Ο Χίτλερ, η Γερμανία και η αφετηρία του πολέμου στην Ευρώπη…


από

Του Alastair Parker*

ΔΥΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ αποτέλεσαν τον «Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»: ένας στην Ευρώπη και ένας στηνΆπω Ανατολή. Μετά το 1941, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετείχαν και στους δύο. ενώ οι αντίπαλοί τους διεξήγαν ξεχωριστούς πολέμους και, μέχρι τις τελευταίες μέρες, η Σοβιετική Ένωσημαχόταν μόνο στην Ευρώπη. Αυτοί οι δύο πόλεμοι προκλήθηκαν από τις αντιθέσεις που γεννήθηκαν ανάμεσα στις ενέργειες των ηγετών της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, και σε ό,τι οι κυβερνήσεις και οι πολιτικώς ισχυρές ομάδες της Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να αποδεχτούν. Το 1939 η κυβέρνηση της Πολωνίας, με την ενθάρρυνση της Βρετανίας και της Γαλλίας, επέλεξε να πολεμήσει παρά να αφήσει να χαθεί η ανεξαρτησία της Πολωνίας· το 1940, o Μουσολίνι ενέπλεξε με τη θέλησή του την Ιταλία στον ευρωπαϊκό πόλεμο, αλλά μόνον επειδή υπέθεσε ότι ο πόλεμος είχε ήδη κερδηθεί. Οι υπόλοιπες -πολυάριθμες- χώρες που πολέμησαν ή έγιναν αντικείμενο διαμάχης δεν είχαν άλλη επιλογή. Προς το τέλος του πολέμου συνέπραξαν κι άλλα κράτη στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, προκειμένου να νομιμοποιηθούν ως ιδρυτικά μέλη των Ηνωμένων Εθνών: η συμμετοχή τους, συνήθως, ήταν κατ’ όνομα μόνον συμμετοχή.

Οι ενέργειες της Γερμανίας και της Ιαπωνίας και οι αντιδράσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Πολωνίας και των ΗΠΑ εξηγούν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σημαντικότερο είναι να μελετηθεί η Γερμανία· η γερμανική κυβέρνηση άρχισε τον πόλεμο στην Ευρώπη. Αν δεν είχε ήδη ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο η Γερμανία, οι Ιάπωνες δεν θα μπορούσαν να επιτεθούν στη Βρετανική Αυτοκρατορία και στις ΗΠΑ. Το παράδοξο της ναζιστικής εξουσίας στη Γερμανία ήταν ότι η χιτλερική κυβέρνηση ήταν ταυτόχρονα μη αντιπροσωπευτική και δημοφιλής. Μόνο ένα μικρό ποσοστό Γερμανών θα ενέκρινε προκαταβολικά τις επεκτατικές, βίαιες και φονικές ενέργειες του Χίτλερ, παρ’ ότι το δικτατορικό του καθεστώς είχε κερδίσει προφανώς την υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας για αρκετά χρόνια και τη σχεδόν πλήρη συναίνεση μέχρι το τέλος. Η υποστήριξη των Γερμανών προς τον Χίτλερ οφειλόταν στην άγνοιά τους για τα δεινά που έμελλε να προκαλέσει το καθεστώς του. Βέβαια, οι εθνικοί στόχοι που συγκινούσαν τους περισσότερους Γερμανούς δύσκολα θα μπορούσαν να επιτευχθούν ειρηνικά· όμως αυτό δεν καθιστούσε αναπόφευκτο έναν πανευρωπαϊκό πόλεμο. Χρειάστηκε η ιδιαίτερη σκληρότητα και επικινδυνότητα που προσέδωσαν οι ναζί στη γερμανική εξωτερική πολιτική.

Η Ευρώπη και οι κύριοι συνασπισμοί κρατών τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Η Ευρώπη και οι κύριοι συνασπισμοί κρατών τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν ο Χίτλερ τις εξωτερικές υποθέσεις επιδοκιμαζόταν, τουλάχιστον μέχρι το 1941, επειδή οι προφανείς στόχοι της πολιτικής του ανταποκρίνονταν στα αισθήματα των περισσότερων πολιτικοποιημένων Γερμανών, μολονότι οι αληθινές επιδιώξεις του ίδιου του Χίτλερ ήσαν πολύ πιο προωθημένες: να βγει νικητής από έναν αγώνα ζωής και θανάτου, τον οποίο πυροδότησε ο ίδιος.

Ο Χίτλερ και οι ναζί ήρθαν στην εξουσία χάρη στην υποστήριξη των Γερμανών ψηφοφόρων το 1932 (37% και 33% των ψήφων στις δύο εκλογές για το Ράιχσταγκ) και λόγω του γεγονότος ότι ορισμένοι ισχυροί μη Ναζιστές πολιτικοί προτίμησαν να συνεργαστούν με τους ναζί και να τους εκμεταλλευτούν παρά να συμμαχήσουν με τους σοσιαλιστές κατά των πρώτων. Η πικρία, η μνησικακία και οι φόβοι που γεννήθηκαν από την οικονομική κρίση και τις υποτιθέμενες πολιτικές αδικίες εξηγούν τη μαζική λαϊκή υποστήριξη αυτού του εθνικιστικού και απολυταρχικού κόμματος. Ζωτικό για την επιτυχία των ναζί και για την επακόλουθη συναίνεση στην επιθετική εξωτερική πολιτική του Χίτλερ, ήταν το ότι οι Γερμανοί πίστευαν πως η οικονομική και πολιτική αδικία ήταν απότοκη της επιβολής και της αναγκαστικής εφαρμογής τηςΣυνθήκης των Βερσαλλιών από τους αρπακτικούς ξένους. Ελάχιστοι Γερμανοί ένιωθαν «ενοχή» για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο^ δεν αντιλαμβάνονταν ότι οι οδυνηρές συνέπειες του πολέμου αυτού, όπως αποτυπώθηκαν στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, αντιπροσώπευαν μια δικαιολογημένη τιμωρία. Οι «επανορθώσεις», η υποχρέωση να ξεπληρωθούν οι ζημιές που υπέστησαν οι Σύμμαχοι στη διάρκεια του πολέμου, προκαλούσαν ιδιαίτερη οργή επειδή θεωρούνταν άδικες και ολέθριες. Για τον μεγάλο πληθωρισμό του 1923 -που κατέστησε τελικά το γερμανικό νόμισμα άχρηστο, επιφέροντας στασιμότητα στην οικονομία- και για την ύφεση μετά το 1929 -που κορυφώθηκε με το πέρασμα στην ανεργία του μισού σχεδόν βιομηχανικού εργατικού δυναμικού το 32- οι Γερμανοί έριξαν το φταίξιμο στην εκδικητική πολιτική των ξένων και ειδικά των Γάλλων. Στην πραγματικότητα, ο μεν πληθωρισμός οφειλόταν κυρίως στη γερμανική αντίδραση στις επανορθώσεις, η δε ύφεση στην απόσυρση κεφαλαίων από αμερικανούς επενδυτές, τα κίνητρα των οποίων δεν χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη εχθρότητα προς τους Γερμανούς, όπως και στην αυστηρή αντιπληθωριστική πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης. Εντούτοις, η στάση των ξένων -ειδικά όπως φάνηκε με τη γαλλοβελγική κατοχή του Ρουρ το 1923 και την απροθυμία των Γάλλων να συνεργαστούν για να χαλαρώσει η πίεση στις γερμανικές τράπεζες το 1931- δικαιολογούσε φαινομενικά την πεποίθηση ότι οι οικονομικές καταστροφές της Γερμανίας οφείλονταν στις δόλιες προθέσεις των ξένων.

Τα σύνορα που καθορίστηκαν με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών πρόσφεραν ακόμη περισσότερα ερείσματα στον ξενόφοβο εθνικισμό. Μερικοί Γερμανοί αποδοκίμαζαν τον συνεχιζόμενο διαχωρισμό των γερμανόφωνων Αυστριακών από τη Γερμανία, όπως και την κυριαρχία των Τσέχων επί των γερμανόφωνων συμπατριωτών τους μετά τη διάλυση της μοναρχίας των Αψβούργων και τη σύσταση της Τσεχοσλοβακίας. Ακόμη περισσότεροι Γερμανοί θεωρούσαν άδικο το ότι στο νέο πολωνικό κράτος Πολωνοί κυβερνούσαν Γερμανούς. Άλλες πλευρές της Συνθήκης των Βερσαλλιών, όπως η απώλεια των γερμανικών αποικιών, ενοχλούσαν ομάδες ιδιαίτερων συμφερόντων. Τέλος, ένα τμήμα της γερμανικής κοινωνίας με σημαντική επιρροή αγανακτούσε με τους περιορισμούς που επέβαλε η Συνθήκη στο μέγεθος και τον εξοπλισμό του γερμανικού στρατού.

Οι ναζί υποστηρίχτηκαν από το λαό επειδή εξωτερίκευαν το μίσος τους για τους ξένους, αλλά και λόγω του πανικού που δημιούργησε η οικονομική καταστροφή στα χρόνια της Ύφεσης, από το 1929 ως το 1932. Οι ναζί κατηγορούσαν συλλήβδην σοσιαλιστές και καπιταλιστές, και τους κατήγγειλαν ως αφιλοπάτριδες και διεθνιστικών αντιλήψεων όργανα της αλλοδαπής κακοβουλίας και εκμετάλλευσης. Η σοσιαλιστική υπονόμευση, υποστήριζαν οι ναζί, έφερε την ήττα της Γερμανίας το 1918, και εν συνεχεία πράκτορες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού, ειδικότερα ο Στρέζεμαν -που σε όλη την πενταετία 1924¬29 διακήρυττε ότι οι Γερμανοί έπρεπε να τηρήσουν τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών- υποτάχθηκαν πειθήνια στις επιταγές των Συμμάχων. Η μεγάλη ύφεση του μεσοπολέμου έπληξε τη Γερμανία σκληρότερα από κάθε άλλη μεγάλη βιομηχανική χώρα. To 1932, η ύφεση κατέστησε τους ναζί το ισχυρότερο πολιτικό κόμμα. Λίγοι ήσαν οι εργάτες που στράφηκαν προς τους ναζί: συνολικά, οι ψήφοι των σοσιαλιστών (SPD) και των κομμουνιστών (KPD) παρέμειναν σταθερές όσο δυνάμωναν οι ναζί. Η μαζική υποστήριξη προήλθε κυρίως από τη μεσαία τάξη και τον αγροτικό πληθυσμό. Η μεσαία τάξη εύκολα πίστεψε ότι η ύφεση ήταν αποτέλεσμα των σοσιαλιστικών ιδεών, εκφραστές των οποίων ήσαν κατ’ εξοχήν τα -υποτίθεται- ιδιοτελή και κοντόφθαλμα συνδικάτα. Τα μεσαία στρώματα πρόθυμα πίστεψαν πως η αντίσταση της εργατικής τάξης στην πτωτική τάση των μισθών και στις περικοπές των δημοσίων δαπανών για την κοινωνική πρόνοια ήταν βλακώδης και επιζήμια για όλους, και πως καθυστερούσε την ανάκαμψη που θα επιτυγχανόταν με μείωση των μισθών και εμπιστοσύνη στο γερμανικό νόμισμα.

Η έκκληση των ναζί προς την εργατική τάξη στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια αποτελεσματικότατη έκκληση προς τους άλλους: ισχυρίζονταν ότι ήσαν υπεράνω τάξεων, ότι αγωνίζονταν για ένα κράτος και μια κυβέρνηση υπεράνω ταξικών συγκρούσεων και ότι ήθελαν να δώσουν τέλος στις τριβές μεταξύ εργατών και εργοδοσίας, που μόνο φθορά προκαλούσαν. Γι’ αυτό και οι εκκλήσεις τους απευθύνονταν σε ανθρώπους «απροκατάληπτους και μετριοπαθείς». Ενάντια στους πιο ακραίους υποστηρικτές της ταξικής σύγκρουσης, τους Κομμουνιστές, οι ναζί υπόσχονταν σκληρό αγώνα: μια πολύ ευπρόσδεκτη προοπτική για εκείνους που τρόμαζαν βλέποντας πόσο εύθραυστο ήταν πλέον το κοινωνικό πλαίσιο και φοβόνταν την ανατροπή του. Η επιμονή των ναζί στην ανάγκη να επιδειχτεί πνεύμα αλτρουισμού, αυτοθυσίας και συνεργασίας για το κοινό καλό, εκτός από τη μεταρρυθμιστική διάσταση έδωσε στον αγώνα τους μια χροιά υψηλοφροσύνης – κάτι που διευκόλυνε με το παραπάνω τους εχθρούς του σοσιαλισμού να νιώθουν ανυστερόβουλοι.

Οι ναζί υποστηρίχθηκαν από ένα δυσανάλογα μεγάλο αριθμό νέων ψηφοφόρων, ίσως λόγω της αντίθεσής τους στα κόμματα με ταξικό προσανατολισμό. Μόνο ένα μη σοσιαλιστικό κόμμα διατήρησε τη δύναμη των ψηφοφόρων του, το κόμμα του Κέντρου, το οποίο είχε αταξικό προσανατολισμό μέσω της σχέσης του με την καθολική Εκκλησία. Ο ισχυρισμός των ναζί ότι είχαν απαγκιστρωθεί από τις ταξικές συγκρούσεις φαινόταν να επαληθεύεται από την έχθρα που εκδήλωναν απέναντι στον υπερβολικό ιδιωτικό πλουτισμό, απότοκο -όπως έλεγαν- του διεθνούς καπιταλισμού. Σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής ύφεσης, ο διασυρμός επιτυχημένων κεφαλαιοκρατών ως συνωμοτικών καθαρμάτων είχε ευρεία απήχηση, ιδιαίτερα σε οφειλέτες, σε σκληρά αγωνιζόμενους αγρότες και μικροκτηματίες. Ήταν ξεκάθαρο ότι οι ναζί θα έκαναν διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων, αλλά λίγοι ψηφοφόροι θα μπορούσαν να είχαν διανοηθεί τις οργανωμένες δολοφονίες στις οποίες θα επιδιδόταν η γερμανική κυβέρνηση στα χρόνια του πολέμου. Το 1932, o αντισημιτισμός απομάκρυνε πιθανώς περισσότερους Γερμανούς από όσους προσέλκυε. Εντούτοις, είχε κάποια απήχηση -το εύρος της οποίας είναι αδύνατο να αξιολογηθεί με ακρίβεια- στους αγρότες που αγανακτούσαν λόγω των χρεών τους σε πλούσιους, στους μικρούς καταστηματάρχες που δυσφορούσαν με τον ανταγωνισμό των μεγάλων καταστημάτων, και σε διπλωματούχους -δικηγόρους ή γιατρούς, για παράδειγμα- οι οποίοι απέδιδαν τις επαγγελματικές αποτυχίες ή την μη απασχόλησή τους στα άδικα πλεονεκτήματα που απολάμβαναν οι Εβραίοι χάρη στην αλληλεγγύη που υπαγόρευε η κουλτούρα κι η θρησκεία τους. Οι ψήφοι υπέρ των ναζί εξέφραζαν τους φόβους και τα μίση που είχε προκαλέσει η στέρηση ή ο φόβος της στέρησης. Οι ναζί υπέθαλπαν και εκμεταλλεύονταν την καχυποψία μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, ενώ την ίδια στιγμή αυτοπροβάλλονταν ως σημαιοφόροι της εθνικής ενότητας.

Ωστόσο, σε όλες τις εκλογές που είχαν γίνει πριν αναλάβει Καγκελάριος ο Χίτλερ, η πλειονότητα ψήφιζε κατά των ναζί. Μια ένοπλη κατάληψη της εξουσίας θα ήταν αδύνατη, ενάντια σε ένα στρατό και μια αστυνομία, στην αφοσίωση των οποίων μπορούσε με σιγουριά να υπολογίζει ο Πρόεδρος ΣτρατάρχηςΧίντενμπουργκ και οι υπουργοί της επιλογής του. Για να έρθουν οι ναζί στην εξουσία με συνταγματικές διαδικασίες χρειαζόταν η βοήθεια μη ναζιστών. Το 1930, όταν διαλύθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση (εξαιτίας διαφωνιών για το αν θα έπρεπε να περικοπούν οι κυβερνητικές δαπάνες με τη μείωση είτε των αμυντικών εξοπλισμών είτε του κόστους ανακούφισης των χαμηλών στρωμάτων) διορίστηκε καγκελάριος οΜπρύνινγκ. Ο Χίντενμπουργκ και οι σύμβουλοί του υπολόγιζαν ότι ο Μπρύνινγκ θα απέφευγε την εξάρτηση από τους σοσιαλιστές στο Ράιχσταγκ, ώστε να μπορέσει να διατηρήσει ή ακόμη και να αυξήσει τις δαπάνες για την άμυνα. Όταν όμως φάνηκε πως δεν μπορούσε να περιμένει καμία συνεργασία από τους ναζί, ο Μπρύνινγκ αναγκάστηκε τελικά να στηριχτεί στην «ανοχή» και στη μισοκαλυμμένη υποστήριξη των σοσιαλιστών.

Το 1932 οι σοσιαλιστές στις τοπικές κυβερνήσεις άρχισαν να υποστηρίζουν ότι οι ναζί θα έπρεπε να χαλιναγωγηθούν, ειδικότερα η βίαιη συμπεριφορά των SA, των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου. Ανάγκασαν την κυβέρνηση να επιτεθεί στα SA, υποχρεώνοντας έτσι τον Μπρύνινγκ να συνεργαστεί με το κόμμα τους κατά των ναζί. Η συνεργασία αυτή υλοποιήθηκε στις προεδρικές εκλογές του 1932, όταν οι σοσιαλιστές υποστήριξαν τον Χίντενμπουργκ προκειμένου να μείνει ο Χίτλερ στη δεύτερη θέση. Ο Χίντενμπουργκ και οι στενοί συνεργάτες του, οι οποίοι επιθυμούσαν προπάντων να αποδυναμώσουν τον σοσιαλισμό και να ενισχύσουν τον στρατό, προσπάθησαν να ξεφύγουν από αυτή την ανεπιθύμητη συμμαχία ανακαλύπτοντας μιαν άλλη μέθοδο συνεργασίας με τους ναζί. Για να γίνει αυτό, απομάκρυναν τον Μπρύνινγκ και δοκίμασαν έναν άλλον για Καγκελάριο, τον Φραντς φον Πάπεν. Ο τελευταίος καθαίρεσε την κυβέρνηση της Πρωσίας, στην οποία οι σοσιαλιστές κρατούσαν θέσεις-κλειδιά, ακύρωσε τα μέτρα κατά των SA και πρόσφερε στον Χίτλερ τη θέση του αντικαγκελαρίου. Ο Χίτλερ όμως αρνήθηκε να δεχτεί μια υποδεέστερη θέση και αρνήθηκε να δώσει στον Πάπεν τις ψήφους των ναζί στο Ράιχσταγκ. Ο στρατός, πάλι, δεν ήταν διόλου πρόθυμος να αποδεχτεί μια στρατιωτική δικτατορία υπό τον Πάπεν αφού -σύμφωνα με τον επίσημο πολιτικό εκπρόσωπό του, τον Στρατηγό φον Σλάιχερ- δεν ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να τα βάλει ταυτόχρονα με τους ναζί, τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές. Έτσι έγινε ο ίδιος ο Σλάιχερ Καγκελάριος και προσπάθησε να συνεργαστεί με τα συνδικάτα και να διασπάσει τους ναζί ώστε να αποδυναμώσει τον Χίτλερ. Δεν τα κατάφερε όμως· και τον Ιανουάριο του 1933 τρεις ήταν οι επιλογές: (α) εκ νέου εξάρτηση από τους σοσιαλιστές, (β) στρατιωτική δικτατορία, (γ) αποδοχή των όρων του Χίτλερ. Ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ πείστηκε, κυρίως από τον Πάπεν και τον Στρατηγό Μπλόμπεργκ, ότι ακόμη και με τον Χίτλερ Καγκελάριο δεν κινδύνευαν τα συμφέροντα του στρατού και των Γερμανών συντηρητικών.

Αφότου έγινε Καγκελάριος ο Χίτλερ, επιμένοντας και πετυχαίνοντας να αναλάβουν οι ναζί τον έλεγχο των υπουργείων Εσωτερικών και Αστυνομίας της Πρωσίας και του Ράιχ, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του και χρησιμοποίησε τα διευρυμένα Τάγματα Εφόδου [SA] για τον εκφοβισμό των πολιτικών, ενώ για τον Χιντενμπουργκ και την ηγεσία του στρατού επιφύλαξε την κολακεία και τη δωροδοκία, υποσχόμενος στον στρατό ανεξαρτησία και περαιτέρω διεύρυνση. Πέτυχε τη διάλυση όλων των άλλων κομμάτων, ενώ η ψήφιση της Νομιμοποιητικής Πράξης προσέδωσε μια νομική επίφαση στη δικτατορία του. Το μεγάλο του πρόβλημα όλο το 1933 και στις αρχές του 1934 ήταν ότι για να εκφοβίσει τους πολιτικούς έπρεπε να πλήξει ορισμένες ομάδες που διατηρούσαν κοινωνικές και πολιτικές επαφές με τον στρατό. Ακόμη χειρότερα, οι ηγέτες των SA και πολλά μέλη τους ήθελαν μια ριζοσπαστικοποίηση της γερμανικής κοινωνίας και υψηλότερες θέσεις για τους ίδιους. Οι βαθμοφόροι των SA, υποστήριζαν, έπρεπε να έχουν εξέχουσα θέση, ανάλογη των αξιωματικών του στρατού. Όμως ο τακτικός στρατός φοβόταν μήπως κατακλυστεί από αυτούς. Έτσι, το καλοκαίρι του 1934 o Χίτλερ βρέθηκε υποχρεωμένος να διαλέξει: είτε θα χρησιμοποιούσε τα SA για να φέρει σε πέρας μια κοινωνική επανάσταση και να αναδείξει νέα πρόσωπα με εξουσία και επιρροή είτε θα κατέπνιγε τις φιλοδοξίες των ηγετών τους και θα συνεργαζόταν με το κατεστημένο, με τους αφέντες που είχαν στα χέρια τους τον πλούτο, την ιδιοκτησία και την επιρροή. Τον Ιούνιο του 1934, ένας ανεξακρίβωτος αριθμός μελών της ηγεσίας των SA -κάπου ανάμεσα στα 100 με 200 άτομα- θανατώθηκαν, μαζί τους και κάποιοι παλιοί πολέμιοι του Χίτλερ, όπως ο Σλάιχερ.

σοβιετική αφίσα για τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο
σοβιετική αφίσα για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο

Από τότε μέχρι το 1938. ακολούθησε μια περίοδος ομαλοποίησης και σχετικής ευυποληψίας. Επανήλθε η τάξη. Οι διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων γίνονταν με απαγορευτικά νομοθετικά διατάγματα παρά με κατάφωρη βία. Η βία κατά των πολιτικών αντιπάλων των ναζί βρισκόταν κρυμμένη πίσω από τα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Στο εξής, η ναζιστική Γερμανία κυβερνιόταν από δύο -μερικώς μόνο συνδεόμενες- ομάδες: αφ’ ενός οι επίσημες δημόσιες υπηρεσίες, δικαστικοί, εκπαιδευτικοί, αξιωματικοί, επιχειρηματίες και αστυνομία, και αφ’ ετέρου το κόμμα, με τις δικές του ιεραρχίες και σφαίρες επιρροής. Αυτές οι δύο ομάδες εξουσίας ανέχονταν η μια την άλλη δίχως αμοιβαία κατανόηση ή σεβασμό· κι έτσι το Τρίτο Ράιχ συνδύαζε με τάξη την παλιομοδίτικη εντιμότητα και αποτελεσματικότητα πολλών πλευρών των κυβερνητικών και στρατιωτικών υπηρεσιών, με την ισχυρή επιρροή των βάναυσων, ασύδοτων και ενίοτε ανεπαρκών μηχανισμών που κυριαρχούνταν από το κόμμα. Η οκνηρία του Χίτλερ και η ασάφεια των σκέψεών του συνέβαλλαν στο να κατισχύει πολιτικά: αποφεύγοντας να κάνει επιλογές ανάμεσα σε αντικρουόμενες επιδιώξεις και μεθόδους ενίσχυε τη θέση του ως επιδιαιτητής. Οι φανατικοί ναζί, οι συντηρητικοί (αν και λιγότερο δικαιολογημένα) ακόμη και εκείνοι που πίστευαν στη νομιμότητα, μπορούσαν να συνεχίζουν να θεωρούν τον Χίτλερ ως τον σύμμαχό τους κατά των υπολοίπων. Το αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τη ρητορική ιδιοφυΐα που τον καθιστούσε μοναδικό και αδιαφιλονίκητο ηγέτη των ναζί, ήταν να καθιερωθεί ως πραγματικός δικτάτορας, ως απόλυτος άρχοντας – όχι με τον τρόπο ενός Φιλίππου Β’ της Ισπανίας ή ενός Ναπολέοντα, δηλαδή ως σκληρά εργαζόμενου κυβερνήτη που διερευνά κάθε πτυχή της αυτοκρατορίας του, αλλά με την έννοια ότι αυτός ήταν πάντοτε η ύστατη λύση, ο τελικός κριτής, υπεράνω συγκρουόμενων υφισταμένων και αλληλεπικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων.

Μέχρι το 1939, που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, η υποστήριξη στο πρόσωπο του Χίτλερ είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Στην αρχή η κυβέρνησή του συνέχιζε απλώς τα οικονομικά προγράμματα των Πάπεν και Σλάιχερ, αλλά μέσα σε μερικούς μήνες τα επέκτεινε, προσθέτοντας προγράμματα δημοσίων έργων μεγάλης κλίμακας, και από το 1934 και μετά αυξήθηκε ο επανεξοπλισμός. Το 1935 επανήλθε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Αποτέλεσμα: μέχρι το 1936 η ανεργία είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Ήσαν τόσο εκτεταμένοι οι πόροι που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την ύφεση, ώστε στα τέλη της δεκαετίας του ’30 η γερμανική οικονομική αναγέννηση ήταν σε θέση να προσφέρει σε όλο το εργατικό δυναμικό ένα βιοτικό επίπεδο ίσο με εκείνο που απολάμβανε ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης το 1932, μεγαλύτερα κέρδη, αυξημένο εισόδημα για τους αγρότες και μια παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού που ξεπερνούσε την αντίστοιχη παραγωγή κάθε άλλης χώρας. Δεν έγιναν, βέβαια, εκλογές ή ψηφοφορίες για να ερευνηθεί η κοινή γνώμη, αλλά φαίνεται καθαρά ότι μέχρι τα τέλη του 1938 η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών είχε αποδεχτεί το καθεστώς. Ο Χίτλερ μπορούσε πλέον να στραφεί στους εξωτερικούς στόχους του ως κυρίαρχος μιας ισχυρής, ενωμένης χώρας.

Ποιοι ήσαν αυτοί οι στόχοι; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί προσεκτικά, μια που σε αυτούς τους στόχους, αν υπήρξαν, θα βρεθούν τα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετοί σοβαροί ιστορικοί θεωρούν ανώφελη τη διερεύνηση, για έναν από τους δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι ο Χίτλερ, άσχετα από τις όποιες προσωπικές του επιθυμίες, πρέπει να θεωρείται προϊόν των αναπόδραστων κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων που γεννά ο καπιταλισμός, και που οδήγησαν νομοτελειακά στη ναζιστική δικτατορία και τον ευρωπαϊκό πόλεμο. Αληθεύει, βεβαίως, ότι ο Χίτλερ δεν θα μπορούσε να κερδίσει την εξουσία χωρίς τη διεθνή ύφεση, που αποτελούσε κι αυτή επακόλουθο του τρόπου οργάνωσης των καπιταλιστικών οικονομιών. Αλήθεια είναι επίσης ότι το καθεστώς, ως επί το πλείστον, αποδείχτηκε συμβατό με τα συμφέροντα των Γερμανών επιχειρηματιών. Ο γερμανικός καπιταλισμός, ωστόσο, δεν χρειαζόταν τον πόλεμο. Το αντίθετο μάλιστα: η εθνικιστική εξωτερική πολιτική που ακολουθήθηκε πριν από το 1939 πρόσφερε τη βάση για σταθερή γερμανική ευημερία, με την προϋπόθεση ότι ο Χίτλερ θα συμφωνούσε να σταματήσει τον επανεξοπλισμό. Χώρες-παραγωγοί πρώτων υλών στη νοτιοανατολική Ευρώπη και Λατινική Αμερική, όπως και βιομηχανικές χώρες -ιδιαίτερα το Ηνωμένο Βασίλειο- ήσαν έτοιμες να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες της Γερμανίας. Η συνεργασία με τη Σοβιετική Ένωση αποδείχτηκε εφικτή το 1939. Αν αληθεύει ότι ο «καπιταλισμός» υπαγόρευσε την καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης, η υποτιθέμενη μαριονέτα του επέδειξε απίθανη αδεξιότητα όταν τα έβαλε ταυτόχρονα και με τη Βρετανική Αυτοκρατορία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για την ικανοποίηση των καπιταλιστικών συμφερόντων υπήρχαν πιο αποτελεσματικοί και λιγότερο επικίνδυνοι δρόμοι από το μονοπάτι που ακολούθησε η Γερμανία του Χίτλερ μετά το 1939.

Ο δεύτερος λόγος που κάποιοι απορρίπτουν την υπόθεση πως ο Χίτλερ είχε «σχέδια» ή «στόχους», είναι ότι δυσκολευόμαστε να εντάξουμε τις ενέργειές του σε ένα σαφές σχήμα, και ότι οι δικαιολογίες που ο ίδιος πρόβαλλε για τις ενέργειές του και οι προθέσεις του, όπως τις εξέθετε, στερούνται συνοχής και συνέπειας. Βγαίνει έτσι το συμπέρασμα πως ο Χίτλερ και οι ναζί παρακινούνταν από μια άκριτη τάση για βία, ή ότι η κυριαρχία τους στη Γερμανία, μαζί με τη δικτατορία του Χίτλερ, χρειάζονταν τη δικαιολογία ενός ατελείωτου αγώνα ενάντια σε εχθρούς των οποίων η ταυτότητα ανά πάσα στιγμή καθοριζόταν από τυχαίες περιστάσεις. Αυτή η ερμηνεία έχει αρκετά ερείσματα. Το ότι ο Χίτλερ υπήρξε τόσο δημοφιλής μέσα στη Γερμανία οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον θεατρικό τρόπο με τον οποίο ερμήνευε τον ρόλο του ως σωτήρα του γερμανικού λαού από επικίνδυνους εχθρούς. Και -μπορεί να πει κανείς- το 1938 χρειάστηκαν νέοι εχθροί. Η συλλογιστική αυτή ταιριάζει στον εξαιρετικά συγκεχυμένο και απροσδιόριστο χαρακτήρα του καθεστώτος. Ως «Φύρερ», ο Χίτλερ διεύθυνε την κυβέρνησή του μέσω υφιστάμενων αλλά ανταγωνιστικών ατόμων και οργανώσεων τηρώντας επαμφοτερίζουσα στάση ως επιδιαιτητής, επενέβαινε απρόθυμα και απέφευγε να δεσμεύεται προσωπικά σε συγκεκριμένες θέσεις. Σπανίως γίνονταν συζητήσεις γενικής πολιτικής· ή, αν όντως γίνονταν, ήταν ανεπίσημες συζητήσεις ανάμεσα στον Χίτλερ και σε λίγα έμπιστα πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Οι αποφάσεις του Φύρερ, επομένως, εμφανίζονταν αυθαίρετα, χωρίς διάλογο, χωρίς να εξαρτώνται από κάποιες γενικές αρχές ή να αιτιολογούνται ως μέσα επίτευξης συμφωνημένων στόχων. Η περιβόητη απροθυμία του Χίτλερ να παίρνει αποφάσεις ενισχύει την εντύπωση ότι έλειπαν οι κατευθυντήριες αρχές για τη λήψη αποφάσεων, ότι οι πράξεις του εξαρτώνταν από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ότι γίνονταν απλώς για να διασφαλίζεται η επιβίωση του καθεστώτος.

αφίσα των ναζί
αφίσα των ναζί

Δεν μπορούμε να διαψεύσουμε πειστικά το επιχείρημα ότι ο Χίτλερ χρειαζόταν τις συνεχόμενες κρίσεις και καταστάσεις ανάγκης στην εξωτερική πολιτική, διότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν είχε προσπαθήσει να κυβερνήσει δίχως αυτές. Σίγουρα θα μπορούσε να είχε δοκιμάσει μια διαφορετική πορεία το 1939: να περιορίσει τους εξοπλισμούς, να αποκτήσει με ειρηνικό τρόπο δικαιώματα εις βάρος της Πολωνίας, να διασφαλίσει εμπορικές πιστώσεις και ξένα δάνεια και να σταθεροποιήσει έτσι τη Γερμανία ως την ισχυρότερη ευρωπαϊκή δύναμη. Η δυσκολία να φανταστούμε τον Χίτλερ ως ηγέτη μιας τόσο ειρηνικής και συντηρητικής Γερμανίας δεν οφείλεται τόσο στη δυσκολία της εξασφάλισης υποστηρικτών της δικτατορίας σε τόσο ήρεμες συνθήκες, όσο στη δυσκολία να πιστέψουμε ότι ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να τις αποδεχτεί. Πιθανότερο είναι ότι ο Χίτλερ πίστευε ειλικρινά πως ήταν προορισμένος να οδηγήσει τη Γερμανία σε έναν αναπόφευκτο, όπως πίστευε, εθνικό και φυλετικό αγώνα ζωής και θανάτου και ότι – όπως συνέβη- η συνεχής κρισιμότητα των καταστάσεων δικαιολογούσε τη ναζιστική δικτατορία.

Στα γραπτά και στις καταγεγραμμένες ιδιωτικές ομιλίες του Χίτλερ εμφανίζονται μονίμως δύο θέματα: η ανάγκη «επίλυσης του εβραϊκού προβλήματος» και η ανάγκη εξασφάλισης «ζωτικού χώρου» για τους Γερμανούς. Η συντριβή των Εβραίων θα προστάτευε τη φυλετική καθαρότητα των Γερμανών, ενώ ο «ζωτικός χώρος» θα τους ισχυροποιούσε στον αγώνα για επιβίωση, ο οποίος διεξαγόταν, όπως θεωρούσε ο Χίτλερ, ανάμεσα σε ανταγωνιστικά έθνη και φυλές. Οι λεπτομερείς απόψεις του για το πώς θα έπρεπε να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι ήσαν ασαφείς και ανακόλουθες. «Ο Εβραίος» έπρεπε να καταπολεμηθεί – αλλά η «τελική λύση», η μαζική δολοφονία, δεν έγινε πριν από το 1941. «Ζωτικός χώρος» σήμαινε εδάφη για την εγκατάσταση των Γερμανών αγροτών και πηγή πρώτων υλών για τη γερμανική βιομηχανία. Ο Χίτλερ υποστήριζε την ένοπλη επέκταση για τη δημιουργία μιας υπό γερμανική κυριαρχία ευρωπαϊκής επικράτειας που θα του πρόσφερε αυτάρκεια σε καιρό πολέμου και υποστήριξη σε αγώνες κατά ενδεχόμενων εσωτερικών ανταγωνιστών. Αυτό απαιτούσε επέκταση «προς ανατολάς» – που συνήθως σήμαινε: προς την Ευρωπαϊκή Ρωσία. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο μεγαλύτερος αντικειμενικός στόχος που είχε ο Χίτλερ στη ζωή του ήταν η καταστροφή της Σοβιετικής Ένωσης και η εκμετάλλευση των ρωσικών πόρων από τη Γερμανία. Ακόμη κι εδώ, ωστόσο, ο Χίτλερ υπήρξε αντιφατικός· στις αρχές του 1939 ήταν ολοφάνερο ότι προσπαθούσε να συνεργαστεί με την Πολωνία κατά της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά για μερικούς μήνες του 1939 και του 1940 φαίνεται πως είχε κάνει σοβαρές προσπάθειες να συνεργαστεί με τη Σοβιετική Ένωση στη βάση συμφωνημένων σφαιρών επιρροής και ήταν, μάλιστα, έτοιμος να αποδεχτεί ως «ζωτικό χώρο» το γερμανικό μερίδιο της Πολωνίας· και φυσικά, ο υπουργός του των Εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ, είχε την άδεια να διαπραγματεύεται στη βάση αυτών και μόνο των κατευθυντήριων γραμμών. Αντίθετα, στα τέλη του 1940, o Χίτλερ αποφάσισε να κατακτήσει τη Ρωσία και να εκμεταλλευτεί ως «ζωτικό χώρο» και τη Ρωσία και την Πολωνία.

Η κατάκτηση «ζωτικού χώρου» και, μάλιστα, ο «αγώνας» που, σύμφωνα με τον Χίτλερ, η Γερμανία δεν μπορούσε να αποφύγει, απαιτούσε στρατιωτική ισχύ. Πριν από το 1939, ο Χίτλερ προωθούσε με συνέπεια την επιτάχυνση του ρυθμού και την κλιμάκωση του γερμανικού επανεξοπλισμού. Τον Αύγουστο του 1936 παρουσιάζει τις σκέψεις του γραπτώς -ένα σπάνιο συμβάν μετά την άνοδό του στην εξουσία- σε μιαν έκθεση για τους στόχους του Τετραετούς Σχεδίου, ενός συνόλου οικονομικών μέτρων που θα καθιστούσε τη Γερμανία όσο το δυνατόν πιο αυτάρκη. Ο Χίτλερ κατέληγε: «Ο γερμανικός στρατός πρέπει σε τέσσερα χρόνια να είναι κατάλληλος για επιχειρήσεις· η γερμανική οικονομία πρέπει σε τέσσερα χρόνια να είναι έτοιμη για πόλεμο». Δεν ορίστηκαν προτεραιότητες ανάμεσα στον στρατό ξηράς, την αεροπορία και το ναυτικό ή ανάμεσα σε μη στρατιωτική και στρατιωτική παραγωγή. Ούτε χαράχτηκε κάποια επεκτατική στρατηγική. Εδώ, όπως και αλλού, οι στόχοι του Χίτλερ επιδιώχθηκαν μέσα από μια σειρά αυτοσχεδιασμών. Ένας πολιτικός και στρατηγικός αυτοσχεδιασμός πυροδότησε τον πόλεμο στην Ευρώπη: η επίθεση στην Πολωνία το 1939.

Η κλίση του Χίτλερ προς την ένοπλη επιθετικότητα, σε συνδυασμό με τη θεωρία του περί αναπόφευκτου διαρκούς αγώνα επιβίωσης μεταξύ εθνών και φυλών, ήταν βέβαιο πως θα οδηγούσε σε πόλεμο. Το πώς και το πότε, και το ίδιο το γεγονός ότι ξέσπασε ο πόλεμος, ήταν κυρίως αποτέλεσμα της βρετανικής πολιτικής. Οι βρετανικές κυβερνήσεις δεν αντιτάχθηκαν καθόλου στην αυξανόμενη γερμανική ευημερία· μάλιστα, θεωρούσαν βέβαιο ότι η γερμανική ευημερία αποτελούσε μία από τις προϋποθέσεις της βρετανικής ευημερίας. Τα γερμανικά παράπονα για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών αντιμετωπίζονταν με κατανόηση από πολλούς Βρετανούς πολιτικούς. Στη δεκαετία του 1920, ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Βρετανία πίεζε τη Γαλλία να υποχωρήσει στο θέμα του «αφοπλισμού» (πράγμα που θα σήμαινε, να επιτραπεί στη Γερμανία μερικώς ο επανεξοπλισμός) και στο θέμα των επανορθώσεων. Και τέλος, ελάχιστη ήταν η βοήθεια της Βρετανίας προς τη Γαλλία για την τήρηση των εδαφικών όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Οι περισσότεροι Βρετανοί θα έβλεπαν με καλό μάτι μια ισχυρή, ευημερούσα και ειρηνική Γερμανία. Η ναζιστική Γερμανία απόκτησε ισχύ και ευημερία, αλλά απείχε πολύ από το να θεωρείται ειρηνική. Οι βρετανικές κυβερνήσεις έβλεπαν σ’ αυτήν μια μεγάλη απειλή: δεν ήταν τόσο ο φόβος μιας άμεσης απειλής κατά των βρετανικών συμφερόντων αν και οι ναζί υπέθαλπαν και ενθάρρυναν την απαίτηση ορισμένων μη ναζιστικών κύκλων, να επιστραφούν στη Γερμανία οι προπολεμικές αποικίες της, ο ίδιος ο Χίτλερ δεν πρόβαλε τούτη την απαίτηση, ή την αντιμετώπιζε ως ασύμβατη με την αγγλογερμανική αμοιβαία κατανόηση που ισχυριζόταν πως επιθυμούσε. Οι γερμανικές εμπορικές μέθοδοι παρέβλαπταν το βρετανικό εμπόριο στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική, αλλά ο αντίκτυπος στο σύνολο του βρετανικού εμπορίου ήταν πολύ μικρός για να προκαλέσει ένοπλη αντίδραση κατά της Γερμανίας. Βρετανοί υπουργοί, μάλιστα, φαίνεται πως πίστευαν πως μια αμιγώς οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας στην νοτιοανατολική Ευρώπη ήταν ένα αποδεκτό τίμημα για την ειρήνη.

Ωστόσο, οι προετοιμασίες των Γερμανών για πόλεμο και όλα όσα μπορούσε να διακρίνει κανείς στις προθέσεις του ναζιστικού καθεστώτος, υπαινίσσονταν μια στρατιωτική εκδοχή της ανατολικοευρωπαϊκής επέκτασης. Ο Χίτλερ είχε την ελπίδα ότι οι Βρετανοί θα του άφηναν τα χέρια ελεύθερα στην ανατολή, με αντάλλαγμα την αναγνώριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από τη Γερμανία και την αποδοχή καταστάσεων έξω από την Ευρώπη, ίσως μάλιστα και εντός της δυτικής Ευρώπης. Το πρόβλημα όμως, από τη σκοπιά των Βρετανών, ήταν ότι ο Χίτλερ και η ναζιστική Γερμανία, αν δεν εμποδίζονταν, κατά πάσα πιθανότητα θα κυριαρχούσαν πολιτικά στην ανατολική Ευρώπη. Αν η βρετανική αδιαφορία ανάγκαζε και τη Γαλλία να εγκαταλείψει επίσης την ανατολική Ευρώπη, η Σοβιετική Ένωση θα απομονωνόταν και μια που δεν θεωρούνταν ικανή να πολεμήσει μόνη της τη Γερμανία, είτε θα αντιμετώπιζε την καταστροφή είτε θα αναγκαζόταν να συμπράξει στα όποια σχέδια του Χίτλερ. Εν συνεχεία, στην Ευρώπη, η Γαλλία δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της και θα αντιμετώπιζε την ίδια επιλογή. Η φιλοπόλεμη ναζιστική κυβέρνηση θα οργάνωνε κατόπιν την Ευρώπη, προκειμένου να καταστήσει τη Γερμανία πανίσχυρη στρατιωτικά. Απέναντι σε μια τέτοια γερμανική οργάνωση της Ευρώπης, η Βρετανία δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ, και θα βρισκόταν κι αυτή εξαρτώμενη από την καλή θέληση της Γερμανίας. Η βρετανική κυβέρνηση θεώρησε πως ήταν υποχρεωμένη να προσπαθήσει να ανακόψει αυτή την εξέλιξη εφ’ όσον μπορούσε, κι έτσι το 1939 ενθάρρυνε δύο συμμαχικές χώρες, τη Γαλλία και την Πολωνία, να διακινδυνεύσουν έναν πόλεμο προκειμένου να αναχαιτιστεί η προέλαση του Χίτλερ. Αυτός ήταν ο λόγος που ξέσπασε ο πόλεμος: η ανάμιξη της βρετανικής κυβέρνησης στην ηπειρωτική Ευρώπη για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων.

Οι βρετανικές κυβερνήσεις, ωστόσο, ακόμη και το 1939, δεν σκέφτονταν αποκλειστικά με τέτοιους όρους· πίστευαν ότι προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ειρήνη, αναζητούσαν με προσοχή τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να γίνει αυτό και, γενικώς, δεν θεωρούσαν αναγκαίο να εξηγούν, ούτε καν στον εαυτό τους, πως η ειρήνη πρέπει να διατηρηθεί με όρους που θα καθιστούσαν τη βρετανική ανεξαρτησία και ευημερία ασφαλή από εξωτερικές απειλές. Αυτό, όπως και οι πραγματικά σημαντικοί στόχοι της πολιτικής, θεωρούνταν δεδομένο. Λίγες συζητήσεις γίνονταν για το τι θα σήμαινε στην πράξη η απώλεια της βρετανικής ανεξαρτησίας: το πιθανότερο θα ήταν να απαιτήσει η εξοπλισμένη και ακαταμάχητη Γερμανία την επιστροφή των αποικιών της πριν από το 1914. H ναζιστική απειλή φαινόταν πολύ μεγαλύτερη από αυτό το ενδεχόμενο, αλλά πάλι, ήταν δύσκολο να εξηγηθεί ποια ακριβώς πράγματα απειλούνταν. Αυτή η ασάφεια σχετικά με το τι συνιστούσε τα βρετανικά συμφέροντα που χρειάζονταν υπεράσπιση, διευκόλυνε την έκφραση της πολιτικής με όρους υψηλοφροσύνης την οποία απαιτούσε το πλέον διακριτό τμήμα του εκλογικού σώματος. Το κράτος δικαίου, η μη επιθετικότητα, η τήρηση των αρχών της Κοινωνίας των Εθνών και τα δικαιώματα των ασθενέστερων εθνών έπρεπε να διασφαλιστούν με ειρηνικά μέσα. Όλα αυτά συμπυκνώνονταν στην πολιτική του «Κατευνασμού» – μιας ιδέας που υποστηριζόταν μαζικά, μέχρι που ο Τσάμπερλαιν και οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε το 1938 για την επίτευξή της άρχισαν να την περιάγουν σε ανυποληψία. «Κατευνασμός» σήμαινε μια ειρηνική Γερμανία. Για να τον επιτύχουν, οι βρετανικές κυβερνήσεις ανέμειξαν συμβιβασμό και εξαναγκασμό, τις προσπάθειες για μια ειρηνική διευθέτηση των θεμιτών αιτιάσεων της Γερμανίας με απειλές για αντίσταση κατά της γερμανικής επιθετικότητας. Όσο περνούσε ο καιρός, και ολοένα και περισσότεροι στα κέντρα λήψης αποφάσεων, καθώς και οι πολιτικοί παρατηρητές, έχαναν την πίστη τους στη δυνατότητα σύναψης ανθεκτικών συμφωνιών με τον Χίτλερ, ενισχυόταν και το στοιχείο του εξαναγκασμού στη βρετανική πολιτική.

Οι παραχωρήσεις που έγιναν στη Γερμανία αρχικά ήσαν αναπάντεχα πενιχρές: από το 1933 μέχρι το ’35 νομιμοποιήθηκε ο γερμανικός επανεξοπλισμός με αντάλλαγμα συμφωνημένα όρια της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος, και, το 1936 και το ’37, έγιναν προσπάθειες να εξασφαλιστεί η ειρηνική στάση της Γερμανίας με αντάλλαγμα είτε την παραίτησή της από την «αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη» -που σήμαινε την απαγόρευση στρατιωτικής δραστηριότητας στη γερμανική Ρηνανία (περιοχή που οι Γερμανοί ούτως ή άλλως προσάρτησαν τον Μάρτιο του 1936)- είτε μια πολύ περιορισμένη ανάκτηση των προπολεμικών γερμανικών αποικιών. Αυτή η σιγουριά ότι εύκολα θα κατευναζόταν η Γερμανία, πήγαζε από την πεποίθηση ότι η αρχική αιτία της επιθετικότητας των ναζί ήταν ότι οι Γάλλοι επέμειναν να συμμορφωθούν απολύτως οι Γερμανοί στη Συνθήκη των Βερσαλλιών μόλις παρακάμπτονταν οι γαλλικές κυβερνήσεις ή πείθονταν να μετριάσουν την άτεγκτη στάση τους, όλα θα πήγαιναν καλά.

Η πεποίθηση αυτή κλονίστηκε το 1935, όταν η Γερμανία προχώρησε σε απροκάλυπτο επανεξοπλισμό παραβιάζοντας κατάφωρα τη συνθήκη, αλλά και το 1936, με τη βίαιη επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας. Στις αρχές του 1936, η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να επανεξοπλιστεί για πιθανό πόλεμο. Το 1936 και το ’37, ωστόσο, συνέχιζε να αναζητά κάποιο δέλεαρ προκειμένου να πείσει τις γερμανικές αρχές να τηρήσουν ειρηνική στάση και να περιορίσουν τους εξοπλισμούς τους. Αυτό το δέλεαρ αναζητούνταν ακόμη στις παραχωρήσεις των αποικιών. Μόλις το 1938, η βρετανική κυβέρνηση υπό τη στιβαρή ηγεσία του πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλαιν χάραξε νέα γραμμή παρέμβασης στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη για την διευθέτηση πολιτικών παραχωρήσεων στις γερμανικές απαιτήσεις. Οι Βρετανοί θιασώτες του κατευνασμού επιθυμούσαν τον συγκερασμό ασυμβίβαστων επιδιώξεων. Ήλπιζαν να αλλάξουν την Ευρώπη ώστε να την κάνουν αποδεκτή από τον Χίτλερ (ή, αν δεν το κατάφερναν, να την κάνουν αποδεκτή από άλλους Γερμανούς που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τον Χίτλερ) και ταυτόχρονα να προλάβουν μια αδιαφιλονίκητη γερμανική στρατιωτική κυριαρχία στην Ευρώπη. Τους Βρετανούς δεν τους πολυενδιέφεραν οι λεπτομέρειες των απαραίτητων αλλαγών στην κεντρική και στην ανατολική Ευρώπη· παρ’ όλα αυτά, η επιδίωξη ενός τέτοιου τύπου «κατευνασμού» καθιστούσε τη Βρετανία το κύριο εμπόδιο στη γερμανική επέκταση.

Το Μάρτιο του 1938, o Χίτλερ και ο Γκέρινγκ (ο οποίος διατηρούσε ακόμη την πρωτοκαθεδρία μεταξύ εκείνων που προσπαθούσαν να επηρεάσουν τον Φύρερ) χρησιμοποίησαν βία για να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση της Αυστριακής Δημοκρατίας στη Γερμανία. Σχεδόν αμέσως, ενθαρρυμένοι οι Σουδήτες Γερμανοί, οι οποίοι ζούσαν στις παραμεθόριες περιοχές της δυτικής Τσεχοσλοβακίας, ενός από τα νέα κράτη που είχαν δημιουργηθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαίτησαν να εισακουστούν οι αιτιάσεις τους – δίκαιες και μη. Φάνηκε έτσι στον ορίζοντα μια πρώτης τάξεως διεθνής κρίση: αν η Γερμανία εξαπέλυε επίθεση στην Τσεχοσλοβακία, η Γαλλία ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει τη δεύτερη· η Σοβιετική Ένωση ήταν επίσης δεσμευμένη από την Συνθήκη να βοηθήσει την Τσεχοσλοβακία. Και αν η Γαλλία εμπλεκόταν σε πόλεμο με τη Γερμανία, ήταν σχεδόν βέβαιο πως θα συρόταν σ’ αυτόν και η Βρετανία.

Το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο μελέτησε δύο τρόπους για να αποτραπεί αυτή η πιθανή εξέλιξη. Ο ένας ήταν να προστεθεί και μια βρετανική υπόσχεση βοηθείας εάν η Τσεχοσλοβακία δεχόταν επίθεση, αλλά η ιδέα αυτή απορρίφθηκε. Ο Τσάμπερλαιν και ο υπουργός εξωτερικών Λόρδος Χάλιφαξ θεώρησαν ότι αυτό ίσως επέσπευδε έναν πόλεμο που μπορούσε να αποφευχθεί, ενώ άλλοι υπουργοί φοβούνταν ότι η βρετανική άμυνα κατά γερμανικών αεροπορικών επιθέσεων δεν ήσαν ακόμη αρκετά ισχυρή ώστε να διακινδυνεύσουν έναν πόλεμο. Αντί γι’ αυτό, συμφώνησαν να ενθαρρύνουν την ικανοποίηση των γερμανικών αιτιάσεων κατά των Τσεχοσλοβάκων. Θα προειδοποιούσαν τον Χίτλερ ότι η Βρετανία ίσως να βοηθούσε τους Τσέχους αν δέχονταν γερμανική επίθεση· και στον Πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας Μπένες θα έλεγαν να μην περιμένει βρετανική βοήθεια αν σκόπευε να τηρήσει παράλογη στάση. Πείστηκε και η γαλλική κυβέρνηση να πει τα ίδια.

Τον Σεπτέμβριο του 1938 o Χίτλερ απείλησε με πόλεμο αν δεν εισακούονταν οι γερμανικές αιτιάσεις. Ο Βρετανός πρωθυπουργός μετέβη αεροπορικώς στο Μπερχτεσγκάντεν για να συναντήσει τον Χίτλερ, όπου υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να τακτοποιήσει την ειρηνική μεταβίβαση του κατοικημένου από Γερμανούς τσεχικού εδάφους. Οι Γάλλοι πείστηκαν να ασκήσουν πιέσεις στην τσεχοσλοβακική κυβέρνηση να συμφωνήσει, και ο Τσάμπερλαιν επέστρεψε τελικά για να τακτοποιήσει τα πάντα με τον Χίτλερ στο Γκόντεσμπεργκ. Ο Χίτλερ, προσπαθώντας να απομονώσει την Τσεχοσλοβακία προκειμένου να την τσακίσει ολοκληρωτικά, απαίτησε επίσπευση της μεταβίβασης. Ο Τσάμπερλαιν υποχρεώθηκε τότε από το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο να πείσει τον Χίτλερ να υποχωρήσει, απειλώντας με πόλεμο. Η απειλή τελεσφόρησε, κι έτσι τα πράγματα οδηγήθηκαν στη Συμφωνία του Μονάχου, όπου οι Γερμανοί αποδέχτηκαν μια μικρή καθυστέρηση στην παραχώρηση του τσεχοσλοβακικού εδάφους. Χωρίς να αποτελεί, συνεπώς, έναν απόλυτο θρίαμβο για τον Χίτλερ, η Συμφωνία του Μονάχου φάνηκε εκ των υστέρων σαν μια αγγλογαλλική υποχώρηση.

Αυτό το αποκορύφωμα της «πολιτικής κατευνασμού» έχει εγείρει έντονες αντιπαραθέσεις. Λέγεται ότι το «Μόναχο» πολλαπλασίασε τις πιθανότητες να ξεσπάσει πόλεμος. Αν η Βρετανία κι η Γαλλία «όρθωναν το ανάστημά τους στον Χίτλερ», θα τον είχαν αναγκάσει να αποδεχτεί την ήττα ή, αν επιχειρούσε πόλεμο, θα ανατρεπόταν· υπήρχαν -τουλάχιστον, τέτοιες πληροφορίες είχαν οι Βρετανοί- στρατιωτικοί σε θέσεις-κλειδιά, έτοιμοι να εκθρονίσουν τον Χίτλερ αν οι απαιτήσεις του στην Τσεχοσλοβακία συναντούσαν τη σθεναρή αντίσταση των δυτικών Συμμάχων. Αντ’ αυτού, το «Μόναχο» ενίσχυσε το γόητρο του Χίτλερ και μείωσε τις πιθανότητες οποιασδήποτε χαλιναγώγησής του στο μέλλον. Επιπλέον η Γερμανία κέρδισε σε δύναμη, ιδιαίτερα χάρη στην εξουδετέρωση του τσεχοσλοβακικού στρατού. Η συμπεριφορά των Συμμάχων, οι πιέσεις προς την Τσεχοσλοβακία να παραδοθεί, δυσκόλεψαν την συσπείρωση για μελλοντική αντίσταση κατά της Γερμανίας• μάλιστα, είναι πολύ πιθανό η Συμφωνία του Μονάχου να ανάγκασε τον Στάλιν να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του για οργάνωση της αντίστασης κατά του Χίτλερ, οδηγώντας τη Σοβιετική Ένωση στην υπογραφή του σοβιετοναζιστικού συμφώνου, τον Αύγουστο του 1939. Το ότι αγνοήθηκαν τα σοβιετικά συμφέροντα -η Ρωσία αφέθηκε έξω από τις διαπραγματεύσεις του Μονάχου-προκάλεσε πολλά επικριτικά σχόλια στη Δύση εκείνη την εποχή, κυρίως επειδή αυτό ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της Κοινωνίας των Εθνών και του δόγματος της «συλλογικής ασφάλειας». Η Κοινωνία των Εθνών είχε πάρα πολλούς υποστηρικτές στη Βρετανία, κυρίως στις τάξεις των φιλελεύθερων, των προοδευτικών και των σοσιαλιστών, ως όργανο αποτροπής πολέμων. Αλλά οι βρετανικές κυβερνήσεις σκόπιμα παρέκαμψαν την Κοινωνία των Εθνών (και τη Σοβιετική Ένωση, που μετά το 1935 κατείχε εξέχουσα θέση στην Κοινωνία των Εθνών) επειδή πίστευαν ότι θα τους δυσκόλευε περισσότερο στην επίτευξη συμφωνιών με τον Χίτλερ.

Η πιο αποτελεσματική απάντηση που θα μπορούσε να έχει δώσει ο Τσάμπερλαιν σε αυτές τις επικρίσεις ήταν ότι «ορθώνοντας το ανάστημά του στον Χίτλερ», με ή χωρίς την Κοινωνία των Εθνών και τη Σοβιετική Ένωση, διακινδύνευε έναν πόλεμο τον οποίο οι Γερμανοί «συνωμότες» ίσως δεν ήταν σε θέση να αποτρέψουν. Οι πιθανότητες να κερδίσει η Γερμανία έναν πόλεμο που θα ξεσπούσε το 1938 φαίνονταν μεγαλύτερες, για τον λόγο ότι μια γερμανική αεροπορική επίθεση κατά της Βρετανίας μπορούσε να καταφέρει ένα «εξουθενωτικό πλήγμα»· ήταν προτιμότερο, επομένως, να αναβληθεί ο πόλεμος για αργότερα· το 1939, η βρετανική αντιαεροπορική άμυνα θα ενισχυόταν σημαντικά με ραντάρ μεγαλύτερης εμβέλειας και περισσότερα μονοθέσια μαχητικά αεροσκάφη. Αυτό το επιχείρημα ωστόσο δεν εμπόδισε, ούτε τότε ούτε αργότερα, τις εχθρικές εκδηλώσεις κατά του Τσάμπερλαιν. Ένας λόγος ήταν ότι είχε διαφανεί, ήδη πριν από το Μόναχο -και αργότερα φάνηκε ακόμη πιο ξεκάθαρα- πως ο Τσάμπερλαιν δεν αναζητούσε έναν ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο να εξαναγκάσει τον Χίτλερ, αλλά αντιθέτως πίστευε, με κάποιες περιστασιακές αμφιβολίες, ότι είχε ανακαλύψει μια μέθοδο διασφάλισης της ειρήνης μέσω συμφωνιών. Το Μόναχο έδειχνε τον δρόμο της «Ειρήνης για την Εποχή μας». Γι’ αυτό και μετά το Μόναχο ο Τσάμπερλαιν αποστρεφόταν και αντιδρούσε σε εκείνες τις πολεμικές προετοιμασίες για τις οποίες πίστευε ότι, επειδή αποτελούσαν πρόκληση για τον Χίτλερ, θα δυσκόλευαν πολύ τις ειρηνικές λύσεις. Δεν συμμεριζόταν πλήρως τον αυξανόμενο σκεπτικισμό για τη δυνατότητα ειρήνης με τη ναζιστική Γερμανία.

Υπήρχαν πολλοί λόγοι γι’ αυτόν το σκεπτικισμό. Κατ’ αρχάς, ο Χίτλερ -αντιδρώντας οργισμένα στην επιτάχυνση του επανεξοπλισμού της Βρετανίας, που αναγκάστηκε να εξαγγείλει ο Τσάμπερλαιν μετά το Μόναχο, κατόπιν εντολής του υπουργικού συμβουλίου- κατέστησε σαφές ότι ήταν αντίθετος σε κάθε ανάμιξη των Βρετανών στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έπειτα, οι βίαιες επιθέσεις κατά των Εβραίων της Γερμανίας τη«Νύχτα των Κρυστάλλων», (9 με 10 Νοεμβρίου του 38) προκάλεσαν αποστροφή για το ναζιστικό καθεστώς και μείωσαν την αξιοπιστία του. Τον Ιανουάριο του 1939, προέκυπτε από αδιάψευστα στοιχεία ότι ο Χίτλερ ήταν τόσο αγανακτισμένος με το ενδιαφέρον της Βρετανίας για διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη που σκεφτόταν να εξαπολύσει μια προειδοποιητική επίθεση εναντίον της, ίσως και μετά από εισβολή στην Ολλανδία. Πάνω απ’ όλα, τον Μάρτιο του 1939, γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν ό,τι είχε απομείνει από τα τσεχικά εδάφη της Τσεχοσλοβακίας και πρόσφεραν στη Σλοβακία μιαν υποτυπώδη ανεξαρτησία.

Ύστερα από αυτό, οι περισσότεροι πολιτικοί -και, απ’ όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, οι περισσότεροι Βρετανοί πολίτες- πείστηκαν ότι η μέγιστη πολεμική προετοιμασία, η επιτάχυνση των επανεξοπλισμών και η ενθάρρυνση συμμαχιών κατά της Γερμανίας, ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποσοβηθεί ένας πόλεμος – είτε με τον εκφοβισμό του Χίτλερ είτε με το να πειστούν έτσι κάποιοι μετριοπαθείς Γερμανοί (στρατιωτικοί, επιχειρηματίες και τραπεζίτες) να συγκρατήσουν τον Χίτλερ, ίσως με τη βοήθεια του Γκέρινγκ.

Το καλοκαίρι του 1939, η κοινή βρετανική πεποίθηση ότι έπρεπε να τεθεί ένας περιορισμός -ενισχυμένος με μια σαφή απειλή για χρήση βίας- στην επεκτατικότητα του Χίτλερ, ήταν συνέπεια της αποτυχίας των αποφασιστικών προσπαθειών για ειρηνική συνεργασία με τη Γερμανία. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως θα μπορούσε οποιαδήποτε βρετανική κυβέρνηση να είχε αποφύγει τέτοιες προσπάθειες, και επίσης δύσκολο να πιστέψει ότι η βρετανική κοινή γνώμη θα πειθόταν να αποδεχτεί το ρίσκο ενός άλλου ευρωπαϊκού πολέμου χωρίς να έχουν προηγηθεί οι προσπάθειες αυτές. Ο Τσάμπερλαιν συμμεριζόταν την άποψη ότι χρειαζόταν περισσότερη πυγμή, αλλά έτρεφε ακόμη την ελπίδα ότι μπορούσε να οδηγήσει τη Γερμανία -τον ίδιο τον Χίτλερ-, σε ειρηνικό συμβιβασμό. Γι’ αυτό και συμφώνησε μεν με την βρετανική δέσμευση, στα τέλη Μαρτίου του 1939, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρόσφερε κάθε υποστήριξη στους Πολωνούς αν γινόταν οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση κατά της Πολωνίας, την οποία η πολωνική κυβέρνηση θα αντιμαχόταν ως απειλή για την πολωνική εθνική ανεξαρτησία’ από την άλλη όμως προσπάθησε σκληρά αλλά ανεπιτυχώς να αποτρέψει το υπουργικό του συμβούλιο, από μια αγγλογαλλική προσπάθεια να εξασφαλιστεί η συμμαχία των Ρώσων, η οποία, όπως πίστευε, πραγματικά θα μείωνε τις πιθανότητες να αποποιηθούν οι Γερμανοί τη χρήση βίας, επειδή θα αισθάνονταν περικυκλωμένοι. Πιθανό να έφταιγε η στάση του Τσάμπερλαιν στις διαπραγματεύσεις, που αναγκάστηκε τελικά ο Στάλιν να επιλέξει τη συμφωνία με τη Γερμανία αντί να συμβάλει στην αντίσταση κατά του Χίτλερ.

Τον χειμώνα του 1938/9 έγιναν συνομιλίες μεταξύ του Πολωνού Υπουργού Εξωτερικών Μπεκ, του Γερμανού ομολόγου του Ρίμπεντροπ και του ίδιου του Χίτλερ. Οι Γερμανοί ζήτησαν σχετικά μικρές παραχωρήσεις από την Πολωνία ώστε να επιλυθούν οι πολωνογερμανικές διαφορές. Το Ντάντσιχ -που από το 1919, παρά τον συντριπτικά γερμανικό πληθυσμό του, τελούσε υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών ως ξεχωριστή «Ελευθέρα πόλη»- θα επιστρεφόταν στη Γερμανία· και ο Πολωνικός Διάδρομος, μια λωρίδα γης που έδινε στην Πολωνία ασφαλή πρόσβαση στο Ντάντσιχ και τη θάλασσα, και που απόκοβε την Ανατολική Πρωσία από την υπόλοιπη Γερμανία, θα διασχιζόταν από μια δίοδο επί της οποίας η Γερμανία θα είχε ειδική δικαιοδοσία. Σε αντάλλαγμα, οι Γερμανοί υπαινίχθηκαν ότι θα βοηθούσαν να επεκταθεί η πολωνική επιρροή ή επικράτεια σε βάρος της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Πολωνοί αντέδρασαν στην ιδέα ότι η Πολωνία θα γινόταν ένας εξαρτημένος δορυφόρος της Γερμανίας: μόνο αν απέφευγε την ακραία αντιπαλότητα και την πολύ στενή φιλία, είτε με τη Γερμανία είτε με τη Σοβιετική Ένωση, θα μπορούσε η Πολωνία να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η πολωνική κυβέρνηση απέρριψε τις προσφορές του Χίτλερ, κι έτσι το 1939 η Πολωνία έπαψε να αποτελεί πιθανό σύμμαχο του Χίτλερ και έγινε χώρα προς κατάκτηση. Η βρετανική εγγύηση για βοήθεια στην Πολωνία σήμαινε ότι ο πόλεμος στην Ευρώπη θα άρχιζε μόλις θα εξαπέλυαν επίθεση οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις.

Διακόπτοντας τις προσπάθειες για βοήθεια στους Πολωνούς κατά της Σοβιετικής Ένωσης, ο Χίτλερ άρχισε να επιδιώκει τη βοήθεια των Σοβιετικών κατά της Πολωνίας. Στις 23 Αυγούστου υπογράφηκε το σοβιετοναζιστικό σύμφωνο: περιείχε -εν κρυπτώ- μέτρα που αφορούσαν στα σοβιετικά συμφέροντα σε χώρες όμορες με τη Σοβιετική Ένωση και, όπως φάνηκε τον Σεπτέμβριο, διακανονισμούς για τον διαμελισμό της Πολωνίας. Ο Χίτλερ φαντάστηκε ότι η αποτυχία της Βρετανίας και της Γαλλίας να εξασφαλίσουν σοβιετική βοήθεια θα τους ανάγκαζε να εγκαταλείψουν την Πολωνία· όμως δύο μέρες αργότερα η Βρετανία υπέγραφε την επίσημη αγγλοπολωνική συμμαχία. Ολοφάνερα έκπληκτος, ο Χίτλερ ανέβαλε τη γερμανική επίθεση προκειμένου να δώσει στον εαυτό του τον χρόνο να πείσει τους Βρετανούς να εγκαταλείψουν τη σύμμαχό τους. Επανέλαβε την παλιά του πρόταση: να σταματήσει η Βρετανία να παρεμβαίνει στην ανατολική Ευρώπη, και σε αντάλλαγμα η Γερμανία θα στήριζε τη διαιώνιση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Στη βρετανική πλευρά αυτό είχε ως αντίκτυπο -με εξαίρεση κάποιες αμφιβολίες του Τσάμπερλαιν- την πεποίθηση ότι ο Χίτλερ αναγκαζόταν τώρα να κάνει πίσω και ότι η συνεχιζόμενη άρνηση της Βρετανίας να εγκαταλείψει την Πολωνία ήταν ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί ένας πόλεμος. Αλλά η βρετανική κυβέρνηση δεν μπλοφάριζε: αν οι απειλές της δεν έπειθαν τον Χίτλερ, είχε την πρόθεση να τις υλοποιήσει. Όμως τώρα ήταν αδύνατο και για τον Χίτλερ να κάνει πίσω, πόσο μάλλον που οι Βρετανοί αυτή τη φορά επέμειναν ότι δεν θα έκαναν καμία παραχώρηση αν δεν τους έδινε σοβαρές εγγυήσεις ότι η γερμανική πολιτική θα έπαυε να είναι φιλοπόλεμη. Αν η Βρετανία δεν σκόπευε να του αφήσει τα χέρια ελεύθερα στην ανατολή, ο Χίτλερ έπρεπε, αργά ή γρήγορα, να πολεμήσει· και η υποστήριξη της γερμανικής κοινής γνώμης ήταν πολύ πιθανότερο να εξασφαλιστεί σε ένα πόλεμο ενάντια στη βρετανική παρέμβαση στις γερμανοπολωνικές διαφορές, παρά σε οτιδήποτε άλλο.

Και ο Χίτλερ και οι Βρετανοί, επομένως, ένιωθαν να οδηγούνται σε πόλεμο τον Σεπτέμβριο του 1939. Οι στόχοι ήσαν ασύμβατοι: ο Χίτλερ επιθυμούσε να αναδιαμορφώσει την ανατολική Ευρώπη με τρόπο που απαιτούσε τη χρήση ισχυρών ενόπλων δυνάμεων, και η επίτευξη του στόχου αυτού θα καθιστούσε τη Γερμανία κυρίαρχο της Ευρώπης. Η βρετανική κυβέρνηση έπρεπε να αντιταχτεί, εφ’ όσον μπορούσε, εκτός κι αν ήταν βέβαιη ότι η ναζιστική Γερμανία δεν θα εκμεταλλευόταν ποτέ αυτή την κυριαρχία για να περιορίσει τη βρετανική ανεξαρτησία. Αλλά η Γερμανία του Χίτλερ εκδήλωνε μια ασυνήθιστη προδιάθεση να χρησιμοποιεί βία για να επιβάλει τις επιθυμίες της σε ξένες χώρες, και έδειχνε να θεωρεί την ανεξαρτησία τους ως απειλή· έτσι, το καλοκαίρι του 1939 η κυβέρνηση και, καταπώς φαινόταν, η πλειονότητα των Βρετανών, θεωρούσαν τον Χίτλερ πληγή για τη βρετανική ασφάλεια. Δεν θα μπορούσε να έχει άλλο αποτέλεσμα η εκδηλωμένη ναζιστική λατρεία της βίας, σε συνδυασμό με τη μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισαν οι οργανωμένες ναζιστικές επιδείξεις δύναμης, και η χρήση ένοπλων δυνάμεων για την παραβίαση συνθηκών στη Ρηνανία, την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία.

Η Βρετανία κήρυξε πόλεμο στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 για να αποτρέψει τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη. Ωστόσο, αυτή η πράξη δεν ήταν αποτέλεσμα ενός στεγνού και απρόσωπου υπολογισμού δυνάμεων: η δύναμη που απειλούσε να κυριαρχήσει στην Ευρώπη ήταν δύναμη της οποίας η συμπεριφορά, ακόμη και πριν τον πόλεμο, άφηνε να φανεί πως η κυριαρχία της θα ήταν ανυπόφορη· και η συμπεριφορά των ηγητόρων της Γερμανίας στη διάρκεια του πολέμου, εκ των υστέρων δικαίωσε ακόμη περισσότερο τη βρετανική απόφαση.

Η γερμανική επίθεση στην Πολωνία ήταν η αφορμή, όχι η αιτία της βρετανικής εμπλοκής στον πόλεμο. Ήδη η βρετανική κυβέρνηση γνώριζε ότι καμία βρετανική ή γαλλική κίνηση δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την ταχεία κατάκτηση της Πολωνίας. Από την άλλη, οι Πολωνοί, κυβέρνηση και λαός, περίμεναν πολύ περισσότερα από τους δυτικούς Συμμάχους. Οι Πολωνοί ήσαν βαθιά δεμένοι με την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας και προθυμότεροι από ό,τι τα περισσότερα έθνη να αγωνιστούν για την υπεράσπισή της. Ασχέτως τι θα έκαναν οι σύμμαχοί τους, θα ήταν δύσκολο για οποιαδήποτε πολωνική κυβέρνηση να ενδώσει στους Γερμανούς. Προτιμότερη μια ηρωική ήττα και η διατήρηση του εθνικού αυτοσεβασμού. Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να προβλέψει τα τρομερά δεινά που υπέφεραν οι Πολωνοί μεταξύ του 1939 και του 1945.

Από τους εμπολέμους του 1939, ο μέσος Γάλλος ήταν ίσως ο πλέον απρόθυμος. Για τους περισσότερους Γερμανούς μια επίθεση κατά της Πολωνίας είχε κάποια γοητεία· ενώ για τους Γάλλους η μόνη ευοίωνη προοπτική ήταν το να μπορέσουν να εξουδετερώσουν τη γερμανική πολεμική μηχανή. Το ότι έπρεπε να ξαναμπούν σ’ αυτή τη διαδικασία σήμαινε πως η νίκη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ανώφελη. Δεν είχαν να κερδίσουν τίποτα από έναν καινούργιο πόλεμο· αντίθετα, όπως στον Πρώτο Παγκόσμιο, το 1914-18, είχαν να χάσουν πολλά, ακόμη κι αν έβγαιναν νικητές. Ένα μειωμένο ποσοστό γεννήσεων είχε αφήσει τη Γαλλία με μια πληθυσμιακή σύνθεση λίγο ως πολύ ακατάλληλη για πόλεμο· άλλωστε, ως χώρα είχε υποφέρει περισσότερα από κάθε άλλη μεγάλη δύναμη κατά τον προηγούμενο πόλεμο. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, οι προπολεμικές συμμαχίες της Γαλλίας με το Βέλγιο, την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία, όπως και οι διασυνδέσεις της με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία, την είχαν καταστήσει -υποτίθεται- ασφαλή. Αντιμέτωπες με τον Χίτλερ, οι γαλλικές κυβερνήσεις επέμειναν ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αλλά ήσαν απρόθυμες να διακινδυνεύσουν έναν πόλεμο για να τους επιβάλουν. Έτσι οι γαλλικές κυβερνήσεις αφ’ ενός δεν έκαναν καμία παραχώρηση για να συμβιβαστούν με τη Γερμανία και αφ’ ετέρου προφασίζονταν δικαιολογίες ώστε να μένουν αδρανείς τη στιγμή που ο Χίτλερ άρπαζε ό,τι ήθελε. Αυτή η στάση τηρήθηκε και την εποχή που η Γερμανία επανεξοπλιζόταν παραβιάζοντας συμφωνίες που είχε υπογράψει, και όταν αναδημιουργούσε την πολεμική της αεροπορία, και όταν επαναστρατιωτικοποιούσε την Ρηνανία, και όταν εισέβαλε στην Αυστρία. Αυτός ο δρόμος που είχε επιλέξει η Γαλλία, της μη συναίνεσης αλλά και της μη αντίστασης, την οδηγούσε σε σταθερή αποδυνάμωση συγκριτικά με τη Γερμανία, ενώ συγχρόνως δίχαζε ολοένα και πιο βαθιά τους Γάλλους, που υποστήριζαν την οριστική επιλογή της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης ως της πλέον κατάλληλης για ένα ανεκτό μέλλον της Γαλλίας.

Το 1938 η κυβέρνηση Νταλαντιέ, που έμεινε στην εξουσία από τον Απρίλιο του 1938 μέχρι τον Μάρτιο του 1940, ήταν βαθιά διχασμένη στο θέμα της Τσεχοσλοβακίας. Η δυσκολία δεν ήταν στο να συμφωνήσουν ότι έπρεπε να κρατήσουν μια σθεναρή στάση απέναντι στον Χίτλερ -οι περισσότεροι Γάλλοι πολιτικοί απέρριπταν την πεποίθηση του Τσάμπερλαιν ότι οι παραχωρήσεις θα έκαναν τον Χίτλερ λιγότερο επικίνδυνο- αλλά στο να ξεκαθαρίσουν τι θα έκαναν αν ο Χίτλερ χρησιμοποιούσε βία. Το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ διότι η Γαλλία είχε δεσμευτεί με συμφωνία να υπερασπιστεί την Τσεχοσλοβακία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Στο εσωτερικό της κυβέρνησης, ο Υπουργός Εξωτερικών Ζωρζ Μπονέ και -πιο αναποφάσιστος- ο πρωθυπουργός Εντουάρ Νταλαντιέ, προτιμούσαν, στη χειρότερη περίπτωση, να παραδοθούν παρά να πολεμήσουν· άλλοι, όπως οι Ρεϋνώ και Μαντέλ, διαφωνούσαν και επιχειρηματολογούσαν υπέρ του πολέμου, ή μάλλον, υποστήριζαν ότι η εκδήλωση προθυμίας να πολεμήσουν παρείχε, μακροπρόθεσμα, τη μόνη δυνατότητα να τον αποφύγουν. Το 1938, η αποφασιστικότητα του Τσάμπερλαιν να τα βρει με τον Χίτλερ έδωσε την ευκαιρία στον Μπονέ και τον Νταλαντιέ να πείσουν τους συναδέλφους τους να υποχωρήσουν και να εγκαταλείψουν τη συμμαχία με τους Τσέχους, ρίχνοντας το φταίξιμο στους Άγγλους.

Η απώλεια της Τσεχοσλοβακίας αναστάτωσε τους αρχηγούς των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων και ιδιαίτερα τον επικεφαλής Στρατηγό Γκαμελέν. Για να την αντισταθμίσουν, ζήτησαν μια σοβαρή βρετανική αρωγή στην ξηρά σε περίπτωση πολέμου – περισσότερες από τις δύο μεραρχίες που ήταν σε θέση να υποσχεθούν οι Βρετανοί το 1938. Ύστερα από τη γερμανική κατάληψη της Πράγας τον Μάρτιο, και με τον φόβο μιας γερμανικής επίθεσης στις Κάτω Χώρες -φόβο ιδιαίτερα έντονο στις αρχές του 1939- οι Γάλλοι κατάφεραν τους Βρετανούς να συμφωνήσουν για επιστράτευση σε καιρό ειρήνης και για τη δημιουργία ενός πολύ μεγαλύτερου στρατού -32 μεραρχιών-από αυτόν που μελετούσαν πρωτύτερα. Ταυτόχρονα απέσπασαν υπόσχεση των Βρετανών ότι θα υπερασπίζονταν τη Γαλλία ενάντια σε κάθε επίθεση. Με αυτές τις παραχωρήσεις, οι Βρετανοί υπουργοί ήλπιζαν να δυναμώσουν την αποφασιστικότητα των Γάλλων, αν και ο Τσάμπερλαιν υπολόγιζε επίσης ότι θα εξασφάλιζε κάποια επιρροή πάνω στη γαλλική πολιτική προκειμένου να καταφέρει τους Γάλλους υπουργούς να επιδείξουν διαλλακτικότητα με την Ιταλία.

Μετά τον Μάρτιο του 1939 και τη γερμανική κατοχή της Πράγας, οι Γάλλοι το πήραν απόφαση ότι η χιτλερική κυριαρχία στη ανατολική Ευρώπη μπορούσε να εμποδιστεί μόνο με βία. Η Γαλλία δεσμευόταν με συνθήκη να υπερασπίσει την Πολωνία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης, μια δέσμευση που είχε επιβεβαιωθεί το 1936 και ανανεώθηκε το 1939, όταν ο Γκαμελέν ενθάρρυνε τους Πολωνούς να αντιταχθούν στις γερμανικές απαιτήσεις, υποσχόμενος γαλλική επίθεση ώστε να αποδυναμωθεί οποιαδήποτε επίθεση κατά της Πολωνίας. Για την γαλλική κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή μια νέα συμμαχία με τη Ρωσία, όπως επίσης μια ρωσική υπόσχεση βοήθειας για την υπεράσπιση της Πολωνίας. Η απειλή μιας βρετανικής, γαλλικής και ρωσικής κοινής δράσης θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους Γερμανούς. Ο ίδιος ο Μπονέ επιθυμούσε διακαώς τη συμμαχία, αλλά όταν οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν επανήλθε στις θέσεις της προηγούμενης χρονιάς: αν έκανε πίσω η Γερμανία, καλώς· αν όχι, θα το έπραττε η Γαλλία. Έτσι, ο Μπονέ πίστευε ότι, στη χειρότερη περίπτωση, η Πολωνία θα πειθαναγκαζόταν να κάνει παραχωρήσεις, έτσι ώστε να μη περιέλθει ξανά η Γαλλία σε δύσκολη θέση εγκαταλείποντας γι’ άλλη μια φορά ένα σύμμαχό της.

Το 1939, ο Νταλαντιέ, αν και διστακτικός ακόμη, έδειχνε πιο πρόθυμος να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο, απ’ ό,τι το 1938. Μετά το Μόναχο, ο Μπονέ είχε επιχειρήσει να βελτιώσει τις σχέσεις με τη γερμανική κυβέρνηση: ο ναζί Υπουργός Εξωτερικών Ρίμπεντροπ επισκέφθηκε το Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1938. όπου συνυπέγραψε μια φιλική διακοίνωση. Το νόημά της -για το οποίο ο Ρίμπεντροπ ισχυρίστηκε αργότερα πως ο Μπονέ το είχε αποδεχτεί ρητώς κατ’ ιδίαν- ήταν ότι οι Γάλλοι παραχωρούσαν στον Χίτλερ ελευθερία κινήσεων στην ανατολή. Όμως τα γεγονότα του πρώτου εξαμήνου του 1939 υπογράμμιζαν τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας συναλλαγής. Η κατάληψη της Πράγας διατυμπάνιζε την αναξιοπιστία του Χίτλερ. Στις αρχές του 1939 οι ιταλικές αξιώσεις επί γαλλικού εδάφους επανήλθαν με τον πιο θορυβώδη τρόπο, και το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, τον Απρίλιο του 1939, ήρθε να προσθέσει την απειλή της γερμανικής υποστήριξης των ιταλικών αξιώσεων.

Φαινόταν, επομένως, όλο και περισσότερο επισφαλές για τη Γαλλία το να επιτρέψει στον Χίτλερ να κυριαρχήσει στην ανατολική Ευρώπη. Όμως ειδικά μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για συμμαχία με τη Ρωσία, αντίσταση στον Χίτλερ σήμαινε ότι διακινδύνευε άμεσα πόλεμο. Στα τέλη Αυγούστου, καθώς αναμενόταν η επίθεση κατά της Πολωνίας, η γαλλική κυβέρνηση επανεξέτασε τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Ο Μπονέ πρότεινε να εγκαταλειφθούν οι γαλλικές εγγυήσεις προς την Πολωνία. Ο Γκαμελέν αντίθετα υποστήριξε ότι έπρεπε η Γαλλία να τιμήσει το λόγο της κηρύσσοντας πόλεμο. Αν η Πολωνία αντιστεκόταν, ο πόλεμος στην ανατολή θα τραβούσε σε μάκρος και δεν θα επέτρεπε στους Γερμανούς να επιτεθούν στη Γαλλία μέσα στο 1939, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στις γαλλικές δυνάμεις να επωφεληθούν αυξάνοντας την παραγωγή όπλων. Η σταθερή βρετανική στάση παρείχε στους Γάλλους τη βεβαιότητα ότι θα δέχονταν βοήθεια, και ότι το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα θα διευκόλυνε την υπεράσπιση της Γαλλίας το 1940. Δίχως ρωσική βοήθεια η Γαλλία δεν θα μπορούσε να διαθέσει αρκετές δυνάμεις για να εξουδετερώσει την Ιταλία στις αρχές του πολέμου. Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, επομένως, η πληροφορία ότι η Ιταλία θα έμενε ουδέτερη επιβεβαίωνε το σκεπτικό του Γκαμελέν. Για τον Γκαμελέν, το γεγονός ότι δεν επετεύχθη η συμμαχία με τη Ρωσία καθιστούσε επιτακτικότερη την άμεση εκμετάλλευση των προσωρινών πλεονεκτημάτων που πρόσφεραν η ιταλική ουδετερότητα και η αποφασιστικότητα των Βρετανών να πολεμήσουν. Επίσης, η αποφασιστικότητα που επέδειξε η πολωνική κυβέρνηση έκανε τον Νταλαντιέ και τους υπουργούς του να ξεπεράσουν κάθε δισταγμό: αν η Γαλλία επρόκειτο ποτέ να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της κατά της γερμανικής επεκτατικότητας, ο Αύγουστος του 1939 φαινόταν να είναι η καλύτερη εποχή γι’ αυτό.

Οι κυβερνήσεις διευθετούσαν εξωτερικές υποθέσεις και συγκέντρωναν στρατό, εξαπέλυαν επιθέσεις και κήρυτταν πόλεμο. Ένιωθαν απολύτως υπεύθυνες για τη διατήρηση της ασφάλειας και ανεξαρτησίας των λαών τους, και γι’ αυτό ίσως ήταν πιο ευαίσθητες στις απειλές απ’ ό,τι οι απλοί πολίτες. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί κατά πόσο είχαν την υποστήριξη των λαών τους οι τέσσερις κυβερνήσεις που ενεπλάκησαν στον πόλεμο. Η συναίνεση, πάντως, ήταν γενική: μια απρόθυμη συναίνεση σ’ ένα πόλεμο που θεωρείτο αμυντικός – ακόμη και από Γερμανούς, που πίστευαν ότι προκλήθηκε από τη δυτική παρέμβαση στην καθυστερημένη γερμανική προσπάθεια να επανορθώσει μία από τις αδικίες της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Ο ενθουσιασμός έλειπε απ’ όλες τις πλευρές: το 1914-18 ήταν ακόμη πολύ πρόσφατο.

Στη Βρετανία φαίνεται πως υπήρχαν θετικότερες φωνές υπέρ του πολέμου απ’ ό,τι στη Γαλλία· καθώς ζύγωνε η ώρα του πολέμου, η βρετανική κυβέρνηση αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε να φανεί σταθερή αλλιώς κινδύνευε να της εναντιωθεί η κοινή γνώμη μέσω του κοινοβουλίου. Στη Γαλλία, από την άλλη, ο Νταλαντιέ θεωρούσε σημαντικό το να δίνει την εντύπωση η κυβέρνηση ότι διερευνά κάθε δυνατότητα ειρηνικής λύσης. Φαίνεται πως οι προσπάθειες που κατέβαλαν τόσα χρόνια οι βρετανικές κυβερνήσεις ώστε να διευθετηθούν ειρηνικά οι γερμανικές αιτιάσεις, έπεισαν τη βρετανική κοινή γνώμη ότι ο Χίτλερ έπρεπε να αναχαιτιστεί, ακόμη και με τη βία εάν χρειαζόταν. Ενώ αντίθετα η γαλλική κοινή γνώμη, συνηθισμένη σε κυβερνήσεις που διακήρυτταν ότι αψηφούσαν τη Γερμανία και ότι βρίσκονταν σε επιφυλακή, δεν πειθόταν εύκολα ότι είχε διερευνηθεί επαρκώς ο δρόμος της ειρηνικής διαπραγμάτευσης ώστε να δικαιώνεται ως μόνη εναλλακτική λύση ο πόλεμος. Παρ’ όλα αυτά, σφυγμομετρήσεις και στις δύο χώρες έδειξαν μια λίγο ως πολύ διστακτική υποστήριξη στην ιδέα της αντίστασης. Τον Ιούλιο του 1939 τα «ναι» στο ερώτημα αν έπρεπε να πολεμήσουν κατά της Γερμανίας, σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης στην Πολωνία, έφτασαν το 76% των ερωτηθέντων, και στη Βρετανία και στη Γαλλία – μια αξιοπρόσεκτη σύμπτωση.

Οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Πολωνία τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939. Η βρετανική κήρυξη πολέμου καθυστέρησε -επειδή το ζήτησαν οι Γάλλοι- ως τις 12 το μεσημέρι της 3ης Σεπτεμβρίου· στις 5 μ.μ. ακολούθησαν και οι Γάλλοι.

Πηγή: Alastair Parker, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Εκδόσεις Επιλογή / Θύραθεν, Oxford University Press 1997. Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης.

Ο χάρτης είναι από εδώ: https://el.wikipedia.org/wiki/


Από:http://eranistis.net/wordpress/2017/04/13/%CE%BF-%CF%87%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%B5%CF%81-%CE%B7-%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s