Σε Αμφίβολη Μάχη – In Dubious Battle…


Υπάρχει κάτι το συγκλονιστικό με αυτή την ιστορία. Το ερώτημα του αν πρέπει να δώσεις την μάχη ακόμα και αν ξέρεις πως οι συγκυρίες δεν είναι υπέρ σου.

Πρόκειται για το μυθιστόρημα γυρισμένο σε ταινία του Τζον Στάινμπεκ «Σε αμφίβολη μάχη». Το έργο πραγματεύεται την απεργία εποχιακών εργατών στην Καλιφόρνια μέσα στην Μεγάλη ύφεση και εστιάζει στην ιστορία ενός συνδικαλιστή ο οποίος προσπαθεί να οργανώσει τους απογοητευμένους συναδέρφους του(Σας λέει τίποτα;). Ο συνδικαλιστής (James Franco) ο οποίος είναι του«Κόμματος», σημείωση εδώ υπονοείται ότι είναι του Κομμουνιστικού Κόμματος, καταλαβαίνουμε γιατί ο Τζον Σταινμπεκ δεν το αναφέρει στο βιβλίο του το 1933 και το αφήνει να πλανάται. Αλλά εν έτη 2016 θα περίμενε κανείς να έχουν ξεπεραστεί αυτές οι φοβίες. Παρ ‘αυτά οι πρωταγωνιστές του Στείνμπεκ στο βιβλίο μιλάνε για τον κομμουνισμό κάτι που εντέχνως παραλείπει η ταινία.

Συνέχεια

Το δώρο των γενεθλίων του Χίτλερ…


Ο Αδόλφος Χίτλερ

Ογδόντα χρόνια πριν, στις 26 Απριλίου του 1937, τα γερμανικά και ιταλικά πολεμικά αεροπλάνα και με εθελοντές πιλότους, ανέλαβαν την εξαφάνιση από το χάρτη της πόλης Γκερνίκα. Ήταν η εποχή που πολεμούσαν από τη μεριά των Ισπανών Εθνικιστών, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Η Γκερνίκα, τότε, ήταν μικρή  πόλη, αλλά με συμβολικό χαρακτήρα για τους Βάσκους. Ο ιστορικός Xabier Irujo (1967- ) του Πανεπιστημίου της Νεβάδα,  με καταγωγή από το  Καράκας της Βενεζουέλας,  στο βιβλίο του  ‘Gernika, 1937: The Market Day Massacre’ (University of Nevada Press, 2015), αποκαλύπτει το άγνωστο έως σήμερα γεγονός, ότι η πολυθρύλητη καταστροφή της ιστορικής και μαρτυρικής βασκικής πόλης Γκερνίκα, είχε προγραμματιστεί από τον ναζιστή υπουργό Χέρμαν Γκαίρινγκ, αποκλειστικώς  ως δώρο για τα γενέθλια του Χίτλερ (γεν. 20 Απριλίου, 1889).

Η Γκερνίκα που βρίσκεται στη βόρεια Ισπανία, στην επαρχία Μπισκάγια, τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά του Μπιλμπάο, δεν είχε ακόμη συρθεί στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και ήταν τότε στην ουσία χωρίς στοιχειώδες, έστω, σύστημα άμυνας. Κάποια προβλήματα, ωστόσο, υλικοτεχνικής καθαρά φύσεως, καθυστέρησαν τα δαιμόνια πλάνα του παντοδύναμου  ναζιστή Χέρμαν Γκαίρινγκ, με αποτέλεσμα, η γιορτή των γενεθλίων του Χίτλερ έπρεπε να αναβληθεί μέχρι τις 26 Απριλίου. Εκτός όμως από τον εορτασμό των γενεθλίων του Φίρερ, η επίθεση στην Γκερνίκα χρησίμευσε ως εξαιρετικό πείραμα  για τον γερμανικό στρατό και την αεροπορία, και κυρίως  στο να δοκιμαστεί η ικανότητα της γερμανικής αεροπορίας Λουφτβάφε να εξολοθρεύσει μια ολόκληρη πόλη και να συντρίψει κυριολεκτικά το ηθικό του λαού της, ανεξαρτήτως φυσικά ανθρώπινων και υλικών απωλειών.

Ο επικεφαλής της όλης επιχείρησης και προσπάθειας ευχαρίστησης του Φίρερ, Βόλφραμ Φράιχερ φον Ριχτχόφεν, επινόησε με επιτυχία, είναι αλήθεια,  τρόπους και μεθόδους ώστε να μεγιστοποιηθούν όσο ήταν δυνατόν τα ανθρώπινα θύματα, τραυματίες και νεκροί. Οι βομβαρδισμοί της ‘Επιχείρησης Επίπληξη’ (Operation Rugen), ξεκίνησαν από τις 4:30 το απόγευμα και τελείωσαν στις 7 το βράδυ, της 26ης Απριλίου 1937. Η αρχή των επιθέσεων οδήγησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε μερικά αεροπορικά καταφύγια, αλλά όταν οι κάτοικοι βγήκαν σιγά-σιγά απ’ αυτά με σκοπό τη διάσωση των τραυματιών και την περισυλλογή των νεκρών απ’ τα συντρίμμια και τα χαλάσματα των σπιτιών, άρχισε ένα δεύτερο, ακόμα μεγαλύτερο κύμα βομβαρδισμών, παγιδεύοντάς τους στο κέντρο της πόλης απ’ όπου δεν υπήρχε πλέον καμία περίπτωση διαφυγής. Οι χαμηλές πτήσεις των αεροπλάνων σκέπασαν τους δρόμους με φωτιά και σίδηρο.  Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν, αποτεφρώθηκαν αλύπητα από τις φλόγες ή πέθαναν από ασφυξία λόγω έλλειψης επαρκούς οξυγόνου στην ατμόσφαιρα. Τρεις ώρες συντονισμένων αεροπορικών επιδρομών, ισοπέδωσαν την πόλη και σκότωσαν πάνω από 1.500 πολίτες. Στο πολεμικό του ημερολόγιο, ο περιχαρής Ριχτχόφεν περιέγραψε την όλη επιχείρηση ως ‘απολύτως υπέροχη! … Μια πλήρης τεχνική επιτυχία’.

Συνέχεια

Τσάρλι Τσάπλιν: Εδωσε χρώμα στο ασπρόμαυρο…


Ο άνθρωπος που έβγαλε τη γλώσσα στον κόσμο. Ο “αλητάκος” που έδωσε νόημα στην κινούμενη εικόνα

17757489_10156089873753345_6726575225493386159_n

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

O Τσάρλι Τσάπλιν πέθανε, στα 88, ήσυχα στην Ελβετία. Αυτός που όταν εμφανίστηκε στον κινηματογράφο σάρωσε. Αυτός που δημιούργησε τον αξέχαστο “Σαρλό”. Αυτός που συνέβαλε τα μέγιστα στην αναβάθμιση της κινηματογραφικής εικόνας σε τέχνη. Ο Τσάπλιν κατάλαβε αμέσως ότι η κάμερα μπορεί να συλλάβει τον κόσμο όλο κι αν βρεθεί το κατάλληλο άτομο πίσω και μπροστά απ’ αυτήν, τότε τίποτε δεν θα μείνει κρυφό και ασφαλές. Κι αυτό ήθελε. Όλα να είναι σε κοινή θέα και να τα παρωδεί. Να παίρνει φόρα και να πέφτει πάνω στον τοίχο. Να σηκώνεται κρατώντας το κεφάλι του και στη συνέχεια να φτιάχνει το τριμμένο σακάκι, να σηκώνει το μπαστουνάκι του και με το σκονισμένο καπέλο να προχωρά. Ο πόνος και η θλίψη για ακόμη μια ατυχία, ο εκνευρισμός και το γέλιο, όλα στο πρόσωπο του “αλητάκου”. Συναισθήματα και σκέψεις δίχως δισταγμό αφήνονται στο ασπρόμαυρο τοπίο και η ζωή βρίσκει τα χαμένα της χρώματα.

Κλόουν-φιλόσοφος


Κανένας ηθοποιός δεν κατάλαβε και γοήτευσε καλύτερα τον κόσμο όπως ο Τσάπλιν. Οι κωμικοτραγικές συγκρούσεις του ανθρώπου με τη μοίρα εξανθρωπίστηκαν επιτήδεια και αποτελεσματικά απ’ αυτόν, χαρίζοντας του καλλιτεχνική αθανασία. Σε περισσότερες από 80 ταινίες, από το 1914 μέχρι το 1967, απεικόνισε τον ανθρωπάκο που έχει στραπατσάρει η ζωή. Όχι εντελώς όμως, ώστε η επόμενη αναμέτρηση να έχει καλύτερη κατάληξη.

Ο “αλητάκος” του ήταν βασανισμένος αλλά γενναίος. Σε αυτόν υπήρχαν ο κλόουν, ο περιθωριοποιημένος, ο φιλόσοφος. Ο Τσάπλιν είχε πει γι’ αυτόν πως “αναζητούσε πάντα το ειδύλλιο, αλλά τα πόδια του δεν τον άφηναν”, εξηγώντας ότι δεν ήταν θέμα ερωτοτροπίας, αλλά ικανοποίησης της φαντασίας. Ο χαρακτήρας του Τσάπλιν μπορεί να παραπατούσε, αλλά κατάφερνε να κρατά την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό του. Επιπλέον, μερικές φορές ένιωθε να υπερτερεί όλων λόγω ευστροφίας, τύχης και τόλμης. Σίγουρα υπήρχε συγκίνηση στον “αλητάκο”, αλλά δεν ήθελε να τον λυπούνται.

Συνέχεια

Το δημοψήφισμα στην Τουρκία είναι η αρχή (;)…


Του Δημήτρη Κούλαλη

ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

O Ερντογάν, όπως φαίνεται, κερδίζει το δημοψήφισμα. Πρόκειται, όμως, ουσιαστικά, για μια νίκη-ήττα. Κι αυτό γιατί, παρά την τρομοκρατία που άσκησε ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού, παρά την πολυφωνική μονοφωνία των συστημικών ΜΜΕ, παρά την (φαινομενική σε κάποιες περιπτώσεις) όξυνση των σχέσεων με χώρες της ΕΕ, τις φυλακίσεις και τις διώξεις των πολιτικών του αντιπάλων, δεν κατάφερε να αυξήσει ή και να διατηρήσει την πολιτική του επιρροή. Το κύριο πρόβλημα ωστόσο για τον Ερντογάν, μιας και δεν δρα αυτοβούλως, όπως υποστηρίζουν διάφοροι «επιπόλαιοι» (και) στη χώρα μας- ρίχνοντας τις ευθύνες στο αυταρχικό και παράλογο DNA του, βγάζοντας λάδι το σύστημα της κεφαλαιοκρατίας, είναι ότι απέτυχε να δώσει λύση στα αδιέξοδα (οικονομικά-γεωπολιτικά) του τμήματος του τουρκικού κεφαλαίου που υπηρετεί. Με βάση, λοιπόν, αυτό το γεγονός και με δεδομένους τον ανταγωνισμούς μεταξύ των διάφορων ισχυρών παικτών τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό ίσως στο, όχι και τόσο μακρινό, μέλλον η απάντηση στα αδιέξοδα να δοθεί στο Αιγαίο.

Παρόλα αυτά, δεν είναι μόνο ο Ερντογάν που προσπαθεί να αποτελματώσει και να αναβαθμίσει τη θέση και την ισχύ του τμήματος της τουρκικής αστικής τάξης που υπηρετεί. Ανάλογες κινήσεις γίνονται κι από την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για λογαριασμό τμημάτων της ελληνικής αστικής τάξης. Τα κυρίαρχα ΜΜΕ έχουν αναλάβει ήδη το ρόλο της προώθησης της θέσης περί της «αναβάθμισης της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας» (διάβαζε αστικής τάξης) μέσα στην κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα το άρθρο του Αλέξη Παπαχελά στις 2/4/2017 στην «Καθημερινή» στο οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά : «Η στρατηγική σημασία της Τουρκίας αμφισβητείται, πλέον, ανοικτά. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές θεωρούν ότι η Τουρκία έχει μπει σε έναν δρόμο όπου, στην… καλύτερη περίπτωση, δεν μπορούν να βγάλουν άκρη.(…) Μπορεί λοιπόν η Ελλάδα να αναπληρώσει το ενδεχόμενο κενό; Εξαρτάται από το αν και πόση «μπάλα» θα παίξει.(…) Σημασία όμως δεν έχει να έχεις το καλό οικόπεδο, αλλά τι κάνεις με αυτό.(…) Η Ελλάδα είναι χώρα πρώτης γραμμής για τη Δύση και ενδέχεται να κληθεί να παίξει ενεργά αυτόν τον ρόλο. Θα χρειασθούν ισχυρή πολιτική βούληση και συναίνεση για να παιχθεί αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι αστείο, ούτε παιχνίδι να αναλάβεις ρόλους και αποστολές όταν επί δεκαετίες φοβόσουν να στείλεις έναν στρατιωτικό αστυνομικό στο Αφγανιστάν. Και επίσης θα αποκτήσουμε εχθρούς με αυτή την επιλογή και θα αναλάβουμε και ρίσκα, όπως, π.χ., το να γίνουμε στόχος φανατικών ισλαμιστών. Οι εξελίξεις, όμως, τρέχουν. Η ώρα των αποφάσεων μπορεί και να μην απέχει πολύ. (Η υπογράμμιση δική μας).

Αλλά και ο Ηλίας Μαγκλίνης, πάλι στην «Καθημερινή», λίγο καιρό νωρίτερα είχε γράψει: …«Όσο βυθιζόμαστε μέσα στην κρίση, τα αντανακλαστικά μας γίνονται όλο και πιο περίεργα», περικόπτοντας βασικές ανάγκες η όπως η θέρμανση κ.ά «Στην πραγματικότητα», συνέχιζε, «δεν εξοικονομείς πολλά με αυτά τα ημίμετρα. Περισσότερο επιβαρύνεις κι άλλο την ψυχολογία σου. Κι όσο κρατάει αυτή η ατμόσφαιρα, τόσο η ψυχολογία πέφτει, αναπόφευκτα. Σε αντίθεση με τους πολέμους, όπου τα πάντα εκτονώνονται βίαια και ξεθυμαίνουν σχετικά γρήγορα, οι οικονομικές κρίσεις κρατούν περισσότερο (…) διαβρώνουν χωρίς αίμα (χωρίς πολύ αίμα έστω), ωστόσο διαβρώνουν βαθιά και η σκουριά που αφήνουν δε φεύγει εύκολα μετά»

Εν κατακλείδι, τόσο η τουρκική, όσο και η ελληνική αστική τάξη προσπαθούν μέσω των ιμπεριαλιστικών τους σχεδιασμών να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, να αναβαθμιστούν και να σταθεροποιηθούν σε μια ιδιαίτερα ασταθή περιοχή. Η πολεμική εμπλοκή δεν είναι ένα απίθανο σενάριο για αυτό και οι δύο λαοί πρέπει να βρίσκονται σε επαγρύπνηση.


Από:http://www.nostimonimar.gr/to-dimopsifisma-stin-tourkia-einai-mono-i-arxi/

«(…) Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Ανθρωπο!»…


Όλα ετούτα, ο χαμός και ο θάνατος, ο θρήνος και το μοιρολόι, οι τελετουργίες και η κατάνυξη, το πένθος, η προσμονή και η Ανάσταση, όλα ετούτα που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο την Ανοιξη, και όχι κάποια άλλη εποχή του χρόνου, δεν είναι καθόλου μεταφυσικά. Ανθρώπινα (με Α κεφαλαίο) και του Ανθρώπου (με Α κεφαλαίου) είναι… Όχι του θεανθρώπου, μα του ΑΝΘΡΩΠΟΥ στο δύσκολο και οδυνηρό διάβα του μέσα στους αιώνες.

Κι ας φρόντισαν τα ιερατεία να τα εγκλωβίσουν σε βολικές, μεταφυσικές και ακίνδυνες κατασκευές για μια ζωή που δεν είναι του παρόντος, ούτε και του μέλλοντος, αλλά κάποιας άλλης εξωκοσμικής και μη υλικής διάστασης.

Πολύς ο δρόμος και δύσκολος ο αγώνας του Ανθρώπου ώσπου να βγει στο ξέφωτο, αυτό που λαχταράει κάθε φορά που επαναλαμβάνει Χριστός Ανέστη. Σκλάβος, δούλος, δουλοπάροικος, σκυμμένος, πεινασμένος, βομβαρδισμένος, κυνηγημένος, με το άψυχο παιδί στα χέρια του, με τον ανήμπορο πατέρα στην πλάτη, η μάνα που κρύβει σε χέρια – φτερούγες τα παιδιά της να μην τα καταπιεί ο όλεθρος. Αυτός ο Ανθρωπος, ακόμα δεν … ανέστη. Σταυρώνεται και πεθαίνει κάθε μέρα.

Και μόνο μια προσμονή και μια ελπίδα επαναλαμβάνει έχοντας ακόμα πίσω από το χαμόγελο για το υπέρκοσμο θαύμα που ετελέστη, την πίκρα ότι κάπου άλλου είναι το ΘΑΥΜΑ και έναν υπόκωφο θρήνο, που βαστάει ακόμα, κι ας έκλαψε μπροστά στον Εσταυρωμένο τη Μεγάλη Πέμπτη, κι ας ακολούθησε με το κεράκι του αναμμένο το άψυχο σώμα τη Μεγάλη Παρασκευή. Και ίσως βαθειά μέσα του να γνωρίζει ότι ακριβώς εκεί, σε αυτόν το δρόμο που συναντιώνται πολλοί με το αναμμένο κερί τους, εκεί σε αυτόν το κοινό δρόμο και το «όλοι μαζί» να ετοιμάζεται η πραγματική Ανάσταση του Ανθρώπου. Η Ανάσταση μέσα στη ζωή και όχι έξω από αυτή. Κάπου εκεί, στον ίδιο κοινό δρόμο, το κεράκι που τρεμοσβήνει ίσως μπορεί να γίνει φλόγα και φωτιά που θα ξεριζώσει την πείνα, την ανέχεια, τον κατατρεγμό, τον πόλεμο. Κάπου εκεί ζεσταίνεται το γάλα του παιδιού και ζυμώνεται το ψωμί στο τραπέζι.  Κι ας μην ξέρουν να το πουν με τα λόγια του Ποιητή:

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.

Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.

Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Εχουμε πατρίδα.

(…) Επαιξες τη φωτιά. Επαιξες το Χριστό.

Επαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.

(…) Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Ανθρωπο!»

(Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»)


Ξέρουν όμως ότι:

«Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να ν’ ήμερος ναναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί

Χριστούγεννα κι Ανάσταση» 

(Οδυσσέας Ελύτης «Ο Ηλιος ο ηλιάτορας).


Πηγή: Δήμητρα Μυρίλλα – «Ημεροδρόμος»


Από:http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_67.html

Κατεβάστε το βιβλιαράκι ‘Περί βλακείας’ του Ρόμπερτ Μούζιλ (pdf)…


από

Ο Ρόμπερτ Μούζιλ ήταν Αυστριακός συγγραφέας των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης τον ονόμασε ως έναν «από τους μεγαλύτερους πεζογράφους του αιώνα», όταν στο βιβλίο του Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες περιέγραφε «την προχιτλερική αυστριακή φινέτσα, που ωστόσο κυοφορεί έναν ναλετάντικο και εντελώς ιδιότυπο ναζισμό, βασισμένο περισσότερο στην πολιτιστική, παρά στη φυλετική υπεροψία».

Εδώ βρίσκεται μια ομιλία του στην Εργατική Ένωση της Αυστρίας στις 11 και στις 17 Μαρτίου 1937.

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο βρίσκεται στο Scribd, πατώντας εδώ.

Εναλλακτικά μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο παρακάτω.

Περί βλακείας

του Ρόμπερτ Μούζιλ

Κυρίες και κύριοι!

Κάποιος που αποτολμά να μιλήσει περί βλακείας, διατρέχει σήμερα τον κίνδυνο να βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση: ενδέχεται να το ερμηνεύσουν ως αλαζονεία ή ακόμα και ως διατάραξη της σύγχρονης εξέλιξης. Εγώ ο ίδιος έγραψα ήδη πριν από μερικά χρόνια: Αν η βλακεία δεν ήταν σχεδόν απαράλλαχτα όμοια με την πρόοδο, το ταλέντο, την ελπίδα ή τη βελτίωση, κανείς δεν θα δεχόταν να είναι βλαξ. Αυτό συνέβη το 1931, και κανείς δεν θα δια νοηθεί να αμφισβητήσει πως ο κόσμος έχει προοδεύσει από τότε και έχει εξελιχθεί! Έτσι λοιπόν έχει γίνει μάλλον επιτακτικό το ερώτημα: τι ακριβώς είναι η βλακεία;

Δεν θα ήθελα επίσης να παραλείψω να αναφέρω πως, ως συγγραφέας, γνωρίζω τη βλακεία πολύ μεγαλύτερο διάστημα — θα μπορούσα μάλιστα να πω πως ορισμένες φορές είχα μαζί της συναδελφικές σχέσεις! Εξάλλου, μόλις γεννηθεί ένας λογοτέχνης, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σχεδόν απερίγραπτη αντίδραση, που φαίνεται ικανή να πάρει κάθε μορφή: προσωπική, όπως για παράδειγμα τη σεβάσμια μορφή ενός καθηγητού της φιλολογίας, ο οποίος, συνηθισμένος να στοχεύει σε αποστάσεις απροσδιόριστες, αστοχεί ολέθρια στο παρόν, ή αφηρημένα γενική, όπως τη μορφή της αλλοίωσης του αντικειμενικού κριτηρίου από το εμπορικό, αφότου ο Θεός, με τη δυσνόητη για μας Χάρη Του, παραχώρησε τη γλώσσα των ανθρώπων και στους παραγωγούς των ομιλουσών ταινιών. Έχω ήδη περιγράφει κατά καιρούς περισσότερα από αυτά τα φαινόμενα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να επαναλάβω ή να ολοκληρώσω τον απολογισμό (ίσως μάλιστα να είναι αδύνατον, αν λάβουμε υπόψη μια τάση μεγαλοποίησης που διακρίνει σήμερα τα πάντα): είναι αρκετό να υπογραμμίσω ως βέβαιο συμπέρασμα πως η αφιλότεχνη διάθεση ενός λαού δεν εκφράζεται μόνο σε δύσκολες εποχές και με ωμό τρόπο, αλλά και στις καλές και με κάθε δυνατό τρόπο, έτσι ώστε η καταπίεση και η απαγόρευση να διαφέρουν πλέον από τους τιμητικούς διδακτορικούς τίτλους, τις αναγορεύσεις των ακαδημαϊκών και τις απονομές βραβείων μόνο ως προς το βαθμό.

Ανέκαθεν υποπτευόμουν πως αυτή η πολύμορφη αντίδραση απέναντι στην τέχνη και το εκλεπτυσμένο πνεύμα, ενός λαού που κομπάζει ως φιλότεχνος, δεν είναι παρά βλακεία, πιθανώς ένα ιδιαίτερο είδος της — μια ιδιαίτερη, αισθητική ή ακόμα και συναισθηματική βλακεία, η οποία εν πάση περιπτώσει εκφράζεται έτσι ώστε αυτό που αποκαλούμε ωραίο πνεύμα θα μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και μια ωραία βλακεία. Ακόμα και σήμερα δεν έχω κανέναν ιδιαίτερο λόγο να αναθεωρήσω αυτή την αντίληψη. Φυσικά δεν μπορούμε να αποδώσουμε στη βλακεία όλα όσα αλλοιώνουν ένα τόσο αμιγώς ανθρώπινο μέλημα, όπως είναι η τέχνη — πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα διάφορα είδη της έλλειψης χαρακτήρα, όπως μας έχουν διδάξει οι εμπειρίες των τελευταίων, ιδίως, ετών. Ούτε μπορούμε όμως να ισχυριστούμε πως η έννοια της βλακείας δεν έχει εδώ καμία θέση επειδή αφορά τη νόηση και όχι τα αισθήματα, ενώ αντιθέτως η τέχνη εξαρτάται από αυτά. Αυτό θα ήταν σφάλμα, γιατί ακόμη και η αισθητική απόλαυση είναι συγχρόνως κρίση και αίσθημα. Σας παρακαλώ λοιπόν να μου επιτρέψετε, όχι απλώς να σας υπενθυμίσω με αυτό το μεγάλο αξίωμα που έχω δανειστεί από τον Καντ, ο οποίος αναφέρεται σε μια ικανότητα αισθητικής κρίσης και σε μια κρίση κατά προτίμηση, αλλά να επαναλάβω παράλληλα και την αντινομία στην οποία οδηγεί:

Θέσις: Η κρίση κατά προτίμηση δεν βασίζεται σε έννοιες, διαφορετικά θα ήταν αμφισβητήσιμη (απόφαση βάσει αποδείξεων)

Αντίθεσις: Βασίζεται σε έννοιες, διαφορετικά θα ήταν αδιαφιλονίκητη (επιδίωξη ομοφωνίας).

Θα ήθελα λοιπόν να θέσω το ερώτημα, αν μια παρόμοια κρίση με μια παρόμοια αντινομία δεν αποτελεί τη βάση της πολιτικής και της σύγχυσης εν γένει της ζωής; Δεν θά ’πρεπε εξάλλου να περιμένουμε εκεί όπου εδρεύουν η κρίση και η λογική να συναντήσουμε και τις αδελφές τους, τις διάφορες μορφές της βλακείας; Αυτά ως προς τη σπουδαιότητά τους. Ο Έρασμος του Ρότερνταμ[1] έχει γράψει στο απολαυστικό και σήμερα ακόμα επίκαιρο Εγκώμιο της μωρίας του πως ο άνθρωπος, χωρίς ορισμένες βλακείες, δεν θα ερχόταν καν στον κόσμο!

Την αδιάντροπη όσο και παντοδύναμη εξουσία της βλακείας επάνω μας μπορούμε να τη συνειδητοποιήσουμε βλέποντας την ευγενική και συνωμοτική έκπληξη που δείχνουν πολλοί άνθρωποι, μόλις αντιληφθούν πως κάποιος, στον οποίο έχουν εμπιστοσύνη, έχει την πρόθεση να επικαλεστεί αυτό το τέρας με το όνομά του. Αυτό εν πρώτοις δεν το διαπίστωσα μόνο στον εαυτό μου: γνώρισα σύντομα και το ιστορικό κύρος της βλακείας, όταν, αναζητώντας προγενέστερους ερευνητές της —μου κάνει εντύπωση πόσο λίγοι από αυτούς έγιναν γνωστοί, αλλά οι σοφοί όπως φαίνεται προτιμούν να γράφουν περί σοφίας!— έλαβα ταχυδρομικώς από έναν μορφωμένο φίλο το κείμενο μιας διάλεξης, το οποίο είχε συντάξει το 1866 ο Γιόχ. Εντ. Έρντμαν[2], μαθητής του Χέγκελ και καθηγητής από τη Χάλλε. Αυτή η διάλεξη με τον τίτλο Περί βλακείας αρχίζει αναφέροντας πως το κοινό υποδέχτηκε ήδη την αναγγελία της με γέλια, και από τότε που ξέρω πως αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και σε έναν μαθητή του Χέγκελ, πιστεύω απόλυτα πως αυτή η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι σε όσους επιχειρούν να μιλήσουν περί βλακείας κρύβει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα και νιώθω πολύ αμήχανος με τη βεβαιότητα πως έχω προκαλέσει μια τόσο τεράστια και βαθιά αμφίθυμη ψυχολογική ένταση.

Συνέχεια