ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ…


Alexei-Jawlensky-1911-xx-Head-of-a-Youth-xx-Kunstmuseum-Bern-960x1033.jpg

από Δημήτρης Πούλιος

Ερχόταν τελευταία στο μυαλό του εκείνη η ιστορία που είχε ακούσει στη δουλειά:

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1940, η Αμερικάνικη Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα θα ολοκλήρωνε ένα μεγάλο ανασκαφικό έργο στην Αγορά της Αθήνας και ένα Μουσείο στη Στοά του Αττάλου, γεγονός που θα έφερνε χιλιάδες επισκέπτες στον αρχαιολογικό χώρο. Σαφώς προβληματισμένος με το γεγονός, ο υπεύθυνος ανασκαφών της Σχολής στην Κόρινθο, σκεφτόταν έναν τρόπο που η Αρχαία Κόρινθος θα μπορούσε να ανταγωνιστεί σε επισκέπτες την Αθήνα. Όμως δεν είχε ούτε κονδύλια, ούτε κάποιους άλλους πόρους. Είχε μόνο μια ιστορία. Σύμφωνα με την παράδοση, υποτίθεται ότι κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Κόρινθο τον 1ο αιώνα μ.Χ., ο Απόστολος Παύλος οδηγήθηκε στο Βήμα της Ρωμαϊκής Αγοράς και δικάστηκε με την κατηγορία των «παράνομων δοξασιών». Δεν υπήρχε όμως τίποτα στην ιστορική και αρχαιολογική έρευνα που να υποδείκνυε πού ακριβώς έγινε αυτό ή αν πράγματι έγινε. Ίσως να ήταν στο κέντρο της Αγοράς ίσως και όχι. Έτσι ο υπεύθυνος των ανασκαφών σκαρφίστηκε ένα ψέμα, οριοθέτησε μια περιοχή και είπε ότι εκεί είναι το Βήμα όπου δικάστηκε ο «Απόστολος των Εθνών». Σήμερα ο Αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Κορίνθου έχει σχεδόν τους αντίστοιχους επισκέπτες με αυτό της Αγοράς των Αθηνών. Ένας προορισμός για όλους εκείνους τους πιστούς που ακολουθούν τα βήματα του Αποστόλου Παύλου*.

Σκεφτόταν την δυναμική που μπορούν να έχουν οι αυταπάτες, τη ζωτική δύναμη που μπορεί να έχει ένα ψέμα, μέχρι που η φωνή του αδελφού του τον ταρακούνησε.

  • «Ξύπνα ρε, τι κάθεσαι σα νεκρό κουνάβι».

Είχε ξεχαστεί μέσα στις σκέψεις του. Καθόταν αρκετή ώρα ακίνητος, πράγματι σαν νεκρός, με το βλέμμα καρφωμένο στην θεία του στην άλλη μεριά του τραπεζιού. Εκείνη στιγμιαία του χαμογέλασε, και με τα χέρια γεμάτα λάδια πήρε άλλο ένα κομμάτι αρνί από την πιατέλα στο κέντρο του τραπεζιού.

Περίμενε υπομονετικά, όπως σε κάθε οικογενειακό τραπέζι, την ίδια ερώτηση. Πιθανότατα θα την έκανε ο θείος Μάρκος με μια δόση ειρωνείας, συνοδευόμενος από έναν στοργικό και λίγο συμπονετικό σχολιασμό της ξαδέλφης Ελένης.

Παλιότερα δεν τον πείραζε καθόλου, αντίθετα ήταν ενθουσιασμένος, το έβλεπε κάπως σαν μια παράσταση που έπρεπε να δώσει. Απ’ όλα τα οικογενειακά ακροατήρια αυτό της Κυριακής του Πάσχα ήταν το πιο δύσκολο, το πιο απαιτητικό. Ήταν όλοι και όλες εκεί και ήταν τότε που είχε την μοναδική ευκαιρία να πείσει έναν ξάδελφο που θα τον έβλεπε μια φορά το χρόνο, να την πει σε έναν λίγο άγνωστο οικογενειακό φίλο και να εξηγήσει πράγματα και όρους στη θεία του την Ελένη που πολλές φορές ούτε αυτός καταλάβαινε. Ότι και να γινόταν δεν θα άφηνε κουβέντα να πέσει κάτω, σχόλιο που να μην απαντηθεί, συζήτηση που να μην χωθεί.

Πλέον όμως δεν έχει να πει απολύτως τίποτα. Όλα φαινόταν αδιάφορα, κάθε συζήτηση χωρίς νόημα.

Κάτι όμως έπρεπε να πει. Έτριψε έτσι για μια στιγμή το πρόσωπο του προσεχτικά και έκλεισε τα μάτια με την σκέψη σε όλα εκείνα τα πράγματα που τον κάνανε χαρούμενο. Να λέει αστεία σαν τον καλύτερο κωμικό, να χορεύει σαν τον πιο ακούραστο χορευτή και να ονειρεύεται όπως οι ήρωες των αγαπημένων του βιβλίων. Του άρεσαν πάντα οι μικροί και ταπεινοί, όλοι εκείνοι και εκείνες που παλεύαν για κάτι πέρα από αυτούς. Και ήταν όλοι νέοι. Όπως ο μικρός ράφτης της Σούρπης. του Χατζή*. Θυμόταν σχεδόν απέξω εκείνο το απόσπασμα:

«η μικρή του ζωή ένιωθε να ενώνεται με την μεγαλοσύνη της κοινής ανθρώπινης υπόθεσης. Ο μικρός ράφτης της Σούρπης ονειρευότανε. Τον κόσμο – τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Ονειρευόταν. Αυτό που βρίσκεις εσύ να λείπει στο καφενείο, να λείπει στα κόμματα τα σημερινά. Ο μεγάλος μύθος. Ο ακέριος».

Αλλά τώρα ήταν σαν ο μύθος να είχε τραυματιστεί, η στράτευση άρχισε να κλονίζεται. Στη ζωή εισέβαλαν πάλι, τα μικρά, τα καθημερινά, τα ασήμαντα να καλύψουν το κενό. Αλλά αυτό δεν καλύπτεται με τίποτα. Η δοτικότητα έπρεπε κάπου να στραφεί. Έτσι τα μικρά γιγαντώθηκαν και τα τιποτένια πήραν μυθικές διαστάσεις. Οι νυχτερινοί περίπατοι φτάνανε πλέον μέχρι το πρωί, τα ποτά από ένα-δύο γίνανε εύκολα πέντε και βάλε. Οι χειρότεροι ήταν οι έρωτες. Ερωτευότανε και αγαπούσε σαν να είχε απέναντί του κάθε φορά τη Λίλι Μπρικ. Στην πολιτική ένιωθε ότι όλα σάπιζαν τριγύρω του, έψαχνε αγωνιωδώς από κάπου να πιαστεί και ας είναι η πιο μικρή εξέγερση, στο πιο μακρινό μέρος του κόσμου. Τον έπιανε εύκολα μια τάση προς το μηδενισμό, δεν πίστευε πλέον σε τίποτα. Μήπως και ο μεγάλος του μύθος ήταν εξαρχής αδιέξοδος, ηττημένος; Μήπως ζούσε εν γνώση του σε μια κατάσταση ενός Ιψενικού «ζωτικού ψεύδους», και τώρα που η αλήθεια αποκαλύφθηκε ένιωθε να του πήραν τη χαρά, τη γη κάτω από τα πόδια;

Άλλα θα μπορούσε να πάει διαφορετικά; και γιατί είναι τόσο κακό να ζεις με τις αυταπάτες; Τους πιστούς του Αποστόλου Παύλου στην Αρχαία Κόρινθο δε τους ένοιαζε καθόλου, καθώς στο αθώο ψέμα του αρχαιολόγου βρήκαν διέξοδο για το δικό τους μύθο.

Θα μπορούσε λοιπόν μια αυταπάτη αν αυτή αποτελεί κινητήρια δύναμη, οδηγό για να προχωρήσεις, να αποτελεί κάτι το θετικό κάτι το απελευθερωτικό. Και αν ήταν ο δικός του μύθος, «ο ακέριος», γεμάτος αυταπάτες, ήττες, απογοητεύσεις, αποτυχίες. Ήταν και ένα όνειρο, ένα όραμα για στράτευση και αυτό τον έκανε μοναδικό. Ήταν αυτός ο μύθος που όπως έλεγε ο Μπολάνιο έπεισε πολλούς πως ήταν «η πιο γενναιόδωρη των αιτιών του κόσμου…και παρέδωσαν το λίγο που είχανε, το πολύ που είχανε, τη νιότη τους…χωρίς να περιμένουν κανένα αντάλλαγμα».

Αποφάσισε να προχωρήσει με όλα όσα πίστευε ότι ήταν λάθος και αδιέξοδα, όσα θα τον πληγώνανε και θα τον απογοητεύανε, χωρίς να περιμένει τίποτα. Αυτά που τον ταλαιπωρούσαν περισσότερο «ήταν άλλωστε όλα αυτά που τον συνέδεαν με όλους τους ανθρώπους που ήταν ζωντανοί, ή υπήρξαν ποτέ ζωντανοί»*.

Άρχισε να μπαίνει μουσική, τον φώναξαν να χορέψει. Όπως κατευθυνόταν στην αυτοσχέδια οικογενειακή πίστα σκέφτηκε την προτροπή του Χιλμπέρτο Όουεν, «…πάντα παιδί και πάντα αιώνιος. Αν πρέπει να ζήσω, ας είναι δίχως τιμόνι και σε ντελίριο».

 

*Την ιστορία για το Βήμα του Αποστόλου Παύλου μας την διηγήθηκε περίπου έτσι ο σημερινός υπεύθυνος ανασκαφών της Αρχαίας Κορίνθου. Για την νιότη και την στράτευσή διαβάσαμε την «Ομιλία του Καράκας» του Μπολάνιο. Τον μικρό ράφτη της Σούρπης θα τον βρείτε στο Διπλό Βιβλίο του Χατζή. Στο τέλος αναφερόμαστε σε απόσπασμα συνέντευξης του Τζειμς Μπαλντγουιν από το LIFE το 1953.

Εικόνα: Το κεφάλι ενός νέου του Alexei Jawlensky


Από:https://k-lab.zone/to-paschalino-trapezi/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s