιτικών ανταγωνιστικής αναπαραγωγής, η αναπαραγωγή κάποιων ενάντια σε άλλους, και στο όριο μια αναπαραγωγή που βασίζεται στην μη-αναπαραγωγή τους ή την εξάλειψή τους. Περισσότερο από ένα χειραφετητικό ενδιαφέρον για την ισότητα, ο φασισμός προωθεί έναν “καταπιεστικό εξισωτισμό”, που βασίζεται σε μια ταυτότητα υποτέλειας και σε μια αδελφότητα του μίσους: “Το υπόστρωμα του κακοήθους εξισωτισμού, της αδελφότητας του πλήρους εξευτελισμού, είναι ένα συστατικό της φασιστικής προπαγάνδας και του ίδιου του φασισμού” – σε ένα “κόλπο της ενότητας” του σ.23. Σε μία αυτοκριτική του ψυχολογικού ατομισμού που κυριαρχούσε στην Αυταρχική Προσωπικότητα, ο Αντόρνο τώρα επιχειρηματολογεί πως ο φασισμός δεν έχει ψυχολογικές αιτίες αλλά ορίζει μία «ψυχολογική περιοχή», μια περιοχή κοινή με μη φασιστικά φαινόμενα και που μπορεί να αξιοποιηθεί καθαρά για ίδιον συμφέρον, σε αυτό που αποτελεί μια «ιδιοποίηση της μαζικής ψυχολογίας», «τoν σφετερισμό του ασυνειδήτου από τον κοινωνικό έλεγχο παρά την απόκτηση από τα υποκείμενα συνείδησης του ασυνειδήτου τους». Αυτό είναι «το σημείο καμπής όπου η ψυχολογία παραιτείται». Γιατί; Επειδή αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν είναι μια διαλεκτική έκφρασης ή καταπίεσης μεταξύ του ατόμου και του συνόλου, της μάζας ή της τάξης, αλλά με τα «μεταψυχολογικά απο-ατομικοποιημένα άτομα τα οποία σχηματίζουν φασιστικές συλλογικότητες»σ.24. Και ενώ αυτές οι συλλογικότητες μπορεί να φανούν «φανατικές», η αποφασιστικότητά τους είναι κούφια, αν και όχι λιγότερο επικίνδυνη εξαιτίας αυτού. Εδώ βρίσκεται η «πλαστότητα» του φασιστικού φανατισμού, η οποία για τον Αντόρνο υπήρχε ήδη στο Ναζισμό, στη μετάδοση του δικού του φανατισμού.

Η κατηγορία της «πλαστότητας» εφαρμόζεται τόσο στους ηγέτες όσο και στην πράξη της ταύτισης από την πλευρά των μαζών και την υποτιθέμενη μανία και υστερία τους. Όσο λίγο οι άνθρωποι πιστεύουν στο βάθος της καρδιάς τους ότι οι Εβραίοι είναι ο διάβολος, τόσο ολοκληρωτικά πιστεύουν στον ηγέτη. Δεν ταυτίζονται στην πραγματικότητα με εκείνον αλλά υποκρίνονται αυτή την ταύτιση, επιτελούν τον ίδιο τους τον ενθουσιασμό, και έτσι συμμετέχουν στην παράσταση του ηγέτη τους. Είναι μέσα από αυτή την παράσταση που επιτυγχάνουν μια ισορροπία ανάμεσα στις διαρκώς κινητοποιούμενες ενστικτώδεις ορμές τους και στο ιστορικό στάδιο του διαφωτισμού που έχουν επιτύχει, και το οποίο δεν μπορεί να ανακληθεί αυθαίρετα. Είναι πιθανότατα η υποψία αυτής της πλαστότητας της δικής τους «ψυχολογίας της ομάδας» η οποία κάνει τα φασιστικά πλήθη τόσο ανηλεή και απρόσιτα. Αν μπορούσαν να σταματήσουν για ένα δευτερόλεπτο, η όλη παράσταση θα γινόταν κομμάτια, και θα αφήνονταν εγκαταλελειμμένοι στον πανικό σ.25.

Αυτός ο εν δυνάμει φονικός «ψευδής φανατισμός» διαφέρει από το φανατισμό ενός «αληθινά πιστού» (και μπορούμε να σκεφτούμε πάνω στο ζήτημα που έθεταν συχνά στα ίδια τους τα καθεστώτα οι επαναστάτες φασίστες, από τους Έθνο-Μπολσεβίκους έως τους φουτουριστές,) με τρόπο που υπαινίσσεται ότι τα φασιστικά φαινόμενα εξαρτώνται καθοριστικά από τις ποικίλες εκδοχές του «κόλπου της ενότητας», στις ποικίλες εκδοχές πλασματικής ενότητας. Εδώ οι στοχασμοί του Χαίρους Μπανάτζι για το φασισμό στην Ινδία συμπεριλαμβάνουν μια βασική παρατήρηση, και συγκεκριμένα τις σύγχρονες χρήσεις των σκέψεων του Σαρτρ για την «χειραγωγημένη σειριακότητα», για την ανάλυση της φασιστικής βίας. Η φασιστική «κυρίαρχη ομάδα» λειτουργεί μετασχηματίζοντας τη σειριακή ύπαρξη των ατόμων στην κοινωνική ζωή (τα «μεταψυχολογικά από-ατομικοποιημένα άτομα» του Αντόρνο) σε μια ψευδή ολότητα – που μπορεί να είναι έθνος, κόμμα, ή φυλή (και συχνά και τα τρία). «Η χειραγωγημένη σειριακότητα είναι η καρδιά της φασιστικής πολιτικής», όπως ισχυρίζεται ο Μπανάτζι, διότι ο φασισμός δεν επικαλείται μια οποιαδήποτε μάζα (στην πραγματικότητα, ο φόβος των μαζών ήταν μεταξύ των καταστατικών του ψυχο-πολιτικών παραγόντων, όπως τόσο εύστοχα έχει καταδείξει ο Κλάους Τεϊβελάιτ στην ανάλυση των γραπτών των Φράικορπς στο έργο του Ανδρικές Φαντασιώσεις), αλλά μια μάζα που κατευθύνεται αλλού, που ποτέ δεν «συγχωνεύεται» [fuses] σε μια ομάδα, μια μάζα που πρέπει να παράξει αποτελέσματα σε μακροεπίπεδο συνέχοντας την ομάδα «κατευθύνοντας τη αλλού», ενώ την ίδια στιγμή παραμένει διάσπαρτη. Αυτό είναι το πρόβλημα του φασισμού (και με ένα διαφορετικό αλλά όχι ασύνδετο τρόπο, το πρόβλημα μιας από-πολιτικοποιούμενης φιλελεύθερης δημοκρατίας): Πώς μπορούν οι πολλοί να δράσουν χωρίς να αποκτήσουν συλλογικό φορέα [agency], και πάνω απ’ όλα χωρίς να αναιρούν τους κατευθυντήριους φορείς των λίγων (της ομάδας); Ο Μπανάτζι επιστρατεύει εύστοχα τις εννοιολογικές κατηγορίες του Σαρτρ από την Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου για να σκεφτεί διεξοδικά το φασιστικό «πογκρόμ».

Το πογκρόμ είναι τότε μια ιδιαίτερη περίπτωση αυτής της «συστηματικής κατεύθυνσης προς αλλού», όπου η ομάδα, «προτίθεται να δράσει στις σειρές ώστε να εξάγει μια συνολική δράση απ’ αυτή ως προς την ίδια την ετερότητα». Η καθοδηγητική ομάδα είναι προσεκτική ώστε «να μην επιφέρει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί οργανωμένη δράση μέσα στις αδρανείς συγκεντρώσεις». «Το πραγματικό πρόβλημα σε αυτό το επίπεδο είναι να εξαχθούν οργανικές δράσεις από τις μάζες χωρίς να διαταράσσεται η ιδιότητά τους ως διάσπαρτη μοριακή μάζα, ως σειριακότητα. Έτσι, ο Σαρτρ περιγράφει το πογκρόμ ως «την παθητική δραστηριότητα μιας κατευθυνόμενης σειριακότητας», μια ανάλυση όπου ο όρος «παθητική» υπογραμμίζει το γεγονός ότι η διοικητική ευθύνη είναι ο καθοριστικός παράγοντας στη μαζική κοινοτική βία, καθώς τα άτομα που εμπλέκονται στις διάσπαρτες πράξεις βίας είναι τα αδρανή εργαλεία μιας κυρίαρχης ή καθοδηγητικής ομάδας. Επομένως για τον Σαρτρ η παθητική συνέργεια που συνέχει τη μαζική βάση του φασισμού είναι μια σειριακή συνέργεια, μια «σειριακή ευθύνη», όπως την αποκαλεί, και δεν κάνει καμιά διαφορά, από θέση αρχής, εάν τα άτομα των σειρών ενεπλάκησαν σε βιαιότητες ως μέρος ενός ενορχηστρωμένου κύματος πογκρόμ ή απλά ενέκριναν αυτή τη βία «σε μια σειριακή διάσταση», όπως το θέτει σ.26.

Το γεγονός ότι ο Σαρτρ είδε την σειριακότητα ως κρίσιμη για την ίδια την συγκρότηση του σύγχρονου κράτους και τις πρακτικές της κυριαρχίας του, επίσης υπονοεί ότι τα σύνορα μεταξύ φασιστικής και μη-φασιστικής άλλης-κατεύθυνσης είναι πιο ρευστά απ’ όσο προτείνει η φιλελεύθερη κοινή λογική. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να πούμε επίσης ότι ο φασισμός αριστεύει στη συστηματική χειραγώγηση των σειριακοτήτων που παράγονται από την καπιταλιστική κοινωνική ζωή, διαπλάθοντάς τις σε ψευδο-ενότητες, ψευδείς ολότητες.

Αν αποδεχθούμε το σύμπλεγμα μεταξύ φασισμού και σειριακότητας, μιας πολιτικής που ταυτόχρονα κατευθύνεται-αλλού και στην οποία οι «οριζόντιες σχέσεις» είναι εκείνες της ψευδό-συλλογικότητας και της ψευδό-ενότητας, όπου εσωτερικεύω την κατεύθυνση του Άλλου ως την ομοιότητά μου με ορισμένους άλλους (σκέφτομαι εδώ την αναλογία του Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου, τόμος 1 ανάμεσα στον καθημερινό ρατσισμό και το φαινόμενο του Τοπ Τεν), τότε πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν το αναλύουμε με κατηγορίες που προϋποθέτουν την ύπαρξη πραγματικών ολοτήτων. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι καθήκον μιας κριτικής, ή πραγματικά αντιφασιστικής, Αριστεράς να σταματήσει να επιδίδεται στην περιβάλλουσα ρητορική του λευκού εργάτη ψηφοφόρου ως του υποκειμένου-υποτιθέμενα-ψηφοφόρου της φασιστικής-λαϊκιστικής επιλογής. Κι αυτό όχι μόνον εξαιτίας της κοινωνιολογικής αμφισημίας του εκλογικού επιχειρήματος, ή του τεράστιου πλεονεκτήματος που δίνει στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις, ή ακόμα επειδή επιτρέπει με επιδεικτικό τρόπο κάποιοι ακαδημαϊκοί ή δημοσιογράφοι ή αναγνώστες να ικανοποιούν την αυταρέσκεια τους, ή του τρόπου που επιτρέπει σε μια ορισμένη αριστερά να επιδίδεται σε φαντασιώσεις του τύπου «αν μόνο μπορούσαμε να τους κινητοποιήσουμε…» Πιο θεμελιακά, είναι επειδή, πολιτικά μιλώντας, η εργατική τάξη ως συλλογικότητα, και όχι ως χειραγωγημένη σειριακότητα, δεν υπάρχει (ακόμη). Η ευλογία της με το φάντασμα της χειραφέτησης είναι επομένως βαθιά αποπροσανατολιστική, ανεξάρτητα από τις στατιστικές μελέτες πάνω στην πεμπτουσία των σειριακών φαινομένων, τις εκλογές.

Η απόδοση της υποκειμενικότητας ενός ιστορικού φορέα σε μια ψευδή πολιτική ολότητα δεν μας οδηγεί μόνον άθελά μας να επαναλάβουμε το «κόλπο ενότητας» της φασιστικής προπαγάνδας, αλλά υπονοεί ότι οι χειραφετητικές πολιτικές μορφές και ενέργειες βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή στην κοινωνική ζωή. Για να προβοκάρουμε μπορούμε να προσαρμόσουμε τη δήλωση του Αντόρνο, που αναφέρθηκε νωρίτερα, ως εξής: «[Εμείς] μπορούμε τουλάχιστον να τολμήσουμε την υπόθεση ότι η ταξική ταυτότητα του σύγχρονου ψηφοφόρου του Τραμπ με κάποιο τρόπο προϋποθέτει το τέλος της ίδιας της τάξης». Ένα σημάδι αυτού είναι βέβαια η προσκόλληση στη φυλετική κατηγορία λευκή εργατική τάξη. Ο Αλαίν Μπαντιού σημείωσε κάποτε για τη φρασεολογία της ισλαμικής τρομοκρατίας ότι «όταν ένα κατηγόρημα αποδίδεται σε μια επίσημη ουσία… δεν έχει καμία άλλη συνεκτική λειτουργία από το δίνει ένα υποτιθέμενο περιεχόμενο σε αυτή τη μορφή. Στην «ισλαμική τρομοκρατία», το κατηγόρημα «ισλαμικό» δεν έχει καμιά άλλη λειτουργία εκτός του να παρέχει ένα εμφανές περιεχόμενο στη λέξη «τρομοκρατία» που από μόνη της στερείται οποιουδήποτε περιεχομένου (σε αυτή την περίπτωση, πολιτικού)» σ.27. Η λευκότητα είναι εδώ, όχι μόνον στο επίπεδο του λόγου, αλλά όπως υποστηρίζω και στο επίπεδο της πολιτικής εμπειρίας, το συμπλήρωμα σε ένα πολιτικό κενό ή μια φασματική έννοια της εργατικής τάξης∙ είναι αυτό που επιτρέπει σε έναν ψευδό-συλλογικό φορέα να διαποτίζεται με ένα (τοξικό) ψυχό-κοινωνικό περιεχόμενο. Αυτό είναι όλο και πιο φανερό αν δούμε πόσο αδιάκοπα τόσο στο δημόσιο διάλογο όσο και στους στατιστικούς ψευδό-λογισμούς, προκειμένου να ανήκεις σε αυτή την «εργατική τάξη», η λευκότητα είναι απαραίτητη, ενώ κάθε συγκεκριμένη σχέση προς τα μέσα παραγωγής, είναι, για να το πούμε έτσι, στην καλύτερη περίπτωση προαιρετική. Η φυλετικοποιημένη εμπειρία της τάξης δεν είναι αυτόνομος παράγοντας στην ανάδυση φασιστικών τάσεων μέσα σε ένα καπιταλιστικό κράτος∙ είναι η προβολή του κράτους, μια χειραγωγημένη σειριακότητα, και επομένως μια εμπειρία διαφορετικού είδους από την πολιτική ταξική συνείδηση, και πιθανότατα αμετάβατη προς αυτή. Σε μια εξαιρετική αλλά και ζωτική ανάλυση, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ κάποτε όρισε το ρατσισμό ως συμπλήρωμα του εθνικισμού:

«ο ρατσισμός δεν είναι ‘έκφραση’ του εθνικισμού, αλλά συμπλήρωμα του εθνικισμού ή πιο συγκεκριμένα ένα συμπλήρωμα εσωτερικό στον εθνικισμό, που εκτείνεται πάντοτε πέραν αυτού, αλλά πάντοτε απαραίτητο στη συγκρότηση του και όμως επίσης πάντοτε ανεπαρκές για την επίτευξη του σχεδίου του, ακριβώς όπως ο εθνικισμός είναι ταυτόχρονα απαραίτητος και πάντα ανεπαρκής για την επίτευξη της διαμόρφωσης του έθνους ή του σχεδίου της ‘εθνικοποίησης’ της κοινωνίας … Ως συμπλήρωμα της ιδιαιτερότητας, ο ρατσισμός πρώτα παρουσιάζεται ως υπερ-εθνικισμός. Ο καθαρός πολιτικός εθνικισμός εκλαμβάνεται ως αδύναμος, ως συμβιβαστική θέση σε έναν σύμπαν ανταγωνισμού ή ανελέητου πολέμου (η γλώσσα του διεθνούς ‘οικονομικού πολέμου’ είναι σήμερα πιο διαδεδομένη από ποτέ). Ο ρατσισμός βλέπει τον εαυτό του ως ‘αναπόσπαστο’ εθνικισμό, που έχει νόημα μόνο (και πιθανότητες επιτυχίας) εάν βασίζεται στην ακεραιότητα του έθνους, ακεραιότητα τόσο προς το εξωτερικό όσο και προς το εσωτερικό. Αυτό που ο θεωρητικός ρατσισμός ονομάζει ‘φυλή’ ή ‘κουλτούρα’ (ή και τα δύο μαζί) / είναι επομένως μια διαρκής καταγωγή του έθνους, μια συγκέντρωση των ιδιοτήτων που ανήκουν στους πολίτες του έθνους ‘ως δικές τους’∙ είναι ακριβώς στη ‘φυλή των παιδιών του’ που το έθνος μπορεί να αναλογιστεί την ίδια του την ταυτότητά σε καθαρή κατάσταση. Συνεπώς, πρέπει να ενωθεί γύρω από τη φυλή, με τη φυλή – μια ‘κληρονομιά’ που πρέπει να διατηρηθεί από κάθε είδος υποβάθμισης – να πρέπει να ταυτιστεί τόσο ‘πνευματικά’ όσο και ‘φυσικά’ ή ‘μέχρι το κόκαλο’ (το ίδιο ισχύει και για την κουλτούρα ως υποκατάστατο ή εσωτερική έκφραση της φυλής).» σ.28

Η τάξη, στις σύγχρονες προσπάθειες τόσο να προωθηθούν όσο και να αναλυθούν φασιστικές φαντασιώσεις και πολιτικές «εθνικής αναγέννησης», ρισκάρει να γίνει με τη σειρά της συμπλήρωμα (τόσο του ρατσισμού όσο και του εθνικισμού), προσκολλημένη στους θαλάμους αντήχησης της σειριακής προπαγάνδας. Δεν υπάρχει δρόμος από την ψευδή ολότητα της φυλετικής τάξης που κατευθύνεται-αλλού προς μια αναγέννηση της ταξικής πολιτικής, δεν υπάρχει τρόπος να μετατραπούν οι εκλογικές στατιστικές και οι κακοσχεδιασμένες έρευνες πάνω στο «λαϊκίστικο υποκείμενο», τους «ξεχασμένους άνδρες και γυναίκες», σε ένα τόπο για να ξανασκεφτούμε την αμφισβήτηση του κεφαλαίου, ή να αναλύσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια τα θεμέλια του φασιστικού λόγου. Κάθε τέτοια πρακτική θα χρειαστεί να πάρει αποστάσεις από το ψευδό-ταξικό υποκείμενο που έχει ξεφυτρώσει στην πολιτική σκηνή. Αυτή η ψευδής αναγέννηση του ταξικού λόγου είναι η ίδια τμήμα της απάτης, και ακόμα μια υπενθύμιση ότι ένας σημαντικός κίνδυνος του φασισμού είναι ότι σπέρνει τη γοητεία και τη σύγχυση του απέραντου οπορτουνισμού του στις τάξεις των αντιπάλων του. Αντί να θεωρούμε ότι κάποια υπάρχουσα εργατική τάξη πρέπει να κερδηθεί από τα δολώματα του φασισμού, θα πράξουμε καλύτερα αν αποφύγουμε αυτή την ψευδή ολότητα, και ξανασκεφτούμε την κατασκευή ή σύνθεση μιας τάξης που θα αρνηθεί να γίνει ο φορέας ενός φυλετικού ή εθνικού κατηγορήματος, ως ένα από τα αντισώματα στο φασισμό.

*           *           *

Πρωταρχικές Θέσεις για τον Ύστερο Φασισμό

Θέση 1 (μετά τον Μπλοχ): ο ύστερος φασισμός είναι απαλλαγμένος από τη μη-συγχρονικότητα ή τη μη-συγχρονία – εκτός από την μη-συγχρονία του σύγχρονου, τη νοσταλγία για μια μετά-ουτοπική βιομηχανική νεωτερικότητα.

Θ1 Διορθ. 1 (μετά τον Μπατάιγ): ο φασισμός σήμερα είναι πολύ αδύναμος στο ετερογενές πλεόνασμα που είναι απαραίτητο για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ομοιογένειας, τόσο ως το «κυρίαρχο» (ή επιτακτικό) επίπεδο, όσο και σε εκείνο της «βάσης» (είτε του λούμπεν πλεονάσματος είτε των ασυνείδητων ορμών).

Θ1 Διορθ. 2 (μετά τον Παζολίνι): ο νέος φασισμός είναι φασισμός της ετερογένειας που μεταμφιέζεται ως η απόλαυση [jouissance] της διαφοράς.

Τ2 (μετά τον Φρόιντ και τον Αντόρνο): η ψυχική δομή του φασισμού λειτουργεί μέσω μιας μορφής μαζικού ναρκισσισμού.

Τ3 (μετά τον Αντόρνο): ο ύστερος φασισμός λειτουργεί μέσω μιας επιτέλεσης φανατισμού που στερείται εσώτερης βεβαιότητας, αν και η «πλαστότητα» του δεν συμβάλλει στην ελάττωση της βίας του.

Τ4 (μετά τον Αντόρνο): ο (ύστερος) φασισμός είναι συντηρητική πολιτική της ανταγωνιστικής αναπαραγωγής.

Τ5 (μετά τους Banaji – Σαρτρ): ο (ύστερος) φασισμός δεν είναι η πολιτική μιας τάξης, ομάδας ή μάζας, αλλά μιας χειραγωγημένης σειριακότητας.

Τ6: το φυλετοποιημένο σημαίνον της τάξης λειτουργεί στην παραγωγή και υποδοχή του ύστερου φασισμού ως φάσμα, οθόνη και συμπλήρωμα – του ρατσισμού που με τη σειρά του είναι αναγκαίο συμπλήρωμα του εθνικισμού (ένας μίνιμουμ ορισμός του φασισμού είναι η επιβεβαίωση του συμπληρώματος, και η περισσότερο ή λιγότερο ανοικτή μετατροπή του σε βασικό συστατικό του έθνους – κράτους).

Τ7: ο ύστερος φασισμός καθοδηγείται από μια επιθυμία για το κράτος και ένα μίσος για την κυβέρνηση.

Τ8: ο ύστερος φασισμός αντιδρά εναντίον αυτού που αποτελεί ήδη φιλελεύθερη αντίδραση, δεν είναι αφετηριακά αντεπαναστατικός.

Τ9: ο ύστερος φασισμός δεν εδραιώνεται από την προσπάθεια της άρχουσας τάξης να χρησιμοποιήσει την αυτονομία του πολιτικού προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα εξωτερικό όριο του κεφαλαίου, αλλά σαν παραφυάδα μιας ενδογενούς παρατεταμένης κρίσης νομιμοποίησης του κεφαλαίου, στην οποία το πολιτικό είναι αυτόνομο περισσότερο στο επίπεδο της φαντασίας παρά της λειτουργίας.

Τ10: ο ύστερος φασισμός είναι σύμπτωμα της τοξικής απαξίωσης της σύγχρονης φιγούρας του πολιτικού, δηλαδή ένα «εθνικό και κοινωνικό κράτος» στο οποίο η ιθαγένεια οργανώνεται γύρω από τους άξονες της έθνο-φυλετικής ταυτότητας και της ταυτότητας φύλου, και αρθρώνεται στην εργασία.

___________________________________________________________
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s